Skip to content
Αρθρογραφία

Προσωρινή Διαταγή: Πόσο Ισχύει & Πότε Χάνεται

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 4 Αυγούστου 2026

Προσωρινή Διαταγή: Πόση Προστασία Δίνει Πραγματικά Στην Επιχείρηση Μέχρι Τα Ασφαλιστικά Μέτρα

Εν συντομία:

  • Η προσωρινή διαταγή του άρθρου 691Α ΚΠολΔ καλύπτει το διάστημα από την κατάθεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων έως τη συζήτησή της.
  • Ο νόμος ορίζει ότι, όταν χορηγηθεί, η αίτηση προσδιορίζεται σε τριάντα ημέρες. Η πρόβλεψη αυτή πολλές φορές δεν μπορεί να εφαρμοστεί, ιδίως σε μεγάλα πρωτοδικεία με αυξημένο φόρτο.
  • Η συζήτηση της προσωρινής διαταγής γίνεται εντός ημερών από την κατάθεση, οπότε το αποδεικτικό υλικό και η διατύπωση του αιτητικού κρίνονται οριστικά πριν την κατάθεση.
  • Η διαταγή παύει αυτοδικαίως σε αναβολή χωρίς παράταση, σε παράλειψη αιτήματος διατήρησης και σε αποδοχή αιτήματος ανάκλησης.
  • Μετά την κατάργηση του άρθρου 732Α ΚΠολΔ με τον Ν. 5221/2025, η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν συνοδεύεται πλέον από υποχρεωτική προθεσμία άσκησης κύριας αγωγής.

Πόσο προστατεύει η προσωρινή διαταγή μέχρι να δικαστούν τα ασφαλιστικά μέτρα;

Η προσωρινή διαταγή καλύπτει το κενό προστασίας από την κατάθεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων έως τη συζήτησή της. Το άρθρο 691Α παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι, όταν γίνει δεκτό το αίτημα, η αίτηση προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε τριάντα ημέρες. Η πρόβλεψη αυτή πολλές φορές δεν μπορεί να εφαρμοστεί, ιδίως σε μεγάλα πρωτοδικεία με αυξημένο φόρτο.

Η απόκλιση αυτή μεταβάλλει τη σημασία του θεσμού. Όταν η δικάσιμος των ασφαλιστικών μέτρων απέχει πολύ περισσότερο από τον χρόνο που προβλέπει ο νόμος, η συζήτηση της προσωρινής διαταγής, που διεξάγεται εντός ημερών από την κατάθεση, καθορίζει το καθεστώς που θα ισχύει για ολόκληρο το ενδιάμεσο διάστημα.

Δεν πρόκειται για προκαταρκτικό στάδιο χωρίς αυτοτελές βάρος. Πρόκειται για την κρίση που παράγει τα πρακτικά αποτελέσματα, ενώ η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ακολουθεί πολύ αργότερα.

Η νομική φύση της διαταγής εξηγεί τα όριά της. Κατά την κρατούσα άποψη δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, καθώς δεν περιέχει αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης, στερείται των στοιχείων του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 305 ΚΠολΔ και δεν υποβάλλεται σε δημοσίευση (ΟλΑΠ 4/2004).

Είναι όμως εκτελεστός τίτλος κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ ΚΠολΔ και εκτελείται μόλις καταχωριστεί κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά (ΑΠ 20/2015).

Εξάλλου, ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι η προσωρινή διαταγή φέρει χαρακτηριστικά δικαστικής απόφασης, αφού περιέχει συγκεκριμένη δικαστική επιταγή που εκδίδεται από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο κατόπιν συνοπτικής διαδικασίας (ΑΠ 1736/2017, με παραπομπή σε ΟλΑΠ 1154/1990).

Οι δύο θέσεις δεν συγκρούονται, καθώς αφορούν διαφορετικά ερωτήματα. Για το κύρος και τη δημοσίευση η διαταγή δεν εξομοιώνεται με απόφαση. Για την εκτελεστότητα και τη δέσμευση των οργάνων εκτέλεσης εξομοιώνεται.

Τι πρέπει να έχει έτοιμη η επιχείρηση πριν κατατεθεί η αίτηση;

Επειδή η συζήτηση της προσωρινής διαταγής προσδιορίζεται εντός ημερών από την κατάθεση, το αποδεικτικό υλικό και η διατύπωση του αιτητικού κρίνονται οριστικά πριν την κατάθεση. Δεν υπάρχει πρακτικά διάστημα συμπλήρωσης. Ό,τι δεν έχει συγκεντρωθεί όταν κατατίθεται η αίτηση, δεν θα βρίσκεται στον φάκελο όταν κρίνεται το αίτημα.

Ο νομοθέτης δεν εξειδικεύει τις προϋποθέσεις χορήγησης. Από τη λειτουργία του θεσμού προκύπτει ότι απαιτούνται σωρευτικά:

  1. περιστάσεις κατεπείγοντος ή επικείμενου κινδύνου,
  2. εκκρεμής αίτηση ασφαλιστικών μέτρων,
  3. κίνδυνος η μεταγενέστερη απόφαση να καταστεί άνευ αντικειμένου,
  4. ρητή επίκληση των περιστάσεων αυτών στο δικόγραφο και
  5. πιθανολόγηση ευδοκίμησης της κύριας αίτησης.

Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην τέταρτη προϋπόθεση. Σε περιπτώσεις συντηρητικής κατάσχεσης, για παράδειγμα, η γενική επίκληση πιθανότητας επιδείνωσης της περιουσιακής κατάστασης του αντισυμβαλλομένου δεν αρκεί.

Απαιτείται αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα που δηλώνουν επικείμενη αποξένωση από συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, όπως καταχωρισμένη μεταβίβαση, εξαγγελθείσα εκποίηση ή απόπειρα μεταφοράς δραστηριότητας σε συνδεδεμένο σχήμα.

Η εμπειρία από υποθέσεις εμπορικών διαφορών δείχνει ότι τα αιτήματα απορρίπτονται συχνότερα για αοριστία των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης παρά για νομική αδυναμία της αξίωσης.

Η αποδεικτική διαδικασία λειτουργεί ελαστικά υπέρ του αιτούντος. Ο δικαστής μπορεί να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα ατελή ή μη πληρούντα τους όρους του νόμου, έγγραφα σε αλλοδαπή γλώσσα χωρίς μετάφραση, καθώς και γεγονότα γνωστά στο δικαστήριο.

Η εξέταση μαρτύρων ή διαδίκου και η αυτοψία δεν αποκλείονται. Αποκλείεται η πραγματογνωμοσύνη, γεγονός που έχει άμεση συνέπεια σε τεχνικές διαφορές, όπου η αξίωση στηρίζεται σε λογιστική ή τεχνική αποτίμηση.

Η διατύπωση του αιτητικού απαιτεί ad hoc σύνταξη ανά υπόθεση. Το αίτημα πρέπει να είναι αρκετά συγκεκριμένο ώστε να είναι εκτελεστό από τα όργανα εκτέλεσης και αρκετά ευρύ ώστε να μην παρακάμπτεται με εναλλακτική ενέργεια του καθ’ ου.

Ένα αίτημα απαγόρευσης μεταβολής της νομικής και πραγματικής κατάστασης συγκεκριμένου ακινήτου δεν εμποδίζει την εκποίηση μηχανολογικού εξοπλισμού, ενώ ένα υπερβολικά γενικό αίτημα κινδυνεύει να απορριφθεί ως αόριστο. Η ίδια αξίωση, ανάλογα με τη διατύπωση, παράγει πλήρη προστασία ή μερικό αποτέλεσμα.

Πότε χάνεται η προσωρινή διαταγή χωρίς να το αντιληφθεί ο αιτών;

Η χορηγηθείσα διαταγή παύει να ισχύει σε τρεις περιπτώσεις:

  • Πρώτον, όταν αναβληθεί η συζήτηση της αίτησης χωρίς να παραταθεί η ισχύς της από το δικαστήριο.
  • Δεύτερον, όταν κατά τη συζήτηση δεν υποβληθεί αίτημα διατήρησης.
  • Τρίτον, όταν γίνει δεκτό αίτημα ανάκλησης του καθ’ ου, δικαίωμα που το άρθρο 691Α παρ. 2 ΚΠολΔ διατηρεί σε κάθε περίπτωση.

Η δεύτερη περίπτωση προκύπτει από τη συνήθη διατύπωση του διατακτικού. Η προσωρινή διαταγή χορηγείται κατά κανόνα με τον χρονικό περιορισμό ότι ισχύει μέχρι τη συζήτηση και υπό τον όρο διεξαγωγής αυτής.

Ο όρος αυτός σημαίνει ότι η ισχύς αναλώνεται με τη συζήτηση, οπότε η διατήρησή της απαιτεί ρητό αίτημα στην έδρα. Παράλειψη του αιτήματος οδηγεί σε παύση ισχύος χωρίς καμία δικαστική πράξη και χωρίς ειδοποίηση.

Σε μικρότερο αριθμό περιπτώσεων το διατακτικό αναφέρει μόνο ότι η διαταγή ισχύει μέχρι τη συζήτηση, χωρίς τον όρο διεξαγωγής. Η διαφορά έχει πρακτική σημασία, καθώς η απουσία του όρου μεταβάλλει το τι απαιτείται σε περίπτωση αναβολής. Αυτό που καθορίζει τι πρέπει να ζητηθεί και πότε είναι το ακριβές διατακτικό, όχι η γενική περιγραφή του.

Το άρθρο 691Α παρ. 3 ΚΠολΔ προσθέτει ειδική διατύπωση δημοσιότητας για τις διαταγές που απαγορεύουν τη μεταβολή της πραγματικής ή νομικής κατάστασης ακινήτου, πλοίου ή αεροσκάφους.

Η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η διαταγή επιδίδεται στην αρμόδια αρχή και εγγράφεται στο αντίστοιχο βιβλίο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 713 και 714.

Χωρίς την εγγραφή αυτή η δέσμευση δεν καθίσταται γνωστή στους τρίτους, οπότε η προστασία περιορίζεται σε σχέση με τον καθ’ ου. Η ίδια λογική δημοσιότητας διέπει και την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ως ασφαλιστικό μέτρο εξασφάλισης χρηματικής απαίτησης.

Πώς κρίνεται το αίτημα διατήρησης όταν αναβάλλεται η συζήτηση;

Το αίτημα διατήρησης υποβάλλεται στην έδρα και κρίνεται μαζί με το αίτημα αναβολής. Όταν το αίτημα αναβολής και διατήρησης υποβάλλεται συναινετικά ή όταν τα μέρη δηλώνουν ότι δεν αντιτίθενται, γίνεται κατά κανόνα δεκτό. Όταν υποβάλλονται σωρευτικά χωρίς συναίνεση, ο δικαστής μπορεί να απορρίψει και τα δύο.

Η συνέπεια για τον αιτούντα είναι δυσανάλογη με τη φαινομενική διαδικαστική φύση του ζητήματος. Απόρριψη του αιτήματος αναβολής σημαίνει συζήτηση χωρίς πλήρη προετοιμασία.

Απόρριψη του αιτήματος διατήρησης σημαίνει απώλεια της δέσμευσης που επιτεύχθηκε, τη στιγμή ακριβώς που η υπόθεση μετατίθεται χρονικά. Ο συνδυασμός των δύο αναιρεί το αποτέλεσμα της αρχικής επιτυχίας.

Η θέση του καθ’ ου είναι διαφορετική. Όταν ο καθ’ ου ζητά αναβολή, η δήλωση ότι δεν αντιτίθεται στη διατήρηση της διαταγής αυξάνει την πιθανότητα αποδοχής του δικού του αιτήματος, με αντάλλαγμα τη συνέχιση της δέσμευσης.

Η εμπειρία από υποθέσεις εταιρικών διαφορών δείχνει ότι η στάθμιση αυτή κρίνεται από τη σχέση ανάμεσα στο κόστος της δέσμευσης και στην αξία του πρόσθετου χρόνου προετοιμασίας και διαφοροποιείται κατά περίπτωση.

ΣτάδιοΤι ορίζει ο ΚΠολΔΤι ισχύει στην πράξηΤι διακινδυνεύει η επιχείρησηΑπαιτούμενη ενέργεια
Κατάθεση αίτησηςΤο αίτημα σωρεύεται στο δικόγραφο ή υποβάλλεται αυτοτελώς (691Α παρ. 1)Ο προσδιορισμός συζήτησης της διαταγής γίνεται εντός ημερώνΕλλιπής τεκμηρίωση επικείμενου κινδύνουΠλήρης φάκελος και οριστικό αιτητικό πριν την κατάθεση
Συζήτηση διαταγήςΚλήτευση του καθ’ ου αν κριθεί αναγκαία η εμφάνισή του (691Α παρ. 2)Συνοπτική διαδικασία, χωρίς πραγματογνωμοσύνηΑοριστία αιτητικού και απόρριψηΣυγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και συγκεκριμένες πράξεις
ΧορήγησηΕκτελεστός τίτλος κατά 904 παρ. 2 περ. ζΙσχύς κατά κανόνα μέχρι τη συζήτηση και υπό τον όρο διεξαγωγήςΆγνοια του ακριβούς διατακτικούΑνάγνωση του διατακτικού και δημοσιότητα κατά 691Α παρ. 3 όπου απαιτείται
Προσδιορισμός ασφαλιστικώνΣυζήτηση εντός τριάντα ημερών (691Α παρ. 2)Η προθεσμία πολλές φορές δεν μπορεί να τηρηθείΠαρατεταμένη εξάρτηση από τη διαταγήΣχεδιασμός με ορίζοντα μεγαλύτερο του μηνός
ΑναβολήΑυτοδίκαιη παύση ισχύος, εκτός αν παραταθείΗ παράταση κρίνεται μαζί με την αναβολήΤαυτόχρονη απώλεια αναβολής και δέσμευσηςΣυναινετικό ή μη αντιτιθέμενο αίτημα, με προηγούμενη ενημέρωση
Συζήτηση ασφαλιστικώνΑνάλωση της ισχύος με τη διεξαγωγήΑπαιτείται ρητό αίτημα διατήρησηςΠαύση ισχύος χωρίς δικαστική πράξηΥποβολή αιτήματος διατήρησης στην έδρα
Μετά την απόφασηΚαμία υποχρεωτική προθεσμία κύριας αγωγής μετά την κατάργηση του 732ΑΗ προσωρινή ρύθμιση μπορεί να διαρκέσει χωρίς κύρια δίκηΣτασιμότητα χωρίς οριστική επίλυσηΑπόφαση αν η προσωρινή ρύθμιση αρκεί ή αν ακολουθεί αγωγή

Πώς αλλάζει ο σχεδιασμός μετά την κατάργηση του άρθρου 732Α ΚΠολΔ;

Με το άρθρο 127 του Ν. 5221/2025 καταργήθηκε το άρθρο 732Α ΚΠολΔ, το οποίο είχε προστεθεί με τον Ν. 4842/2021 και προέβλεπε προθεσμία άσκησης αγωγής για την κύρια υπόθεση μετά από προσωρινή ρύθμιση κατάστασης.

Μετά την έκδοση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων κατά τα άρθρα 731 επ. ΚΠολΔ δεν υφίσταται πλέον εκ του νόμου υποχρέωση άσκησης κύριας αγωγής εντός προθεσμίας, εκτός αν ορίζει η ίδια η απόφαση των ασφαλιστικών.

Η μεταβολή αυτή έχει άμεση επίπτωση στον υπολογισμό της επιχείρησης. Υπό το προηγούμενο καθεστώς η προσωρινή ρύθμιση λειτουργούσε ως πρώτο στάδιο μιας πορείας που έπρεπε να συνεχιστεί, με το κόστος και τον χρόνο μιας τακτικής δίκης.

Πλέον η προσωρινή ρύθμιση μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή επιλογή, όταν το ζητούμενο είναι η αποκατάσταση μιας λειτουργικής κατάστασης και όχι η οριστική διάγνωση της έννομης σχέσης.

Ο Ν. 5221/2025 επέφερε και δύο ακόμη μεταβολές που αφορούν τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Στη νέα παρ. 5 του άρθρου 686 ΚΠολΔ η υποβολή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης γίνεται και προφορικά, ενώ η προηγούμενη διατύπωση προέβλεπε υποβολή και με τις προτάσεις.

Στο νέο άρθρο 722 παρ. 1 ΚΠολΔ εισάγεται αναλυτική ρύθμιση για την εκπλειστηρίαση κινητών ή ακινήτων χωρίς κατάσχεση, όταν είχε προηγηθεί συντηρητική κατάσχεσή τους και ο δανειστής αποκτά εκτελεστό τίτλο.

Το ίδιο το άρθρο 691Α ΚΠολΔ δεν τροποποιήθηκε από τον Ν. 5221/2025 ούτε από τον διορθωτικό Ν. 5264/2025. Ο θεσμός της προσωρινής διαταγής παραμένει όπως διαμορφώθηκε με τον Ν. 4842/2021, ενώ το δικονομικό περιβάλλον γύρω του μεταβλήθηκε ουσιωδώς.

Η στρατηγική επιλογή ανάμεσα στην προσωρινή ρύθμιση και στην εξασφαλιστική δέσμευση εξαρτάται από το αν η επιχείρηση επιδιώκει λειτουργική αποκατάσταση ή διατήρηση περιουσιακού αντικειμένου, όπως συμβαίνει με τη δικαστική μεσεγγύηση στις μη χρηματικές απαιτήσεις.

Τι επιλογές έχει η επιχείρηση αν ο καθ’ ου δεν συμμορφωθεί;

Η προσωρινή διαταγή είναι εκτελεστός τίτλος και δεσμεύει τα όργανα εκτέλεσης στα οποία γνωστοποιήθηκε, χωρίς αυτά να ελέγχουν τη συνδρομή των όρων έκδοσής της.

Παράλληλα, η μη συμμόρφωση θεμελιώνει ποινική ευθύνη. Το άρθρο 232Α του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα μεταφέρθηκε στο άρθρο 169Α ΠΚ, το οποίο μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 34 του Ν. 5090/2024 φέρει τον τίτλο περί παραβίασης δικαστικών αποφάσεων, συμφωνιών που επικυρώθηκαν από συμβολαιογράφο και πρακτικού διαμεσολάβησης (ΑΠ 964/2025).

Η αντικειμενική υπόσταση απαιτεί μη συμμόρφωση σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου με την οποία ο δράστης υποχρεώθηκε σε παράλειψη, ανοχή ή πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση και θέληση παραβίασης.

Το όριο του αδικήματος έχει πρακτική σημασία σε εταιρικά συγκροτήματα. Το αδίκημα δεν τελείται από τρίτο πρόσωπο που δεν δεσμεύεται από τη διαταγή, το οποίο μπορεί να τιμωρηθεί μόνο ως συμμέτοχος (ΑΠ 311/2014).

Όταν η δέσμευση αφορά την περιουσία μιας εταιρείας και η μεταβίβαση διενεργείται από συνδεδεμένο νομικό πρόσωπο που δεν κατονομάζεται στη διαταγή, η ποινική οδός στενεύει σημαντικά. Η διατύπωση του αιτητικού ως προς τα δεσμευόμενα πρόσωπα καθορίζει, επομένως, όχι μόνο την αστική αλλά και την ποινική εμβέλεια του μέτρου.

Η αστική διάσταση παραμένει ανεξάρτητη. Η παραβίαση της δέσμευσης παράγει αξίωση αποζημίωσης, στην οποία εντάσσεται και το διαφυγόν κέρδος της επιχείρησης, εφόσον τεκμηριώνεται η υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων χωρίς την παραβίαση.

Ποιες προσωρινές διαταγές ζητούνται σε εμπορικές και εταιρικές διαφορές;

Στις εμπορικές και εταιρικές διαφορές οι προσωρινές διαταγές οργανώνονται σε τρεις ομάδες. Η πρώτη αφορά δέσμευση περιουσίας, η δεύτερη παρέμβαση στη λειτουργία εταιρικού οργάνου και η τρίτη αναστολή διοικητικής ή διαγωνιστικής διαδικασίας. Η κατάταξη έχει σημασία, καθώς κάθε ομάδα απαιτεί διαφορετική τεκμηρίωση επείγοντος.

Δέσμευση περιουσίας

  • Απαγόρευση νομικής και πραγματικής μεταβολής της κινητής και ακίνητης περιουσίας εταιρείας.
  • Απαγόρευση μεταβολής της περιουσίας ομόρρυθμου εταίρου για οφειλές της ομόρρυθμης εταιρείας.
  • Απαγόρευση μεταβολής της περιουσίας ετερόρρυθμου εταίρου για οφειλές της ετερόρρυθμης εταιρείας λόγω αδικοπραξίας του.
  • Απόρριψη αντίστοιχου αιτήματος, όταν η επίκληση περιορίζεται στην πιθανότητα επιδείνωσης της περιουσιακής κατάστασης χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα επικείμενης αποξένωσης.

Παρέμβαση σε εταιρικό όργανο

  • Διορισμός προσωρινής διοίκησης ανώνυμης εταιρείας κατόπιν αιτήματος πιστωτή.
  • Διορισμός προσωρινής διοίκησης ανώνυμης εταιρείας κατόπιν αιτήματος μετόχου.
  • Αναστολή απόφασης γενικής συνέλευσης κατόπιν αιτήματος μετόχου, μέτρο που συνδέεται με τη διάκριση ανάμεσα σε άκυρες και ακυρώσιμες αποφάσεις και καθορίζει ποια προσβολή χωρεί.
  • Αντικατάσταση εκκαθαριστή.
  • Διορισμός διαχειριστή, όταν το ζητούμενο είναι η συνέχιση της εκμετάλλευσης, ζήτημα που άπτεται της αναγκαστικής διαχείρισης επιχείρησης.

Αναστολή διαδικασίας ή προσβολής

  • Είσοδος στις εγκαταστάσεις και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές εταιρείας για καταγραφή και εξαγωγή λογισμικού που προβάλλεται ως αντιγραμμένο, μέτρο που συχνά σωρεύεται με αξιώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού.
  • Θέση εταιρείας σε καθεστώς προσωρινής προστασίας από τους πιστωτές κατά τις διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου.
  • Αναστολή προστίμων και καταλογιστικών πράξεων της φορολογικής διοίκησης στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου (αρμοδιότητα διοικητικών δικαστηρίων).
  • Αναστολή αναγκαστικών μέτρων ασφαλιστικού φορέα (αρμοδιότητα διοικητικών δικαστηρίων).
  • Μη αποσφράγιση οικονομικών προσφορών δημόσιου διαγωνισμού και αναστολή της προόδου της διαδικασίας (αρμοδιότητα διοικητικών δικαστηρίων).

Συχνές ερωτήσεις

Πόσο χρόνο ισχύει η προσωρινή διαταγή;

Δεν υπάρχει σταθερή διάρκεια. Η ισχύς καθορίζεται από το ίδιο το διατακτικό. Στη συνηθέστερη μορφή του ορίζεται ότι η διαταγή ισχύει μέχρι τη συζήτηση και υπό τον όρο διεξαγωγής αυτής, οπότε αναλώνεται με τη συζήτηση εκτός αν ζητηθεί η διατήρησή της. Σε αναβολή παύει αυτοδικαίως, εκτός αν παραταθεί από το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση.

Μπορεί ο καθ’ ου να ζητήσει την ανάκλησή της;

Ναι. Το άρθρο 691Α παρ. 2 ΚΠολΔ διατηρεί σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα του καθ’ ου να ζητήσει την ανάκληση. Το αίτημα εξετάζεται από το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και μπορεί να στηριχθεί σε μεταβολή των συνθηκών ή σε στοιχεία που δεν τέθηκαν υπόψη κατά την αρχική συζήτηση.

Είναι η προσωρινή διαταγή δικαστική απόφαση;

Για το κύρος και τη δημοσίευση δεν εξομοιώνεται με δικαστική απόφαση, καθώς στερείται αυθεντικής διάγνωσης της έννομης σχέσης και δεν δημοσιεύεται. Για την εκτελεστότητα εξομοιώνεται, αφού αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ ΚΠολΔ και δεσμεύει τα όργανα εκτέλεσης στα οποία γνωστοποιήθηκε.

Ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο ;

Αρμόδιο είναι το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ακόμη και αν αυτό αποδειχθεί τελικά αναρμόδιο για την κύρια αίτηση. Η δυνατότητα υποβολής του αιτήματος διαρκεί από την κατάθεση της αίτησης έως την έκδοση απόφασης επί αυτής.

Πρακτικές επισημάνσεις

Φάκελος πλήρης πριν την κατάθεση: Ο χρόνος από την κατάθεση έως τη συζήτηση της διαταγής μετριέται σε ημέρες, οπότε η συλλογή εγγράφων μετά την κατάθεση δεν προλαβαίνει να αξιοποιηθεί.

Ανάγνωση του ακριβούς διατακτικού: Η παρουσία ή απουσία του όρου διεξαγωγής της συζήτησης καθορίζει τι πρέπει να ζητηθεί σε περίπτωση αναβολής.

Αίτημα διατήρησης σε κάθε αναβολή και σε κάθε συζήτηση: Η παράλειψη οδηγεί σε αυτοδίκαιη παύση ισχύος χωρίς δικαστική πράξη και χωρίς ειδοποίηση.

Δημοσιότητα κατά 691Α παρ. 3 όπου εφαρμόζεται: Σε ακίνητο, πλοίο ή αεροσκάφος η εγγραφή στο αντίστοιχο βιβλίο καθιστά τη δέσμευση γνωστή στους τρίτους.

Κατονομασία των δεσμευόμενων προσώπων: Η ποινική εμβέλεια του άρθρου 169Α ΠΚ περιορίζεται σε όσους δεσμεύονται από τη διαταγή, γεγονός κρίσιμο όταν η δραστηριότητα κατανέμεται σε συνδεδεμένα νομικά πρόσωπα.

Επανεξέταση της ανάγκης κύριας αγωγής: Μετά την κατάργηση του άρθρου 732Α ΚΠολΔ η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν συνοδεύεται από υποχρεωτική προθεσμία, οπότε η άσκηση αγωγής κρίνεται πλέον με κριτήρια σκοπιμότητας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την προσωρινή διαταγή.