Skip to content
Αρθρογραφία

Αναγκαστική Διαχείριση Επιχείρησης: Πότε & Πώς Αντικρούεται

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 28 Μαΐου 2026

Πότε επιβάλλεται η αίτηση του 1034 ΚΠολΔ και πώς αντικρούεται

Σε συντομία:

  • Η αναγκαστική διαχείριση επιχείρησης (άρθρα 1034-1046 ΚΠολΔ) είναι μέσο εκτέλεσης που διατηρεί τη λειτουργία της επιχείρησης και ικανοποιεί τον δανειστή από τα εισοδήματά της, αντί να την εκποιήσει με πλειστηριασμό.
  • Επιβάλλεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ.), μετά από επιταγή προς εκτέλεση και πάροδο τριημέρου.
  • Αντικρούεται με τους τέσσερις λόγους αποκλεισμού του άρθρου 1035 ΚΠολΔ, με βάρος επίκλησης στον οφειλέτη.
  • Συχνά συμφέρει στον οφειλέτη ο διορισμός του ίδιου ως διαχειριστή (1037 παρ. 2 ΚΠολΔ), εφόσον η επιχείρηση εξαρτάται από την προσωπική του δραστηριότητα.
  • Παύει αν ικανοποιηθεί η απαίτηση, αν η συνέχιση αποβαίνει ζημιογόνα ή αν ο οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση κατά τον Ν. 4738/2020.

Πότε επιλέγει ο δανειστής αναγκαστική διαχείριση αντί πλειστηριασμού;

Η αναγκαστική διαχείριση επιλέγεται από δανειστή με εκτελεστό τίτλο όταν η επιχείρηση του οφειλέτη είναι βιώσιμη και τα εισοδήματά της επαρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησης σε εύλογο χρόνο. Διαφέρει από τον πλειστηριασμό που εκποιεί την επιχείρηση και από την κατάσχεση της επιχείρησης ως ειδικού περιουσιακού στοιχείου, που διασπά την επιχειρηματική της ενότητα.

Η επιλογή του μέσου εκτέλεσης ανήκει στον δανειστή, αρκεί να συντρέχουν οι γενικές προϋποθέσεις της αναγκαστικής εκτέλεσης (904 επ. ΚΠολΔ). Δεν απαιτείται από τον δανειστή να εκθέσει ιδιαίτερους λόγους που να δικαιολογούν την επιλογή της αναγκαστικής διαχείρισης. Αν συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού, το σχετικό βάρος επίκλησης φέρει ο καθ’ ου η εκτέλεση.

Πρακτικά, η αναγκαστική διαχείριση παρουσιάζει αξία όταν η επιχείρηση εμφανίζει σταθερά εισοδήματα από συνεχιζόμενη δραστηριότητα (πχ ξενοδοχειακή μονάδα, εμπορικό κατάστημα με τακτική πελατεία, βιοτεχνία με ενεργές συμβάσεις προμήθειας κλπ). Στις περιπτώσεις αυτές, ο πλειστηριασμός θα ρευστοποιούσε την επιχειρηματική φήμη και τις πελατειακές σχέσεις. Η αναγκαστική διαχείριση τις διατηρεί και τις εκμεταλλεύεται.

Αντίθετα, η αναγκαστική διαχείριση δεν αποδίδει σε επιχειρήσεις που λειτουργούν με συσσωρευμένες ζημίες, με υπερχρεωμένο ισολογισμό ή με δραστηριότητα κατά κύριο λόγο εξαρτημένη από προσωπική απασχόληση του οφειλέτη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο πλειστηριασμός ή η αναγγελία σε πτωχευτική διαδικασία κατά τον Ν. 4738/2020 αποδίδουν ταχύτερα και ασφαλέστερα.

Ποιες προϋποθέσεις θέτει το άρθρο 1034 ΚΠολΔ για την αίτηση;

Η αίτηση αναγκαστικής διαχείρισης ασκείται από δανειστή με εκτελεστό τίτλο που έχει επιδώσει στον οφειλέτη επιταγή προς εκτέλεση και έχει παρέλθει η τριήμερη προθεσμία του άρθρου 924 ΚΠολΔ. Αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ). Η απόφαση προσβάλλεται με έφεση, η οποία εκδικάζεται και πάλι με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η αίτηση πρέπει να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση και το αίτημα παροχής άδειας επιβολής της αναγκαστικής διαχείρισης. Η επίκληση ειδικών λόγων που καθιστούν αναγκαία τη συγκεκριμένη μορφή εκτέλεσης δεν απαιτείται, καθώς η επιλογή του μέσου εκτέλεσης ανήκει στον δανειστή.

Η αναγκαστική διαχείριση ξεκινά να παράγει αποτελέσματα από τη στιγμή που η απόφαση επιδίδεται στον οφειλέτη (1034 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το σημείο κείνο και μετά, ο οφειλέτης στερείται τη διαχείριση της επιχείρησης και ασκεί καθήκοντα μόνο προσωρινά, μέχρι ο διαχειριστής να αναλάβει. Η απόφαση εγγράφεται σε ειδικό βιβλίο που τηρεί η γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας (1036 παρ. 1).

Στο προδικαστικό στάδιο, ο δανειστής μπορεί να συνδυάσει την επικείμενη αίτηση με μέτρα δέσμευσης της περιουσίας, όπως συντηρητική κατάσχεση κατά τα άρθρα 707 επ. ΚΠολΔ και με προσωρινή διαταγή. Τα μέτρα αυτά αποτρέπουν καταδολιευτικές μεταβιβάσεις από τον οφειλέτη ενόσω εκκρεμεί η συζήτηση.

Αναγκαστική διαχείριση ή άλλο μέσο εκτέλεσης: ποιο συμφέρει τον δανειστή;

Η επιλογή μεταξύ των διαθέσιμων μέσων εκτέλεσης κατά επιχείρησης εξαρτάται από τρεις παραμέτρους: τη βιωσιμότητα της επιχείρησης ως λειτουργούσας μονάδας, την ταχύτητα ικανοποίησης που επιθυμεί ο δανειστής και τη διατήρηση ή ρευστοποίηση της επιχειρηματικής αξίας. Κάθε μέσο εξυπηρετεί διαφορετική στρατηγική και απευθύνεται σε διαφορετικό προφίλ απαίτησης.

Μέσο εκτέλεσηςΔιατήρηση επιχείρησηςΤαχύτητα ικανοποίησηςΠότε προτιμάται
Πλειστηριασμός επιχείρησηςΌχι, εκποίηση συνόλου ή στοιχείωνΆμεση, μετά την κατακύρωσηΥπερχρεωμένη επιχείρηση χωρίς προοπτική απόδοσης
Κατάσχεση ειδικών στοιχείων (1022-1023 ΚΠολΔ)Όχι, διάσπαση στοιχείωνΆμεση επί συγκεκριμένων στοιχείωνΕξειδικευμένα περιουσιακά στοιχεία (μηχανήματα, δικαιώματα)
Αναγκαστική διαχείριση (1034 επ. ΚΠολΔ)Ναι, ενεργή λειτουργίαΣταδιακή, από εισοδήματαΒιώσιμη επιχείρηση με σταθερές ροές
Πτώχευση (Ν. 4738/2020)Όχι ως κανόνας, εκτός εξυγίανσηςΣύμμετρη με όλους τους πιστωτέςΣυλλογική ικανοποίηση πολλών δανειστών

Η κάθε επιλογή δεν αποκλείει αυτόματα κάποια άλλη. Ένας δανειστής μπορεί να συνδυάσει αναγκαστική διαχείριση με κατάσχεση ειδικών στοιχείων που δεν εμπίπτουν στην επιχειρηματική λειτουργία, όπως ένα ακίνητο εκτός εκμετάλλευσης ή απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι τρίτων. Αντίστροφα, η κήρυξη πτώχευσης παύει αυτοδικαίως την εκκρεμή αναγκαστική διαχείριση (1036 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην πράξη, η αναγκαστική διαχείριση χρησιμοποιήθηκε σε γνωστές περιπτώσεις μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας που τέθηκε σε αναγκαστική διαχείριση δυνάμει τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με διορισμό ελεγκτικής εταιρείας ως αναγκαστικού διαχειριστή για να συνεχίσει τη λειτουργία και να ικανοποιήσει σταδιακά τους πιστωτές.

Πώς αντικρούεται η αίτηση μέσω των 4 λόγων αποκλεισμού του 1035 ΚΠολΔ;

Ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης ενός από τους τέσσερις λόγους που απαριθμεί το άρθρο 1035 ΚΠολΔ ως αρνητικές προϋποθέσεις. Η αναγκαστική διαχείριση δεν επιβάλλεται όταν συντρέχει έστω ένας από αυτούς, με βάση τα στοιχεία που προσκομίζονται κατά τη συζήτηση της αίτησης.

Οι τέσσερις λόγοι είναι:

  1. εισοδήματα ανεπαρκή για ικανοποίηση της απαίτησης σε εύλογο χρόνο,
  2. ποσό απαίτησης δυσανάλογο προς τη βαρύτητα του μέτρου,
  3. μικρή επιχείρηση ή ακίνητο μικρής αξίας όπου η διαχείριση κρίνεται ασύμφορη και
  4. σπουδαίος λόγος (που αφορά αποκλειστικά επιχειρήσεις και αναλύεται ειδικά παρακάτω).

Η αξιολόγηση καθενός από τους λόγους είναι ζήτημα πραγματικών περιτατικών και απαιτεί συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Για την ανεπάρκεια των εισοδημάτων προσκομίζονται οικονομικές καταστάσεις, στοιχεία φορολογικών δηλώσεων και ταμειακών ροών. Για τη δυσαναλογία της απαίτησης, εκτίμηση της αξίας και του κύκλου εργασιών. Για τη μικρή επιχείρηση, στοιχεία προσωπικού, τζίρου, ενεργητικού κλπ.

Ο οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί όλους τους παραπάνω λόγους σωρευτικά. Η διαμόρφωση της άμυνας στην αίτηση αναγκαστικής διαχείρισης απαιτεί ad hoc διατύπωση των ισχυρισμών με βάση τα πραγματικά περιστατικά της επιχείρησης, συνδυασμό φορολογικών και λογιστικών στοιχείων και προετοιμασία για την προσκόμισή τους. Η εμπειρία από αντίκρουση αιτήσεων του άρθρου 1035 δείχνει ότι ο τυπικός χειρισμός με γενικές διατυπώσεις δεν επαρκεί, ακόμη και όταν τα οι λόγοι είναι υπαρκτοί.

Πότε αναγνωρίζεται «σπουδαίος λόγος» αποκλεισμού της διαχείρισης;

Ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια που εξειδικεύεται από το δικαστήριο κατά περίπτωση. Ο νόμος δεν παρέχει ορισμό, αλλά τη γενική κατεύθυνση ότι αφορά περιστάσεις που καθιστούν την αναγκαστική διαχείριση προδήλως ασύμφορη ή ανέφικτη πρακτικά, παρά τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων του 1034.

Τυπικές περιπτώσεις σπουδαίου λόγου που έχουν αναγνωριστεί στη θεωρία και τη νομολογία περιλαμβάνουν: (i) εξάρτηση της απόδοσης της επιχείρησης από προσωπικές ικανότητες, πείρα ή γνώσεις του οφειλέτη, (ii) λειτουργία με μεθόδους που συνιστούν επαγγελματικό απόρρητο και δεν μπορούν να αξιοποιηθούν από τρίτο διαχειριστή, (iii) χρήση συνεργατών των οποίων η συνδρομή θα παύσει με την επιβολή της διαχείρισης.

Παράδειγμα τέτοιας εξάρτησης συναντάται σε επιχειρήσεις παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών, όπως δικηγορικές, ιατρικές, μηχανικές, καλλιτεχνικές, όπου η φήμη και το πελατολόγιο έχουν συνδεθεί άρρηκτα με το πρόσωπο του οφειλέτη. Αν τεθούν σε αναγκαστική διαχείριση από τρίτο, χάνουν την οικονομική τους υπόσταση. Παρόμοια λογική ισχύει για ορισμένες οικογενειακές επιχειρήσεις και για μονοπρόσωπες ανώνυμες εταιρείες όπου ο μοναδικός μέτοχος είναι και το θεμέλιο της δραστηριότητας.

Η νομολογιακή τεκμηρίωση του σπουδαίου λόγου διαφοροποιείται κατά περίπτωση και δεν αρκεί η αόριστη επίκληση «προσωπικού χαρακτήρα» της επιχείρησης. Απαιτείται απόδειξη ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση αποδίδει χάρη σε στοιχεία που δεν μπορούν να μεταβιβαστούν σε διαχειριστή, χωρίς ουσιώδη απώλεια αξίας.

Πότε συμφέρει ο διορισμός του οφειλέτη ως διαχειριστή κατά το 1037 παρ. 2;

Το άρθρο 1037 παρ. 2 ΚΠολΔ επιτρέπει τον διορισμό του ίδιου του οφειλέτη ως αναγκαστικού διαχειριστή, εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό συμφέρει στη λειτουργία της επιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή διορίζεται ταυτόχρονα και επόπτης, που παρακολουθεί τη διαχείριση. Ο οφειλέτης δεν λαμβάνει αμοιβή για τα καθήκοντα διαχειριστή (1041 παρ. 4).

Η ρύθμιση παρέχει στον οφειλέτη πραγματική αμυντική επιλογή. Αντί να χάσει εξ ολοκλήρου τη διεύθυνση της επιχείρησης, μπορεί να ζητήσει με αντίστοιχη δήλωση και τεκμηρίωση τον διορισμό του ίδιου. Το δικαστήριο σταθμίζει αν η διατήρηση του οφειλέτη στη διοίκηση εξυπηρετεί την οικονομική απόδοση της επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό λειτουργίας, την εξειδίκευση και τη συμμετοχή του στις βασικές διαδικασίες.

Αντίστοιχη δυνατότητα παρέχεται και στους δανειστές. Αν ένας δανειστής προτείνει συγκεκριμένο πρόσωπο για διαχειριστή ή επόπτη και αναλάβει την ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις του, η πρόταση προτιμάται κατά την κρίση του δικαστηρίου (1037 παρ. 3). Η ισορροπία επιλογής μεταξύ προτάσεων οφειλέτη και δανειστών αξιολογείται σε σχέση με το σκοπό της επωφελούς εκμετάλλευσης.

Η εμπειρία από υποθέσεις διορισμού του οφειλέτη ως διαχειριστή δείχνει ότι η επιτυχία της επιλογής εξαρτάται από την έγκαιρη και τεκμηριωμένη επίκληση. Ελλιπή επιχειρήματα στη συζήτηση της αίτησης, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία για την εξάρτηση της απόδοσης, σπάνια κρίνονται επαρκή. Στρατηγικά, η επιλογή αυτή λειτουργεί σε συνδυασμό με την επίκληση του σπουδαίου λόγου του 1035 ως δεύτερη γραμμή άμυνας.

Ποιες εξουσίες έχει ο διαχειριστής και πώς εκπροσωπεί δικαστικά;

Ο διαχειριστής ενεργεί κάθε πράξη ενδεδειγμένη για την τακτική και επωφελή εκμετάλλευση της επιχείρησης (1039 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνάπτει συμβάσεις με προμηθευτές και πελάτες, εισπράττει απαιτήσεις, καταβάλλει υποχρεώσεις, και εκπροσωπεί την επιχείρηση δικαστικά και εξωδικαστικά για κάθε έννομη σχέση που αφορά τη διαχείριση, ακόμη και αν αυτή γεννήθηκε πριν την επιβολή της.

Εξάλλου, ο διαχειριστής νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά ως μη δικαιούχος ή μη υπόχρεος διάδικος, εφόσον έχει αναλάβει τα καθήκοντά του. Η θέση αυτή έχει επιβεβαιωθεί από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 940/2019) και, ως προς τη γενική κατηγοριοποίηση, από την ΑΠ Ολ 1/2023 που κατατάσσει τον διαχειριστή στα κλασικά παραδείγματα εξαιρετικής νομιμοποίησης, μαζί με τον σύνδικο πτώχευσης, τον εκτελεστή διαθήκης και τον εκκαθαριστή κληρονομίας.

Για συμβάσεις διάρκειας μεγαλύτερης του ενός έτους, ο διαχειριστής χρειάζεται άδεια του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που παρέχεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. (1039 παρ. 4). Ο περιορισμός αυτός προστατεύει την επιχείρηση από μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις που θα δυσχέραιναν τη λήξη της διαχείρισης. Παράλληλα, ο διαχειριστής δικαιούται να παρέχει ενέχυρο στις πρώτες ύλες ή τα προϊόντα της επιχείρησης για να συνεχιστεί η εκμετάλλευση.

Από τα εισοδήματα της επιχείρησης, ο διαχειριστής καλύπτει πρώτα τις αποδοχές του προσωπικού, τους τακτικούς φόρους, τις εισφορές σε ασφαλιστικούς οργανισμούς που γίνονται απαιτητοί κατά τη διαχείριση και τη δόση δανείων που έχει λάβει η διαχείριση (1042 ΚΠολΔ). Η αμοιβή του ίδιου του διαχειριστή και του επόπτη ορίζεται μηνιαία από το Μονομελές Πρωτοδικείο (1041 παρ. 1).

Πώς ικανοποιούνται οι δανειστές μέσω του πίνακα διανομής;

Το ποσό που απομένει από τα εισοδήματα της επιχείρησης, μετά την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων του 1042, διανέμεται στον δανειστή που ζήτησε την αναγκαστική διαχείριση και σε όσους άλλους έχουν αναγγελθεί. Η αναγγελία γίνεται με έγγραφη δήλωση που επιδίδεται στον διαχειριστή και στον οφειλέτη.

Ο διαχειριστής συντάσσει κάθε τρίμηνο πίνακα διανομής και καταβάλλει βάσει αυτού στους κατάτακτους δανειστές. Η κατάταξη γίνεται με τις διατάξεις των άρθρων 975, 976, 977 και 1007 ΚΠολΔ, δηλαδή με τους ίδιους κανόνες προνομίων που εφαρμόζονται στον πλειστηριασμό. Σημείο αναφοράς για τα προνόμια του 975 είναι η ημέρα έναρξης της αναγκαστικής διαχείρισης, όχι η ημέρα πλειστηριασμού (1043 παρ. 3).

Μέσα σε δέκα ημέρες από τη σύνταξη του πίνακα διανομής, ο διαχειριστής καλεί εγγράφως τον οφειλέτη και τους αναγγελθέντες να λάβουν γνώση. Αντιρρήσεις κατά της αναγγελίας δανειστή ή κατά του πίνακα διανομής ασκούνται μέσα σε δέκα ημέρες από τη γνωστοποίηση, ενώπιον του αρμδιου δικαστηρίου του 933 ΚΠολΔ (1044 παρ. 1). Η άσκηση αντιρρήσεων αναστέλλει την καταβολή στον δανειστή κατά του οποίου στρέφονται, μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης.

Η εξέλιξη αυτή έχει στρατηγική σημασία για τους δανειστές. Δανειστής που γνωρίζει την επιχείρηση και τη φερεγγυότητά της μπορεί να επιλέξει, για παράδειγμα, την αναγγελία αντί της καταδολιευτικής διάρρηξης προηγούμενων μεταβιβάσεων, αν τα εισοδήματα επαρκούν. Αν όχι, αναγγέλλεται ακριβώς για να εξασφαλίσει θέση στον πίνακα διανομής, μέχρι να εξετάσει τις εναλλακτικές του.

Πώς παύει η αναγκαστική διαχείριση και τι ισχύει σε πτώχευση κατά Ν. 4738/2020;

Η αναγκαστική διαχείριση παύει με τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου σε τρεις περιπτώσεις του άρθρου 1046 ΚΠολΔ:

  1. ικανοποίηση της απαίτησης του αιτούντος και των αναγγελθέντων δανειστών ή έγγραφη παραίτηση από αυτή,
  2. κρίση του δικαστηρίου ότι η συνέχιση δεν είναι ενδεδειγμένη ή ζημιώνει τα συμφέροντα του οφειλέτη και
  3. αδράνεια του διαχειριστή ή του επόπτη να αναλάβει καθήκοντα μέσα σε εύλογο διάστημα.

Με την εξάλειψη της εγγραφής στο ειδικό βιβλίο, η διαχείριση παύει οριστικά.

Αυτοτελής και ισχυρότερος λόγος παύσης είναι η κήρυξη πτώχευσης του οφειλέτη κατά τον Ν. 4738/2020. Το άρθρο 1036 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζει ρητά ότι η αναγκαστική διαχείριση παύει αν ο οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση, καθώς και αν γίνει πλειστηριασμός των κατασχεμένων στοιχείων της επιχείρησης. Στις δύο αυτές περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί η εξάλειψη της εγγραφής της παρ. 1.

Η σχέση με τη νέα πτωχευτική διαδικασία είναι κρίσιμη πρακτικά. Με την κήρυξη της πτώχευσης κατά τον Ν. 4738/2020, η πτωχευτική απαλλοτρίωση καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη και ομογενοποιεί τη διανομή προς όλους τους πιστωτές μέσω του συνδίκου. Η εκκρεμής αναγκαστική διαχείριση χάνει την αυτονομία της και ο δανειστής που είχε ζητήσει την επιβολή της, οφείλει να αναγγείλει την απαίτησή του στην πτωχευτική περιουσία.

Στρατηγικά, ο δανειστής που έχει ζητήσει αναγκαστική διαχείριση πρέπει να παρακολουθεί την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και την πιθανότητα κήρυξης πτώχευσης, καθώς και να σταθμίζει την υπαγωγή του ίδιου του οφειλέτη σε εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης του 4738/2020. Η σχέση μεταξύ ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης διαφοροποιείται κατά περίπτωση και ο χρονικός συντονισμός των ενεργειών αλλάζει ριζικά την τελική ικανοποίηση.

Συχνές Ερωτήσεις

Πότε επιβάλλεται αναγκαστική διαχείριση επιχείρησης;

Η αναγκαστική διαχείριση επιβάλλεται μετά από αίτηση δανειστή με εκτελεστό τίτλο που έχει επιδώσει επιταγή προς εκτέλεση και έχει παρέλθει η τριήμερη προθεσμία του 924 ΚΠολΔ. Αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ).

Ποιος διορίζεται αναγκαστικός διαχειριστής;

Διορίζεται πρόσωπο κατάλληλο, με προτίμηση σε όσους ασκούν ίδιο ή συγγενικό επάγγελμα με τη δραστηριότητα της επιχείρησης ή έχουν ειδικές γνώσεις και πείρα (1037 παρ. 1 ΚΠολΔ). Μπορεί να διοριστεί ο ίδιος ο οφειλέτης, αν συμφέρει στη λειτουργία, με ταυτόχρονο διορισμό επόπτη. Επίσης μπορεί να προταθεί και από δανειστή που αναλαμβάνει την ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις του διαχειριστή.

Μπορεί ο οφειλέτης να διοριστεί ως διαχειριστής;

Ναι, εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό συμφέρει στην εκμετάλλευση του ακινήτου ή τη λειτουργία της επιχείρησης (1037 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή ορίζεται και επόπτης που παρακολουθεί τη διαχείριση. Ο οφειλέτης δεν λαμβάνει μηνιαία αμοιβή (1041 παρ. 4). Η επιλογή λειτουργεί σε επιχειρήσεις που εξαρτώνται από την προσωπική δραστηριότητα του επιχειρηματία.

Σε τι διαφέρει η αναγκαστική από την ειδική διαχείριση του Ν. 4307/2014;

Η αναγκαστική διαχείριση είναι μέσο ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης υπέρ συγκεκριμένου δανειστή με εκτελεστό τίτλο, για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης από τα εισοδήματα της επιχείρησης. Η ειδική διαχείριση του Ν. 4307/2014 είναι συλλογική διαδικασία εκκαθάρισης εν λειτουργία, με στόχο τη μεταβίβαση του ενεργητικού σε υποψήφιο επενδυτή και τη συμμετρική ικανοποίηση όλων των πιστωτών.

Τι συμβαίνει αν παράλληλα κηρυχθεί πτώχευση;

Η αναγκαστική διαχείριση παύει αυτοδικαίως αν ο οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση κατά τον Ν. 4738/2020 (1036 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η πτωχευτική απαλλοτρίωση καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας και ομογενοποιεί τη διανομή μέσω του συνδίκου. Ο δανειστής που είχε ζητήσει αναγκαστική διαχείριση πρέπει να αναγγείλει την απαίτησή του στην πτωχευτική περιουσία.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Επιλογή χρόνου της αίτησης: Η αναγκαστική διαχείριση αποδίδει όταν επιβάλλεται πριν η επιχείρηση χάσει τη βιωσιμότητά της. Καθυστερημένη αίτηση σε επιχείρηση με ταμειακά προβλήματα συχνά καταλήγει σε ανάλωση πόρων χωρίς ικανοποίηση. Το προδικαστικό στάδιο αξιοποιείται για παράλληλη συντηρητική κατάσχεση με προσωρινή διαταγή.

Άμυνα κατά 1035 με τεκμηρίωση: Η επίκληση των λόγων αποκλεισμού απαιτεί συγκεκριμένη απόδειξη με οικονομικά στοιχεία, ισολογισμούς και ταμειακές ροές, όχι γενικές διατυπώσεις. Ο σπουδαίος λόγος ιδίως αξιολογείται με βάση συγκεκριμένα πραγματικά περιτατικά της επιχείρησης και η διαφοροποίηση από τη γενική νομολογία διατυπώνεται ad hoc.

Διορισμός οφειλέτη ως διαχειριστή ως δεύτερη γραμμή: Αν οι λόγοι του 1035 δεν φαίνονται ισχυροί, η εναλλακτική του 1037 παρ. 2 παρέχει αμυντικό σχήμα: η επιχείρηση συνεχίζει υπό τη διεύθυνση του οφειλέτη, με επόπτη. Η σύζευξη των δύο αμυντικών αξόνων αλλάζει τη διαπραγματευτική θέση του οφειλέτη.

Συντονισμός με Ν. 4738/2020: Πριν την αίτηση αναγκαστικής διαχείρισης, ο δανειστής εξετάζει αν ο οφειλέτης έχει υπαχθεί ή πρόκειται να υπαχθεί σε εξωδικαστικό μηχανισμό. Η σχέση μεταξύ ατομικής εκτέλεσης και συλλογικών ρυθμίσεων του 4738/2020 διαφοροποιείται κατά περίπτωση και απαιτεί προσεκτικό στρατηγικό σχεδιασμό.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα αναγκαστικής διαχείρησης.