Skip to content
Αρθρογραφία

Απόλυση Εργαζομένου Χωρίς Αποζημίωση & Σπουδαίος Λόγος

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 15 Μαΐου 2026

Πότε Κρίνεται Έγκυρη η Έκτακτη καταγγελία & Λύση Εργασιακής Σχέσης

Περιληπτικά:

  • Σπουδαίος λόγος χρειάζεται πάντοτε στην καταγγελία συμβάσεων ορισμένου χρόνου (άρθρο 672 ΑΚ), ενώ στις αορίστου χρόνου μόνο όταν ο εργοδότης επιδιώκει άμεση καταγγελία χωρίς αποζημίωση απόλυσης.
  • Η νομολογία αναγνωρίζει σπουδαίο λόγο σε ουσιώδη παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, κλονισμό εμπιστοσύνης, υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη και κάθε αντικειμενικά μη ανεκτή συμπεριφορά.
  • Η καταγγελία ακυρώνεται όταν λείπει αντικειμενικός λόγος, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, ασκείται εκπρόθεσμα ή είναι καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ.
  • Το βάρος απόδειξης φέρει αποκλειστικά ο εργοδότης. Η ακυρότητα συνεπάγεται μισθούς υπερημερίας. Η επικουρική καταγγελία λειτουργεί ως αμυντική δικλείδα, ενώ η τρίμηνη και εξάμηνη προθεσμία αγωγής καθορίζουν το χρονικό πλαίσο διεκδίκησης.

Πότε χρειάζεται σπουδαίος λόγος για να αποφύγει ο εργοδότης την αποζημίωση;

Σπουδαίος λόγος απαιτείται πάντοτε σε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, για κάθε πρόωρη καταγγελία (άρθρο 672 ΑΚ). Σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ο σπουδαίος λόγος λειτουργεί ως προϋπόθεση μόνο όταν ο εργοδότης επιδιώκει άμεση λύση χωρίς καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Όταν καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση κατά τους Ν. 2112/1920 και 3198/1955, η καταγγελία είναι αναιτιώδης και δεν απαιτείται καμία επίκληση λόγου.

Στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η πρόωρη καταγγελία επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Σε ανυπαρξία του, η καταγγελία είναι άκυρη και ο εργαζόμενος διατηρεί αξίωση για όλους τους μισθούς μέχρι τη συμβατική λήξη της σύμβασης. Πρόκειται για το μεγαλύτερο οικονομικό ρίσκο, ιδιαίτερα σε μακροχρόνιες συμβάσεις.

Στις αορίστου χρόνου, η καταγγελία είναι κατά κανόνα αναιτιώδης: ο εργοδότης δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κανέναν λόγο, αρκεί να καταβάλει την προβλεπόμενη αποζημίωση. Σπουδαίος λόγος χρειάζεται μόνο εφόσον ο εργοδότης θέλει να αποφύγει την αποζημίωση απόλυσης μέσω άκαιρης («έκτακτης») καταγγελίας. Η απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση αποζημίωσης προϋποθέτει συγκεκριμένα ποινικά ή ηθικά παραπτώματα του εργαζομένου.

Η ιστορική παρένθεση του άρθρου 48 Ν. 4611/2019 (βάσιμος λόγος) καταργήθηκε από τον Ν. 4623/2019 αφότου ίσχυσε. Επομένως, στις αορίστου χρόνου επανήλθε πλήρως το προηγούμενο καθεστώς της αναιτιολόγητης τακτικής καταγγελίας με ταυτόχρονη καταβολή αποζημίωσης. Ο νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου (ΠΔ 62/2025) ενσωμάτωσε όλο το πλαίσιο χωρίς ουσιαστική τροποποίηση των διατάξεων του Αστικού Κώδικα.

Είδος σύμβασηςΤακτική καταγγελία (αναιτιώδης)Έκτακτη καταγγελία
Ορισμένου χρόνουΔεν υφίσταται: η λήξη επέρχεται μόνο με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνουΕπιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο (672 ΑΚ). Σε ανυπαρξία: μισθοί μέχρι τη λήξη
Αορίστου χρόνουΠάντοτε επιτρεπτή με καταβολή αποζημίωσης (Ν. 2112/1920, Ν. 3198/1955)Επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Αποτέλεσμα: απαλλαγή από αποζημίωση

Ποια περιστατικά συγκροτούν «σπουδαίο λόγο»;

Σπουδαίο λόγο συνιστούν περιστατικά τα οποία, υπό την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστούν αντικειμενικά μη ανεκτή τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης. Η νομολογία αναγνωρίζει ως τυπικές μορφές την ουσιώδη παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, τον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης, την υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη συνδεόμενη με την εργασία και κάθε σοβαρή αντισυμβατική συμπεριφορά. Δεν απαιτείται υπαιτιότητα του εργαζομένου ούτε πρόκληση οικονομικής ζημίας στον εργοδότη.

Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Δεν εξετάζεται αν ο εργοδότης πράγματι θεώρησε τη συνέχιση μη ανεκτή, αλλά αν ένας μέσος, λογικός εργοδότης θα την έβλεπε έτσι (ΑΠ 1200/2018). Συνεκτιμώνται το είδος της εργασίας, η φύση της επιχείρησης, η θέση ευθύνης του εργαζομένου και η βαρύτητα της παράβασης.

Η ουσιώδης παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων αποτελεί την κύρια κατηγορία. Αρκεί ακόμη και μεμονωμένο περιστατικό, εφόσον κλονίζει αντικειμενικά τη σχέση εμπιστοσύνης (ΟλΑΠ 8/2007). Πρόσφατη νομολογία αναγνώρισε σπουδαίο λόγο σε αντισυμβατική συμπεριφορά τραπεζικού υπαλλήλου που εκμεταλλεύθηκε τη θέση του διενεργώντας μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές, ακόμη και χωρίς άμεση οικονομική ζημία (ΑΠ 784/2023). Η απόφαση απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση εφαρμογής ηπιότερου μέτρου όταν θεμελιώνεται καθαρά ο σπουδαίος λόγος.

Ειδική κατηγορία αποτελεί η υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη συνδεόμενη με την εργασία. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει χωρίς προειδοποίηση και χωρίς τις τυπικές διατυπώσεις του Ν. 3198/1955 (ΑΠ 375/2025). Η καταγγελία παραμένει έγκυρη ακόμη κι αν ο εργαζόμενος απαλλαγεί μεταγενέστερα, εκτός αν αποδειχθεί ότι η μήνυση ήταν ψευδής, προσχηματική ή εκδικητική. Στην τελευταία περίπτωση η απόλυση καθίσταται καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ.

Δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο: η μείωση κερδών, η οικονομική δυσχέρεια ή οποιαδήποτε μεταβολή στις προσωπικές ή περιουσιακές σχέσεις του εργοδότη. Ο επιχειρηματικός κίνδυνος βαρύνει αποκλειστικά τον ίδιο (ΑΠ 77/2010). Η ίδια απόφαση καθιερώνει τον έλεγχο αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Η εμπειρία από υποθέσεις καταγγελιών συμβάσεων εργασίας, δείχνει ότι η ορθή τεκμηρίωση των περιστατικών είναι πιο κρίσιμη από τη βαρύτητά τους: ασαφείς αιτιάσεις περί «ελλείψεων» ή «μη απόδοσης» χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία δεν στοιχειοθετούν σπουδαίο λόγο.

Πιο αυστηρή είναι η αξιολόγηση όταν πρόκειται για διευθύνοντες υπάλληλους και πρόσωπα με αυξημένα καθήκοντα πίστης.

Πότε ακυρώνεται η έκτακτη καταγγελία στο δικαστήριο;

Η έκτακτη καταγγελία ακυρώνεται σε τέσσερις κύριες περιπτώσεις:

  • όταν λείπει αντικειμενικά αρκούντως σοβαρός σπουδαίος λόγος,
  • όταν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μέσω της παράλειψης ηπιότερου μέτρου,
  • όταν ασκείται μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου από τη γνώση των περιστατικών και
  • όταν αποτελεί καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ.

Σε κάθε περίπτωση, ο εργοδότης οφείλει μισθούς υπερημερίας κατ’ άρθρο 656 ΑΚ.

Η έλλειψη αντικειμενικά σοβαρού λόγου είναι ο συχνότερος λόγος ακυρότητας. Το δικαστήριο εξετάζει αν ένας μέσος εργοδότης θα έκρινε τη συνέχιση μη ανεκτή, όχι αν ο συγκεκριμένος εργοδότης την έκρινε υποκειμενικά μη ανεκτή. Αόριστες κρίσεις τύπου «δεν τα πάμε καλά» ή «έχει χάσει το ενδιαφέρον του» απορρίπτονται συστηματικά.

Η αρχή της αναλογικότητας λειτουργεί ως δεύτερο κριτήριο. Αν η ομαλή λειτουργία της σύμβασης μπορούσε να αποκατασταθεί με ηπιότερο μέτρο (προειδοποίηση, μετάθεση, αναπροσδιορισμός καθηκόντων), η καταγγελία είναι δυσανάλογη και ακυρώνεται (ΑΠ 77/2010). Το ηπιότερο μέτρο επιβάλλεται μόνο όταν είναι εξίσου αποτελεσματικό. Όταν η σοβαρότητα της παράβασης κλονίζει οριστικά την εμπιστοσύνη, η αναζήτηση ηπιότερου μέτρου δεν είναι υποχρεωτική (ΑΠ 1164/2019).

Ο εύλογος χρόνος άσκησης είναι η τρίτη κρίσιμη παράμετρος. Ο σπουδαίος λόγος, αν και δεν υπόκειται σε ρητή προθεσμία, εξαντλείται όταν ο εργοδότης γνωρίζει τα περιστατικά για μεγάλο διάστημα χωρίς να ενεργήσει. Απόφαση του ΑΠ έκρινε άκυρη καταγγελία που στηριζόταν σε γεγονότα γνωστά στον εργοδότη πάνω από έτος πριν την άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 378/2023). Η σιωπή του εργοδότη εκλαμβάνεται ως σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας.

Η καταχρηστική άσκηση κατ’ άρθρο 281 ΑΚ είναι η τέταρτη βασική αιτία ακυρότητας. Καταχρηστική κρίνεται η καταγγελία όταν, ανεξάρτητα από τη συνδρομή αντικειμενικού λόγου, ασκείται με αλλότριο σκοπό. Σε καταγγελία διευθυντικού στελέχους που αποδείχθηκε ότι σχετιζόταν με προσωπικές διενέξεις εντός του διοικητικού συμβουλίου, η ακυρότητα κηρύχθηκε λόγω καταχρηστικότητας (ΑΠ 840/2023).

Σε υπόθεση καταγγελίας σύμβασης πρακτόρευσης, αναγνωρίστηκε ότι η έκτακτη καταγγελία, παρά τη φαινομενική σπουδαιότητα του λόγου, ασκήθηκε με σκοπό καταστολής συνδικαλιστικής δράσης και επομένως ήταν καταχρηστική (ΑΠ 2026/2025). Η εμπειρία από υποθέσεις άκαιρης καταγγελίας δείχνει ότι η συσχέτιση με προηγούμενες διαμάχες ή με αιτήματα του εργαζομένου είναι το πρώτο σημείο που εξετάζουν τα δικαστήρια για να ανιχνεύσουν αλλότριο σκοπό.

Ποιο είναι το βάρος απόδειξης του εργοδότη και ποιες αμυντικές επιλογές διαθέτει;

Το βάρος απόδειξης φέρει αποκλειστικά ο εργοδότης. Οφείλει να επικαλεστεί συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, όχι αόριστες αιτιάσεις (ΑΠ 1164/2019). Η αποτυχία απόδειξης συνεπάγεται ακυρότητα και υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας. Η αμυντική στρατηγική περιλαμβάνει την επικουρική καταγγελία ως δικλείδα ασφαλείας, τη συμμόρφωση με τις αποσβεστικές προθεσμίες και την τήρηση των τυπικών απαιτήσεων ΕΡΓΑΝΗ.

Στο δικόγραφο, ο εργοδότης οφείλει να εκθέσει και να αποδείξει συγκεκριμένα: ημερομηνία, συμπεριφορά, παράβαση και πώς αυτή κλονίζει αντικειμενικά την εμπιστοσύνη. Γενικόλογες αναφορές απορρίπτονται. Η νομολογία είναι σταθερή: αν τα περιστατικά δεν επαρκούν, η καταγγελία ακυρώνεται και η σύμβαση θεωρείται μη λυθείσα (ΑΠ 504/2017). Ο εργοδότης οφείλει τότε μισθούς υπερημερίας από την ημερομηνία της άκυρης καταγγελίας μέχρι την πραγματική λύση της σχέσης.

Η σημαντικότερη αμυντική επιλογή είναι η επικουρική καταγγελία. Πρόσφατη απόφαση επιβεβαίωσε ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει δεύτερη καταγγελία υπό αίρεση δικαίου: αν η πρώτη κριθεί άκυρη, η δεύτερη παράγει αυτοτελώς τα αποτελέσματά της και αίρει την υπερημερία (ΑΠ 376/2025).

Η ίδια απόφαση νομολόγησε ότι η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 § 1 Ν. 3198/1955 λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη και δεν αναστέλλεται λόγω εκκρεμοδικίας. Πρακτικά, ο εργοδότης που έχει αμφιβολίες για την αντοχή της αρχικής καταγγελίας μπορεί να εξαντλήσει το αμυντικό του οπλοστάσιο ασκώντας παράλληλη ή μεταγενέστερη επικουρική καταγγελία.

Οι αποσβεστικές προθεσμίες είναι κρίσιμες προς δύο κατευθύνσεις. Ο εργαζόμενος οφείλει να ασκήσει αγωγή ακυρότητας εντός τριών μηνών από τη λύση της σχέσης. Για αξίωση καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, η προθεσμία είναι έξι μήνες. Ειδικά για καταγγελία λόγω μήνυσης, η τρίμηνη προθεσμία αρχίζει μετά την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής απόφασης. Όταν όμως ο εργαζόμενος προσβάλλει την καταγγελία ως καταχρηστική, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα της καταγγελίας, διότι τα κρίσιμα περιστατικά είναι ήδη γνωστά.

Σε περιπτώσεις όπου ο εργοδότης κατήγγειλε καλόπιστα πιστεύοντας τη συνδρομή σπουδαίου λόγου που τελικά κρίθηκε ανύπαρκτος, η συγγνωστή πλάνη του εργοδότη μπορεί υπό προϋποθέσεις να μετριάσει τις συνέπειες, ιδίως ως προς τη χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης ή την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.

Πότε ο εργαζόμενος επικαλείται σπουδαίο λόγο εναντίον του εργοδότη;

Ο εργαζόμενος επικαλείται σπουδαίο λόγο για να καταγγείλει σύμβαση ορισμένου χρόνου με αξίωση αποζημίωσης κατ’ άρθρο 673 ΑΚ. Στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, η ίδια ουσιαστικά λογική λειτουργεί μέσω του άρθρου 7 Ν. 2112/1920. Ο εργαζόμενος που υφίσταται μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας μπορεί να θεωρήσει την πράξη του εργοδότη ως καταγγελία εκ μέρους εκείνου και να διεκδικήσει νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η συμμετρική θέση του εργαζομένου προβλέπεται ρητά. Όταν ο εργοδότης παραβιάζει ουσιωδώς τη σύμβαση (επανειλημμένη καθυστέρηση μισθών, υβριστική συμπεριφορά, μείωση θέσης, παραβίαση υποχρεώσεων ασφάλειας κλπ), ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να καταγγείλει εγκύρως και να αξιώσει αποζημίωση. Η αποζημίωση καλύπτει τους μισθούς από την καταγγελία έως τη συμβατικά συμφωνημένη λήξη (άρθρο 677 ΑΚ).

Στις αορίστου χρόνου, ο μηχανισμός είναι διαφορετικός. Ο εργαζόμενος δεν μπορεί να καταγγείλει με σπουδαίο λόγο και να αξιώσει αποζημίωση απόλυσης βάσει του 672 ΑΚ. Οφείλει να θεωρήσει την πράξη του εργοδότη ως καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη κατ’ άρθρο 7 Ν. 2112/1920, και να αξιώσει αποζημίωση απόλυσης (ΑΠ 1322/2017).

Η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας είναι το συχνότερο πεδίο εφαρμογής. Ο εργαζόμενος έχει δύο διαζευκτικές επιλογές: είτε αποδέχεται σιωπηρά τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα τροποποιητική σύμβαση κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, είτε θεωρεί την μεταβολή ως καταγγελία και διεκδικεί αποζημίωση. Η ανοχή επί μακρόν δημιουργεί τεκμήριο αποδοχής και απενεργοποιεί την αξίωση.

Πριν την οριστική κίνηση, ο εργαζόμενος μπορεί να ασκήσει δικαίωμα επίσχεσης εργασίας ως μέτρο πίεσης. Σταματά την παροχή εργασίας διατηρώντας την αξίωση μισθών. Η επίσχεση δεν συνιστά καταγγελία και δεν χρειάζεται σπουδαίο λόγο. Αρκεί η ληξιπρόθεσμη και απαιτητή ανταπαίτηση, τυπικά μη καταβληθέντες μισθοί.

Συχνές Ερωτήσεις

Χρειάζεται γραπτή αιτιολογία η καταγγελία για σπουδαίο λόγο;

Όχι. Στην έκτακτη καταγγελία σύμβασης ορισμένου χρόνου, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να αναφέρει στη δήλωση τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο (ΑΠ 652/2009). Η υποχρέωση αιτιολόγησης γεννάται κατά τη διαδικαστική φάση: ο εργοδότης πρέπει να εκθέσει συγκεκριμένα τα περιστατικά στο δικόγραφο εφόσον προσβληθεί η καταγγελία. Εξαίρεση: σε καταγγελία εγκύου, λεχούς ή γαλουχούσας απαιτείται γραπτή αιτιολογία και κοινοποίηση στην Επιθεώρηση Εργασίας (ΠΔ 176/1997).

Πόσο είναι ο «εύλογος χρόνος» άσκησης του δικαιώματος;

Ο νόμος δεν ορίζει συγκεκριμένη προθεσμία, αλλά η νομολογία απαιτεί άσκηση «σε εύλογο χρόνο» από τη στιγμή που ο εργοδότης αντιλήφθηκε τα κρίσιμα περιστατικά. Η σιωπή επί διάστημα μηνών εκλαμβάνεται συχνά ως σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα. Η ΑΠ 378/2023 έκρινε άκυρη καταγγελία που στηριζόταν σε γεγονότα γνωστά πάνω από έτος πριν την άσκηση. Η πρακτική σύσταση είναι η απόφαση καταγγελίας να λαμβάνεται εντός εβδομάδων από τη γνώση των περιστατικών, με παράλληλη διενέργεια εσωτερικού ελέγχου για τεκμηρίωση.

Επιτρέπεται η καταγγελία για σπουδαίο λόγο εργαζομένης σε εγκυμοσύνη;

Ναι, αλλά με αυστηρά πρόσθετα κριτήρια. Η προστασία της μητρότητας απαγορεύει κάθε καταγγελία εφόσον δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που εκτείνεται στη σφαίρα της εργαζομένης και αποδεικνύεται εγγράφως. Η ενδεχόμενη μείωση απόδοσης λόγω της ίδιας της εγκυμοσύνης δεν συνιστά ποτέ σπουδαίο λόγο (ΑΠ 889/2017, ΑΠ 21/2018). Η ουσιώδης παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων ή η μη συμμόρφωση σε εντολές, εφόσον δεν συνδέονται με την εγκυμοσύνη, μπορούν να στοιχειοθετήσουν σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία απαιτεί έγγραφη αιτιολογία και κοινοποίηση στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Επιτρέπεται η καταγγελία πριν την ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας;

Ναι. Η πειθαρχική διαδικασία και το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας λειτουργούν αυτοτελώς. Ο εργοδότης δεν υποχρεούται να ολοκληρώσει πειθαρχικό έλεγχο πριν προσφύγει σε καταγγελία. Η νομολογία αναγνωρίζει το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας ακόμη και όταν ο κανονισμός εργασίας προβλέπει πειθαρχικά μέτρα ως ηπιότερα. Προϋπόθεση είναι η συμπεριφορά του εργαζομένου να είναι αντικειμενικά τόσο σοβαρή ώστε να καθιστά εξ αρχής μη ικανοποιητικό κάθε ηπιότερο μέτρο (ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 784/2023).

Πρακτικές Επισημάνσεις

Πλήρης τεκμηρίωση πριν τη δήλωση καταγγελίας: Πριν την επίσημη δήλωση, διενεργείται εσωτερικός έλεγχος με γραπτή αποτύπωση των κρίσιμων περιστατικών (ημερομηνίες, μάρτυρες, έγγραφα, ηλεκτρονικά αρχεία κλπ). Το δικαστήριο εξετάζει αν τα ίδια στοιχεία θα οδηγούσαν έναν μέσο εργοδότη στο ίδιο συμπέρασμα.

Έλεγχος αναλογικότητας ως εσωτερική διαδικασία: Πριν επιλεγεί η καταγγελία, αξιολογείται αν υπάρχει ηπιότερο και εξίσου αποτελεσματικό μέτρο (προειδοποίηση, μετάθεση, αφαίρεση καθηκόντων κτο). Η ίδια η αξιολόγηση αποτυπώνεται γραπτά. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι το ηπιότερο μέτρο ήταν διαθέσιμο και επαρκές, η καταγγελία ακυρώνεται.

Επικουρική καταγγελία ως δικλείδα ασφαλείας: Σε υποθέσεις με αμφιβολίες για την νομιμότητα της αρχικής καταγγελίας, εξετάζεται η άσκηση επικουρικής καταγγελίας υπό αίρεση δικαίου, μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου που επιτρέπει νέα αξιολόγηση. Η νομολογία ΑΠ 376/2025 επιβεβαιώνει την αυτοτέλεια της δεύτερης καταγγελίας και τη δυνατότητα άρσης της υπερημερίας.

Τυπικές απαιτήσεις ΕΡΓΑΝΗ: Κάθε καταγγελία αναγγέλλεται ηλεκτρονικά στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ εντός τεσσάρων εργάσιμων ημερών (άρθρο 38 Ν. 4488/2017, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 5053/2023). Η παράλειψη δεν καθιστά την καταγγελία άκυρη, επιφέρει όμως διοικητικές και ποινικές κυρώσεις. Σε καταγγελία αορίστου χρόνου με αποζημίωση, η καταβολή πρέπει να γίνει αποκλειστικά σε τραπεζικό λογαριασμό μισθοδοσίας του απολυόμενου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα έκτακτης καταγγελίας σύμβασης εργασίας.