Skip to content
Αρθρογραφία

Δεδομένα Τρίτων Σε Δίκη: Ποιος Κρίνει Τη Νομιμότητα Και Πως

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 13 Αυγούστου 2026

Πότε Προσκομίζεται Νόμιμα Έγγραφο Με Δεδομένα Τρίτων Σε Εμπορική Δίκη

  • Η κατάθεση εγγράφου που περιέχει ονόματα, ώρες εργασίας ή στοιχεία πελατών αποτελεί αυτοτελή πράξη επεξεργασίας κατά τον ΓΚΠΔ και ελέγχεται χωριστά από τον τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε το υλικό.
  • Ο κριτής αλλάζει με την κατάθεση του δικογράφου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή αρμόδια για τη συλλογή είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων. Από εκείνη τη στιγμή αρμόδιο είναι αποκλειστικά το δικαστήριο.
  • Το δικαστήριο σταθμίζει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας έναντι της ιδιωτικής ζωής των τρίτων, με γνώμονα την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων.
  • Η επιλογή του μέτρου ελαχιστοποίησης, από την ψευδωνυμοποίηση έως την εξέταση μαρτύρων αντί προσκόμισης, μεταβάλλει την αποδεικτική αξία του υλικού. Ο διάδικος που το προτείνει πρώτος ελέγχει το περιεχόμενο της στάθμισης συμφερόντων.

Πότε επιτρέπεται να κατατεθεί έγγραφο που περιέχει δεδομένα τρίτων;

Επιτρέπεται όταν υπάρχει εθνική νομική βάση που προβλέπει την προσκόμιση, όταν η επεξεργασία εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης ή την εκτέλεση αστικών αξιώσεων κατά το άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχεία στ’ και ι’ του ΓΚΠΔ, εφόσον το μέτρο κρίνεται αναγκαίο και αναλογικό. Η συγκατάθεση των τρίτων δεν απαιτείται.

Το πρώτο βήμα του ελέγχου είναι ότι η ίδια η κατάθεση συνιστά επεξεργασία. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων – ΓΚΠΔ) ορίζει στο άρθρο 4 σημείο 2 ως επεξεργασία και την κοινολόγηση με διαβίβαση.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) δέχθηκε ρητά στη σκέψη 28 της απόφασης C-268/21, ότι στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού εμπίπτει η προσκόμιση ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, ψηφιακού ή φυσικού, την οποία διατάσσει δικαστήριο.

Ακολουθεί το ερώτημα της νόμιμης βάσης. Για το δικαστήριο που διατάσσει την προσκόμιση, βάση αποτελεί το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε’ σε συνδυασμό με την παράγραφο 3, δηλαδή η εκπλήρωση καθήκοντος δημοσίου συμφέροντος με έρεισμα στο εθνικό δίκαιο.

Στην ελληνική έννομη τάξη το έρεισμα αυτό το δίνουν οι διατάξεις για την επίδειξη εγγράφων των άρθρων 450 έως 452 ΚΠολΔ και 902 έως 903 ΑΚ. Το ΔΕΕ διευκρίνισε στη σκέψη 40 ότι είναι αδιάφορο αν η βάση ανήκει στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο.

Το κρίσιμο σημείο εμφανίζεται όταν τα δεδομένα είχαν συλλεγεί για άλλον σκοπό. Τότε εφαρμόζεται το άρθρο 6 παράγραφος 4, το οποίο απαιτεί σωρευτικά τρία στοιχεία:

  1. έρεισμα στο εθνικό δίκαιο,
  2. χαρακτήρα αναγκαίου και αναλογικού μέτρου σε δημοκρατική κοινωνία,
  3. εξυπηρέτηση ενός από τους σκοπούς του άρθρου 23 παράγραφος 1.

Οι δύο σκοποί που ενεργοποιούνται στην πολιτική δίκη είναι η προστασία της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και των δικαστικών διαδικασιών κατά το στοιχείο στ’, την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ερμήνευσε ως καλύπτουσα και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, καθώς και η εκτέλεση των αξιώσεων αστικού δικαίου κατά το στοιχείο ι’.

Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης C-268/21 δείχνουν πόσο εύκολα προκύπτει η αλλαγή σκοπού. Σουηδική κατασκευαστική εταιρεία τηρούσε ηλεκτρονικό μητρώο προσωπικού για σκοπούς φορολογικού ελέγχου, κατά το κεφάλαιο 39 του νόμου περί φορολογικών διαδικασιών.

Ο αντισυμβαλλόμενος ζήτησε να υποχρεωθεί σε προσκόμιση η τρίτη εταιρεία που τηρούσε το μητρώο για λογαριασμό της κατασκευάστριας, ώστε να αποδειχθούν οι πραγματικές ώρες απασχόλησης.

Κύριο αίτημα ήταν η πλήρης προσκόμιση, επικουρικό η προσκόμιση με απαλοιφή των εθνικών αριθμών ταυτοποίησης. Η κατασκευάστρια αντιτάχθηκε επικαλούμενη τον περιορισμό του σκοπού του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο β’.

Ποιος κρίνει τη νομιμότητα, το δικαστήριο ή η Αρχή;

Ο κριτής αλλάζει με την κατάθεση του δικογράφου. Μέχρι τη στιγμή που το έγγραφο εισέρχεται στη δικογραφία, τη νομιμότητα της συλλογής κρίνει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ).

Από τη στιγμή της προσκόμισης, αποκλειστικά αρμόδιο καθίσταται το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 55 παράγραφος 3 του ΓΚΠΔ.

Τη διαχωριστική αυτή γραμμή όρισε η ΑΠΔΠΧ 5/2024. Η Αρχή επέλεξε να εξετάσει το ζήτημα ως γενικότερου ενδιαφέροντος, επειδή εκκρεμούσε ενώπιόν της σημαντικός αριθμός καταγγελιών για συλλογή και προσκόμιση δεδομένων από διαδίκους.

Στη σκέψη 7 δέχθηκε ότι ο έλεγχος της νομιμότητας της επίκλησης και προσκόμισης δεδομένων ενώπιον δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής εναπόκειται στην κρίση της ίδιας της αρχής ενώπιον της οποίας εκκρεμεί η υπόθεση.

Κρίση της Αρχής επί του σημείου θα συνιστούσε εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 55 παράγραφος 3, καθώς θα παρενέβαινε σε δικαιοδοτική λειτουργία. Το ίδιο αποτέλεσμα προκύπτει από το άρθρο 10 παράγραφος 5 του ν. 4624/2019.

Η Αρχή στηρίχθηκε στην ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-245/20, κατά την οποία εξαιρούνται από την εποπτεία οι πράξεις επεξεργασίας των οποίων ο έλεγχος θα μπορούσε, άμεσα ή έμμεσα, να επηρεάσει την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών.

Παρέπεμψε επίσης στην απόφαση ΣτΕ 2683/2010 του Δ’ Τμήματος, κατά την οποία η κρίση της Αρχής περιορίζεται στον κύκλο των αρμοδιοτήτων της ως διοικητικού οργάνου.

Η αρμοδιότητα της Αρχής παραμένει όμως ακέραιη για το προηγούμενο στάδιο. Στις σκέψεις 8 και 9 η Αρχή δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι η συλλογή σε σύστημα αρχειοθέτησης, με σκοπό τη μελλοντική προσκόμιση, συνιστά διακριτή πράξη.

Ελέγχει τον τρόπο συλλογής και την κατ’ αρχήν συνάφεια των δεδομένων, με την έννοια ότι δεν είναι προδήλως απρόσφορα για την απόδειξη, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία β’ και γ’. Το ίδιο ισχύει και για τη χορήγηση δεδομένων από υπεύθυνο επεξεργασίας προς τρίτο, ώστε ο τελευταίος να τα προσκομίσει.

Ένα μέλος της Αρχής μειοψήφησε, δεχόμενο ότι η αξιολόγηση της συλλογής συνδέεται αναγκαστικά με τη δικαστική αξιοποίηση και συνιστά έμμεση παρέμβαση στο δικαιοδοτικό έργο.

Η πρακτική συνέπεια αφορά την επιλογή πεδίου. Όταν το επίμαχο υλικό περιέχει δεδομένα εργαζομένων ή πελατών, ο αντίδικος που επιδιώκει τον αποκλεισμό του διαθέτει δύο επιλογές:

  • καταγγελία στην Αρχή, η οποία αφορά μόνο τη συλλογή και
  • ένσταση περί παράνομης επεξεργασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία αφορά την προσκόμιση.

Τι σταθμίζει το δικαστήριο πριν διατάξει την προσκόμιση;

Σταθμίζει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του άρθρου 47 του Χάρτη έναντι του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων των άρθρων 7 και 8, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα των υποκειμένων.

Το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 46 της C-268/21 ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα αντιτιθέμενα συμφέροντα, ακόμη και όταν το εθνικό δικονομικό δίκαιο δεν το απαιτεί ρητά.

Στη σουηδική υπόθεση οι εθνικοί κανόνες απαιτούσαν στάθμιση μόνο μεταξύ της λυσιτέλειας του αποδεικτικού στοιχείου και του συμφέροντος του αντιδίκου να μη δημοσιοποιηθούν οι πληροφορίες. Τα συμφέροντα των τρίτων εργαζομένων έλειπαν από την εξίσωση. Το Δικαστήριο τα πρόσθεσε.

Το δικαίωμα προστασίας δεδομένων δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα. Κατά την αιτιολογική σκέψη 4 του Κανονισμού εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα.

Το άρθρο 47 δεύτερο εδάφιο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αντιστοιχεί στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με συνέπεια να μεταφέρεται στο ενωσιακό πεδίο η αρχή της ισότητας των όπλων.

Τρία στοιχεία είναι κρίσιμα, κατά το ΔΕΕ:

  • Πρώτον, η καταλληλότητα και η κρισιμότητα των δεδομένων για τον αποδεικτικό σκοπό.
  • Δεύτερον, η ύπαρξη λιγότερο παρεμβατικού αποδεικτικού μέσου. Το Δικαστήριο αναφέρει ρητά στη σκέψη 55 την εξέταση επιλεγμένων μαρτύρων ως εναλλακτική λύση, όταν διακυβεύονται δεδομένα μεγάλου αριθμού τρίτων.
  • Τρίτον, το είδος της διαδικασίας, καθώς η στάθμιση σε ασφαλιστικά μέτρα με συνοπτική απόδειξη δεν ταυτίζεται με εκείνη της τακτικής διαδικασίας.

Ο διάδικος που προσκομίζει το έγγραφο ενεργεί ο ίδιος ως υπεύθυνος επεξεργασίας για την πράξη αυτή. Η θέση του διαφέρει από εκείνη του δικαστηρίου, το οποίο ενεργεί κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας.

Η διάκριση έχει σημασία, επειδή καθορίζει ποια νόμιμη βάση επικαλείται καθένας και ποιος φέρει το βάρος τεκμηρίωσης της αναλογικότητας.

Ποιο μέτρο ελαχιστοποίησης επιλέγεται σε κάθε περίπτωση;

Η επιλογή εξαρτάται από το ποιο τμήμα των δεδομένων είναι πράγματι αναγκαίο για την απόδειξη. Η ψευδωνυμοποίηση, η ανωνυμοποίηση, η μερική γνωστοποίηση, ο περιορισμός πρόσβασης του κοινού και η δέσμευση μη χρήσης για άλλο σκοπό δίνουν διαφορετικό αποτέλεσμα ως προς την αποδεικτική αξία του υλικού.

Το Δικαστήριο έθεσε στη σκέψη 54 την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ’ ως έκφανση της αναλογικότητας.

Στη σκέψη 56 απαρίθμησε τα συμπληρωματικά μέτρα προστασίας που μπορεί να διατάξει το δικαστήριο. Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει τα μέτρα με τη νομική βάση και την επίπτωση καθενός.

ΜέτροΤι περιορίζειΝομική βάσηΕπίπτωση στην αποδεικτική αξία
Ψευδωνυμοποίηση ονομάτων και αριθμών ταυτοποίησηςΤην άμεση ταυτοποίηση, χωρίς να εξέρχεται το υλικό από τον ΓΚΠΔΆρθρο 4 σημείο 5 και άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ’Καμία, όταν το κρίσιμο αποδεικτέο είναι ώρες, ποσά ή συχνότητα και όχι η ταυτότητα του προσώπου
ΑνωνυμοποίησηΚάθε δυνατότητα ταυτοποίησης, με αποτέλεσμα το υλικό να βγαίνει εκτός πεδίου του ΚανονισμούΑιτιολογική σκέψη 26 του ΓΚΠΔΜειώνεται, όταν αμφισβητείται η ταυτότητα ή η ιδιότητα συγκεκριμένου προσώπου
Μερική γνωστοποίηση στον αντίδικοΤην έκταση όσων βλέπει ο αντίδικος, χωρίς να περιορίζει όσα βλέπει το δικαστήριοΆρθρο 47 του Χάρτη σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ’Πλήρης έναντι του δικαστηρίου, περιορισμένη ως προς τη δυνατότητα αντίκρουσης
Περιορισμός πρόσβασης του κοινού στη δικογραφίαΤη δημοσιότητα, χωρίς να θίγει τη χρήση μεταξύ των διαδίκωνΆρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ’Καμία. Το υλικό παραμένει πλήρες για τους διαδίκους
Δέσμευση μη χρήσης για σκοπό διαφορετικό από τη διεξαγωγή των αποδείξεωνΤη μεταγενέστερη αξιοποίηση εκτός της συγκεκριμένης δίκηςΆρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β’Καμία εντός της δίκης
Εξέταση επιλεγμένων μαρτύρων αντί προσκόμισηςΤην επεξεργασία στο σύνολό τηςΆρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ’ ως ηπιότερο μέσοΜειώνεται. Η μαρτυρική κατάθεση έχει διαφορετική βαρύτητα από το έγγραφο

Η ψευδωνυμοποίηση απαιτεί προσοχή, επειδή δεν εξαντλεί τον έλεγχο. Κατά τη σκέψη 57 της απόφασης, δεδομένα που έχουν υποβληθεί σε ψευδωνυμοποίηση και μπορούν να αποδοθούν σε φυσικό πρόσωπο με χρήση συμπληρωματικών πληροφοριών εξακολουθούν να θεωρούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Ο εκκαθαρισμένος πίνακας ωρών εργασίας που συνοδεύεται από μισθοδοτική κατάσταση με τα ίδια πρόσωπα παραμένει στο πεδίο του Κανονισμού.

Η εμπειρία από υποθέσεις προσκόμισης εταιρικών αρχείων δείχνει ότι ο διάδικος που προτείνει ο ίδιος συγκεκριμένο μέτρο ελαχιστοποίησης, τεκμηριώνοντας για ποιον λόγο το επιλεγμένο τμήμα αρκεί, εμφανίζεται στο Δικαστήριο ότι έχει ήδη σταθμίσει, ισχυροποιόντας την αποδεικτική ισχύ του υλικού που εισάγει στη δίκη.

Πότε ο ισχυρισμός περί ΓΚΠΔ δεν αρκεί για τον αποκλεισμό;

Δεν αρκεί όταν προβάλλεται γενικά, χωρίς να προσδιορίζει ποιο συγκεκριμένο δεδομένο είναι περιττό για την απόδειξη και ποιο ηπιότερο μέσο θα το υποκαθιστούσε. Η επίκληση του περιορισμού του σκοπού, χωρίς εξειδίκευση, αφήνει άθικτο το δικαίωμα του άρθρου 47 του Χάρτη.

Η ίδια η υπόθεση της C-268/21 το επιβεβαιώνει. Η κατασκευαστική εταιρεία στηρίχθηκε στο ότι το μητρώο προσωπικού είχε καταρτιστεί για φορολογικό έλεγχο και ότι η κοινοποίησή του στο δικαστήριο δεν συνάδει με τον σκοπό αυτόν.

Το Δικαστήριο δέχθηκε την αλλαγή σκοπού, αλλά έκρινε στις σκέψεις 37 έως 39 ότι η αλλαγή αυτή δεν καθιστά την επεξεργασία παράνομη, εφόσον υπάρχει έρεισμα στο εθνικό δίκαιο και εξυπηρετείται σκοπός του άρθρου 23 παράγραφος 1.

Στη σκέψη 53 το Δικαστήριο διατύπωσε τη γενική αρχή ότι οι διάδικοι πρέπει να έχουν πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να αποδειχθεί το βάσιμο των αιτιάσεών τους, ακόμη και όταν τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν δεδομένα των διαδίκων ή τρίτων.

Η αντίθετη λύση θα κατέληγε σε ζώνη ανέλεγκτης οικονομικής δραστηριότητας, όπου η τήρηση αρχείων με προσωπικά δεδομένα θα εμπόδιζε την απόδειξη κάθε αξίωσης που στηρίζεται σε αυτά.

Ως ενδιάμεση λύση, η σκέψη 58 νομολόγησε ότι, το εθνικό δικαστήριο, μπορεί να κρίνει ότι τα δεδομένα πρέπει να κοινοποιηθούν πρώτα σε αυτό, ώστε να σταθμίσει με πλήρη επίγνωση.

Στη συνέχεια επιτρέπει πλήρη ή μερική γνωστοποίηση στον αντίδικο, εφόσον κρίνει ότι δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου. Η δυνατότητα αυτή δίνει στον διάδικο ένα επιχείρημα που αποκλείει το δίλημμα ανάμεσα σε ολική προσκόμιση και ολική απόρριψη του αιτήματος.

Τι διακινδυνεύει η επιχείρηση όταν το υλικό μπει στη δικογραφία;

Ο κίνδυνος μετατοπίζεται. Καταγγελία στην Αρχή για την ίδια την προσκόμιση αρχειοθετείται λόγω αναρμοδιότητας, όμως η Αρχή παραμένει αρμόδια για τη συλλογή που προηγήθηκε. Παράλληλα, το άρθρο 82 του ΓΚΠΔ θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης του υποκειμένου ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου.

Ο πρώτος κίνδυνος αφορά το στάδιο πριν την κατάθεση. Η νόμιμη κτήση του υλικού κρίνεται με διαφορετικά κριτήρια και ενώπιον διαφορετικού οργάνου.

Η επιχείρηση που ανέσυρε αρχεία χωρίς προηγούμενη πρόβλεψη σε εσωτερική πολιτική δεν απαλλάσσεται επειδή το δικαστήριο δέχθηκε την προσκόμιση, καθώς η Αρχή διατηρεί την αρμοδιότητά της επί της συλλογής, κατά τη σκέψη 9 της ΑΠΔΠΧ 5/2024.

Ο δεύτερος κίνδυνος είναι δικονομικός. Το δικαστήριο που κρίνει την επεξεργασία δυσανάλογη μπορεί να μη λάβει υπόψη το έγγραφο. Το αποτέλεσμα αυτό δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν διορθώνεται σε επόμενο βαθμό.

Ο τρίτος κίνδυνος επιβιώνει της δίκης. Όταν το δικαστήριο έχει διατάξει δέσμευση μη χρήσης των δεδομένων για άλλο σκοπό, η μεταγενέστερη αξιοποίησή τους σε άλλη διαδικασία, σε διαπραγμάτευση ή σε εσωτερικό έλεγχο συνιστά νέα επεξεργασία με δικό της νομικό έλεγχο.

Η εμπειρία από υποθέσεις εμπορικών διαφορών με πολλαπλές δίκες, δείχνει ότι το ίδιο υλικό τείνει να επανεμφανίζεται σε παράλληλες υποθέσεις, όπου η αρχική δέσμευση δεν ισχύει και η νομιμότητα επανεξετάζεται από την αρχή.

Συχνές Ερωτήσεις

Επιτρέπεται η χρήση προσωπικών δεδομένων τρίτων ως αποδεικτικού μέσου σε δικαστήριο;

Επιτρέπεται, εφόσον υπάρχει νομική βάση στο εθνικό δίκαιο και η επεξεργασία εξυπηρετεί σκοπό του άρθρου 23 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ, όπως η ορθή απονομή της δικαιοσύνης ή η εκτέλεση αστικών αξιώσεων. Το δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει τα συμφέροντα των υποκειμένων και να εξετάσει μέτρα ελαχιστοποίησης πριν διατάξει την προσκόμιση, όπως έκρινε η απόφαση C-268/21.

Αρκεί το έννομο συμφέρον του διαδίκου για την προσκόμιση εγγράφου με δεδομένα τρίτων;

Το έννομο συμφέρον αποτελεί αφετηρία. Ο διάδικος οφείλει να τεκμηριώσει ότι τα συγκεκριμένα δεδομένα είναι κατάλληλα και κρίσιμα για το αποδεικτέο, ότι δεν υπάρχει ηπιότερο αποδεικτικό μέσο και ότι η έκταση των δεδομένων περιορίζεται στο αναγκαίο. Η Αρχή ελέγχει κατά τη σκέψη 9 της ΑΠΔΠΧ 5/2024 αν τα δεδομένα είναι προδήλως απρόσφορα για την απόδειξη.

Ευθύνεται ο πληρεξούσιος δικηγόρος για την προσκόμιση εγγράφου με δεδομένα τρίτων;

Η νομιμότητα της ίδιας της προσκόμισης κρίνεται από το δικαστήριο της υπόθεσης και όχι από την Αρχή. Ευθύνη μπορεί να προκύψει από τον τρόπο απόκτησης του εγγράφου, δηλαδή από το πώς περιήλθε στην κατοχή του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του. Όταν το έγγραφο προέρχεται από φάκελο υπόθεσης στον οποίο ο εντολέας είχε νόμιμη πρόσβαση, η πηγή θεωρείται νόμιμη.

Τι ισχύει όταν το έγγραφο περιέχει δεδομένα ειδικών κατηγοριών;

Η απαγόρευση του άρθρου 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ κάμπτεται κατά την παράγραφο 2 στοιχείο στ’, όταν η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων. Η εξαίρεση δεν αίρει τον έλεγχο αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Ο έλεγχος γίνεται αυστηρότερος όσο τα δεδομένα πλησιάζουν τον πυρήνα της ιδιωτικής ζωής.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ο χρόνος καθορίζει τον κριτή: Πριν την κατάθεση αρμόδια για τη συλλογή είναι η Αρχή, μετά την κατάθεση αρμόδιο για την προσκόμιση είναι το δικαστήριο. Η επιλογή του πεδίου στο οποίο θα προβληθεί η αντίρρηση προηγείται της διατύπωσής της.

Η αλλαγή σκοπού δεν καθιστά την προσκόμιση παράνομη: Αρχείο που τηρήθηκε για φορολογικούς, μισθοδοτικούς ή κανονιστικούς λόγους μπορεί να προσκομιστεί σε αστική δίκη κατά το άρθρο 6 παράγραφος 4, εφόσον υπάρχει εθνικό έρεισμα και συντρέχει σκοπός του άρθρου 23 παράγραφος 1.

Το μέτρο ελαχιστοποίησης προτείνεται, δεν αναμένεται: Ο διάδικος που προσδιορίζει ο ίδιος ποιο τμήμα των δεδομένων αρκεί και με ποια τεχνική θα περιοριστούν τα υπόλοιπα ελέγχει το περιεχόμενο της στάθμισης αντί να το αφήνει στον αντίδικο.

Η ψευδωνυμοποίηση δεν εκφεύγει του Κανονισμού: Εφόσον η ταυτοποίηση παραμένει εφικτή με συμπληρωματικές πληροφορίες, τα δεδομένα εξακολουθούν να προστατεύονται. Μόνο η πλήρης ανωνυμοποίηση παράγει το αποτέλεσμα αυτό, με αντίστοιχη απώλεια αποδεικτικής χρησιμότητας.

Η ενδιάμεση επιλογή της σκέψης 58: Το αίτημα να κοινοποιηθεί πρώτα το πλήρες υλικό στο δικαστήριο και να αποφασιστεί κατόπιν η έκταση της γνωστοποίησης στον αντίδικο αποτρέπει την ολική απόρριψη του αποδεικτικού αιτήματος.

Η δέσμευση σκοπού επιβιώνει της δίκης: Υλικό που εισήχθη υπό όρο μη χρήσης για άλλο σκοπό δεν μεταφέρεται ελεύθερα σε παράλληλη διαδικασία ή σε εξωδικαστική διαπραγμάτευση. Κάθε νέα χρήση απαιτεί δική της νομική βάση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη νομιμότητα προσκόμισης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε εμπορική δίκη.