Skip to content

Αρθρογραφία

Ακύρωση Κατάσχεσης Ακινήτου – Παραβίαση Αναλογικότητας

ακυρωση κατασχεσης

Η Πρόσφατη Απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 ΚΠολΔ και 25 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. 

Αυτονόητο είναι ότι στη διαδικασία πραγμάτωσή της προσβάλλονται επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα του οφειλέτη, προεξάρχοντος του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Στην στάθμιση των αγαθών που ορίζει ο νομοθέτης, όμως, προτάσσεται η ικανοποίηση του δανειστή. Η αναγκαστική εκτέλεση, ωστόσο, ελέγχεται :

  • κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (κατάχρηση δικαιώματος) και 
  • κατά την αρχή της αναλογικότητας.

Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, απαγορεύεται η χρήση μέσων εκτέλεσης, στις περιπτώσεις που:

  • τα μέσα αυτά δεν είναι αναγκαία επειδή υπάρχει άλλο ηπιότερο μέσο.
  • τα μέσα αυτά δεν είναι κατάλληλα για να πετύχουν το σκοπό της αναγκαστικής εκτέλεσης.
  • τα μέσα αυτά προκαλούν δυσανάλογα μεγάλη και επιβαρυντική ζημία για τον καθ’ ού, γιατί τα ωφελήματα που επιδιώκει ο επισπεύδων με τις πράξεις εκτέλεσης, δεν βρίσκονται σε αρμόζουσα λογική ακολουθία με τις αρνητικές επιπτώσεις τους για τον καθ` ου.
3208/2020 ΜΔιοικΠρΑθ

Με την  με αριθμό 3208/2020 πρόσφατη Απόφαση το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών  ακύρωσε έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας.

Συγκεκριμενα, το Δικαστήριο αρχικά περιόρισε την κατάσχεση ύφους 57.335,45 Ευρώ κρίνοντας άκυρο το μέρος της έκθεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για το ποσό των 53.252,70 ευρώ. Έτσι περιόρισε την απαίτηση του Δημοσίου σε σε 4.082,75 Ευρώ.

Κατόπιν, έκρινε ότι εφόσον το Δημόσιο προχώρησε στην κατάσχεση ακινήτου το οποίο εκτιμήθηκε σε 250.000 Ευρώ, σύμφωνα με την έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας που τη συνέταξε, για χρέος μόλις 4.082,25 Ευρώ, η ενέργεια αυτή παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

Τούτο διότι, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης:

Αφενός “η επιλογή του είδους του αναγκαστικού μέτρου προς είσπραξη δημόσιων εσόδων και του αντικειμένου του μέτρου αυτού ανήκει στον Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου … η σχετική δε διακριτική ευχέρεια της τελευταίας έχει ως όριο τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του εν λόγω αναγκαστικού μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού (είσπραξη δημοσίων εσόδων αναγκαίων για την εκπλήρωση των σκοπών του κράτους)”.

Αφετέρου “ο ανακόπτων επικαλείται ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από το καθ’ ου

Τέλος “το καθ’ ου δεν προβάλλει ούτε αποδεικνύει ότι πριν προχωρήσει στην κατάσχεση της κατοικίας του ανακόπτοντος εξέτασε αν η είσπραξη της απαίτησής του μπορούσε να επιδιωχθεί με λιγότερο επαχθή μέτρα, όπως κατάσχεση άλλου περιουσιακού (κινητού ή ακινήτου) στοιχείου που έχει στην κυριότητά του ο ανακόπτων, κρίνει ότι η επιβληθείσα κατάσχεση είναι μη νόμιμη, καθόσον παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας”. 

Επιπλέον, το δικαστήριο έκρινε ότι:

 “η επιλογή του ένδικου κατασχεμένου ακινήτου, που αποτελεί την κύρια κατοικία του ανακόπτοντος, χωρίς προηγουμένως να έχει εξετασθεί η περίπτωση της λήψης λιγότερο επαχθών μέτρων, αποτελεί υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης σχετικά με την επιλογή του μέτρου εκτέλεσης, δεδομένου ότι υπερακοντίζει τον σκοπό που επιδιώκει ο νόμος και υπερβαίνει το εύλογο, απολύτως αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού (είσπραξη οφειλόμενου ποσού ασφαλιστικών εισφορών), λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών που επέρχονται στον ανακόπτοντα εξαιτίας της επιβληθείσας κατάσχεσης (στέρηση ελευθερίας διάθεσης του ακινήτου του και επικείμενη έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού επί της πρώτης κατοικίας του), κατ’ αποδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της κρινόμενης ανακοπής, ο οποίος συνοδεύεται από επίκληση βλάβης, μη δυνάμενης να θεραπευτεί παρά μόνο με την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης”.

345/2018 ΜΔιοικΠρΣπ

Ανάλογα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης με την με αριθμό 345/2018 Απόφασή του είχε κρίνει ότι:

Σημειώνεται ότι η καθ’ ης δικαιούται να επιλέξει το ακίνητο, επί του οποίου θα επισπεύσει εκτέλεση, χωρίς, ασφαλώς, να απαιτείται να προηγηθεί προσπάθεια εκτέλεσης σε ακίνητο της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, πριν στραφεί κατά του εγγυητή, η επιλογή, ωστόσο, αυτή ελέγχεται υπό το πρίσμα της αναλογικότητας και της τυχόν καταχρηστικότητας, λαμβανομένου δε υπόψη ότι ναι μεν η εκτέλεση επισπεύδεται για το ποσό των 100.000 ευρώ, προς αποφυγή εξόδων εκτέλεσης, ωστόσο, σε περίπτωση επιτυχούς διενέργειας πλειστηριασμού η καθ` ης προφανώς θα αναγγείλει το σύνολο των απαιτήσεών της, η κρίση του Δικαστηρίου ως προς αυτήν (καταχρηστικότητα) πρέπει να γίνει βάσει των συνολικών απαιτήσεων της καθ` ης κατά του ανακόπτοντος εγγυητή και της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και της δυνατότητας προνομιακής ικανοποίησης του συνόλου ή του μεγαλύτερου μέρους αυτών (…)

Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η επισπευδόμενη εκτέλεση στα αγροτεμάχια του ενάγοντος προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον οι συνολικές απαιτήσεις της καθ` ης υπερβαίνουν κατά πολύ την αξία των ακινήτων αυτών, ενώ ταυτόχρονα υφίσταται ακίνητο της πρωτοφειλέτριας εταιρίας πολύ μεγαλύτερης αξίας, με σαφώς μεγαλύτερες εμπράγματες εξασφαλίσεις υπέρ της καθ’ ης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι, ακόμα και σε περίπτωση επιτυχούς ολοκλήρωσης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί των αγροτεμαχίων, η καθ’ ης δεν θα ικανοποιηθεί πλήρως, οπότε θα συνεχίσει την επιβολή κατασχέσεων και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία είτε του ανακόπτοντος εγγυητή, είτε της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, είτε άλλων εγγυητών, όπως σαφώς ως προς αυτό κατέθεσε και η μάρτυρας, που εξετάσθηκε με επιμέλεια της καθ’ ης, υπάλληλος αυτής.

Αντίθετα, αν η καθ’ ης επέβαλε κατάσχεση στο βιομηχανικό ακίνητο της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η αξία του δεν ανέρχεται στο ως άνω ποσό 1.032.998,40, αλλά στο ποσό των 500.000 ευρώ, όπως κατέθεσε η υπάλληλος της καθ` ης, τότε, ενόψει και των εμπράγματων εξασφαλίσεων επ’ αυτού, θα επερχόταν σαφώς μεγαλύτερη ικανοποίηση των απαιτήσεων της τελευταίας (…)

Συνεπώς, εν προκειμένω ο ανακόπτων καλείται να υποστεί θυσία ασφαλώς υπερβαίνουσα το όφελος της καθ’ ης, δεδομένου ότι κινδυνεύει να απωλέσει ακίνητα, από την γεωργική εκμετάλλευση των οποίων αντλεί εισοδήματα, τα οποία, αφενός, είναι μικρότερης αξίας από το υπάρχον βιομηχανικό ακίνητο της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, αφετέρου είναι μικρότερης αξίας σε σχέση με το σύνολο των απαιτήσεων της καθ’ ης, τις οποίες δεν επαρκούν, ώστε να καλύψουν, με συνέπεια ο ανακόπτων να είναι εκτεθειμένος, ακόμα και σε περίπτωση εκπλειστηρίασης των ακινήτων του, σε νέα επιβολή κατάσχεσης σε άλλα ακίνητά του ή περιουσιακά του στοιχεία”.

Αστικές Διαφορές

Εξάλλου, στα Αστικά Δικαστήρια, κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού.

Ειδικά η διάταξη του άρθρου 951§2 ΚΠολΔ (“Η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης”), αποτελεί έκφανση της γενικής αρχής περί απαγόρευσης καταχρηστικής διαδικαστικής συμπεριφοράς και απηχεί την αρχή της αναλογικότητας, αποσκοπώντας στην αποτροπή της υπερβολικής καταπίεσης του οφειλέτη από την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται σε δυσαναλογία προς την απαίτηση. 

Επομένως, επιβάλλεται περιορισμός προς προστασία του οφειλέτη – καθ’ ου η εκτέλεση από τον κίνδυνο της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού πραγμάτων περισσότερων από όσα απαιτούνται για την ικανοποίηση των δανειστών και των εξόδων της εκτέλεσης. 

Ο περιορισμός της καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για αναγκαστική εκτέλεση εκδηλώνεται ως απειλή ακυρότητας της αναγκαστικής κατάσχεσης πράγματος του οφειλέτη αξίας δυσαναλόγως μεγαλύτερης από το ύψος της ουσιαστικής αξίωσης του επισπεύδοντος ή της κατάσχεσης ορισμένου πράγματος, όταν υπάρχουν άλλα αντικείμενα δεκτικά κατάσχεσης που υπερκαλύπτουν το ποσό της εκτελούμενης αξίωσης ή όταν υπάρχει άλλο πράγμα κυριότητας του καθ’ ου μικρότερης αξίας, που υπερκαλύπτει την απαίτηση του επισπεύδοντος.

Στην περίπτωση αυτήν, ο καθ’ ου η εκτέλεση δικαιούται να προβάλλει κατ’ αυτής αντιρρήσεις με ανακοπή και να ζητήσει τον περιορισμό της κατάσχεσης, το δε δικαστήριο της εκτέλεσης θα περιορίσει, χωρίς να ακυρώσει την κατάσχεση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης.