Skip to content

Αρθρογραφία

Προσωπικά Δεδομένα Σε Εμπορική Δίκη

Προσωπικά Δεδομένα Σε Εμπορική Δίκη

Με την πρόσφατη απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023 στην υπόθεση C-268/21 το ΔΕΕ νομολόγησε σχετικά με τη δυνατότητα προσκόμιση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αστική δίκη.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Η εταιρεία Fastec κατασκεύασε κτίριο γραφείων για τη Nycander στη Σουηδία. Οι εργαζόμενοι στο εργοτάξιο κατέγραφαν την παρουσία τους μέσω ηλεκτρονικού μητρώου προσωπικού. Το μητρώο προσωπικού παρεχόταν από την εταιρία Εntral AB, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό της Fastec.

Η Fastec άσκησε ενώπιον του Σουηδικού Πρωτοδικείου αγωγή με αίτημα την εξόφληση των εκτελεσθεισών εργασιών. Στο πλαίσιο της αγωγής της, η Fastec ζήτησε από τη Nycander την καταβολή ποσού που αντιστοιχούσε, κατά τη Fastec, στο υπόλοιπο που εξακολουθούσε να οφείλει η Nycander. 

Η Nycander αντιτάχθηκε στο αίτημα της Fastec ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι ο αριθμός των ωρών εργασίας του προσωπικού της Fastec ήταν μικρότερος από τον αναγραφόμενο στο αγωγικό αίτημα.

Ενώπιον του πρωτοδικείου, η Nycander ζήτησε να υποχρεωθεί η Entral να προσκομίσει το μητρώο προσωπικού της Fastec απαλείφοντας τους εθνικούς αριθμούς ταυτοποίησης των οικείων προσώπων. 

Προς στήριξη του σχετικού αιτήματος, η Nycander προέβαλε ότι η Entral είχε στην κατοχή της το επίμαχο μητρώο προσωπικού και ότι αυτό μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο για την εκδίκαση της αγωγής της Fastec, καθόσον τα καταχωρημένα στο μητρώο δεδομένα θα καθιστούσαν δυνατή την απόδειξη των ωρών απασχόλησης του προσωπικού της Fastec.

Η Fastec αντιτάχθηκε στο ανωτέρω αίτημα προβάλλοντας κατά κύριο λόγο ότι τούτο αντέβαινε στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ. Κατά τη Fastec, το μητρώο προσωπικού που τηρούσε περιείχε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται για τον έλεγχο της δραστηριότητάς της από τη σουηδική φορολογική αρχή και η κοινοποίηση των επίμαχων δεδομένων στο δικαστήριο δεν συνάδει προς τον εν λόγω σκοπό.

Το Πρωτοδικείο διέταξε την Εntral να προσκομίσει το μητρώο προσωπικού της Fastec για το προσωπικό που απασχολούνταν στο επίμαχο στην κύρια δίκη εργοτάξιο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου.

Η Fastec άσκησε αναίρεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ζητώντας την απόρριψη του αιτήματος της Nycander.

Τα Ερωτήματα

Το ανώτατο Δικαστήριο της Σουηδίας, υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ με ερωτήματα:

  1. Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, του ΓΚΠΔ την έννοια ότι τυγχάνουν εφαρμογής και επί εθνικών δικονομικών κανόνων περί υποχρέωσης προσκόμισης εγγράφων;
  2. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχει ο ΓΚΠΔ την έννοια ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση σχετικά με το αν πρέπει να διαταχθεί προσκόμιση πράξης που περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα; 

Σε μια τέτοια περίπτωση, επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης απαιτήσεις σχετικά με τις ειδικότερες λεπτομέρειες κατά τις οποίες πρέπει να λαμβάνεται η απόφαση αυτή;

ΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Επί του πρώτου ερωτήματος:

Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται όσον αφορά την προσκόμιση ως αποδεικτικού στοιχείου στο πλαίσιο αστικής δίκης ενός μητρώου προσωπικού το οποίο περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται κυρίως για σκοπούς φορολογικού ελέγχου.

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ως άνω ερώτημα, επισημαίνεται, πρώτον, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στην, «εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης», χωρίς να διακρίνει με βάση την ταυτότητα του προσώπου που προβαίνει στην οικεία επεξεργασία. 

Επομένως,ο ΓΚΠΔ εφαρμόζεται στις πράξεις επεξεργασίας που εκτελούνται τόσο από ιδιώτες όσο και από τις δημόσιες αρχές, περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων των δικαστικών αρχών, όπως είναι τα δικαστήρια.

Δεύτερον, κατά το άρθρο 4, σημείο 2, του ανωτέρω κανονισμού, εμπίπτει στον ορισμό της «επεξεργασίας», μεταξύ άλλων, κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διαθέσεως.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι συνιστούν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτουσα στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ όχι μόνον η δημιουργία και η τήρηση ηλεκτρονικού μητρώου προσωπικού, αλλά και η προσκόμιση ως αποδεικτικού στοιχείου ενός εγγράφου, ψηφιακού ή φυσικού, το οποίο περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η οποία διατάχθηκε από δικαστήριο στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας.

Τρίτον, πρέπει να τονιστεί ότι κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας που πραγματοποιείται από δημόσιες αρχές όπως τα δικαστήρια, πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας του άρθρου 6 του ΓΚΠΔ.

Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι σύννομη εφόσον είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας.

Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 45 αυτού, η βάση της επεξεργασίας για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του οικείου κανονισμού καθορίζεται από το δίκαιο της Ένωσης ή από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας. 

Επιπροσθέτως, το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους πρέπει να ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και να είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό.

Επομένως, ο ΓΚΠΔ απαιτεί την ύπαρξη μιας νομικής βάσεως, ιδίως εθνικής, η οποία να αποτελεί το έρεισμα για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τους υπεύθυνους της επεξεργασίας, οι οποίοι ενεργούν κατά την άσκηση καθηκόντων που εμπίπτουν στην εκτέλεση αποστολής δημοσίου συμφέροντος ή καθηκόντων που εμπίπτουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, όπως είναι τα καθήκοντα που ασκούν τα δικαστήρια στο πλαίσιο των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων.

Δεύτερον, όταν η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιείται για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο έχουν συλλεγεί τα δεδομένα, από το άρθρο 6, παράγραφος 4, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 50 του οικείου κανονισμού, προκύπτει ότι η επίμαχη επεξεργασία επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο δίκαιο κράτους μέλους και συνιστά μέτρο αναγκαίο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διασφάλιση ενός από τους σκοπούς του άρθρου 23, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ. 

Προκειμένου να διαφυλαχθούν οι εν λόγω σημαντικοί σκοποί γενικού δημοσίου συμφέροντος, ο υπεύθυνος της επεξεργασίας επιτρέπεται να προβαίνει σε περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ανεξάρτητα από το αν η επεξεργασία αυτή συμβιβάζεται με τους σκοπούς για τους οποίους συνελέγησαν αρχικώς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Το Σουηδικό Δίκαιο

Εν προκειμένω, οι σχετικές διατάξεις του Σουηδικού Δικαίου, οι οποίες προβλέπουν την υποχρέωση προσκόμισης ενός εγγράφου ως αποδεικτικού στοιχείου και τη δυνατότητα των εθνικών δικαστηρίων να διατάξουν την προσκόμισή του, αποτελούν τη νομική βάση που λειτουργεί ως έρεισμα για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Μολονότι οι διατάξεις αυτές συνιστούν, καταρχήν, επαρκή νομική βάση για να επιτραπεί τέτοιου είδους επεξεργασία, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η συγκεκριμένη νομική βάση διαφέρει από εκείνη του νόμου περί φορολογικών διαδικασιών, βάσει του οποίου καταρτίστηκε το επίμαχο στην κύρια δίκη μητρώο προσωπικού για σκοπούς φορολογικού ελέγχου.

Επιπλέον, η προβλεπόμενη από τις συγκεκριμένες διατάξεις του Σουηδικού Δικαίου υποχρέωση προσκόμισης αποσκοπεί, κατά το αιτούν δικαστήριο, στο να μπορεί να έχει πρόσβαση στο έγγραφο οποιοσδήποτε το χρειάζεται ως αποδεικτικό στοιχείο. 

Πρόκειται, κατά το αιτούν δικαστήριο, για τη διασφάλιση της δυνατότητας ενός προσώπου να ασκήσει τα δικαιώματά του όταν υφίσταται «εύλογο συμφέρον για την απόκτηση αποδεικτικού μέσου».

Κατά το αιτούν δικαστήριο, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου περί φορολογικών διαδικασιών προκύπτει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν καταχωρισθεί στο μητρώο προσωπικού έχουν ως σκοπό να παράσχουν στους υπαλλήλους της αρμόδιας σουηδικής φορολογικής αρχής τη δυνατότητα να προβαίνουν σε διασταυρώσεις στοιχείων κατά τους επιτόπιους ελέγχους. 

Βασικός στόχος είναι ο περιορισμός των περιπτώσεων αδήλωτης απασχόλησης και η βελτίωση των συνθηκών ανταγωνισμού.

Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δικαιολογείται από την ανάγκη να εκπληρωθεί η νομική υποχρέωση που υπέχει ο υπεύθυνος της επεξεργασίας, ήτοι η τήρηση μητρώου προσωπικού.

Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επεξεργασία των δεδομένων αυτών στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης συνιστά επεξεργασία η οποία πραγματοποιείται για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο συνελέγησαν τα δεδομένα, ήτοι για τους σκοπούς φορολογικού ελέγχου, και η οποία δεν στηρίζεται στη συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο συνελέγησαν δεν αρκεί να στηρίζεται στο εθνικό δίκαιο, αλλά πρέπει και να αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία, καθώς και να εγγυάται κάποιον από τους σκοπούς του άρθρου 23, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ.

Στους σκοπούς αυτούς περιλαμβάνεται, η «προστασία της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και των δικαστικών διαδικασιών», ο σκοπός δε αυτός πρέπει, όπως επισήμανε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, να γίνει αντιληπτός υπό την έννοια ότι αποβλέπει στην προστασία της απονομής της δικαιοσύνης από εσωτερικές ή εξωτερικές παρεμβάσεις, αλλά και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Εξάλλου, η εκτέλεση των αξιώσεων αστικού δικαίου συνιστά επίσης σκοπό ικανό να δικαιολογήσει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο συνελέγησαν.

Επομένως, δεν αποκλείεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τρίτων στο πλαίσιο αστικής δίκης να μπορεί να στηρίζεται σε τέτοιους σκοπούς.

Εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν οι σχετικές διατάξει, αφενός, ανταποκρίνονται στον έναν ή/και στον άλλο από τους προαναφερθέντες σκοπούς και, αφετέρου, αν είναι αναγκαίες και αναλογικές προς τους εν λόγω σκοπούς, ώστε να εμπίπτουν στις περιπτώσεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που θεωρούνται νόμιμες βάσει των διατάξεων του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού.

Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 5 και 6 του ΓΚΠΔ έχουν την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο, όταν εξετάζει εάν πρέπει να διατάξει την προσκόμιση εγγράφου που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο αστικής δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων. 

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, περαιτέρω, να διευκρινιστεί αν το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως ο ΓΚΠΔ, επιβάλλει ιδιαίτερες απαιτήσεις όσον αφορά τον τρόπο που πρέπει να γίνεται η εξέταση αυτή.

Καταρχάς, υπογραμμίζεται ότι κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει, υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που επιτρέπει το άρθρο 23, να τηρεί τις αρχές που διέπουν την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων. 

Ειδικότερα, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει, αφενός, να συνάδει με τις αρχές του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού και, αφετέρου, να πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού.

Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι σχετικές διατάξεις του Σουηδικού Δικαίου δεν απαιτούν ρητώς, όταν εξετάζει αν πρέπει να διαταχθεί η προσκόμιση εγγράφου που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των προσώπων των οποίων τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διακυβεύονται. 

Κατά τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, οι διατάξεις αυτές απαιτούν μόνο τη στάθμιση της λυσιτέλειας των αποδεικτικών στοιχείων και του συμφέροντος του αντιδίκου να μη δημοσιοποιηθούν οι επίμαχες πληροφορίες.

Δεδομένου ότι οι οικείες διατάξεις του εθνικού δικαίου αφορούν την προσκόμιση εγγράφου ως αποδεικτικού στοιχείου, ενδέχεται να εμπίπτουν στις περιπτώσεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που θεωρούνται νόμιμες. 

Τούτο ισχύει, αφενός, στο μέτρο που οι εν λόγω διατάξεις αποσκοπούν στην εξασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής της ένδικης διαδικασίας, καθόσον εγγυώνται ότι ο πολίτης μπορεί να κάνει χρήση των δικαιωμάτων του όταν υφίσταται «εύλογο συμφέρον για την απόκτηση αποδεικτικού μέσου», και, αφετέρου, στο μέτρο που είναι αναγκαίες και ανάλογες προς τον σκοπό αυτόν.

Πράγματι, από το άρθρο 6, παράγραφος 4, του ΓΚΠΔ προκύπτει ότι τέτοιου είδους επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι σύννομη υπό την προϋπόθεση ότι αποτελεί μέτρο αναγκαίο και αναλογικό σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διασφάλιση των σκοπών του άρθρου 23 του ΓΚΠΔ τους οποίους επιδιώκει. 

Επομένως, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι πληρούνται οι εν λόγω απαιτήσεις, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα αντιτιθέμενα συμφέροντα που διακυβεύονται όταν εξετάζει κατά πόσον είναι σκόπιμο να διατάξει την προσκόμιση εγγράφου που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τρίτων.

Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι το αποτέλεσμα της στάθμισης στην οποία πρέπει να προβεί το εθνικό δικαστήριο ενδέχεται να διαφοροποιείται ανάλογα τόσο με τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως όσο και με το είδος της επίμαχης διαδικασίας.

Όσον αφορά τα συμφέροντα που διακυβεύονται στο πλαίσιο αστικής δίκης, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. 

Το εθνικό δικαστήριο οφείλει επίσης να διασφαλίζει το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη και συνδέεται στενά με το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Εντούτοις, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο, αλλά πρέπει να συνεκτιμάται σε σχέση με τον ρόλο του στην κοινωνία και να σταθμίζεται, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Πλην όμως, η προσκόμιση εγγράφου το οποίο περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τρίτων στο πλαίσιο αστικής δίκης συμβάλλει, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας στο σημείο 61 των προτάσεών της, στον σεβασμό του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Η ΕΣΔΑ

Επιπλέον, το άρθρο 47 του Χάρτη αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ).

Κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λαμβανομένης υπόψη της εξέχουσας θέσης που έχει το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι σημαντικό να παρέχεται στον διάδικο η δυνατότητα αποτελεσματικής υπεράσπισης ενώπιον του δικαστηρίου και να απολαύει της αρχής της ισότητας των όπλων με τον αντίδικό του. 

Ως εκ τούτου, ο διάδικος πρέπει, μεταξύ άλλων, να έχει τη δυνατότητα να τύχει κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας και να προβάλει, στα διάφορα στάδια της διαδικασίας αυτής, τα επιχειρήματα που κρίνει λυσιτελή για την υπεράσπισή του.

Επομένως, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πολίτες μπορούν να απολαύουν δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και, ιδίως, δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, κρίνεται ότι οι διάδικοι σε αστική δίκη πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να αποδειχθεί επαρκώς το βάσιμο των αιτιάσεών τους και τα οποία ενδέχεται να περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των διαδίκων ή τρίτων.

Τούτου δοθέντος, η συνεκτίμηση των διακυβευομένων συμφερόντων εντάσσεται στο πλαίσιο της εξετάσεως της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας του μέτρου, από τις οποίες εξαρτάται η νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 

Επομένως, πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη η αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων», η οποία αποτελεί έκφανση της αρχής της αναλογικότητας. Σύμφωνα με την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι κατάλληλα, συναφή και να περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία.

Επομένως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να κρίνει αν η γνωστοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι πρόσφορη και κρίσιμη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκουν οι εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου και αν ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση λιγότερο παρεμβατικών αποδεικτικών μέσων υπό το πρίσμα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων μεγάλου αριθμού τρίτων όπως, για παράδειγμα, η εξέταση επιλεγμένων μαρτύρων.

Στην περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται δικαιολογημένη η προσκόμιση του εγγράφου που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, από την εν λόγω αρχή προκύπτει επιπλέον ότι, όταν μόνον ένα μέρος των δεδομένων αυτών είναι αναγκαίο για αποδεικτικούς σκοπούς, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει τη λήψη συμπληρωματικών μέτρων στον τομέα της προστασίας των δεδομένων, όπως είναι η ψευδωνυμοποίηση των ονομάτων των υποκειμένων των δεδομένων ή κάθε άλλου μέτρου που αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση της προσβολής του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συνεπάγεται η προσκόμιση τέτοιου εγγράφου. 

Στα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ο περιορισμός της πρόσβασης του κοινού στη δικογραφία ή η διαταγή προς τους διαδίκους στους οποίους γνωστοποιήθηκαν τα έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να μη χρησιμοποιούν τα δεδομένα αυτά για σκοπό διαφορετικό από εκείνον της διεξαγωγής των αποδείξεων κατά την επίμαχη ένδικη διαδικασία.

Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν υποβληθεί σε ψευδωνυμοποίηση και τα οποία θα μπορούσαν να αποδοθούν σε φυσικό πρόσωπο διά της χρήσεως συμπληρωματικών πληροφοριών θα πρέπει να θεωρούνται πληροφορίες που αφορούν φυσικό πρόσωπο δυνάμενο να ταυτοποιηθεί, επί των οποίων εφαρμόζονται οι αρχές περί προστασίας των δεδομένων. 

Αντιθέτως, από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι οι αρχές αυτές δεν εφαρμόζονται ούτε «σε ανώνυμες πληροφορίες, δηλαδή πληροφορίες που δεν σχετίζονται προς ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο ή σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν καταστεί ανώνυμα κατά τρόπο ώστε η ταυτότητα του υποκειμένου των δεδομένων να μην μπορεί ή να μην μπορεί πλέον να εξακριβωθεί».

Επομένως, ένα εθνικό δικαστήριο ενδέχεται να κρίνει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των διαδίκων ή τρίτων πρέπει να του κοινοποιηθούν προκειμένου να μπορέσει να σταθμίσει τα διακυβευόμενα συμφέροντα με πλήρη επίγνωση και τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας. 

Αναλόγως της περίπτωσης, η εκτίμηση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει το εθνικό δικαστήριο στο να επιτρέψει την πλήρη ή τη μερική γνωστοποίηση στον αντίδικο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που του κοινοποιήθηκαν, εφόσον κρίνει ότι η γνωστοποίηση αυτή δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής απολαύσεως των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το άρθρο 47 του Χάρτη.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΕΕ

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο αποφαίνεται:

Το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), έχει την έννοια ότι:

εφαρμόζεται, στο πλαίσιο αστικής δίκης, στην προσκόμιση ως αποδεικτικού στοιχείου ενός μητρώου προσωπικού το οποίο περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται κυρίως για σκοπούς φορολογικού ελέγχου.

Τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού 2016/679 έχουν την έννοια ότι:

το εθνικό δικαστήριο, όταν εξετάζει εάν πρέπει να διατάξει την προσκόμιση εγγράφου που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, οφείλει να λάβει υπόψη τα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων και να τα σταθμίσει αναλόγως των περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, του είδους της επίμαχης διαδικασίας και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των απαιτήσεων που απορρέουν από την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και, ειδικότερα, των απαιτήσεων που απορρέουν από την αρχή της ελαχιστοποιήσεως των δεδομένων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ανωτέρω κανονισμού.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε εμπορική δίκη.