Skip to content

Αρθρογραφία

Δικηγόροι Εναντίον Τραπεζών ή Δικηγόρος Τραπεζικού Δικαίου;

Δικηγόρος Τραπεζικού Δικαίου

Καταχρηστικότητα Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ)

Η φράση του τίτλου “δικηγόροι εναντίον τραπεζών”, η οποία ακούγεται ακόμα και σε πλαίσια σοβαρών εμπορικών συζητήσεων, περισσότερο ως “ποδοσφαιροποίηση” μιας εξαιρετικά σοβαρής νομικής διαδικασίας προσομοιάζει, παρά ανταποκρίνεται στην πραγματική νομική πρακτική.

Στη νομική πρακτική, η αντιπαράθεση δεν είναι ποτέ, και ούτε πρέπει να είναι, μεταξύ προσώπων ή των νομικών τους παραστατών. Η δικαστική διαμάχη δεν προσωποποιείται. Η διαφορά είναι μεταξύ του “δίκαιου” και του “άδικου”, μεταξύ του νόμιμου και του παράνομου, μεταξύ του νομίμου και του καταχρηστικού. Με μοναδικό κριτή, και όχι “διαιτητή”, τον φυσικό δικαστή των μερών.

Επομένως, ο δικηγόρος τραπεζικου δικαίου δεν είναι a priori “δικηγόρος εναντίον τραπεζών”.

Είναι ο νομικός που γνωρίζει δύο βασικά, θεμελιώδη για τη νομική επιστήμη, πεδία: Το Νόμο (εν προκειμένω, το Τραπεζικό Δίκαιο) και τη Νομολογία.

Η φράση “δικηγόρος εναντίον τραπεζών”, όμως δεν καθιερώθηκε τυχαία. Όλοι οι δικηγόροι που ασχολούνται με το τραπεζικό δίκαιο και έχουν γνώση της νομοθεσίας και των δικαστικών αποφάσεων, γνωρίζουν καλά ότι οι τράπεζες πολύ συχνά κάνουν χρήση της δεσπόζουσας θέσης που, αντικειμενικά, έχουν σε μια σύμβαση και επιβάλουν όρους οι οποίοι εν συνεχεία, κρίνονται από τα δικαστήρια ως καταχρηστικοί.

Εξάλλου η ίδια η φύση της τραπεζικής σύμβασης, ως σύμβασης προσχωρήσεως (“take it or leave it”) επιτρέπει νομικές εκτροπές. Τούτο διότι πρόκειται για έντυπους όρους, μη ανταγωνιστικούς, που θέτει από δεσπόζουσα θέση το τραπεζικό σύστημα, χωρίς δικαίωμα αντιπρότασης, διόρθωσης ή τροποποίησης εκ μέρους του δανειολήπτη. Συχνά δε αυτοί οι όροι διατυπώνονται υπό το πνεύμα υπεροχής και οικονομικής πυγμής.

Ο Θεσμικός Ρόλος της Τράπεζας

Η Τράπεζα δεν (πρέπει να) είναι ένας απλός και συνηθισμένος δανειστής, ούτε μία συνηθισμένη εμπορική επιχείρηση, η οποία έχει σκοπό να κερδοσκοπεί με κάθε τρόπο. Η Τράπεζα (πρέπει να) είναι ένας από τους “καπετάνιους” του οικονομικού πλοίου μιας χώρας. Επομένως, έχει υποχρέωση δημοσίου καθήκοντος να διαχειριστεί επωφελώς τις αποταμιεύσεις των πολιτών και να γίνει ο βασικότερος συντελεστής οικονομικής αναπτύξεως και ισότιμης κατανομής των πιστώσεων, με υποστήριξη των νοικοκυριών και κυρίως των επιχειρήσεων.

Είναι πασίδηλο γεγονός, κατά την θέληση του νομοθέτη και τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, ότι οφείλει η τράπεζα να χρησιμοποιεί τις καταθέσεις των πολιτών-πελατών της, με σκοπό οι καταθέσεις αυτές να αποτελέσουν συντελεστή αναπτύξεως, με την διάθεση αυτών των αποταμιεύσεων προς κάλυψη των επιχειρηματικών αναγκών, καθιστώντας έτσι το κεφάλαιο αυτό δυναμικό, καθώς προωθεί την οικονομική ανάπτυξη και γενικότερα το επιχειρείν.

Τούτο δε, πρέπει να γίνεται εντός των ορίων που καθορίζει ο νόμος και τα συναλλακτικά ήθη. Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, δυστυχώς παρατηρείται εναρμονισμένη πρακτική από τις τράπεζες, για την συμβατική δέσμευση των δανειοληπτών, με όρους αντίθετους στα παραπάνω.

Συνηθισμένοι ΓΟΣ οι οποίοι έχουν κριθεί νομολογιακά ως καταχρηστικοί

Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, αρκετοί από τους γενικούς όρους συναλλαγών που επιβάλει το τραπεζικό σύστημα στους δανειολήπτες, έχουν κριθεί είτε ευθέως παράνομοι, είτε παράνομοι ως καταχρηστικοί. Μέχρι τώρα, τη νομολογία έχουν απασχολήσει, ενδεικτικά, οι κάτωθι περιπτώσεις:

1) Υπολογισμός χορηγητικών τόκων με βάση έτος 360 ημερών, αντί για 365 (ΑΠ 430/2005,  ΕφΠειρ 511/2014,  ΕφΔυτΜακ 73/2015)

Στις περισσότερες περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων ορίζεται μέσω ΓΟΣ, υπολογισμός τόκων με βάση το έτος 360 ημερών. 

Αυτό επιδιώκεται διότι έτσι η τράπεζα διασπά, εντελώς τεχνητά, το χρονικό διάστημα (έτος) στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, με αποτέλεσμα να δημιουργεί μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη. Ο τελευταίος, δοθέντος του ότι το επιτόκιο της μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών, επιβαρύνεται για κάθε ημέρα με τόκους μεγαλύτερους κατά 1,3889%, αφού το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες και όχι 365.

Οι τράπεζες ισχυρίζονταν ότι δικαιούνται να ακολουθούν αυτή την πρακτική διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ν. 2842/2000, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor. Σε αυτό λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών. Επίσης επικαλούνταν την υπ’ αριθμό 30/2000 πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, σύμφωνα με την οποία οι υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας θα είναι έντοκες με βάση υπολογισμού των τόκων έτος 360 ημερών.

Αυτοί οι ισχυρισμοί όμως κατέπεσαν στα δικαστήρια. Η πρακτική αυτή έχει πλέον χαρακτηριστεί από τη νομολογία ως καταχρηστική, διότι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει ο ν. 2251/1994, χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας.

2) Ανατοκισμός εισφοράς Ν. 128/1975 (ΑΠ 21/2011, ΑΠ 1782/2002)

Σύμφωνα με την διάταξη του Ν. 128/1975 επιβάλλεται στις τράπεζες  εισφορά, σε ποσοστό ένα τοις χιλίοις (1/000) επί του μέσου ετήσιου ύψους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπό αυτών, πάσης φύσεως δανείων, ή πιστώσεων.

Από την διάταξη αυτή, ούτε προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή, αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής. Η ρυθμιστική ισχύ του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου προσώπου, έναντι του Δημοσίου.

Οι τράπεζες ωστόσο μετακυλίουν την εισφορά αυτή στους δανειολήπτες κατά πάγια πρακτική, η οποία έχει κριθεί νόμιμη.

Περαιτέρω, όμως, οι τράπεζες κεφαλαιοποιούν την παραπάνω εισφορά, κάθε φορά που χρεώνουν πάσης φύσεως τόκους και ανατοκίζουν τα ποσά της αφού, στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο, υπολογίζουν τόκους περιέχοντες και ποσό εισφοράς του Ν.128/1975. Στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο, υπολογίζουν και νέους τόκους, περιέχοντες και εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς). Το παραπάνω δεν είναι απλώς καταχρηστικό αλλά ευθέως παράνομο

Τούτο διότι τόσο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρο 8 παρ. 6 του Ν.1083/1980 και της υπ. αριθμ. 289/1980 απόφασης της νομισματικής επιτροπής), όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς, (άρθρο 12 του Ν. 2601/1998, άρθρο 30 του Ν.2789/2000 άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 και άρθρο 39 του Ν.3259/2004) ανατοκισμός επιτρέπεται μόνο, επί των καθυστερούμεων τόκων και όχι επί των φόρων, τελών, εισφορών και άλλων προμηθειών. Επιπλέον, κάθε αντίθετη σύμβαση, προσκρούει στις παραπάνω διατάξεις και ελέγχεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 174 ΑΚ, 178 ΑΚ και 179 ΑΚ.

3) Αμάχητη απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου με απόσπασμα από τα λογιστικά βιβλία της Τράπεζας (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 909/2010,  ΑΠ 1001/2010, ΑΠ 316/1990)

Προκειμένου να πετύχουν την έκδοση διαταγή πληρωμής, οι τράπεζες πολύ συχνά προσκομίζουν αντίγραφα των λογιστικών τους βιβλίων τα οποία, όμως, ούτε πλήρη είναι, ούτε προκύπτουν με σαφήνεια οι χρεοπιστώσεις που ξεκίνησαν από τη σύναψη της σύμβασης και εντεύθεν. Το αποτέλεσμα είναι να μην μπορεί κανείς να εξάγει ασφαλές συμπέρασμα για το πραγματικό ποσό της οφειλής.

Τούτοι συμβαίνει ιδιαίτερα σε επιχειρηματικά δάνεια, ομολογιακά ή σε περιπτώσεις αλληλόχρεων λογαριασμών.

Έχει κριθεί ότι είναι νόμιμος ΓΟΣ ο οποίος ορίζει ότι τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας (που διαφορετικά δεν θα είχαν αποδεικτική δύναμη), αποτελούν κατ’ αρχήν (“prima facie”) αποδεικτικό μέσο, με βάση το οποίο μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Ωστόσο εάν η ανωτέρω συμφωνία συνοδεύεται και από τον επιπρόσθετο όρο ότι ο δανειολήπτης δεν δικαιούται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των αποσπασμάτων, το σκέλος αυτό της συμφωνίας είναι σε κάθε περίπτωση άκυρο. 

Είναι δε άκυρο, ακόμα και αν αυτός ο συγκεκριμένος όρος αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. Τούτο διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βουλήσεως και συνεπώς προσκρούει στη δημόσια τάξη (372 ΑΚ).

Συνεπώς, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα που προσκομίζουν οι τράπεζες, πράγμα που συνήθως γίνεται με ανακοπή, όταν εκδοθεί διαταγή πληρωμής.

Σε περίπτωση, λοιπόν, κατά την οποία τα έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν από την τράπεζα για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύουν πλήρως και αναλυτικά στο σύνολό της, την κίνηση της πίστωσης από την ημερομηνία χορήγησης της πίστωσης έως και τη λήξη της, η διαταγή πληρωμής ακυρώνεται.

Οι τρεις παραπάνω όροι, σύμφωνα με την εμπειρία μας, εμπεριέχονται στην συντριπτική πλειοψηφία των διαταγών πληρωμής που καλείται ένας δικηγόρος τραπεζικού δικαίου να αντιμετωπίσει. Ακριβώς επειδή είναι καταχρηστικοί, η διαταγή πληρωμής στο σύνολό της κρίνεται παράνομη και ακυρώνεται

Περαιτέρω περιπτωσιολογία ΓΟΣ οι οποίοι έχουν κριθεί καταχρηστικοί
  • Έξοδα τήρησης και κίνησης σε χορηγητικούς ή καταθετικούς λογαριασμούς με χαμηλό υπόλοιπο (ΑΠ 652/2010).
  • Έξοδα χρηματοδότησης ή προμήθεια φακέλου δανείου ή δαπάνη εξέτασης αιτήματος δανειοδότησης (ΕφΠειρ 511/2014).
  • Προμήθεια ή έξοδα ανάληψης μετρητών μέσω πιστωτικής κάρτας (ΑΠ 652/2010).
  • Έξοδα εξέτασης αιτήματος έκδοσης βεβαίωσης οφειλών (ΠΠρΑθ 961/2007).
  • Έξοδα αδράνειας σε καταθετικούς λογαριασμούς  (ΑΠ 652/2010).
  • Αποζημίωση πρόωρης εξόφλησης σε στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο (ΑΠ 430/2005).
  • Χρέωση δικαιοπρακτικού τόκου πριν γίνει η χρήση του δανείου (ΑΠ 2123/2009).
  • Προμήθεια ανάληψης ή κατάθεσης μετρητών ή επιταγών στο ταμείο της Τράπεζας από τον κάτοχο του τραπεζικού λογαριασμού ή τρίτο (ΑΠ 2123/2009).
  • Μονομερής μεταβολή κυμαινόμενου επιτοκίου στεγαστικού δανείου (ΕφΑθ 5180/2014).
  • Μονομερείς μεταβολές επιτοκίων πιστωτικής κάρτας (ΑΠ 2037/2014).
  • Μεταβολή του ποσού της ετήσιας συνδρομής πιστωτικής κάρτας (ΑΠ 1219/2001).
  • Οριστικό κλείσιμο της πίστωσης οποτεδήποτε χωρίς προειδοποίηση κατά την ελεύθερη κρίση της Τράπεζας (ΠΠρΑθ 4251/2007).
  • Καταγγελία χωρίς προειδοποίηση για καθυστέρηση μίας ή περισσότερων δόσεων (ΑΠ 1219/2001).
  • Ρήτρες παραίτησης του εγγυητή από τις ενστάσεις των άρθρων 862 – 868 ΑΚ (ΕφΑθ 6924/2007).
Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής με καταχρηστικούς ΓΟΣ

Επειδή η συντριπτική πλειοψηφία των δανειακών συμβάσεων έχουν συναφθεί πριν την αναφερόμενη νομολογία, οι παραπάνω καταχρηστικοί ΓΟΣ, ενυπάρχουν σχεδόν σε κάθε διαταγή πληρωμής πληρωμής, την οποία το γραφείο μας αντιμετώπισε τα τελευταία χρόνια.

Πλέον, κάθε δικηγόρος Τραπεζικού Δικαίου, με μια απλή μελέτη του φακέλου της διαταγής πληρωμής, μπορεί με σχετική ασφάλεια να γνωμοδοτήσει εαν η ανακοπή είναι βάσιμη ή όχι. 

Σημειώνεται ότι, αρκεί η ύπαρξη ενός και μόνο λόγου από όσους παραπάνω αναφέρονται, για να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής. 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την τραπεζική και το τραπεζικό δίκαιο.