Πλειστηριασμός Από Εταιρεία Διαχείρισης: Πότε Και Με Ποιο Ένδικο Βοήθημα Αναστέλλεται
Εν συντομία:
- Η θέση ότι η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης να επισπεύσει εκτέλεση ανατράπηκε από την ΟλΑΠ 1/2023. Ο έλεγχος μετατοπίστηκε από την αρχή στην τεκμηρίωση της συγκεκριμένης σύμβασης διαχείρισης.
- Επί κατάσχεσης ακινήτου η αναστολή του άρθρου 938 ΚΠολΔ δεν χορηγείται σε πρώτο βαθμό. Ζητείται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά την απόρριψη της ανακοπής και την άσκηση έφεσης.
- Η προθεσμία κατάθεσης αίτησης αναστολής που αφορά πλειστηριασμό αυξήθηκε με τον Ν. 5221/2025 από πέντε σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
- Το νέο άρθρο 995 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με τον Ν. 5282/2026, τάσσει προθεσμία επίδοσης της κατασχετήριας έκθεσης και ορίζει ρητά ότι η παράλειψη επιφέρει ακυρότητα.
- Οι εκκρεμείς ανακοπές των άρθρων 933, 632 και 633 ΚΠολΔ υπάγονται σε υποχρεωτικό επαναπροσδιορισμό μέσω της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Ανακοπών, με λειτουργία από τις 15 Ιουλίου 2026.
Ποιο ένδικο βοήθημα αναστέλλει πλειστηριασμό που επισπεύδει εταιρεία διαχείρισης;
Δεν υπάρχει ένα εργαλείο αναστολής αλλά τέσσερα, με διαφορετική νομική βάση, διαφορετική οικονομική προϋπόθεση και διαφορετική καταληκτική ημερομηνία.
Η επιλογή καθορίζεται από τρία δεδομένα:
- αν εκκρεμεί ήδη ανακοπή,
- αν το κατασχεμένο είναι ακίνητο ή κινητό καθώς και
- πόσες εργάσιμες ημέρες απομένουν έως τον πλειστηριασμό.
Η διάκριση ακινήτου και κινητού είναι η πρώτη που πρέπει να γίνει, επειδή μεταβάλλει ριζικά το διαθέσιμο οπλοστάσιο. Το άρθρο 938 ΚΠολΔ, όπως επανήλθε με το άρθρο 60 του ν. 4842/2021, επιτρέπει στην παρ. 1 αναστολή της έμμεσης εκτέλεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όπου εκκρεμεί η ανακοπή, εξαιρεί όμως ρητά την κατάσχεση ακινήτων καθώς και την κατάσχεση κινητών που υπόκεινται σε φθορά.
Για τα ακίνητα ισχύει η παρ. 2, κατά την οποία η αναστολή ζητείται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, δηλαδή μετά την έκδοση απορριπτικής απόφασης επί της ανακοπής και την άσκηση έφεσης.
Η συνέπεια είναι πρακτικά καθοριστική για την επιχείρηση της οποίας κατασχέθηκε το ακίνητο. Στο διάστημα ανάμεσα στην κατάσχεση και στην πρωτόδικη απόφαση επί της ανακοπής, η αναστολή του άρθρου 938 δεν είναι διαθέσιμη.
Το κενό αυτό καλύπτεται είτε με το άρθρο 1000 ΚΠολΔ, το οποίο δεν εξετάζει το κύρος της εκτέλεσης αλλά απαιτεί καταβολή, είτε με προσωρινή ρύθμιση κατάστασης κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ.
Η ΜΠρ(ΑσφΜ)Αθ 860/2024 αποτυπώνει τη δυσκολία με ενάργεια, καθώς ο αιτών επικαλέστηκε ανωτέρα βία επειδή δεν πρόλαβε να συντάξει ταυτόχρονα έφεση και αίτηση αναστολής μέσα στην τότε ισχύουσα προθεσμία.
Πριν από κάθε υπολογισμό προθεσμίας υπάρχει ένα στοιχείο κόστους που πρέπει να γνωρίζει η επιχείρηση. Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, στην αίτηση αναστολής πλειστηριασμού τα δικαστικά έξοδα και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθ’ ου η αίτηση επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος, ανεξάρτητα από το αν η αίτηση γίνει δεκτή.
Έχει ακόμη νόημα ο λόγος περί μη νομιμοποίησης του servicer μετά την ΟλΑΠ 1/2023;
Ο γενικός λόγος ότι η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης να επισπεύσει εκτέλεση έχει καταρρεύσει. Η ΟλΑΠ 1/2023 δέχθηκε ότι είναι επιτρεπτή η παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των νόμων 4354/2015 και 3156/2003, ώστε οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις να διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του πρώτου, ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων συντελείται με τιτλοποίηση κατά το άρθρο 10 του δεύτερου. Η θέση αυτή επαναλαμβάνεται σταθερά έκτοτε, μεταξύ άλλων στις ΑΠ 546/2024 και ΑΠ 1612/2025.
Το νομοθετικό υπόβαθρο μετακινήθηκε στη συνέχεια. Ο ν. 5072/2023, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 για τους διαχειριστές πιστώσεων (credit servicers), κατήργησε τα άρθρα 1 έως 3 του ν. 4354/2015 και προβλέπει ρητά ότι, σε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης, οι διαχειριστές πιστώσεων νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων. Η αμφισβήτηση της νομιμοποίησης ως αρχής δεν έχει πλέον έρεισμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λόγος έπαψε να έχει αξία. Σημαίνει ότι μετατοπίστηκε από το επίπεδο της αρχής στο επίπεδο της τεκμηρίωσης. Η ΜΠρ(Ασφ.Μ.)Αθ 4889/2023, εκδοθείσα μετά την Ολομέλεια, ανέστειλε την εκτέλεση επειδή από τη δημοσιευθείσα περίληψη της σύμβασης διαχείρισης δεν προέκυπταν οι προς διαχείριση απαιτήσεις ούτε το στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης.
Επειδή τα στοιχεία αυτά αποτελούν ελάχιστο περιεχόμενο που υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο, η σύμβαση κρίθηκε άκυρη και η επισπεύδουσα στερούμενη ενεργητικής νομιμοποίησης.
Η ίδια απόφαση διατυπώνει τον κανόνα ελέγχου με σαφήνεια: οι προϋποθέσεις της εξαιρετικής νομιμοποίησης πρέπει να πληρούνται εν συνόλω, ανεξαρτήτως του νόμου δυνάμει του οποίου επήλθε η τιτλοποίηση.
Ο έλεγχος αυτός είναι εξαντλητικός. Απαιτεί σύμβαση μεταβίβασης, καταχώριση στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης με το ελάχιστο περιεχόμενό της, καταχώριση της ανάθεσης, άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος και συνέχεια της αλυσίδας σε κάθε περαιτέρω μεταβίβαση. Κενό σε οποιονδήποτε κρίκο θεμελιώνει λόγο ανακοπής.
Η αξιολόγηση όμως του αν συγκεκριμένο κενό συνιστά ακυρότητα ή απλή πλημμέλεια εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και από την ταυτότητα των εγγράφων που όντως δημοσιεύθηκαν.
Κρίσιμη είναι τέλος η τοποθέτηση του λόγου στο σωστό δικόγραφο. Ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία διαχείρισης δεν νομιμοποιείται να επισπεύσει την εκτέλεση αφορά την εκτελεστική διαδικασία και προβάλλεται με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ.
Ο ισχυρισμός ότι η ίδια εταιρεία δεν νομιμοποιούνταν να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής αφορά το κύρος του τίτλου, οπότε προβάλλεται αποκλειστικά με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής των άρθρων 632 ή 633. Η τοποθέτηση σε λάθος δικόγραφο οδηγεί σε απόρριψη ως απαράδεκτου, χωρίς εξέταση της ουσίας.
Ποιοι λόγοι ανακοπής κατά της εκτέλεσης παραμένουν αποτελεσματικοί μετά τον Ν. 5282/2026;
Το νέο άρθρο 995 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 42 του ν. 5282/2026, δημιούργησε λόγο ανακοπής που δεν υπήρχε πριν από τον Φεβρουάριο του 2026.
Η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης γίνεται πλέον το αργότερο την επομένη της ημέρας της κατάσχεσης, εφόσον ο καθ’ ου η εκτέλεση κατοικεί στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση.
Διαφορετικά η επίδοση γίνεται μέσα σε οκτώ ημέρες από την κατάσχεση. Η ίδια διάταξη ορίζει ρητά ότι η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα.
Η δεύτερη προσθήκη του άρθρου 42 αφορά την αποτίμηση. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ. 59/2016.
Η ρητή αναφορά στον χρόνο της κατάσχεσης δίνει βάση σε αμφισβήτηση όταν η εκτίμηση στηρίχθηκε σε παλαιότερα δεδομένα, η δε ανακοπή διόρθωσης τιμής του άρθρου 954 παρ. 4 κατατίθεται πλέον τριάντα εργάσιμες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό, με την απόφαση να δημοσιεύεται δέκα ημέρες πριν.
Ωστόσο, ο ν. 5221/2025 περιόρισε δραστικά τις παραβιάσεις της προδικασίας που επιφέρουν ακυρότητα χωρίς απόδειξη βλάβης. Στα άρθρα 955 και 995 απόλυτη ακυρότητα επιφέρουν πλέον μόνο τρεις παραλείψεις:
- η μη σύνταξη και δημοσίευση του αποσπάσματος,
- η μη κατάθεση των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και
- η μη επίδοση του αποσπάσματος στον ενεχυρούχο δανειστή επί κινητών ή στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές επί ακινήτων.
Κάθε άλλη παραβίαση απαιτεί πλέον επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης βλάβης.
Η εμπειρία από υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δείχνει ότι η μετατόπιση αυτή αλλάζει τη σύνταξη του δικογράφου περισσότερο από όσο υποδηλώνει η διατύπωσή της.
Λόγοι που παλαιότερα διατυπώνονταν ως καθαρά τυπικοί χρειάζονται τώρα συνοδευτική τεκμηρίωση της ζημίας που προκάλεσε η πλημμέλεια, με οικονομικά στοιχεία και όχι με γενική επίκληση.
Χωριστό πεδίο ανοίγει το άρθρο 973 ΚΠολΔ. Μετά τον ν. 5221/2025, τόσο η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού από τον ίδιο τον επισπεύδοντα όσο και η δήλωση συνέχισης καθ’ υποκατάσταση από τρίτο δανειστή επιδίδονται υποχρεωτικά στον καθ’ ου η εκτέλεση.
Η προηγούμενη ρύθμιση αρκούνταν σε ανάρτηση στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων, με αποτέλεσμα η επιχείρηση να μην πληροφορείται την εκ νέου κίνηση της διαδικασίας. Παράλειψη της επίδοσης θεμελιώνει ανακοπή κατά της δήλωσης συνέχισης με αντικείμενο την ακύρωση της συγκεκριμένης πράξης.
Παραμένουν επίσης οι λόγοι που αφορούν την επιλογή του μέτρου εκτέλεσης. Η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιλογή του κατασχεμένου εξακολουθεί να αποτελεί αυτοτελή λόγο ακύρωσης της κατασχετήριας έκθεσης, ανεξάρτητο από τις διατυπώσεις της προδικασίας.
Πώς επιλέγεται μεταξύ των τεσσάρων οδών αναστολής;
Η επιλογή δεν γίνεται με κριτήριο την πιθανότητα επιτυχίας αλλά με κριτήριο τη διαθεσιμότητα. Το άρθρο 938 προϋποθέτει εκκρεμή ανακοπή και, επί ακινήτου, ασκηθείσα έφεση.
Το άρθρο 1000 δεν εξετάζει καθόλου το κύρος της εκτέλεσης αλλά απαιτεί καταβολή του ενός τετάρτου τουλάχιστον του οφειλόμενου κεφαλαίου. Το άρθρο 633 προϋποθέτει εκκρεμή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Το άρθρο 998 παρ. 6 δεν είναι αναστολή αλλά έξοδος. Κάθε οδός κλείνει σε διαφορετική ημερομηνία.
| Οδός | Προϋπόθεση | Προθεσμία κατάθεσης | Οικονομικό βάρος | Αποτέλεσμα |
|---|---|---|---|---|
| 938 ΚΠολΔ | Εκκρεμής ανακοπή 933 ή 936. Επί ακινήτου, αρμόδιο μόνο το δικαστήριο του ενδίκου μέσου μετά από έφεση | Δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό | Εγγύηση κατά την κρίση του δικαστηρίου. Έξοδα πάντοτε στον αιτούντα | Αναστολή έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής |
| 1000 ΚΠολΔ | Απουσία κινδύνου βλάβης του επισπεύδοντος και βάσιμη προσδοκία ικανοποίησης ή επίτευξης μεγαλύτερου τιμήματος | Δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό | Έξοδα επίσπευσης και τουλάχιστον το ένα τέταρτο του οφειλόμενου κεφαλαίου | Αναστολή έως έξι μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού |
| 633 ΚΠολΔ | Εκκρεμής ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, ασκητή και πριν από τη δεύτερη επίδοση | Κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς ειδική προθεσμία πλειστηριασμού | Εγγύηση κατά την κρίση του δικαστηρίου | Αναστολή σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, χωρίς περιορισμό |
| 998 παρ. 6 ΚΠολΔ | Άδεια του δικαστηρίου του άρθρου 933, δικάζοντος κατά τα ασφαλιστικά μέτρα | Δέκα ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό | Τίμημα τουλάχιστον εβδομήντα τοις εκατό της αρχικής τιμής πρώτης προσφοράς | Πώληση του ακινήτου από τον οφειλέτη αντί πλειστηριασμού |
Η αύξηση της προθεσμίας του άρθρου 938 από πέντε σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες, που επέφερε ο ν. 5221/2025, δεν είναι διευκόλυνση για τον οφειλέτη.
Είναι διευκόλυνση για το δικαστήριο, ώστε να προλαβαίνει να αποφασίζει πριν από τον πλειστηριασμό. Για την επιχείρηση σημαίνει ότι το παράθυρο αντίδρασης κλείνει τρεις εβδομάδες νωρίτερα από ό,τι πριν.
Όταν και οι δύο προθεσμίες έχουν παρέλθει, απομένει η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης του άρθρου 731 ΚΠολΔ, με αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής.
Η οδός αυτή προϋποθέτει βάσιμο λόγο ανακοπής κατά την έννοια του άρθρου 933 και πιθανολόγηση ευδοκίμησης, ενώ η μεταχείρισή της από τα δικαστήρια διαφοροποιείται κατά περίπτωση.
Σημειώνεται ότι ο ν. 5221/2025 κατήργησε το άρθρο 732Α ΚΠολΔ, οπότε μετά από προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν υφίσταται πλέον εκ του νόμου υποχρεωτική προθεσμία άσκησης κύριας αγωγής.
Πότε η πώληση κατά το άρθρο 998 παρ. 6 ΚΠολΔ υπερέχει της αναστολής;
Η άδεια πώλησης του κατασχεμένου ακινήτου πριν από τον πλειστηριασμό δίνει στην επιχείρηση κάτι που καμία αναστολή δεν δίνει, δηλαδή έλεγχο του αγοραστή και του τιμήματος.
Χορηγείται από το δικαστήριο του άρθρου 933 δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, το αργότερο δέκα ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό, ενώ ο ν. 5221/2025 έθεσε κατώτατο όριο τιμήματος στο εβδομήντα τοις εκατό της αρχικώς ορισθείσας τιμής πρώτης προσφοράς.
Η σύγκριση με την αναστολή είναι σύγκριση χρόνου και οριστικότητας. Η αναστολή του άρθρου 1000 αγοράζει έως έξι μήνες με τίμημα την καταβολή του ενός τετάρτου του κεφαλαίου, χωρίς να επιλύει τίποτε.
Η πώληση του άρθρου 998 παρ. 6 τερματίζει την υπόθεση, αλλά μόνο εφόσον η επιχείρηση διαθέτει έτοιμο αγοραστή που δέχεται τίμημα εντός του κατωτάτου ορίου και εφόσον το προϊόν επαρκεί για την ικανοποίηση των εγγεγραμμένων βαρών.
Η εμπειρία από υποθέσεις εκτέλεσης σε βάρος επιχειρήσεων δείχνει ότι η επιλογή κρίνεται από τη σχέση του τιμήματος με το σύνολο των βαρών και όχι από τη σχέση του με την οφειλή προς τον επισπεύδοντα.
Όταν το ακίνητο φέρει προσημειώσεις υπέρ περισσότερων πιστωτών, η πώληση χωρίς προηγούμενη συνεννόηση για την άρση των βαρών αφήνει την επιχείρηση χωρίς περιουσιακό στοιχείο και με μέρος της οφειλής ανεξόφλητο.
Παράλληλα υπάρχει και η οδός που δεν περνά από την εκτελεστική διαδικασία. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών του ν. 4738/2020 επιτρέπει επαναδιαπραγμάτευση χωρίς διακοπή της λειτουργίας, ενώ η αίτηση εξυγίανσης ή πτώχευσης ανοίγει διαφορετικό πλαίσιο προστασίας.
Η στρατηγική επιλογή ανάμεσα στη δικονομική άμυνα και στη συλλογική διαδικασία εξαρτάται από τη σύνθεση των πιστωτών και από τη βιωσιμότητα της δραστηριότητας.
Πώς επηρεάζει η Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Ανακοπών εκκρεμή ανακοπή επιχείρησης;
Η πλατφόρμα εισάγει υποχρεωτικό επαναπροσδιορισμό των εκκρεμών ανακοπών των άρθρων 933, 632 και 633 ΚΠολΔ, με συνέπεια που δεν είναι δικονομική καθυστέρηση αλλά απώλεια. Κατά τα άρθρα 128 έως 142 του ν. 5221/2025, η παράλειψη υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού συνεπάγεται ότι η ανακοπή λογίζεται ως μη ασκηθείσα.
Η εγγραφή των διαδίκων άνοιξε στις 9 Ιουλίου 2026, η πλατφόρμα λειτουργεί από τις 15 Ιουλίου 2026 και η παραγωγική λειτουργία τοποθετείται στην 1η Σεπτεμβρίου 2026.
Το ακριβές εύρος των υπαγόμενων υποθέσεων και η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση που δεν είχε εκδοθεί κατά τη συγγραφή του παρόντος.
Οι δημόσιες αναφορές ως προς την ημερομηνία από την οποία μετρώνται οι υπαγόμενες ανακοπές δεν συμπίπτουν, οπότε η υπαγωγή συγκεκριμένης εκκρεμούς ανακοπής ελέγχεται μετά τη δημοσίευση της απόφασης και όχι πριν.
Το ζήτημα αφορά πρακτικά κάθε επιχείρηση με ανακοπή κατατεθειμένη τα προηγούμενα έτη, δεδομένου ότι στο Πρωτοδικείο Αθηνών οι δικάσιμοι ανακοπών του άρθρου 933 έφταναν στο τέλος της δεκαετίας του 2030.
Μετά την υποβολή, η διαδικασία τρέχει με σφιχτά χρονικά όρια, καθώς η αίτηση κοινοποιείται εντός τριάντα ημερών, οι προτάσεις κατατίθενται εντός ενενήντα ημερών από τη λήξη της προθεσμίας κοινοποίησης και η προσθήκη εντός δεκαπέντε ημερών.
Υπάρχει και ζήτημα αλληλεπίδρασης με επικείμενο πλειστηριασμό. Οι διατάξεις του ν. 5264/2025 επιχειρούν να εξαιρέσουν ανακοπές που αφορούν επικείμενους πλειστηριασμούς, ώστε αυτές να μην αποσυρθούν από τα πινάκια σε ακατάλληλο χρονικό σημείο.
Η επιχείρηση που έχει ταυτόχρονα εκκρεμή ανακοπή και ορισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού βρίσκεται στο σημείο όπου οι δύο διαδικασίες τέμνονται, οπότε η σειρά των ενεργειών καθορίζει αν η ανακοπή θα κριθεί εγκαίρως.
Συχνές Ερωτήσεις
Ποια είναι η προθεσμία για αίτηση αναστολής πλειστηριασμού;
Η αίτηση αναστολής που αφορά πλειστηριασμό κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η προθεσμία ισχύει τόσο για την αναστολή του άρθρου 938 όσο και για εκείνη του άρθρου 1000 ΚΠολΔ. Έως τον ν. 5221/2025 η προθεσμία του άρθρου 938 ήταν πέντε εργάσιμες ημέρες. Επί αιτήσεως του άρθρου 1000 η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά έως τις δώδεκα το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.
Ποιο δικαστήριο κρίνει την αίτηση αναστολής επί κατασχεμένου ακινήτου;
Επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 938 ΚΠολΔ, οπότε η αναστολή ζητείται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου μετά την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης επί της ανακοπής. Μετά τον ν. 5221/2025 η αίτηση ασκείται με ιδιαίτερο δικόγραφο και όχι με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις. Αντίθετα, η αίτηση του άρθρου 1000 απευθύνεται στο δικαστήριο του άρθρου 933 και δικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ.
Τι σημαίνει αναστολή πλειστηριασμού για την επιχείρηση;
Σημαίνει προσωρινή παύση της διαδικασίας εκτέλεσης, όχι απόσβεση της οφειλής ούτε ακύρωση της κατάσχεσης. Η αναστολή του άρθρου 938 διαρκεί έως την έκδοση οριστικής και όχι τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής. Η αναστολή του άρθρου 1000 διαρκεί έως έξι μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού. Μετά τη λήξη, η διαδικασία συνεχίζεται με δήλωση συνέχισης κατά το άρθρο 973 ΚΠολΔ.
Ποιο είναι το κόστος της αίτησης αναστολής;
Πέρα από το παράβολο και την αμοιβή του πληρεξουσίου, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων τα δικαστικά έξοδα και η αμοιβή του δικηγόρου του καθ’ ου η αίτηση επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος την αναστολή, ανεξάρτητα από την ευδοκίμηση ή απόρριψη της αίτησης. Στην αίτηση του άρθρου 1000 προστίθεται η καταβολή των εξόδων επίσπευσης και τουλάχιστον του ενός τετάρτου του οφειλόμενου κεφαλαίου ως όρος της χορήγησης.
Μπορεί να ανασταλεί πλειστηριασμός όταν έχουν παρέλθει οι προθεσμίες;
Απομένει η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης του άρθρου 731 ΚΠολΔ με αίτημα προσωρινής διαταγής, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται βάσιμος λόγος ανακοπής κατά το άρθρο 933 και πιθανολογείται η ευδοκίμησή της. Σε περίπτωση απώλειας της προθεσμίας από ανωτέρα βία εξετάζεται σώρευση αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατά το άρθρο 152 ΚΠολΔ, όπως στην υπόθεση της ΜΠρ(ΑσφΜ)Αθ 860/2024.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Πρώτα η ημερομηνία του πλειστηριασμού, μετά η ουσία: Ο υπολογισμός των δεκαπέντε εργασίμων ημερών γίνεται πριν από κάθε αξιολόγηση λόγων. Αν το χρονικό παράθυρο έχει κλείσει, οι λόγοι ανακοπής δεν μεταβάλλουν το αποτέλεσμα και η συζήτηση μετατοπίζεται στο άρθρο 731 ΚΠολΔ ή στην πώληση του άρθρου 998 παρ. 6.
Επί ακινήτου δεν υπάρχει αναστολή 938 σε πρώτο βαθμό: Η παρ. 2 του άρθρου 938 μεταθέτει την αρμοδιότητα στο δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Η επιχείρηση που περιμένει την πρωτόδικη απόφαση επί της ανακοπής και μετά ζητά αναστολή έχει ήδη χάσει τον πλειστηριασμό.
Έλεγχος επίδοσης κατασχετήριας έκθεσης κατά το νέο 995 παρ. 1: Η επίδοση οφείλει να έγινε την επομένη της κατάσχεσης αν ο καθ’ ου κατοικεί στον δήμο της κατάσχεσης, αλλιώς εντός οκτώ ημερών. Η παράλειψη επιφέρει ακυρότητα κατά ρητή πρόβλεψη, χωρίς να απαιτείται απόδειξη βλάβης.
Τεκμηρίωση βλάβης για τους λοιπούς τυπικούς λόγους: Μετά τον ν. 5221/2025, μόνο τρεις παραλείψεις της προδικασίας επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα. Κάθε άλλος τυπικός λόγος συνοδεύεται από συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία που αποδεικνύουν τη ζημία.
Ο έλεγχος νομιμοποίησης είναι έλεγχος εγγράφων, όχι αρχής: Ζητείται η σύμβαση μεταβίβασης, η καταχώριση στο δημόσιο βιβλίο, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης με το ελάχιστο περιεχόμενό της, η καταχώριση της ανάθεσης και η αδειοδότηση. Το κενό εντοπίζεται συνήθως στη δημοσιευθείσα περίληψη της σύμβασης διαχείρισης.
Ο λόγος πρέπει να μπει στο σωστό δικόγραφο: Νομιμοποίηση προς επίσπευση εκτέλεσης στην ανακοπή του άρθρου 933. Νομιμοποίηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής στην ανακοπή των άρθρων 632 ή 633. Η μεταξύ τους σύγχυση οδηγεί σε απόρριψη ως απαράδεκτου.
Έλεγχος υπαγωγής εκκρεμούς ανακοπής στην πλατφόρμα: Ανακοπή κατατεθειμένη τα προηγούμενα έτη ενδέχεται να απαιτεί επαναπροσδιορισμό επί ποινή του να λογίζεται ως μη ασκηθείσα. Το εύρος και οι προθεσμίες οριστικοποιούνται με την κοινή υπουργική απόφαση.
Το κόστος της αναστολής βαρύνει τον αιτούντα ανεξαρτήτως έκβασης: Το άρθρο 84 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων εντάσσεται στον υπολογισμό πριν από την κατάθεση, ιδίως όταν εξετάζεται διαδοχική κατάθεση περισσότερων αιτήσεων.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αναστολή πλειστηριασμού από εταιρείες διαχείρισης.