Skip to content
Αρθρογραφία

Αισχροκέρδεια: Υπάρχει Όριο Στο Κέρδος; (2026)

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 21 Ιουλίου 2026

Αισχροκέρδεια Και Αθέμιτη Κερδοφορία: Πότε Η Τιμολόγηση Γίνεται Παράνομη

Σε συντομία:

  • Η «αισχροκέρδεια» ως αυτοτελές ποινικό αδίκημα καταργήθηκε με τον νέο Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019). Η υπερτιμολόγηση αγαθού ή υπηρεσίας δεν είναι πλέον, από μόνη της, ποινικό αδίκημα.
  • Ποινικά επιβιώνει μόνο η τοκογλυφία (άρθρο 404 ΠΚ), που αφορά αποκλειστικά πιστώσεις, όχι απλές πωλήσεις.
  • Το έκτακτο πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους (Ν. 5289/2026) σε καύσιμα και 63 βασικά αγαθά έληξε στις 30 Ιουνίου 2026 και δεν ισχύει σήμερα. Είναι επαναλαμβανόμενο μέτρο που μπορεί να επανενεργοποιηθεί.
  • Εκτός τέτοιων έκτακτων μέτρων, η ελληνική έννομη τάξη δεν θέτει γενικό ανώτατο όριο κέρδους.
  • Ο νομικός κίνδυνος από την τιμολόγηση κατανέμεται σε τέσσερα καθεστώτα με διαφορετικό πεδίο, ελεγκτή, κύρωση και χρονική ισχύ: έκτακτο διοικητικό, μόνιμο αγορανομικό, αστική ακυρότητα και ποινική τοκογλυφία.

Πότε θεωρείται παράνομη η τιμολόγηση μιας επιχείρησης σήμερα;

Εκτός συγκεκριμένων και προσωρινών έκτακτων μέτρων, η ελληνική έννομη τάξη δεν θέτει γενικό ανώτατο όριο στο κέρδος μιας επιχείρησης. Μια τιμή γίνεται παράνομη μόνο όταν εμπίπτει σε ένα από τέσσερα διακριτά καθεστώτα:

  1. το έκτακτο διοικητικό πλαφόν σε συγκεκριμένα αγαθά,
  2. τους μόνιμους αγορανομικούς κανόνες διαφάνειας,
  3. την αστική ακυρότητα της καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας και
  4. την ποινική τοκογλυφία στις πιστώσεις.

Ο κανόνας παραμένει η ελευθερία διαμόρφωσης της τιμής. Η επιχείρηση καθορίζει την τιμή πώλησης των αγαθών και υπηρεσιών της ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας και της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ).

Ο περιορισμός του ύψους της τιμής είναι η εξαίρεση και προϋποθέτει είτε ρητή νομοθετική πρόβλεψη είτε συνδρομή ειδικών περιστάσεων εκμετάλλευσης.

Τα τέσσερα καθεστώτα δεν λειτουργούν διαζευκτικά. Η ίδια υπερτιμολόγηση μπορεί ταυτόχρονα να επισύρει διοικητικό πρόστιμο, να καθιστά τη σύμβαση άκυρη έναντι του αντισυμβαλλομένου και, όταν υπάρχει στοιχείο πίστωσης, να στοιχειοθετεί ποινική ευθύνη.

Η επιλογή του καθεστώτος στο οποίο θα στηριχθεί ο θιγόμενος, ή του κινδύνου που πρέπει να αποτρέψει ο πωλητής, εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως τι πωλείται, σε ποιον και υπό ποιες συνθήκες. Ο πίνακας που ακολουθεί συνοψίζει τη λειτουργία τους.

ΚαθεστώςΠεδίο εφαρμογήςΠότε γίνεται παράνομη η τιμήΕλεγκτής και κύρωσηΙσχύς σήμερα
Έκτακτο διοικητικό (αθέμιτη κερδοφορία)Καύσιμα και συγκεκριμένα βασικά αγαθά, όταν είναι σε ισχύΜεικτό περιθώριο ανά κωδικό πάνω από το ιστορικό όριο αναφοράςΑνεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς. Διοικητικό πρόστιμο, δημοσιοποίησηΈληξε 30/6/2026. Κυκλικό, μπορεί να επανέλθει
Μόνιμο αγορανομικό (Ν. 4177/2013)Κάθε πώληση προϊόντων και παροχή υπηρεσιώνΠαραπλανητική ή αδιαφανής τιμή, όχι το ύψος τηςΑρμόδιες αρχές αγοράς. Διοικητικό πρόστιμο (έως 1% ή 3% τζίρου)Ισχύει διαρκώς
Αστική ακυρότητα (άρθρο 179 ΑΚ)Σχέση μεταξύ αντισυμβαλλομένωνΠροφανής δυσαναλογία με εκμετάλλευση ανάγκης, κουφότητας ή απειρίαςΠολιτικά δικαστήρια. Ακυρότητα της δικαιοπραξίαςΙσχύει διαρκώς
Ποινική τοκογλυφία (άρθρο 404 ΠΚ)Δικαιοπραξίες παροχής πίστωσης, όχι απλές πωλήσειςΔυσανάλογα οφέλη ή υπέρβαση θεμιτού τόκου με εκμετάλλευσηΠοινικά δικαστήρια. Φυλάκιση και χρηματική ποινήΙσχύει διαρκώς

Ισχύει το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους μετά τις 30 Ιουνίου 2026;

Το έκτακτο πλαφόν του Ν. 5289/2026 σε καύσιμα και σε 63 κατηγορίες βασικών αγαθών έληξε στις 30 Ιουνίου 2026 και δεν ισχύει σήμερα. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενο, προσωρινό μέτρο που η κυβέρνηση ενεργοποιεί κατά περιόδους πληθωριστικής πίεσης, οπότε η ισχύς του πρέπει να ελέγχεται κάθε φορά επικαιροποιημένα και δεν μπορεί να θεωρείται μόνιμο δεδομένο.

Ο Ν. 5289/2026, που κύρωσε την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 11ης Μαρτίου 2026, απαγόρευσε την αποκόμιση μεικτού περιθωρίου κέρδους ανά κωδικό προϊόντος μεγαλύτερου από τον μέσο όρο του αντίστοιχου περιθωρίου του 2025.

Το μέτρο κάλυπτε τα υγρά καύσιμα, με ανώτατο περιθώριο πέντε λεπτά ανά λίτρο, μαζί με 63 κατηγορίες αγαθών απαραίτητων για τη διατροφή και τη διαβίωση.

Αρμόδια για τον έλεγχο ορίστηκε η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, ενώ κατά των αποφάσεων επιβολής προστίμου προβλεπόταν προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.

Το ίδιο εργαλείο έχει ενεργοποιηθεί επανειλημμένα την τελευταία τετραετία: αρχικά το 2022, στη συνέχεια με τον Ν. 5045/2023 με ισχύ έως τις 30 Ιουνίου 2024 και εκ νέου με τον Ν. 5289/2026.

Στις 30 Ιουνίου 2026 το μέτρο ολοκληρώθηκε και αντικαταστάθηκε από εθελοντικές δεσμεύσεις των επιχειρήσεων για σταθερές τιμές σε περίπου 2.000 κωδικούς, με νέα εθνική συμφωνία να εξετάζεται από τον Σεπτέμβριο 2026. Για μια επιχείρηση εκτός των κλάδων καυσίμων και βασικών ειδών, το πλαφόν ουδέποτε αποτέλεσε άμεσο κίνδυνο.

Οι κυρώσεις του μέτρου, όσο ίσχυε, περιελάμβαναν κλιμακούμενα πρόστιμα ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, δημοσιοποίηση της επωνυμίας του παραβάτη και επιπλέον πρόστιμο έως 50.000 ευρώ για παρεμπόδιση του ελέγχου ή απόκρυψη στοιχείων.

Η εμπειρία από αγορανομικούς ελέγχους δείχνει ότι για τις επιχειρήσεις των σχετικών κλάδων το κρίσιμο δεν ήταν η τιμή αυτή καθεαυτή αλλά η τεκμηρίωση του κόστους και του περιθωρίου ανά κωδικό, καθώς το επιτρεπόμενο περιθώριο υπολογιζόταν σε σύγκριση με ιστορικά δεδομένα της ίδιας της επιχείρησης. Η ορθή τήρηση αυτών των στοιχείων, όχι το ύψος της τελικής τιμής, καθόριζε την έκβαση ενός ελέγχου.

Είναι ποινικό αδίκημα η αισχροκέρδεια;

Η αυτοτελής αισχροκέρδεια που τυποποιούσε το άρθρο 405 του παλαιού Ποινικού Κώδικα αποποινικοποιήθηκε με την εισαγωγή του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019).

Η πώληση αγαθού ή υπηρεσίας σε δυσανάλογα υψηλή τιμή δεν συνιστά πλέον, από μόνη της, ποινικό αδίκημα. Ποινικά διώκεται μόνο η τοκογλυφία του άρθρου 404 ΠΚ, που αφορά αποκλειστικά τις πιστώσεις.

Στον παλαιό κώδικα, το άρθρο 405 τιμωρούσε όποιον, σε δικαιοπραξίες πλην των πιστωτικών, συνομολογούσε περιουσιακά ωφελήματα σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή του, εφόσον ενεργούσε κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Αποτελούσε την ποινική έκφραση της αισχροκέρδειας με τη στενή έννοια της υπερτιμολόγησης αγαθών.

Με τον νέο κώδικα η διάταξη αυτή δεν αναπαράχθηκε. Το άρθρο 405 στον ισχύοντα ΠΚ είναι πλέον διαδικαστική γενική διάταξη για την έγκληση σε περιουσιακά εγκλήματα, χωρίς καμία σχέση με την αισχροκέρδεια. Η μόνη ποινική διάταξη που επιβιώνει είναι η τοκογλυφία του άρθρου 404.

Αυτή τιμωρεί όποιον, σε δικαιοπραξία για την παροχή πίστωσης, την ανανέωσή της ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, εκμεταλλεύεται την οικονομική ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα ή την απειρία εκείνου που λαμβάνει την πίστωση, συνομολογώντας οφέλη προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του ή οφέλη που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Η ποινή είναι φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή, ενώ η κατ’ επάγγελμα τέλεση επισύρει κάθειρξη έως οκτώ έτη.

Η οριοθέτηση είναι λεπτή και έχει πρακτική σημασία. Η τοκογλυφία προϋποθέτει στοιχείο πίστωσης, δηλαδή δάνειο, πίστωση τιμήματος ή παράταση προθεσμίας πληρωμής.

Μια απλή πώληση σε υψηλή τιμή, χωρίς πιστωτικό στοιχείο, βρίσκεται εκτός του άρθρου 404 και, μετά την κατάργηση του παλαιού 405, εκτός ποινικού κολασμού. Η ακριβής νομική φύση της σύμβασης, όχι η αντιληπτή αδικία της τιμής, καθορίζει αν μια συναλλαγή εμπίπτει σε ποινικό κίνδυνο.

Πότε μια τιμή παραβιάζει τους αγορανομικούς κανόνες;

Ο Ν. 4177/2013 δεν περιορίζει το ύψος του κέρδους αλλά τη διαφάνεια και την ειλικρίνεια της τιμής. Μια τιμή παραβιάζει τους αγορανομικούς κανόνες όταν δεν αναγράφεται ορθά, όταν παραπλανά τον καταναλωτή ως προς το πραγματικό της ύψος ή την έκπτωση, ή όταν συνοδεύεται από αθέμιτη εμπορική πρακτική, όχι επειδή είναι υψηλή.

Ο Ν. 4177/2013 για τους κανόνες ρύθμισης της αγοράς προϊόντων και της παροχής υπηρεσιών, όπως εξειδικεύεται από τους Κανόνες Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών (ΔΙΕΠΠΥ), επιβάλλει υποχρεώσεις διαφάνειας.

Η τελική τιμή πώλησης πρέπει να αναγράφεται ευδιάκριτα και στην ελληνική γλώσσα, ο καταναλωτής να ενημερώνεται ορθά και έγκαιρα, χωρίς παραπλανητικές ενδείξεις.

Οι τυπικές παραβάσεις αφορούν τη μέθοδο και όχι το περιθώριο. Η τεχνητή διόγκωση της τιμής πριν από μια προσφορά, ώστε η έκπτωση να φαίνεται μεγαλύτερη, η ανακριβής αναγραφή του ποσοστού έκπτωσης, ή η απόκρυψη της πραγματικής τιμής αναφοράς αποτελούν παραβάσεις.

Ειδικά για τις εκπτώσεις, το αποφασιστικό στοιχείο δεν είναι η ύπαρξη της προσφοράς αλλά η δυνατότητα τεκμηρίωσης της χαμηλότερης τιμής του προηγούμενου τριακονθημέρου ανά προϊόν, όπως επιβάλλει το πλαίσιο για τις εκπτώσεις και προσφορές.

Το άρθρο 21 του Ν. 4177/2013 προβλέπει για ανακριβείς ή παραπλανητικές εκπτώσεις πρόστιμο ίσο με το 1% του ετήσιου κύκλου εργασιών, με ελάχιστο τις 10.000 ευρώ, ποσό που ανεβαίνει στο 3% του τζίρου σε περίπτωση υποτροπής εντός πενταετίας.

Η εμπειρία από υποθέσεις αγορανομικών ελέγχων δείχνει ότι το αποφασιστικό στοιχείο δεν είναι το ύψος του περιθωρίου αλλά η τεκμηρίωση της πραγματικής τιμής πώλησης ανά προϊόν και κανάλι διάθεσης.

Η ίδια τιμολογιακή συμπεριφορά μπορεί να έχει και συνέπειες πέρα από το αγορανομικό πρόστιμο, καθώς μια συστηματικά παραπλανητική εκπτωτική καμπάνια έναντι ανταγωνιστών στοιχειοθετεί αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ για επιχειρήσεις με δεσπόζουσα θέση η επιβολή υπερβολικά υψηλών τιμών ελέγχεται αυτοτελώς ως μορφή καταχρηστικής εκμετάλλευσης της θέσης στην αγορά.

Πότε μια καταπλεονεκτική τιμή κάνει τη σύμβαση άκυρη;

Στις σχέσεις μεταξύ αντισυμβαλλομένων, το άρθρο 179 ΑΚ ακυρώνει τη δικαιοπραξία ως αντίθετη στα χρηστά ήθη όταν συντρέχουν σωρευτικά προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου. Η συνέπεια εδώ είναι η ακυρότητα της σύμβασης έναντι του αντισυμβαλλομένου, όχι πρόστιμο ή ποινή από δημόσια αρχή.

Κατά την ΑΠ 67/2022, για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία, είτε ενοχική ή εμπράγματη, ως αισχροκερδής ή καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, απαιτούνται αθροιστικά τρία στοιχεία:

  1. προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, εκτιμώμενη αντικειμενικά κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας,
  2. ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του αντισυμβαλλομένου και
  3. εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από αυτές τις γνωστές σε αυτόν καταστάσεις.

Αν λείπει έστω ένα από τα τρία, δεν στοιχειοθετείται ακυρότητα.

Η αυτοτελής αντιμετώπιση της αισχροκερδούς σύμβασης, η οποία διαφέρει από τους μονομερώς προδιατυπωμένους καταχρηστικούς όρους, καθώς και οι συνέπειες των άκυρων δικαιοπραξιών, αναπτύσσονται στο πλαίσιο του αστικού δικαίου.

Σε σχέσεις οικονομικής εξάρτησης μεταξύ επιχειρήσεων, η μονομερής επιβολή δυσανάλογων όρων ελέγχεται και ως καταχρηστική εκμετάλλευση οικονομικής υπεροχής, με βάση ειδικότερα κριτήρια.

Ο χρόνος αναφοράς είναι κρίσιμος για την εφαρμογή του κανόνα. Η δυσαναλογία κρίνεται κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, ώστε μεταγενέστερη μεταβολή των οικονομικών δεδομένων να μην καθιστά αναδρομικά αισχροκερδή μια αρχικά ισορροπημένη σύμβαση.

Η εκτίμηση της δυσαναλογίας παραμένει ad hoc και εξαρτάται από το περιεχόμενο, τον σκοπό και την αξία των παροχών της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, στοιχεία που καθιστούν κάθε περίπτωση διακριτή.

Συχνές Ερωτήσεις

Υπάρχει ανώτατο όριο κέρδους στην Ελλάδα;

Όχι ως γενικός κανόνας. Η επιχείρηση διαμορφώνει ελεύθερα την τιμή της. Ανώτατο όριο περιθωρίου τίθεται μόνο με έκτακτα και προσωρινά μέτρα σε συγκεκριμένα αγαθά, όπως το πλαφόν του Ν. 5289/2026 σε καύσιμα και βασικά είδη, το οποίο έληξε στις 30 Ιουνίου 2026. Εκτός τέτοιων μέτρων, ο νόμος ελέγχει τη διαφάνεια και την ειλικρίνεια της τιμής, όχι το ύψος του κέρδους.

Τιμωρείται ποινικά η αισχροκέρδεια σήμερα;

Η αυτοτελής αισχροκέρδεια της υπερτιμολόγησης αγαθών αποποινικοποιήθηκε με τον νέο Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019), που δεν αναπαρήγαγε το άρθρο 405 του παλαιού κώδικα. Ποινική ευθύνη μπορεί να προκύψει μόνο μέσω της τοκογλυφίας του άρθρου 404 ΠΚ, εφόσον η συναλλαγή περιλαμβάνει στοιχείο πίστωσης και συντρέχει εκμετάλλευση της οικονομικής ανάγκης ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου.

Ισχύει ακόμα το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους;

Όχι. Το πλαφόν του Ν. 5289/2026 σε καύσιμα και 63 βασικά αγαθά έληξε στις 30 Ιουνίου 2026 και αντικαταστάθηκε από εθελοντικές δεσμεύσεις των επιχειρήσεων. Επειδή πρόκειται για επαναλαμβανόμενο μέτρο που έχει ενεργοποιηθεί ήδη τρεις φορές από το 2022, η ισχύς του σε κάθε δεδομένη στιγμή πρέπει να ελέγχεται με βάση την τρέχουσα νομοθεσία.

Πού καταγγέλλεται η αθέμιτη κερδοφορία και οι αγορανομικές παραβάσεις;

Οι παραβάσεις των αγορανομικών κανόνων και, όσο ισχύουν τα έκτακτα μέτρα, της αθέμιτης κερδοφορίας ελέγχονται από την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή και τις αρμόδιες υπηρεσίες της αγοράς. Οι κυρώσεις είναι διοικητικές, με προσφυγή κατά των προστίμων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Η αστική αξίωση για ακυρότητα καταπλεονεκτικής σύμβασης εγείρεται χωριστά ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.

Ποια η διαφορά αισχροκέρδειας και τοκογλυφίας;

Η αισχροκέρδεια αφορούσε την υπερτιμολόγηση αγαθών και υπηρεσιών και δεν αποτελεί πλέον ποινικό αδίκημα. Η τοκογλυφία (άρθρο 404 ΠΚ) αφορά αποκλειστικά τις πιστώσεις: δάνεια, πιστώσεις τιμήματος ή παρατάσεις πληρωμής, όπου ο πιστωτής εκμεταλλεύεται την ανάγκη ή απειρία του πιστούχου για να αποκομίσει δυσανάλογα οφέλη ή υπερβολικό τόκο. Το διακριτικό στοιχείο είναι η ύπαρξη ή μη πιστωτικής σχέσης.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Καμία γενική οροφή κέρδους: εκτός έκτακτων μέτρων σε συγκεκριμένα αγαθά, η ελληνική έννομη τάξη δεν θέτει ανώτατο όριο στο περιθώριο κέρδους. Το ζήτημα δεν είναι πόσο υψηλή είναι η τιμή αλλά αν εμπίπτει σε ένα από τα τέσσερα ειδικά καθεστώτα ελέγχου.

Έλεγχος επικαιρότητας του πλαφόν: το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους είναι επαναλαμβανόμενο και προσωρινό. Πριν από κάθε εκτίμηση κινδύνου σε καύσιμα ή βασικά αγαθά, η ισχύς του κρίνεται με βάση την τρέχουσα νομοθεσία, όχι με βάση προηγούμενες περιόδους εφαρμογής.

Πιστωτικό στοιχείο για ποινική ευθύνη: ποινικός κίνδυνος υφίσταται μόνο όταν η συναλλαγή περιλαμβάνει πίστωση και στοιχειοθετείται τοκογλυφία. Η απλή πώληση σε υψηλή τιμή, χωρίς πιστωτικό στοιχείο, βρίσκεται εκτός ποινικού κολασμού μετά την αποποινικοποίηση της αισχροκέρδειας.

Τεκμηρίωση κόστους και τιμής αναφοράς: στους αγορανομικούς ελέγχους και στις εκπτώσεις, η έκβαση κρίνεται από τη δυνατότητα τεκμηρίωσης του κόστους, του περιθωρίου και της πραγματικής προηγούμενης τιμής ανά προϊόν, όχι από το ύψος της τελικής τιμής.

Χρόνος κατάρτισης για την ακυρότητα: η δυσαναλογία που θεμελιώνει ακυρότητα κατά το άρθρο 179 ΑΚ κρίνεται κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης. Μεταγενέστερη μεταβολή των συνθηκών δεν καθιστά αναδρομικά άκυρη μια αρχικά ισορροπημένη συμφωνία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Αισχροκέρδεια και την Αθέμιτη Κερδοφορία.