Skip to content
Αρθρογραφία

Εικονική Εταιρεία: Έννοια Φορολογική & Ασφαλιστική Αντιμετώπιση

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 27 Μαρτίου 2026

Εικονική εταιρεία, είναι η εταιρεία της οποίας η εταιρική σύμβαση ερείδεται σε εικονική δήλωση βούλησης, δηλαδή καταρτίστηκε μόνο φαινομενικά.

Εικονική δήλωση βούλησης είναι εκείνη η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εν τύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς να υφίσταται πρόθεση στον δηλούντα τέτοιας νομικής μεταβολής. Αναλυτικά:

Εικονική Δήλωση Βούλησης

Σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. α ΑΚ ορίζεται ότι «Δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη».

Περαιτέρω, στο άρθρο 138 παρ. β ΑΚ αναφέρεται ότι  «Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της».

Διακρίσεις Εικονικής Δήλωσης Βούλησης

Με βάση το παραπάνω άρθρο, γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε:

  • απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, όταν αυτή δεν καλύπτει έτερη δικαιοπραξία, δηλαδή όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία ορισμένη έννομη μεταβολή, και σε
  • σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας, που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω από αυτήν, η οποία είναι έγκυρη, εάν την ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Ακυρότητα Εικονικής Δήλωσης Βούλησης

Επομένως, από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ, συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε.

Εικονική δύναται να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία, δε, περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητα από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά τον χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Εάν ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, η εικονικότητα (της δήλωσης βούλησης) κρίνεται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευόμενου.

Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της (ΑΠ 502/2018) προκύπτουν ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει έτερη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωσή της ο δόλος του οφειλέτη εις βάρος των δανειστών του ή εν γένει πρόθεση εξαπατήσεως.

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 138 ΑΚ, δεν είναι προσδιοριστική της εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλά έχει αυτοτέλεια, διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΑΠ 291/2018).

Συνέπειες Εικονικότητας Δήλωσης Βούλησης

Η έννοια της εικονικότητας είναι καθ’ εαυτήν ορισμένη και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας ισχυρισμού, να περιέχεται και το στοιχείο ότι άπαντες οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας, κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον.

Την εικονικότητα μίας δικαιοπραξίας μπορεί να επικαλεσθεί αυτός που έκανε τη δήλωση ή οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, οι δανειστές του και έκαστος τρίτος μη συμβαλλόμενος, όταν έχει έννομο συμφέρον, το οποίο δύναται να είναι υλικό ή ηθικό, ενώ υφίσταται όταν από την κατάρτιση της άκυρης σύμβασης δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη σχέση και κίνδυνος για τα συμφέροντά του, είτε άμεσος, είτε επικείμενος.

Ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας δύναται να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα από αυτήν της δικαιοπραξίας τόσο κατά του αντισυμβληθέντος, όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι όμως και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτήν.

Εικονική Εταιρεία

Σε εικονικότητα (προσωπικής ή κεφαλαιουχικής) εταιρείας, δεν δύναται να γίνει λόγος για δικαιώματα και υποχρεώσεις των εταίρων που απορρέουν από την εταιρική σύμβαση, για διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και εταιρικών μερίδων, ούτε δημιουργείται υποχρέωση για τον εντολοδόχο από σύμβαση εντολής για τη διαχείριση εταιρικών υποθέσεων εικονικής προσωπικής εταιρείας.

Τα παραπάνω, δε, ασχέτως ορισμένων συνεπειών που δύνανται να επέλθουν για το παρελθόν, χάριν ιδίως του συμφέροντος των τρίτων από την πραγματική λειτουργία της εταιρείας, της οποίας αγνοούσαν την εικονικότητα,

Συνέπειες Εικονικότητας

Όπως προαναφέρθηκε, καθε δικαιοπραξία, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης εταιρείας, εάν καταρτίσθηκε κατά τα φαινόμενα μόνο, είναι άκυρη και λογίζεται ως μη γενόμενη.

Επιπλέον είναι αδιάφορο εάν κατά την κατάρτιση της εικονικής αυτής σύμβασης μετείχε ο ένας από τους συμβαλλομένους κατ’ εντολή του ετέρου, αφού και τότε δεν παράγονται έννομες συνέπειες, καθόσον λόγω της εικονικότητάς της ουδεμία μεταβολή επέρχεται στις μεταξύ των σχέσεις, ούτε ορισμένο δικαίωμα γεννάται υπέρ αυτών.

Η εικονικότητα μπορεί να αφορά τόσο στο ότι η εταιρεία υποκρύπτεται υπό έτερη σύμβαση, όσο και ότι η εταιρεία υποκρύπτει έτερη ή και καμία σύμβαση.

Μεταξύ των δυνατών περιπτώσεων εικονικότητας ανήκει και η εικονική συμμετοχή εταίρου ή η εικονικότητα ύψους συμμετοχής, δίχως εικονικότητα της όλης εταιρείας.

Εικονική Συμμετοχή Εταίρου

Περαιτέρω, με έρεισμα την “de facto” εταιρεία (άρθρο 251 § 3 εδαφ. β Ν. 4072/2012) πρέπει να θεωρηθεί, ως περιεχόμενο της καλής πίστεως, ότι οι εταιρικές ακυρότητες θεωρούνται καταρχήν μερικές ακυρότητες, οι οποίες δεν επηρεάζουν το λοιπό περιεχόμενο της συμβάσεως.

Συνακόλουθα, η εταιρεία, στην οποία ορισμένος από τους συνεταίρους συμμετέχει εικονικώς, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως μερικώς άκυρη, δηλαδή καθ’ ο μέρος αφορά στην εικονική συμμετοχή του σε αυτήν, δίχως η μερική αυτή ακυρότητα να επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εταιρείας, εφόσον δεν συνάγεται ότι η εταιρεία δεν θα είχε συσταθεί χωρίς την εικονική αυτή συμμετοχή.

Επιπλέον, εικονικότητα υφίσταται και όταν κάποιος, επιθυμώντας να διατηρήσει μυστική έναντι των τρίτων τη συμμετοχή του σε ορισμένη δικαιοπραξία, χρησιμοποιεί για την κατάρτιση αυτής έτερο (παρένθετο) πρόσωπο, το οποίο, εμφανιζόμενο ως κατ’ επίφαση συμβαλλόμενος, συνάπτει τη δικαιοπραξία φαινομενικώς, μεν, στο όνομά του, στην πραγματικότητα, όμως, για λογαριασμό του υποκρυπτομένου προσώπου, εν γνώσει του αντισυμβαλλομένου, ο οποίος και αποδέχεται τη συνομολόγηση της συμβάσεως υπέρ του υποκρυπτομένου προσώπου.

Στην περίπτωση αυτή, η καταρτισθείσα σύμβαση ισχύει, κατά τη βούληση των συμβληθέντων υπέρ του καλυπτομένου προσώπου.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και όταν, κατ’ ειδική νομοθετική διάταξη, για τη σύσταση της συμβάσεως απαιτείται ορισμένος τύπος, αρκεί να έχει περιβληθεί τον τύπο αυτό η εικονική, ως προς το πρόσωπο του συμβληθέντος, σύμβαση.

Επομένως, κάποιος επιθυμώντας να συστήσει (προσωπική ή κεφαλαιουχική) εταιρεία, χωρίς να γνωρίζουν άλλοι τη συμμετοχή του σε αυτήν, μπορεί να χρησιμοποιεί προς τούτο παρένθετο πρόσωπο, το οποίο συμπράττει στην ιδρυτική της εν λόγω εταιρείας σύμβαση, φαινομενικώς, μεν, στο όνομά του, στην πραγματικότητα, όμως, για λογαριασμό του υποκρυπτομένου προσώπου.

Συνέπειες Εικονικότητας Ως Προς Τα Πρόσωπα

Στην περίπτωση εικονικότητας ως προς τα πρ΄όσωπα, ενώ είναι άκυρη, ως εικονική, για τις μεταξύ των σχέσεις η συμμετοχή του παρενθέτου προσώπου στην εταιρεία, παραμένει έγκυρη η, υπό την εικονική αυτή σύμβαση, καλυπτόμενη και υπό των συμβληθέντων θεληθείσα έτερη σύμβαση, βάσει της οποίας αληθής εταίρος τυγχάνει το υπό του παρενθέτου υποκρυπτόμενο πρόσωπο, εφόσον για την κατάρτιση της συμβάσεως τηρήθηκε ο αξιούμενος, κατ’ ειδική νομοθετική διάταξη, τύπος (ΠολΠρΓιαν 6/2025).

Ως εκ τούτου, τα δια της εταιρικής συμβάσεως αποκτώμενα εταιρικά μερίδια ή οι μετοχές υπό του παρενθέτου προσώπου περιέρχονται άνευ ετέρου στο υποκρυπτόμενο πρόσωπο, το οποίο είναι και ο αληθής εταίρος και το οποίο, σε περίπτωση αμφισβητήσεως των εκ της εταιρικής σχέσεως δικαιωμάτων του από το παρένθετο πρόσωπο, δικαιούται να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση αυτών.

Φορολογική & Ασφαλιστική Αντιμετώπιση Εικονικής Εταιρείας

Σύμφωνα με την ΠΟΛ. 1008/16-01-2017 έγινε αποδεκτή από τον Διοικητή ΑΑΔΕ η υπ’ αριθ. 275/2016 Γνωμοδότηση της Α’ Τακτικής Ολομέλειας του ΝΣΚ.

Με την ανωτέρω γνωμοδότηση έγινε ομόφωνα δεκτό ότι σε περίπτωση ύπαρξης βεβαιωμένης ληξιπρόθεσμης οφειλής σε βάρος εικονικής επιχείρησης, οι πραγματικοί υπόχρεοι που υποκρύπτονται δεν έχουν την ιδιότητα των συνυπόχρεων προσώπων κατά την έννοια του ΚΕΔΕ.

Τούτο διότι, τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται ανεξαρτήτως από τα φαινόμενα πρόσωπα (εκείνα, δηλαδή, που εικονικά φέρονται ότι ασκούν την επιχείρηση) και κατά συνέπεια λαμβάνονται σε βάρος τους όλα τα προβλεπόμενα διοικητικά, ασφαλιστικά, αναγκαστικά και λοιπά μέτρα είσπραξης, αφού συνταχθεί ιδιαίτερη έκθεση ελέγχου όπου θα καταλογιστούν οι ανάλογες κυρώσεις και σ’ αυτά.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με την εικονική εταιρεία.