Skip to content
Αρθρογραφία

Ne bis in idem: Πότε Ακυρώνεται το Φορολογικό Πρόστιμο

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 14 Ιουλίου 2026

Ισχύει Το Διοικητικό Πρόστιμο Μετά Ποινική Καταδίκη Ή Αθώωση;

  • Το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη ποινική απόφαση για την ίδια παράβαση ως προς την ενοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
  • Όταν το πρόστιμο έχει «ποινικό» χαρακτήρα κατά τα κριτήρια Engel, λόγω ύψους και κατασταλτικού σκοπού, ενεργοποιείται η αρχή ne bis in idem που απαγορεύει τη δεύτερη τιμωρία για την ίδια παράβαση.
  • Αμετάκλητη αθώωση επί της ουσίας οδηγεί σε ακύρωση του προστίμου. Καταδίκη οδηγεί σε ακύρωση μόνο εφόσον η ποινή που επιβλήθηκε είναι επαρκής, αποτρεπτική και ανάλογη.
  • Στις εταιρείες, αν η ποινική δίωξη στρέφεται κατά του εκπροσώπου και το πρόστιμο επιβάλλεται στο νομικό πρόσωπο, δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπου και η αρχή δεν εφαρμόζεται.
  • Η αρχή προβάλλεται με την ενδικοφανή προσφυγή και ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, με προσκόμιση της αμετάκλητης ποινικής απόφασης και πιστοποιητικού περί του αμετακλήτου.

Πότε η ποινική απόφαση οδηγεί σε ακύρωση του διοικητικού προστίμου;

Το διοικητικό πρόστιμο ακυρώνεται όταν συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις:

  • το πρόστιμο έχει «ποινικό» χαρακτήρα κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ),
  • αφορά την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση και το ίδιο πρόσωπο με την ποινική δίκη και
  • για την παράβαση αυτή έχει ήδη εκδοθεί αμετάκλητη ποινική απόφαση.

Τότε η αρχή ne bis in idem, δηλαδή η απαγόρευση δεύτερης τιμωρίας για το ίδιο αδίκημα, οδηγεί σε ακύρωση της πράξης επιβολής.

Η αρχή κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (κυρωτικός ν. 1705/1987, ΦΕΚ Α’ 89) και στο άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο εσωτερικό δίκαιο, το άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζει ότι το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση ως προς την ενοχή του δράστη, ενώ υποχρεούται να συνεκτιμήσει κάθε σχετική ποινική κρίση.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφαση ΟλΣτΕ 359/2020, όρισε τέσσερις προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της αρχής:

  1. περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες κύρωσης που δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους,
  2. διαδικασίες «ποινικές» κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ,
  3. περάτωση της μίας με αμετάκλητη απόφαση και
  4. ταυτότητα προσώπου και παράβασης.

Το ζήτημα ανακύπτει τυπικά σε βαριές φορολογικές παραβάσεις, όπως η έκδοση ή λήψη εικονικών τιμολογίων, για τις οποίες ο νόμος προβλέπει παράλληλα διοικητικό πρόστιμο και ποινική δίωξη κατά το άρθρο 79 του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024), που αντικατέστησε το άρθρο 66 του ν. 4174/2013.

Η ίδια συμπεριφορά τιμωρείται έτσι δύο φορές, καθώς παράλληλα με το πρόστιμο κινείται σε αυτοτελή ποινικό άξονα η μη απόδοση ΦΠΑ. Ακριβώς αυτή η σώρευση ενεργοποιεί τον έλεγχο της αρχής.

Πότε το φορολογικό πρόστιμο θεωρείται ποινική κύρωση κατά τα κριτήρια Engel;

Το πρόστιμο χαρακτηρίζεται «ποινικό» ανεξάρτητα από τον τυπικό του χαρακτηρισμό ως διοικητικού, όταν πληρούνται τα κριτήρια Engel, δηλαδή τα κριτήρια που διέπλασε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Κρίσιμα είναι ο κατασταλτικός και αποτρεπτικός σκοπός της κύρωσης καθώς και το ύψος ή η βαρύτητά της.

Τα τρία κριτήρια Engel είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της παράβασης στο εσωτερικό δίκαιο, η φύση της παράβασης και η βαρύτητα της απειλούμενης κύρωσης. Αρκεί να συντρέχει το δεύτερο ή το τρίτο. Η ΟλΣτΕ 359/2020 δέχθηκε ότι πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας που ανέρχονται σε ποσοστό τουλάχιστον 200% των διαφυγόντων φόρων έχουν «ποινικό» χαρακτήρα.

Το ίδιο ισχύει για το πρόστιμο λήψης ή έκδοσης εικονικών τιμολογίων, το οποίο κατά κανόνα ανέρχεται στο 50% του φόρου που εξέπεσε ή επιστράφηκε.

Ακόμη και σχετικά χαμηλά ποσά μπορούν να θεωρηθούν «ποινικά». Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), στην υπόθεση Menci (C-524/15), δέχθηκε ότι πρόσθετος φόρος ΦΠΑ ύψους 30% του οφειλόμενου ποσού έχει ποινικό χαρακτήρα κατά το άρθρο 50 του Χάρτη.

Η διαπίστωση αυτή είναι το πρώτο, καθοριστικό βήμα. Αν το πρόστιμο δεν πληροί τα κριτήρια Engel, η αρχή ne bis in idem δεν εφαρμόζεται και η ποινική έκβαση δεν επηρεάζει τη διοικητική κύρωση. Ο χαρακτηρισμός διαφοροποιείται κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος της παράβασης και το ύψος της κύρωσης, στοιχείο που απαιτεί αυτοτελή νομική εκτίμηση κάθε υπόθεσης.

Καταδίκη ή αθώωση: τι αλλάζει στην τύχη του προστίμου;

Η έκβαση της ποινικής δίκης καθορίζει την τύχη του προστίμου. Αμετάκλητη αθώωση επί της ουσίας δεσμεύει το διοικητικό δικαστήριο και οδηγεί σε ακύρωση, ενισχυμένη από το τεκμήριο αθωότητας.

Αμετάκλητη καταδίκη δεσμεύει ως προς την ενοχή, όμως το πρόστιμο ακυρώνεται μόνο εφόσον η ήδη επιβληθείσα ποινή κρίνεται επαρκής.

Έκβαση ποινικής δίκηςΔέσμευση διοικητικού δικαστήΤύχη του προστίμου
Αμετάκλητη αθώωση επί της ουσίαςΝαι, ως προς την αθώωσηΑκύρωση
Καταδίκη με επαρκή, αποτρεπτική ποινήΝαι, ως προς την ενοχήΑκύρωση, προς αποφυγή διπλής τιμωρίας
Καταδίκη με εμφανώς ελαφριά ποινήΌχι πλήρηςΑυτοτελής κρίση, πιθανή διατήρηση
Διαφορετικά πρόσωπα (εταιρεία και εκπρόσωπος)Δεν τίθεται ζήτημα αρχήςΔιατήρηση

Στην περίπτωση της καταδίκης, ο διοικητικός δικαστής εξετάζει αν η ποινή που επέβαλε το ποινικό δικαστήριο είναι, αυτοτελώς ορώμενη, αποτελεσματική, αποτρεπτική και ανάλογη της σοβαρότητας της παράβασης.

Το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, με την απόφαση ΔΕφ Πειρ (Τμ. Θ’) Α 243/2024, ακύρωσε πρόστιμο για λήψη εικονικού τιμολογίου, καθώς ο φορολογούμενος είχε ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών με αναστολή, την οποία έκρινε επαρκή για την ίδια παράβαση.

Το αντίθετο ισχύει όταν η ποινή είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριά. Κατά την ΣτΕ 9/2021, ο διοικητικός δικαστής δεν δεσμεύεται πλήρως στην περίπτωση αυτή, αλλά εκφέρει ίδια και αυτοτελή κρίση, υποχρεούμενος πάντως να συνεκτιμήσει ειδικά την ποινική απόφαση.

Πρακτικά, ποινή στα κατώτατα όρια ή με αναστολή μπορεί να μην αρκεί για την ακύρωση του προστίμου. Η επιδίωξη ήπιας ποινικής μεταχείρισης ενδέχεται έτσι να αποβεί σε βάρος του φορολογουμένου στη διοικητική δίκη, όπου το ουσιώδες πρόστιμο επιβιώνει.

Eφαρμόζεται σωρευτικά ποινική δίωξη στον εκπρόσωπο και πρόστιμο στην εταιρεία;

Η αρχή ne bis in idem απαιτεί ταυτότητα προσώπου. Στις επιχειρήσεις, η ποινική δίωξη για εικονικά τιμολόγια ή φοροδιαφυγή στρέφεται κατά του φυσικού προσώπου, δηλαδή του νόμιμου εκπροσώπου, ενώ το διοικητικό πρόστιμο επιβάλλεται στο νομικό πρόσωπο, δηλαδή στην εταιρεία. Επειδή τα πρόσωπα διαφέρουν, η προϋπόθεση ταυτότητας δεν πληρούται.

Κατά την ΣτΕ 175/2018, όταν η μία διαδικασία στρέφεται κατά νομικού προσώπου και η άλλη κατά του νόμιμου εκπροσώπου του, δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπου και δεν εφαρμόζεται η αρχή, ούτε βάσει του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ούτε βάσει του άρθρου 50 του Χάρτη.

Η συνέπεια είναι διπλή. Η εταιρεία δεν μπορεί να επικαλεστεί την αθώωση του εκπροσώπου της για να αποφύγει το δικό της πρόστιμο, ενώ αντίστροφα η καταδίκη του εκπροσώπου δεν εξασφαλίζει από μόνη της την ακύρωση του προστίμου της εταιρείας.

Η διάκριση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον σχεδιασμό της υπεράσπισης. Το ποιος διώκεται ποινικά και ποιος βαρύνεται με το πρόστιμο καθορίζει αν η αρχή έχει πεδίο εφαρμογής, ζήτημα που συνδέεται με τη γενικότερη φορολογική ευθύνη των διοικούντων για τις υποχρεώσεις της εταιρείας.

Η εμπειρία από υποθέσεις φορολογικού καταλογισμού σε εταιρείες δείχνει ότι η ταυτότητα του καθ’ ου η κύρωση εξετάζεται πρώτη, πριν από κάθε ουσιαστικό ισχυρισμό ne bis in idem.

Πώς και πότε προβάλλεται η αρχή στη φορολογική διαδικασία;

Η παραβίαση της αρχής ne bis in idem προβάλλεται με την ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών και, στη συνέχεια, ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.

Απαιτείται προσκόμιση της αμετάκλητης ποινικής απόφασης και πιστοποιητικού περί μη άσκησης ή απόρριψης ένδικων μέσων, ώστε να αποδεικνύεται το αμετάκλητο.

Η ενδικοφανής προσφυγή αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο, με προθεσμία τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της πράξης. Η αρχή δεν εξετάζεται πάντοτε αυτεπαγγέλτως, οπότε η ρητή και τεκμηριωμένη επίκλησή της έχει πρακτική σημασία.

Ο χρόνος είναι καθοριστικός. Οι δύο διαδικασίες, ποινική και διοικητική, είναι αυτοτελείς, όμως η αρχή ενεργοποιείται μόνο όταν η μία περατωθεί αμετάκλητα.

Η παρακολούθηση της πορείας της ποινικής δίκης, ιδίως του χρόνου κατά τον οποίο η απόφαση καθίσταται αμετάκλητη, καθορίζει πότε μπορεί να προβληθεί λυσιτελώς η αρχή.

Πρόωρη ή εκπρόθεσμη επίκληση αποδυναμώνει τον ισχυρισμό. Η εμπειρία από την προβολή της αρχής σε φορολογικές προσφυγές δείχνει ότι ο συντονισμός των δύο διαδικασιών και όχι μόνο η βασιμότητα του ισχυρισμού, κρίνει την έκβαση.

Η αρχή ne bis in idem είναι διακριτή από τη διοικητική οδό αυτοδιόρθωσης. Το άρθρο 74 του ΚΦΔ (πρώην 63Β) επιτρέπει στη Φορολογική Διοίκηση να ακυρώσει πράξη προστίμου μόνο για πρόδηλη έλλειψη φορολογικής υποχρέωσης ή αριθμητικό λάθος, όχι για λόγους ne bis in idem. Οι δύο βάσεις ακύρωσης λειτουργούν αυτοτελώς και δεν υποκαθιστά η μία την άλλη.

Συχνές Ερωτήσεις

Δεσμεύει το διοικητικό δικαστήριο η αθωωτική ποινική απόφαση;

Ναι, εφόσον είναι αμετάκλητη και στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης. Το διοικητικό δικαστήριο δεν επιτρέπεται να θέσει εν αμφιβόλω την αθώωση, βάσει και του τεκμηρίου αθωότητας του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, όταν η ποινική διαδικασία συνδέεται κατ’ ουσίαν με τη διοικητική.

Μπορεί η εταιρεία να επικαλεστεί την αθώωση του εκπροσώπου της;

Όχι. Όταν η ποινική διαδικασία στρέφεται κατά του φυσικού προσώπου-εκπροσώπου και το πρόστιμο επιβάλλεται στο νομικό πρόσωπο, λείπει η ταυτότητα προσώπου που απαιτεί η αρχή ne bis in idem. Κατά την ΣτΕ 175/2018, η εταιρεία δεν καλύπτεται από την αθώωση του εκπροσώπου της.

Έχει σημασία το ύψος του προστίμου;

Ναι. Το ύψος αποτελεί κριτήριο Engel για τον χαρακτηρισμό της κύρωσης ως «ποινικής». Πρόστιμο υψηλού ποσοστού επί του διαφυγόντος φόρου, όπως στα εικονικά τιμολόγια ή στα πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας, θεωρείται ποινικό. Χαμηλό, καθαρά διοικητικό πρόστιμο ενδέχεται να μην ενεργοποιεί την αρχή.

Τι ισχύει αν η ποινική δίκη εκκρεμεί ακόμη;

Οι δύο διαδικασίες είναι αυτοτελείς και μπορούν να εξελίσσονται παράλληλα. Η αρχή ne bis in idem ενεργοποιείται μόνο όταν η μία περατωθεί αμετάκλητα. Έως τότε, η διοικητική δίκη μπορεί να συνεχιστεί ή, κατά περίπτωση, να ανασταλεί έως την οριστική κρίση της ουσίας.

Επηρεάζει η αναστολή της ποινής την ακύρωση του προστίμου;

Έμμεσα. Η αναστολή σχετίζεται με το αν η επιβληθείσα ποινή είναι επαρκής, αποτρεπτική και ανάλογη. Ποινή στα κατώτατα όρια ή με αναστολή μπορεί να κριθεί ανεπαρκής, οπότε ο διοικητικός δικαστής δεν δεσμεύεται και ενδέχεται να διατηρήσει το πρόστιμο.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έλεγχος του «ποινικού» χαρακτήρα πρώτα: Η αρχή ne bis in idem ενεργοποιείται μόνο αν το πρόστιμο πληροί τα κριτήρια Engel. Πρόστιμο χαμηλού ύψους χωρίς κατασταλτικό σκοπό δεν ανοίγει τον δρόμο της ακύρωσης.

Η ταυτότητα προσώπου κρίνει την υπόθεση: Στις εταιρείες, η διάκριση μεταξύ νομικού προσώπου και εκπροσώπου καθορίζει αν εφαρμόζεται η αρχή. Επίκληση της αθώωσης του εκπροσώπου υπέρ της εταιρείας απορρίπτεται.

Η ελαφριά ποινή δεν εξασφαλίζει ακύρωση: Μετά από καταδίκη, ποινή στα κατώτατα όρια ή με αναστολή μπορεί να κριθεί ανεπαρκής, οπότε ο διοικητικός δικαστής κρίνει αυτοτελώς και διατηρεί το πρόστιμο.

Τεκμηρίωση του αμετακλήτου: Η επίκληση της αρχής προϋποθέτει προσκόμιση της ποινικής απόφασης και πιστοποιητικού περί μη άσκησης ένδικων μέσων. Χωρίς απόδειξη του αμετακλήτου ο ισχυρισμός απορρίπτεται.

Συντονισμός των δύο διαδικασιών: Η παρακολούθηση της πορείας ποινικής και διοικητικής δίκης καθορίζει τον χρόνο προβολής της αρχής και αποτρέπει την απώλεια της προθεσμίας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ακύρωση φορολογικού προστίμου.