Skip to content
Αρθρογραφία

Ασφαλιστικός Πράκτορας, Σύμβουλος, Μεσίτης: Τι Επιλέγεται

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 8 Αυγούστου 2026

Πράκτορας, Συντονιστής, Μεσίτης: Ποια Κατηγορία Ισχύει Μετά τον Ν. 4583/2018

Εν συντομία:

  • Ο ν. 4583/2018 κατήργησε τον ν. 1569/1985 και το π.δ. 190/2006. Οι κατηγορίες που αναγνωρίζονται σήμερα είναι ο ασφαλιστικός πράκτορας, ο συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων και ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων, ενώ ο ασφαλιστικός σύμβουλος έπαψε να αποτελεί αυτοτελή κατηγορία.
  • Η επιλογή μεταξύ πρακτόρευσης και μεσιτείας δεσμεύεται από το ασυμβίβαστο του άρθρου 19 παρ. 3 και 4 και καθορίζει ποιον εκπροσωπεί ο διαμεσολαβητής, από ποιον αμείβεται και έναντι ποιου ευθύνεται.
  • Όταν η σύμβαση περιέχει ρήτρα σιωπηρής αποδοχής, η μη αντίρρηση στον περιοδικό λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης ισοδυναμεί με αναγνώριση του υπολοίπου και θεμελιώνει διαταγή πληρωμής.
  • Η καταγγελία της πρακτορειακής σύμβασης επιφέρει τη λύση ακόμη και όταν ασκείται καταχρηστικά ή κατά παράβαση της σύμβασης, γεννώντας μόνο αξίωση αποζημίωσης.
  • Το άρθρο 5 ρίχνει στην ασφαλιστική επιχείρηση το βάρος απόδειξης της απώλειας παραγωγής και προβλέπει προμήθεια τριών ετών όταν ο πράκτορας ή ο συντονιστής αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης.

Ποια κατηγορία ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ισχύει σήμερα;

Ο ν. 4583/2018 αναγνωρίζει τρεις κατηγορίες ασφαλιστικών διαμεσολαβητών:

  • τον ασφαλιστικό πράκτορα,
  • τον συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων και
  • τον μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων, καθώς και τον διαμεσολαβητή που ασκεί τη διαμεσολάβηση ως δευτερεύουσα δραστηριότητα.

Ο ασφαλιστικός σύμβουλος και ο συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων έπαψαν να αποτελούν αυτοτελείς κατηγορίες.

Ο νόμος ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2016/97 για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων. Με το άρθρο 47 κατήργησε ολόκληρο το προϊσχύσαν πλαίσιο, δηλαδή τον ν. 1569/1985 και το π.δ. 190/2006.

Το άρθρο 48 παρ. 1 υποχρέωσε όσους ήταν εγγεγραμμένοι σε περισσότερες από μία κατηγορίες, για τις οποίες ισχύει το ασυμβίβαστο του άρθρου 19, να δηλώσουν εντός τριάντα ημερών από τη δημοσίευση του νόμου την κατηγορία στην οποία επιθυμούσαν να παραμείνουν εγγεγραμμένοι.

Οι εγγεγραμμένοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι εντάχθηκαν αυτοδικαίωςστην κατηγορία του ασφαλιστικού πράκτορα, με νέα εγγραφή στο ειδικό μητρώο του αρμόδιου επιμελητηρίου από τον Φεβρουάριο του 2019.

Πράκτορας ή μεσίτης: πώς κρίνεται η επιλογή κατηγορίας;

Η κατηγορία επιλέγεται μία φορά και δεσμεύει τη θέση του διαμεσολαβητή στην αγορά. Το άρθρο 19 παρ. 3 και 4 θεσπίζει ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας του ασφαλιστικού πράκτορα ή συντονιστή αφενός και του μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων αφετέρου, καθώς η εγγραφή γίνεται είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη ομάδα.

Ο διαμεσολαβητής επιλέγει έναν από τους δύο ρόλους και μαζί με αυτόν επιλέγει ποιον εκπροσωπεί, από ποιον αμείβεται και ποιος θα είναι ο αντίδικός του σε μελλοντική διαφορά.

Το άρθρο 5 ορίζει τις συναλλακτικές σχέσεις κάθε κατηγορίας:

  • Ο ασφαλιστικός πράκτορας διανέμει προϊόντα μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από αυτές.
  • Ο συντονιστής ασκεί τη δραστηριότητα μέσω ομάδας πρακτόρων τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και επιβλέπει, χωρίς να συμβάλλεται ο ίδιος μαζί τους.
  • Ο μεσίτης συμβάλλεται με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τρόπο που να αποτρέπεται η νομική και οικονομική εξάρτησή του από αυτές.
ΣτοιχείοΑσφαλιστικός πράκτοραςΣυντονιστής πρακτόρωνΜεσίτης ασφαλίσεωνΔευτερεύουσα δραστηριότητα
ΕκπροσώπησηΑσφαλιστική επιχείρησηΑσφαλιστική επιχείρησηΑσφαλιζόμενοςΑσφαλιστική επιχείρηση
Πηγή αμοιβήςΑσφαλιστική επιχείρησηΑσφαλιστική επιχείρησηΑσφαλιστική επιχείρησηΑσφαλιστική επιχείρηση
ΑσυμβίβαστοΜε τον μεσίτηΜε τον μεσίτηΜε πράκτορα και συντονιστήΜε όλες τις λοιπές
Ευθύνη έναντι πελάτηΕνεργεί για την επιχείρηση, με δυνατή πρόστησηΕνεργεί για την επιχείρηση μέσω των πρακτόρωνΊδια, ως εντολοδόχος του ασφαλιζομένουΤης επιχείρησης, υπό την πλήρη ευθύνη της
Αξίωση επί λύσηςΠρομήθεια τριών ετών επί συνταξιοδότησηςΠρομήθεια τριών ετών επί συνταξιοδότησηςΚατά τους όρους της σύμβασηςΚατά τους όρους της σύμβασης

Η ασφαλιστική μεσιτεία δεν ταυτίζεται με τη μεσιτεία του Αστικού Κώδικα, όπου ισχύουν άλλοι κανόνες για τη γένεση της αξίωσης και για τη διεκδίκηση της μεσιτικής αμοιβής.

Ο ασφαλιστικός μεσίτης ενεργεί κατ’ εντολή του ασφαλιζομένου αλλά αμείβεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, σχήμα που δημιουργεί εγγενή σύγκρουση συμφερόντων και επιβάλλει προσεκτική διατύπωση των συμβατικών όρων ήδη κατά τη διαπραγμάτευση.

Ποιος ευθύνεται όταν ο πελάτης στραφεί κατά της διαμεσολάβησης;

Ο μεσίτης ευθύνεται ο ίδιος έναντι του ασφαλιζομένου, αφού ενεργεί ως εντολοδόχος του. Ο διαμεσολαβητής που ενεργεί εξ ονόματος της ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς να εισπράττει ασφάλιστρα εμπλέκει την ίδια την επιχείρηση, η οποία ευθύνεται ως προστήσασα. Η διάκριση καθορίζει ποιος θα είναι εναγόμενος και ποιος έχει τα οικονομικά μέσα να ικανοποιήσει την απαίτηση.

Κατά την ΑΠ 1689/2018 ο μεσίτης δεν εκπροσωπεί την ασφαλιστική επιχείρηση, αναπτύσσει τη δραστηριότητά του κατ’ εντολή του πελάτη που θέλει να ασφαλιστεί και ενεργεί ως εντολοδόχος του κατά τα άρθρα 713 επ. ΑΚ, η δε ευθύνη του περιορίζεται στη σωστή τήρηση και εφαρμογή των έγγραφων εντολών.

Η ανεξαρτησία αυτή όμως δεν απαλλάσσει την ασφαλιστική επιχείρηση, καθώς η ΑΠ 1329/2017 δέχθηκε ότι δεν αποκλείεται σχέση πρόστησης μεταξύ τους, με εις ολόκληρον ευθύνη σε περίπτωση αδικοπραξίας, εφόσον η επιχείρηση διατήρησε τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου έστω και σε πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης.

Για τον διαμεσολαβητή που ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς να εισπράττει ασφάλιστρα, η ΑΠ 170/2024 και οι νεότερες ΑΠ 314/2025 και ΑΠ 193/2025 δέχονται πληρεξουσιότητα αντιπροσώπευσης εκ του νόμου και ενέργεια ως προστηθέντος υπό την πλήρη ευθύνη της επιχείρησης.

Το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 προσθέτει νόθα αντικειμενική ευθύνη, αφού ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας.

Η σύγκριση δύο αποφάσεων επί ταυτόσημου προϊόντος δείχνει πού κρίνονται πραγματικά οι υποθέσεις αυτές. Στην ΑΠ 609/2022 η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης, επειδή δεν περιείχε παραδοχές για την προφορική ενημέρωση των επενδυτών ως προς τους κινδύνους, παρότι είχαν παραλάβει ενημερωτικό έντυπο.

Στις αποφάσεις του 2025 οι αναιρέσεις απορρίφθηκαν, επειδή εκεί το Εφετείο είχε διαλάβει τέτοιες παραδοχές. Η έκβαση κρίθηκε στο τι αποδείχθηκε για όσα διεμείφθησαν προφορικά και όχι στα υπογεγραμμένα έντυπα.

Απέναντι στον κινδυνο αυτό λειτουργεί η ασφάλιση αστικής επαγγελματικής ευθύνης, την οποία το άρθρο 21 περ. ε’ καθιστά δικαιολογητικό εγγραφής στο ειδικό μητρώο, με ελάχιστη κάλυψη 1.250.618 ευρώ ανά απαίτηση και 1.875.927 ευρώ ετησίως συνολικά.

Τα ποσά αναπροσαρμόζονται με απόφαση της εποπτικής αρχής, ενώ ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2024/896 αναθεώρησε τα βασικά ποσά σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Τι συνεπάγεται η σιωπή στον περιοδικό λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης;

Η σιωπή ισοδυναμεί με αναγνώριση χρέους. Όταν η πρακτορειακή σύμβαση προβλέπει ότι το υπόλοιπο θεωρείται αποδεκτό αν δεν επιστραφεί υπογεγραμμένο ή δεν αμφισβητηθεί εντός προθεσμίας, η παράλειψη του διαμεσολαβητή παράγει πλασματική αναγνώριση του καταλοίπου.

Το απόσπασμα των βιβλίων της ασφαλιστικής επιχείρησης αρκεί τότε ως έγγραφη απόδειξη για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Στην ΑΠ 92/2024 ασφαλιστική πράκτορας με δεκαετή συνεργασία είδε να επικυρώνεται διαταγή πληρωμής 18.388,79 ευρώ. Ο όγδοος όρος της σύμβασης όριζε ότι με την πάροδο του επόμενου μήνα, χωρίς επιστροφή υπογεγραμμένου αντιγράφου του λογαριασμού ή έγγραφη γνωστοποίηση της μη παραλαβής του, θεωρείται ότι η πράκτορας αποδέχεται το υπόλοιπο ως έχει.

Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι το απόσπασμα των επίσημων στοιχείων της εταιρείας έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη κατά το άρθρο 448 ΚΠολΔ, καθώς είχε συμφωνηθεί ρητά ως αποδεικτικό μέσο. Η ίδια παράλειψη αποτελούσε παράλληλα σπουδαίο λόγο καταγγελίας.

Δύο ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στην ίδια υπόθεση απορρίφθηκαν με τρόπο που έχει γενικότερη αξία. Η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού κρίθηκε αόριστη, αφού ο οφειλέτης οφείλει να προσδιορίσει πότε και με ποιον τρόπο προσέφερε την καταβολή.

Η επίκληση υπερημερίας δανειστή κρίθηκε αλυσιτελής, καθώς χωρίς δημόσια κατάθεση του ποσού δεν επέρχεται απόσβεση της οφειλής.

Το ίδιο κρίθηκε και στην ΑΠ 430/2019, όπου ο πράκτορας δεν είχε διατυπώσει αντιρρήσεις εντός της συμβατικής προθεσμίας των είκοσι ημερών από την παραλαβή των εκκαθαριστικών σημειωμάτων.

Η ίδια απόφαση χαρακτήρισε τον λογαριασμό ως απλό δοσοληπτικό και όχι ως αλληλόχρεο, αφού λείπει η δυνατότητα αμοιβαίων αποστολών, ενώ δέχθηκε ότι η αξίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης υπάγεται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή του άρθρου 250 ΑΚ.

Η εμπειρία από υποθέσεις πρακτορειακών λογαριασμών δείχνει ότι η ρήτρα σιωπηρής αποδοχής περνά απαρατήρητη κατά την υπογραφή και αποκτά σημασία μόνο όταν η συνεργασία έχει ήδη λυθεί.

Η διαπραγμάτευση της προθεσμίας και του τρόπου γνωστοποίησης, πριν την υπογραφή, κρίνει το αποδεικτικό βάρος κάθε πλευράς για όλη τη διάρκεια της συνεργασίας.

Πότε ανατρέπεται η καταγγελία της πρακτορειακής σύμβασης;

Η καταγγελία επιφέρει τη λύση της σύμβασης πρακτορείας ακόμη και όταν ασκείται καταχρηστικά κατά το άρθρο 281 ΑΚ, άκαιρα, ή κατά παράβαση συμφωνίας με την οποία ο εντολέας είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας.

Ο διαμεσολαβητής που την αμφισβητεί δεν επιστρέφει στο δίκτυο, ενώ η αντισυμβατικότητα γεννά αξίωση αποζημίωσης.

Η ΑΠ 1214/2025 διατύπωσε τη θέση αυτή σε πλήρη ανάπτυξη. Η σύμβαση πρακτορείας εμπεριέχει τα στοιχεία της εντολής και διέπεται από τα άρθρα 713 έως 719 ΑΚ, καθώς και αναλογικά από το π.δ. 219/1991, όταν η διαμεσολαβητική δραστηριότητα ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με την εμπορική αντιπροσωπεία.

Η αναλογία στηρίζεται στο άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, που επεκτείνει τις διατάξεις του διατάγματος στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για παροχή υπηρεσιών. Οι ίδιοι κανόνες διέπουν και τις συμβάσεις εμπορικής διανομής.

Η κρίση αυτή δικαιολογείται από τη φύση της σχέσης. Πρόκειται για διαρκή σχέση με έντονο προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, οπότε ο νόμος δεν επιβάλλει τη συνέχισή της όταν η εμπιστοσύνη έχει εκλείψει.

Το άρθρο 724 ΑΚ επιτρέπει στον εντολέα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, ενώ το άρθρο 725 ΑΚ αναγνωρίζει το αντίστοιχο δικαίωμα στον εντολοδόχο.

Η προστασία του διαμεσολαβητή βρίσκεται στις προθεσμίες. Το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991 ορίζει προθεσμία καταγγελίας ενός μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, με κλιμάκωση έως έξι μήνες από την αρχή του έκτου έτους, χωρίς δυνατότητα συμφωνίας μικρότερων προθεσμιών.

Η παράγραφος 8 του ίδιου άρθρου επιτρέπει καταγγελία χωρίς προθεσμία όταν το ένα μέρος παραλείπει την εκτέλεση συμβατικών υποχρεώσεων ή όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις.

Η εμπειρία από υποθέσεις καταγγελίας δικτύων δείχνει ότι ο πράκτορας που αναζητεί την αναγνώριση ακυρότητας χάνει χρόνο και δικαστικά έξοδα σε αίτημα το οποίο απορρίπτεται ως μη νόμιμο. Η ωφέλιμη διαδρομή είναι ο ποσοτικός προσδιορισμός της ζημίας από τη μη τήρηση των προθεσμιών ή από την αντισυμβατική άσκηση του δικαιώματος, με τεκμηρίωση της παραγωγής και των προμηθειών που χάθηκαν.

Ποιος κρατάει την παραγωγή και τι οφείλεται στην αποχώρηση;

Η παραγωγή τεκμαίρεται ότι παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση και το βάρος απόδειξης της απώλειάς της βαρύνει την ίδια την επιχείρηση. Όταν η σύμβαση λύεται λόγω συνταξιοδότησης του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή, ο νόμος αναγνωρίζει αξίωση σε ποσό ίσο με την προμήθεια τριών ετών επί της παραγωγής του.

Το άρθρο 5 ορίζει ως παραγωγή το σύνολο των ασφαλιστικών συμβάσεων που καταρτίστηκαν με τη διαμεσολάβηση του πράκτορα ή του συντονιστή.

Το τεκμήριο διατήρησης ισχύει εφόσον η ασφαλιστική κάλυψη διατηρείται για το ασφαλιζόμενο πρόσωπο ή αντικείμενο χωρίς ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης.

Η επιχείρηση υποχρεούται να ενημερώνει σε τακτά διαστήματα, με αναλυτική κατάσταση, για τη διατηρούμενη σε ισχύ παραγωγή και για τις αναλογούσες προμήθειες.

Η κατανομή του αποδεικτικού βάρους είναι το κρίσιμο στοιχείο. Ο διαμεσολαβητής που αξιώνει προμήθειες δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι το χαρτοφυλάκιο παρέμεινε ενεργό, ενώ η ασφαλιστική επιχείρηση που αρνείται την καταβολή οφείλει να αποδείξει την απώλεια. Η ρύθμιση αντιστρέφει την πραγματική ανισότητα πληροφόρησης, αφού τα στοιχεία των συμβολαίων τηρούνται από την επιχείρηση.

Η αξίωση της τριετούς προμήθειας είναι διακριτή από την αποζημίωση πελατείας του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, την οποία δικαιούται υπό διαφορετικές προϋποθέσεις ο εμπορικός αντιπρόσωπος και ο διανομέας.

Η πρώτη ενεργοποιείται από το γεγονός της συνταξιοδότησης, η δεύτερη από την εισφορά νέων πελατών και τη διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα. Η σώρευση ή ο αποκλεισμός τους σε συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται από τη διάρθρωση των επιμέρους όρων της σύμβασης.

Τι ευθύνη γεννούν τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα μετά τη λύση;

Τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο διαμεσολαβητής για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ίδιος ευθύνεται ως θεματοφύλακας, χωρίς αυτό να αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου. Η μη απόδοσή τους γεννά ευθύνη από αδικοπραξία λόγω υπεξαίρεσης, η οποία επιβιώνει της λύσης της σύμβασης.

Η ΑΠ 768/2021 διατύπωσε τον κανόνα με σαφήνεια, δεχόμενη ότι η υποχρέωση του θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής, ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου.

Η ευθύνη παραμένει ακόμη και αν, μετά την είσπραξη, λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση. Η κρίση αυτή στηρίζεται στα άρθρα 713 επ. και 914 ΑΚ, οπότε δεν επηρεάστηκε από την κατάργηση του ν. 1569/1985.

Το οικονομικό μέγεθος του κινδύνου φαίνεται στην ΑΠ 81/2024, όπου επιδικάστηκε ποσό 57.234,80 ευρώ από αδικοπραξία για ασφάλιστρα τριών μηνών που ο διαμεσολαβητής εισέπραξε ως εντολοδόχος και παρακράτησε με δόλο.

Η ΑΠ 1852/2023 πρόσθεσε ότι η τυχόν επιστροφή μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων απευθείας από τον πράκτορα στους ασφαλισμένους δεν αναιρεί την ενεργητική νομιμοποίηση της επιχείρησης, αλλά αποτελεί πραγματικό γεγονός που, εφόσον αποδειχθεί, οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής.

Η ΕφΠειρ 41/2020 διευκρίνισε τι πρέπει να περιέχει η αγωγή της ασφαλιστικής επιχείρησης, κρίνοντας ότι απαιτείται λεπτομερής έκθεση της σύμβασης και του ποσοστού προμήθειας, των ασφαλιστηρίων κατ’ αριθμό, αντικείμενο και συμφωνημένο ασφάλιστρο, των εισπραχθέντων ανά ασφαλιστήριο ποσών, των αντιστοιχουσών προμηθειών, καθώς και όσων τυχόν καταβλήθηκαν.

Η έλλειψη των στοιχείων αυτών οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, γεγονός που αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας του διαμεσολαβητή.

Συχνές ερωτήσεις

Μπορεί το ίδιο πρόσωπο να ενεργεί ταυτόχρονα ως πράκτορας και ως μεσίτης;

Όχι. Το άρθρο 19 παρ. 3 και 4 του ν. 4583/2018 θεσπίζει ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας του πράκτορα ή συντονιστή και εκείνης του μεσίτη. Η επιλογή δηλώνεται στο αρμόδιο επιμελητήριο και καθορίζει την εγγραφή στο ειδικό μητρώο.

Τι ισχύει για όσους ήταν εγγεγραμμένοι ως ασφαλιστικοί σύμβουλοι;

Η κατηγορία καταργήθηκε μαζί με τον ν. 1569/1985 και συγχωνεύθηκε αυτοδικαίως, μαζί με εκείνη του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, στην κατηγορία του ασφαλιστικού πράκτορα. Τα επιμελητήρια προχώρησαν σε νέα εγγραφή στο ειδικό μητρώο από τον Φεβρουάριο του 2019. Οι εκκρεμείς δικαστικές διαφορές εξακολουθούν να κρίνονται κατά το δίκαιο του χρόνου των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Απαιτείται ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης για την εγγραφή στο μητρώο;

Ναι, κατά το άρθρο 21 περ. ε΄. Ο μεσίτης οφείλει σε κάθε περίπτωση να την προσκομίσει. Οι λοιποί διαμεσολαβητές απαλλάσσονται αν προσκομίσουν βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης ότι εκείνη έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειές τους.

Τι συμβαίνει αν δεν επιστραφούν προς ακύρωση τα ανεξόφλητα ασφαλιστήρια;

Η σύμβαση που έκρινε η ΑΠ 430/2019 προέβλεπε προθεσμία δύο μηνών από την παραλαβή για την επιστροφή προς ακύρωση των ασφαλιστηρίων που παρέμειναν ανεξόφλητα. Όταν η προθεσμία παρήλθε άπρακτη, τα ασφάλιστρα λογίστηκαν εισπραχθέντα και οφείλονταν ανεξάρτητα από την πραγματική είσπραξή τους.

Σε πόσο χρόνο παραγράφεται η αξίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης για μη αποδοθέντα ασφάλιστρα;

Σε είκοσι έτη, κατά το άρθρο 249 ΑΚ. Η αξίωση δεν υπάγεται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, η οποία καταλαμβάνει περιοριστικά αξιώσεις αμοιβής και δαπανών, ούτε στις προθεσμίες του άρθρου 10 του ν. 2496/1997, που αφορούν αξιώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση.

Πρακτικές επισημάνσεις

Έλεγχος εγγραφής πριν από κάθε συνεργασία: Η κατηγορία στην οποία είναι εγγεγραμμένος ο διαμεσολαβητής στο επιμελητήριο καθορίζει τι επιτρέπεται να πράττει. Η άσκηση δραστηριότητας εκτός της εγγεγραμμένης κατηγορίας κινδυνεύει να ακυρώσει το ίδιο το νόμιμο έρεισμα της αμοιβής.

Διαπραγμάτευση της ρήτρας λογαριασμού: Η προθεσμία αντίρρησης, ο τρόπος γνωστοποίησης και το συμφωνούμενο αποδεικτικό μέσο πρέπει να συζητούνται πριν την υπογραφή. Μετά τη λύση της συνεργασίας η ρήτρα λειτουργεί μονομερώς υπέρ της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Έγγραφη απάντηση σε κάθε εκκαθάριση: Η υπογεγραμμένη επιστροφή ή η έγγραφη διατύπωση αντιρρήσεων εντός της προθεσμίας ανατρέπει την πλασματική αναγνώριση. Η προφορική διαμαρτυρία δεν αφήνει αποδεικτικό ίχνος.

Άμεση απόδοση εισπράξεων: Η παρακράτηση ασφαλίστρων γεννά ευθύνη από αδικοπραξία λόγω υπεξαίρεσης, η οποία παραμένει ενεργή και μετά τη λύση της σύμβασης, ενώ παραγράφεται σε είκοσι έτη.

Τεκμηρίωση της προφορικής ενημέρωσης: Στις διαφορές με πελάτες η κρίση εξαρτάται από όσα αποδεικνύεται ότι ειπώθηκαν προσυμβατικά. Η τήρηση αρχείου με το περιεχόμενο της ενημέρωσης προστατεύει τον διαμεσολαβητή περισσότερο από την απλή απόδειξη παραλαβής εντύπου.

Στρατηγική απέναντι σε καταγγελία: Το αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας απορρίπτεται ως μη νόμιμο. Η προετοιμασία στρέφεται εξαρχής στην απόδειξη της παραγωγής, των προμηθειών και της μη τήρησης των προθεσμιών του άρθρου 8 του π.δ. 219/1991.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τον Ασφαλιστικό Πράκτορα, Μεσίτη και Συντονιστή.