Skip to content
Αρθρογραφία

Η Έννοια των Δίκαιων Τιμών Στο Δίκαιο Ανταγωνισμού

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 27 Μαρτίου 2026

Σύμφωνα με το άρθρο 102 της Συνθήκης Για την ΕΕ (ΣΛΕΕ), είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της. 

Όπως προκύπτει από το παραπάνω άρθρο, η επιβολή μη δίκαιων όρων συναλλαγής από μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης αυτής.

Η Υπόθεση C‑372/19

Η SABAM είναι βελγική εμπορική εταιρία κερδοσκοπικού χαρακτήρα, η οποία, ως μοναδικός οργανισμός συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Βέλγιο, κατέχει εν τοις πράγμασι μονοπώλιο στην αγορά της είσπραξης και της κατανομής των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που οφείλονται για την αναπαραγωγή και την παρουσίαση μουσικών έργων στο κοινό.

Το ύψος των δικαιωμάτων τα οποία απαιτεί η SABAM από τους διοργανωτές εκδηλώσεων καθορίζεται βάσει τιμολογίου, το οποίο περιλαμβάνει δύο διαφορετικές κλίμακες, η εφαρμογή των οποίων επαφίεται στην ελεύθερη επιλογή της SABAM. Η SABAM μπορεί να εφαρμόζει είτε μια «ελάχιστη χρέωση», υπολογιζόμενη βάσει του εμβαδού του χώρου στον οποίο ακούγεται η μουσική ή βάσει του αριθμού των διαθέσιμων καθισμάτων, είτε μια «βασική χρέωση». Ο διοργανωτής μπορεί να επιτύχει μειώσεις της βασικής χρήσης, οι οποίες υπολογίζονται κατ’ αναλογίαν προς το ποσοστό των προερχόμενων από το ρεπερτόριο της SABAM μουσικών έργων που εκτελούνται κατά την εκδήλωση.

Το Δικαστήριο της Ε.Ε. νομολόγησε για το αν συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης η επιβολή εκ μέρους εταιρίας η οποία κατέχει εν τοις πράγμασι μονοπώλιο εντός κράτους μέλους, κλίμακας στην οποία τα οφειλόμενα υπολογίζονται:

  • βάσει χρεώσεως που εφαρμόζεται των ακαθάριστων εσόδων (δηλ “τζίρου” και όχι καθαρών κερδών), 
  • βάση ενός κλιμακωτού κατ’ αποκοπή συστήματος προκειμένου να προσδιοριστεί ποιο μέρος, επί του συνόλου των έργων, αντλείται από το ρεπερτόριο της εταιρίας συλλογικής διαχείρισης.
Η Απόφαση

Το ΔΕΕ νομολόγησε ότι δεν συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, η εκ μέρους εταιρίας συλλογικής διαχείρισης που κατέχει εν τοις πράγμασι μονοπώλιο εντός κράτους μέλους επιβολή στους διοργανωτές μουσικών εκδηλώσεων, σε σχέση με το δικαίωμα παρουσίασης μουσικών έργων στο κοινό, κλίμακας στην οποία:

  • αφενός, τα οφειλόμενα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας υπολογίζονται βάσει χρεώσεως που εφαρμόζεται επί των ακαθάριστων εσόδων από την πώληση εισιτηρίων, χωρίς να είναι δυνατόν να αφαιρεθεί από τα έσοδα αυτά το σύνολο των επιβαρύνσεων που αφορούν την οργάνωση του φεστιβάλ και δεν έχουν σχέση με τα μουσικά έργα που εκτελούνται σ’ αυτό, εφόσον τα δικαιώματα που πράγματι χρεώνονται από την εταιρία συλλογικής διαχείρισης κατ’ εφαρμογήν της κλίμακας αυτής δεν είναι υπερβολικά υψηλά υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, της οικονομικής αξίας που προκύπτει από τη χρήση αυτή και της οικονομικής αξίας των υπηρεσιών που παρέχει η εταιρία συλλογικής διαχείρισης, όπερ εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να ελέγξει, και
  • αφετέρου, γίνεται χρήση ενός κλιμακωτού κατ’ αποκοπήν συστήματος προκειμένου να προσδιοριστεί, επί του συνόλου των μουσικών έργων που εκτελέστηκαν, ποιο μέρος αντλείται από το ρεπερτόριο της εν λόγω εταιρίας συλλογικής διαχείρισης, εφόσον δεν υφίσταται άλλη μέθοδος η οποία να καθιστά δυνατό τον ακριβέστερο εντοπισμό και ποσοτικό προσδιορισμό της χρήσης των έργων αυτών και η οποία να είναι ικανή να υλοποιήσει τον ίδιο θεμιτό σκοπό, ήτοι την προστασία των συμφερόντων των δημιουργών, των συνθετών και των εκδοτών μουσικών έργων. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει τούτο, υπό το πρίσμα της συγκεκριμένης περίπτωσης της οποίας έχει επιληφθεί και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κρίσιμες περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της διαθεσιμότητας και της αξιοπιστίας των παρασχεθέντων στοιχείων, καθώς και των υφιστάμενων τεχνολογικών εργαλείων.

Ωστόσο, καταλήγοντας στην παραπάνω απόφαση, το Δικαστήριο της ΕΕ, διατύπωσε ιδιαίτερα σημαντικές θέσεις αναφορικά με το τί θεωρείται “δίκαιη τιμή” από μια εταιρεία η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά και πότε ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει καταχρηστική την τιμολογιακή πολιτική μιας τέτοιας εταιρείας.

Οι Σκέψεις Του ΔΕΕ Και Η “Δίκαιη Τιμή”

Όσον αφορά τα δικαιώματα των οποίων την καταβολή απαιτούν οι εταιρίες συλλογικής διαχείρισης, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι η συμπεριφορά των επιχειρήσεων αυτών είναι ικανή να συνιστά κατάχρηση και, ως εκ τούτου, να εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ αν, κατά τον καθορισμό του ύψους των δικαιωμάτων, οι εταιρίες αυτές χρεώνουν υπερβολικά υψηλή τιμή, δυσανάλογη προς την παρεχόμενη υπηρεσία, που συνίσταται στο να θέτουν στη διάθεση των χρηστών ολόκληρο το ρεπερτόριο των προστατευόμενων με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας μουσικών έργων το οποίο διαχειρίζονται οι εν λόγω εταιρείες.Επομένως, τα εθνικά δικαστήρια αξιολογούν αν τα δικαιώματα αυτά είναι υπερβολικά υψηλά. 

Στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής, τα δικαστήρια οφείλουν, μεταξύ άλλων, να λάβουν υπόψη την ιδιαίτερη φύση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς και να αναζητήσουν την προσήκουσα ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος των δημιουργών μουσικών έργων που προστατεύονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας να εισπράττουν αμοιβή για τη χρήση των έργων αυτών και του συμφέροντος των χρηστών να χρησιμοποιούν τα εν λόγω έργα υπό εύλογες προϋποθέσεις. 

Προκειμένου να εξακριβωθεί αν το ύψος των χρεώσεων που επιβάλλονται από εταιρεία που κατέχει δεσπόζουσα θέση είναι δίκαιο τόσο από την άποψη του δικαιώματος των δημιουργών για εύλογη αμοιβή όσο και από την άποψη των εννόμων συμφερόντων των χρηστών, πρέπει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η οικονομική αξία της υπηρεσίας αυτή καθεαυτή, αλλά και η φύση και η έκταση της χρήσης του προϊόντος ή της υπηρεσίας, καθώς και η οικονομική αξία που προκύπτει από τη χρήση αυτή.

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει μεν υπενθυμίσει ότι πρέπει να εκτιμάται αν υπάρχει υπερβολική δυσαναλογία μεταξύ των εξόδων που πράγματι έγιναν και της τιμής που πράγματι ζητήθηκε και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, να εξετάζεται αν επιβλήθηκε μη δίκαιη τιμή, είτε κατ’ απόλυτη έννοια είτε σε σύγκριση με τις ανταγωνιστικές υπηρεσίες, πλην όμως έχει επίσης επισημάνει ότι υπάρχουν άλλες μέθοδοι βάσει των οποίων μπορεί να κριθεί αν η τιμή είναι ενδεχομένως υπερβολικά υψηλή.

Όσον αφορά, ειδικότερα, τα δικαιώματα των οποίων την καταβολή επιβάλλουν οι εταιρίες συλλογικής διαχείρισης, οι μέθοδοι αυτές μπορούν, μεταξύ άλλων, να βασίζονται σε σύγκριση μεταξύ της τιμής της οποίας ο δίκαιος χαρακτήρας αμφισβητείται και διαφόρων στοιχείων αναφοράς, όπως οι τιμές τις οποίες η επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση χρέωσε στο παρελθόν για τις ίδιες υπηρεσίες στην ίδια σχετική αγορά, οι τιμές τις οποίες μια τέτοια επιχείρηση χρεώνει για διαφορετικές υπηρεσίες ή για διαφορετικές κατηγορίες πελατών ή ακόμη οι τιμές που άλλες επιχειρήσεις χρεώνουν για την ίδια υπηρεσία ή για παρόμοιες υπηρεσίες σε άλλες εθνικές αγορές, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η σύγκριση αυτή διενεργείται επί ομοιόμορφης βάσεως.

Η επιβολή, από εταιρία συλλογικής διαχείρισης, κλίμακας δικαιωμάτων βασισμένης στα ακαθάριστα έσοδα από την πώληση εισιτηρίων είναι δυνατόν να εμπίπτει στην απαγόρευση του ως άνω άρθρου, αν το ύψος των δικαιωμάτων που πράγματι προκύπτει κατ’ εφαρμογήν της κλίμακας αυτής είναι δυσανάλογο σε σχέση με την οικονομική αξία της παρασχεθείσας υπηρεσίας, όπερ εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης της οποίας έχει επιληφθεί.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα δικαίου ανταγωνισμού.