Τι Μπορεί Να Κάνει Νόμιμα Ο Εργοδότης Όταν Εργαζόμενος Ασκεί Επίσχεση Εργασίας;
Εν συντομία:
- Η επίσχεση εργασίας είναι το δικαίωμα του εργαζομένου, με βάση το άρθρο 325 ΑΚ, να αρνηθεί νόμιμα την εργασία του όσο ο εργοδότης καθυστερεί ληξιπρόθεσμη και συναφή οφειλή, κατά κανόνα δεδουλευμένους μισθούς.
- Όταν η επίσχεση είναι νόμιμη, ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία και εξακολουθεί να οφείλει τις αποδοχές σαν ο εργαζόμενος να εργαζόταν, χωρίς να λαμβάνει εργασία (άρθρο 656 ΑΚ).
- Ο εργοδότης έχει τρεις βασικές νόμιμες αντιδράσεις: εξόφληση και άρση της επίσχεσης, ένσταση καταχρηστικής άσκησης (άρθρο 281 ΑΚ), ή καταγγελία της σύμβασης με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
- Η ακριβότερη παγίδα είναι ο χειρισμός της νόμιμης επίσχεσης ως οικειοθελούς αποχώρησης, κάτι που ο Άρειος Πάγος απορρίπτει σταθερά και οδηγεί σε καταβολή τόσο αποδοχών υπερημερίας όσο και αποζημίωσης.
Τι σημαίνει νομικά η επίσχεση εργασίας για την επιχείρηση;
Η επίσχεση εργασίας είναι το δικαίωμα του εργαζομένου, με βάση το άρθρο 325 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ), να αρνηθεί την παροχή της εργασίας του όσο ο εργοδότης δεν εκπληρώνει ληξιπρόθεσμη και συναφή οφειλή προς αυτόν, κυρίως τους δεδουλευμένους μισθούς.
Για την επιχείρηση η κρίσιμη συνέπεια είναι ότι, αν η επίσχεση ασκείται νόμιμα, ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος και εξακολουθεί να οφείλει τις αποδοχές, ενώ δεν λαμβάνει εργασία.
Ληξιπρόθεσμη είναι η αξίωση που έχει καταστεί απαιτητή, ενώ συναφής είναι εκείνη που συνδέεται με την εργασιακή σχέση. Το ότι ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος σημαίνει ότι περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή, δηλαδή αρνείται να αποδεχθεί την προσφερόμενη εργασία, με αποτέλεσμα να οφείλει τις αποδοχές του άρθρου 656 ΑΚ.
Ο Άρειος Πάγος δέχεται πάγια ότι το άρθρο 325 ΑΚ εφαρμόζεται στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου σε συνδυασμό με τα άρθρα 329, 353 και 656 ΑΚ (ΑΠ 903/2023).
Η υποχρέωση καταβολής των αποδοχών, την οποία η επίσχεση προστατεύει έμμεσα, εντάσσεται στην ατομική εργασιακή σχέση όπως αποτυπώνεται στο κωδικοποιημένο εργατικό δίκαιο. Η αξίωση για την οποία ασκείται η επίσχεση μπορεί να αφορά τον μισθό, μπορεί όμως να θεμελιώνεται και σε παράβαση του εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος.
Το ποιες ακριβώς αξιώσεις έχουν την απαιτούμενη συνάφεια ώστε να στηρίξουν επίσχεση κρίνεται κατά περίπτωση, καθώς μια οφειλή άσχετη με την εργασιακή σχέση δεν θεμελιώνει το δικαίωμα.
Πότε είναι νόμιμη η επίσχεση και ο εργοδότης οφείλει να πληρώνει;
Η επίσχεση είναι νόμιμη όταν συντρέχουν σωρευτικά τέσσερις προϋποθέσεις:
- Ενεργή σύμβαση εργασίας κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος.
- Αξίωση του εργαζομένου που έχει ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη, τυπικά καθυστερούμενες αποδοχές.
- Συνάφεια της αξίωσης με την οφειλόμενη παροχή εργασίας και στροφή της κατά του προσώπου του εργοδότη.
- Δήλωση του εργαζομένου, ρητή και σαφής, γραπτή ή προφορική, ότι αρνείται να παρέχει τις υπηρεσίες του μέχρι να εκπληρώσει ο εργοδότης την υποχρέωσή του.
Εφόσον πληρούνται, ο εργοδότης που αρνείται να δεχθεί την προσφερόμενη εργασία περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει τις αποδοχές για όσο αυτή διαρκεί.
Η αξίωση δεν περιορίζεται στους μισθούς. Όταν ο εργοδότης επιβάλλει μονομερώς δυσμενή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η σχετική αξίωση του εργαζομένου μπορεί επίσης να στηρίξει επίσχεση.
Εφόσον η άσκηση είναι νόμιμη, ο εργοδότης οφείλει τις αποδοχές ακόμη και αν δεν παρέχεται εργασία, όπως έκρινε ο Άρειος Πάγος για εργαζομένη που παρέμεινε απλήρωτη επί μήνες και είχε εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο διεκδίκησης (ΑΠ 343/2021).
Πότε μπορεί ο εργοδότης να αντιτείνει ότι η επίσχεση είναι καταχρηστική;
Ο εργοδότης μπορεί να αποκρούσει την επίσχεση ως καταχρηστική, με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, όταν η καθυστέρηση δεν είναι χρονικά αξιόλογη, δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, αφορά ασήμαντο ποσό, στρέφεται κατά αξιόχρεου εργοδότη ή προκαλεί δυσανάλογη ζημία.
Αν το δικαστήριο δεχθεί την ένσταση, η επίσχεση θεωρείται παράνομη και δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη, ο οποίος δεν οφείλει αποδοχές υπερημερίας.
Η νομολογία θεωρεί την άσκηση καταχρηστική, μεταξύ άλλων, στις εξής περιπτώσεις:
- όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργοδότη,
- όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία,
- όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα,
- όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη,
- όταν αναφέρεται σε ασήμαντη οφειλή του εργοδότη,
- όταν ο εργαζόμενος παραμένει με τη θέλησή του άνεργος για μακρό διάστημα και αποφεύγει αδικαιολόγητα να αναζητήσει άλλη εργασία.
| Κριτήριο | Νόμιμη επίσχεση | Καταχρηστική επίσχεση |
|---|---|---|
| Διάρκεια καθυστέρησης | Χρονικά αξιόλογη, συνήθως μηνών | Σύντομη ή ασήμαντη |
| Αιτία καθυστέρησης | Υπαιτιότητα του εργοδότη | Απρόβλεπτες περιστάσεις, πρόσκαιρη δυσπραγία |
| Ύψος οφειλής | Σημαντικό | Ασήμαντο |
| Φερεγγυότητα εργοδότη | Αδιάφορη για το κύρος | Αξιόχρεος και αξιόπιστος εργοδότης |
| Αναλογικότητα | Εύλογη σχέση με τον σκοπό | Δυσανάλογη, δυσβάσταχτη ζημία |
| Συμπεριφορά εργαζομένου | Εξάντληση άλλων μέσων διεκδίκησης | Κακόβουλη παράταση, αποφυγή άλλης εργασίας |
Η ένσταση δεν ευδοκιμεί αυτόματα. Ο Άρειος Πάγος την απέρριψε όταν η καθυστέρηση ξεπερνούσε τους τρεις μήνες, αφορούσε σημαντικά ποσά και οφειλόταν σε ασυνέπεια του εργοδότη και όχι μόνο σε μείωση του κύκλου εργασιών του, καθώς τον οικονομικό κίνδυνο τον φέρει ο εργοδότης (ΑΠ 145/2019).
Η εμπειρία από υποθέσεις εργατικών διαφορών δείχνει ότι η ένσταση καταχρηστικότητας ευδοκιμεί μόνο όταν τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή το ύψος της οφειλής, την αιτία και τη διάρκεια της καθυστέρησης, όχι με γενική επίκληση οικονομικής δυσχέρειας.
Εδώ βρίσκεται ένα σημείο που απαιτεί νομική κρίση. Η αξιολόγηση του αν η συγκεκριμένη καθυστέρηση είναι χρονικά αξιόλογη διαφοροποιείται κατά περίπτωση και συναρτάται με το ύψος του καθυστερούμενου ποσού, τους λόγους της καθυστέρησης και τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζομένου.
Η εσφαλμένη προβολή της ένστασης, με επακόλουθη απόρριψή της από το δικαστήριο, αφήνει τον εργοδότη εκτεθειμένο σε αναδρομικές αποδοχές και τόκους υπερημερίας.
Μπορεί ο εργοδότης να απολύσει εργαζόμενο που βρίσκεται σε επίσχεση;
Ναι. Ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση και κατά τη διάρκεια νόμιμης επίσχεσης, με την προϋπόθεση ότι τηρεί τις νόμιμες διατυπώσεις, δηλαδή έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Αν όμως η απόλυση γίνει αποκλειστικά ως αντίδραση στην άσκηση του δικαιώματος, κρίνεται καταχρηστική και άκυρη κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
Η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας, με περιορισμένες μόνο εξαιρέσεις. Αν ο εργοδότης επικαλείται πραγματικό σπουδαίο λόγο καταγγελίας ανεξάρτητο από την επίσχεση, ο λόγος αυτός κρίνεται με αυστηρά κριτήρια.
Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει άκυρες ως καταχρηστικές καταγγελίες των οποίων ο πραγματικός λόγος ήταν η νόμιμη διεκδίκηση δεδουλευμένων αποδοχών και όχι η προσχηματικά προβαλλόμενη αιτία (ΑΠ 1137/2023).
Ταυτόχρονα, η νόμιμη επίσχεση δεν στερεί από τον εργοδότη το δικαίωμα καταγγελίας. Η καταγγελία είναι επιτρεπτή ακόμη και μετά την άσκηση του δικαιώματος, εφόσον καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, ενώ ο εργοδότης μπορεί να αντιτάξει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1096/2018).
Η διατύπωση και ο χρόνος της καταγγελίας κρίνονται κατά περίπτωση, καθώς αν τα πραγματικά περιστατικά δείχνουν ότι ο πραγματικός λόγος ήταν η άσκηση του δικαιώματος, η επίκληση άλλης αιτίας δεν σώζει την καταγγελία.
Γιατί δεν πρέπει η επιχείρηση να θεωρήσει την επίσχεση οικειοθελή αποχώρηση;
Η συχνότερη και ακριβότερη παγίδα για την επιχείρηση είναι να εκλάβει τη νόμιμη επίσχεση ως οικειοθελή αποχώρηση ή παραίτηση του εργαζομένου, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση αποζημίωσης.
Ο Άρειος Πάγος απορρίπτει σταθερά αυτή τη λογική, ιδίως όταν ο εργαζόμενος έχει δηλώσει ότι θα επιστρέψει στην εργασία του μετά την ολοσχερή εξόφληση των οφειλομένων.
Όταν ο εργαζόμενος απέχει από την εργασία ύστερα από νόμιμη δήλωση επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα να θεωρήσει, από μόνη τη δήλωση αυτή, ότι η σύμβαση λύθηκε με οικειοθελή αποχώρηση, πολύ περισσότερο όταν ο εργαζόμενος έχει γνωστοποιήσει την πρόθεση επιστροφής μετά την εξόφληση (ΑΠ 2115/2022).
Ο εργοδότης που αντιμετωπίζει την επίσχεση ως εγκατάλειψη της θέσης εξακολουθεί να θεωρείται υπερήμερος και οφείλει τις αποδοχές για όσο αρνείται την προσφερόμενη εργασία.
Η εμπειρία από υποθέσεις απόλυσης δείχνει ότι ο χαρακτηρισμός της επίσχεσης ως οικειοθελούς αποχώρησης σχεδόν πάντα ανατρέπεται δικαστικά, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να επιβαρύνεται τόσο με τις αποδοχές υπερημερίας όσο και με την ίδια την αποζημίωση που επιχείρησε να αποφύγει. Πρόκειται για τη δυσμενέστερη δυνατή κατάληξη, καθώς η επιχείρηση καταλήγει να πληρώνει και τα δύο.
Πώς μπορεί ο εργοδότης να άρει νόμιμα την επίσχεση;
Η επίσχεση αίρεται αυτοδικαίως με την πραγματική εκπλήρωση της οφειλής ή με συμφωνία των μερών. Πέρα από αυτά, αν ο εργοδότης παράσχει επαρκή ασφάλεια για την ανταπαίτηση του εργαζομένου, αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επίσχεσης, καθώς εκλείπει ο λόγος εξασφάλισης που δικαιολογεί την αποχή από την εργασία.
Η εκπλήρωση πρέπει να είναι πραγματική και όχι απλή υπόσχεση καταβολής. Ανταπαίτηση είναι η αντίθετη αξίωση του εργαζομένου, την οποία η επίσχεση εξασφαλίζει.
Επειδή το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει σε ευθεία ικανοποίηση του εργαζομένου αλλά ως έμμεσος εξαναγκασμός του εργοδότη προς εκπλήρωση, εφόσον παρασχεθεί ασφάλεια για την ανταξίωση αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επίσχεσης (ΑΠ 766/2018).
Ο συμψηφισμός εργοδοτικών απαιτήσεων με τη μισθοδοσία υπόκειται σε αυστηρά όρια και δεν αναιρεί άνευ ετέρου το ληξιπρόθεσμο του μισθού, δεν αποτελεί δηλαδή ασφαλή τρόπο να αποφύγει ο εργοδότης τη νόμιμη επίσχεση.
Σε κάθε περίπτωση, η επίσχεση αναστέλλει και δεν λύνει την εργασιακή σχέση, οπότε η άρση της επαναφέρει τα μέρη στις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Η επιλογή μεταξύ εξόφλησης, παροχής ασφάλειας ή προβολής ένστασης καταχρηστικότητας φέρει διαφορετικό ρίσκο και κόστος για την επιχείρηση κατά περίπτωση.
Συχνές Ερωτήσεις
Πληρώνεται ο εργαζόμενος όσο διαρκεί η επίσχεση;
Αν η επίσχεση είναι νόμιμη, ναι. Ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει τις αποδοχές ωσάν ο εργαζόμενος να εργαζόταν κανονικά, βάσει του άρθρου 656 ΑΚ. Αν όμως η άσκηση κριθεί καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, δεν οφείλονται αποδοχές υπερημερίας, ενώ ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωση για την αναλογούσα αποζημίωση σε περίπτωση απόλυσης.
Μπορεί ο εργοδότης να απολύσει εργαζόμενο που είναι σε επίσχεση;
Ναι, με τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, δηλαδή έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η απόλυση όμως καθίσταται άκυρη ως καταχρηστική αν ο πραγματικός λόγος της είναι αποκλειστικά η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης και όχι μια αυτοτελής, νόμιμη αιτία.
Λύνει η επίσχεση την εργασιακή σχέση;
Όχι. Η επίσχεση αναστέλλει την παροχή της εργασίας αλλά δεν λύνει τη σύμβαση. Η εργασιακή σχέση παραμένει ενεργή, γι’ αυτό και ο εργοδότης δεν μπορεί να συναγάγει από την αποχή του εργαζομένου ότι παραιτήθηκε. Η σχέση λύνεται μόνο με νόμιμη καταγγελία ή με πραγματική οικειοθελή αποχώρηση.
Τι γίνεται αν ο εργοδότης θεωρήσει την επίσχεση καταχρηστική;
Ο εργοδότης προβάλλει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ. Αν το δικαστήριο τη δεχθεί, η επίσχεση είναι παράνομη και δεν οφείλονται αποδοχές υπερημερίας. Αν την απορρίψει, ο εργοδότης παραμένει υπερήμερος και οφείλει τις αποδοχές αναδρομικά, γι’ αυτό η ένσταση απαιτεί τεκμηρίωση με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
Μπορεί ο εργοδότης να συμψηφίσει οφειλές του εργαζομένου με τους μισθούς;
Ο συμψηφισμός εργοδοτικών απαιτήσεων με τη μισθοδοσία επιτρέπεται υπό αυστηρές προϋποθέσεις και δεν αναιρεί αυτόματα το ληξιπρόθεσμο του μισθού. Δεν αποτελεί επομένως ασφαλή τρόπο εξουδετέρωσης μιας νόμιμης επίσχεσης, καθώς εσφαλμένος συμψηφισμός αφήνει την οφειλή απαιτητή και τον εργοδότη εκτεθειμένο.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Τεκμηρίωση πριν την ένσταση: πριν προβληθεί ένσταση καταχρηστικότητας, καταγράφεται με ακρίβεια το ύψος της οφειλής, η αιτία και η διάρκεια της καθυστέρησης, καθώς η γενική επίκληση οικονομικής δυσχέρειας δεν αρκεί για να απαλλάξει τον εργοδότη.
Καταγγελία με τις νόμιμες διατυπώσεις: η καταγγελία κατά τη διάρκεια επίσχεσης γίνεται εγγράφως και με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ενώ ο λόγος της πρέπει να είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από την άσκηση του δικαιώματος.
Ποτέ ως οικειοθελής αποχώρηση: ο χειρισμός της νόμιμης επίσχεσης ως παραίτησης οδηγεί σχεδόν πάντα σε καταβολή αποδοχών υπερημερίας και αποζημίωσης μαζί, καθώς η σχέση δεν έχει λυθεί.
Άρση με πραγματική εκπλήρωση ή ασφάλεια: η επίσχεση αίρεται με πραγματική καταβολή ή με παροχή επαρκούς ασφάλειας για την ανταπαίτηση, όχι με απλή υπόσχεση πληρωμής.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την επίσχεση εργασίας.