Skip to content
Αρθρογραφία

Η Ποινική Ρήτρα Στη Σύμβαση Εργασίας

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 27 Μαρτίου 2026

Η ποινική ρήτρα στην σύμβαση εργασίας καλύπτει την ανάγκη των εργοδοτών να προστατεύσουν τα επαγγελματικά τους μυστικά, την τεχνογνωσία και την πελατεία τους από αθέμιτες πρακτικές πρώην εργαζομένων. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου υπάλληλος, ο οποίος αποχωρεί από μια εταιρεία, ξεκινά αμέσως εργασία σε ανταγωνιστική επιχείρηση, ενώ βασικό κριτήριο της επιλογής του από τον νέο εργοδότη είναι η προσδοκία απόσπασης πελατείας και αποκάλυψης των επαγγελματικών μυστικών του ανταγωνιστή του.

Το ζήτημα είναι σύνθετο διότι συγκρούονται δύο βασικά έννομα αγαθα: αφενός η προστασία του ανταγωνισμού και του επιχειρείν και αφετέρου η ελευθερία της εργασίας και της επαγγελματικής δράσης του εργαζομένου.

Επομένως, το ζητούμενο στην διατύπωση ενός τέτοιου όρου σε σύμβαση εργασίας, είναι ο ανεκτός περιορισμός των δικαιωμάτων του εργαζόμενου, χωρίς υπέρμετρη δέσμευση αυτού και χωρίς την παραβίαση των χρηστών ηθών.

Τούτο επιτυγχάνεται με την τήρηση των κριτηρίων που έχει θέσει η νομολογία.

Ποινική Ρήτρα

Η Ποινική Ρήτρα διακρινεται σε γνήσια και μη γνήσια. Γνήσια ποινική ρήτρα είναι αυτή που τυποποιείται στα άρθρα 404 επ. Α.Κ. και μη γνήσια αυτή που δεν προβλέπεται και δεν ρυθμίζεται από τον Αστικό Κώδικα.

Γνήσια Ποινική Ρήτρα

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ, με την ποινική ρήτρα, ο ένας από τους συμβαλλομένους υπόσχεται στον άλλο ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή που οφείλει σ αυτόν από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο. 

Η γνήσια ποινική ρήτρα, που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία και είναι μέσο πίεσης στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής. Η ποινή καταπίπτει ακόμη και αν ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία. 

Συνιστά δηλαδή έναν τρόπο αποζημίωσης που υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος για να αποκαταστήσει έτσι την ζημία την οποία προξένησε στον άλλο, χωρίς ο τελευταίος να χρειάζεται να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του. Ταυτόχρονα, και στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 409 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, με απόφαση του Δικαστηρίου στο μέτρο που αρμόζει. 

Μη Γνήσια Ποινική Ρήτρα

Με αυτό το είδος ποινικής ρήτρας, που δεν ρυθμίζεται από τον Αστικό Κώδικα, συμφωνείται από τα μέρη υπόσχεση ποινής υπό την αίρεση παράλειψης ορισμένης πράξης στο μέλλον, όπως η αποφυγή ανταγωνιστικών πράξεων από τον εργαζόμενο, μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας. 

Στην περίπτωση αυτή, η υπόσχεση ποινής αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, δεν αποβλέπει στην ενίσχυση άλλης ενοχής, αφού δεν υπάρχει άλλη κύρια ενοχή.

Απαγορευμένος ή Αθέμιτος Ανταγωνισμός

Σύμφωνα με τις δυο πρώτες παραγράφους του άρθρου 1 του νόμου 146/1914, «Απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικός ή γεωργικός συναλλαγάς πάσα προς το σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας».

Η διάταξη αυτή καθιερώνει τη γενική αρχή της απαγόρευσης αθέμιτου ανταγωνισμού στις εμπορικές συναλλαγές και συντρέχει με τις λοιπές ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται στον ίδιο νόμο. Σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της γενικής αρχής απαγόρευσης, είναι σωρευτικά:

  • Πράξη η οποία γίνεται στα πλαίσια των εμπορικών, βιομηχανικών ή γεωργικών συναλλαγών, 
  • Πράξη η οποία γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και 
  • Πράξη η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη. 

Α/ Πράξη η οποία γίνεται στα πλαίσια των εμπορικών, βιομηχανικών ή γεωργικών συναλλαγών.

Είναι σαφής η πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει την έννοια του αθέμιτου απαγορευμενου ανταγωνισμού στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Έτσι δεν καταλαμβάνει λοιπές περιπτώσεις του ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από ειδικότερες ή γενικές διατάξεις. Ωστόσο, έχει κριθεί νομολογιακά ότι η παραπάνω διάταξη ισχύει και στις εργασιακές σχέσεις.

Β/ Πράξη η οποία γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού

Η συγκεκριμένη προϋπόθεση έχει κριθεί ότι πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Γίνεται μάλιστα δεκτό ότι ένας επαγγελματίας λειτουργεί ανταγωνιστικά όχι μόνον όταν ενεργεί με πρόθεση να διευρύνει τη δική του πελατεία, αλλά και όταν ενεργεί με πρόθεση να διευρύνει την πελατεία ενός τρίτου. Επίσης, γίνεται δεκτό ότι η πρόθεση ανταγωνισμού δεν είναι αναγκαίο να αποτελεί και τον αποκλειστικό σκοπό τέλεσης μίας πράξης.

Η ενέργεια που γίνεται για την επίτευξη του ανταγωνιστικού σκοπού αποτελεί την “πράξη ανταγωνισμού”. Η τελευταία προϋποθέτει την ύπαρξη σχέσης ανταγωνισμού. Πρόκειται για την κατάσταση έντασης που υφίσταται μεταξύ δύο τουλάχιστον ανταγωνιζομένων, οι οποίοι επιδιώκουν να προτιμηθούν τα εμπορεύματα ή οι υπηρεσίες τους από έναν πελάτη. Ουσιώδης προϋπόθεση δηλαδή για να υπάρχει σχέση ανταγωνισμού είναι η ύπαρξη του αυτού κύκλου πελατών. 

Γ/ Πράξη η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη

Αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη υπάρχει όταν αυτή προσκρούει στο αίσθημα και στην αντίληψη κάθε ορθά και δίκαια σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο στον οποίο εκδηλώνεται η αθέμιτη πράξη, δηλαδή όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών. 

Η σχετικότητα των ενοχικών σχέσεων δεν επιτρέπει την προστασία του συμβαλλομένου έναντι προσβολών των δικαιωμάτων του από τρίτους παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επομένως, η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων, ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι χωρίς άλλο αθέμιτη. Για να χαρακτηριστεί αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης. Η απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης, και η εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργάνωσης μπορεί, με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών, να είναι αθέμιτες.

Υποχρέωση Πίστης Εργαζομένου

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ., ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση πίστης, η οποία αποτελεί εξειδίκευση του γενικού κανόνα της καλής πίστης. Καλύπτει δε και τις παρεπόμενες υποχρεώσεις, που απορρέουν από την όλη δομή της εργασιακής σχέσης. 

Η υποχρέωση πίστης αποτελεί υποχρέωση του εργαζόμενου με σκοπό να αποφεύγει κάθε βλαπτική ενέργεια σε βάρος του εργοδότη, επιβάλλει επιμελή και καλόπιστη εκπλήρωση της σύμβασης εργασίας και περιλαμβάνει δέσμη επί μέρους υποχρεώσεων, που ποικίλλουν αναλόγως του αντικειμένου της σύμβασης εργασίας. 

Τέτοιες ειδικότερες υποχρεώσεις είναι κυρίως η υποχρέωση εχεμύθειας, η υποχρέωση μη παράλληλης απασχόλησης σε άλλον εργοδότη και η υποχρέωση αποφυγής ανταγωνισμού. Επομένως, ο εργαζόμενος υποχρεούται να μην προβαίνει σε ενέργειες που φέρουν χαρακτήρα αθέμιτου ανταγωνισμού κατά του εργοδότη.

Ειδικό Οικονομικό Αντάλλαγμα 

Πολύ συχνά, σε συνδυασμό με την ύπαρξη ποινικής ρήτρας σε μια σύμβαση εργασίας ενυπάρχει και ειδικό οικονομικό αντάλλαγμα. Αυτό είναι ένα επιπλέον ποσό το οποίο καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο είτε λόγω της θέσης του είτε και μόνο λόγω της ύπαρξης της ρήτρας.

Έχει κριθεί ότι η ύπαρξη ειδικού οικονομικού ανταλλάγματος εκ μέρους του εργοδότη δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την εγκυρότητα της σχετικής ρήτρας, αλλά συνεκτιμάται ως κριτήριο μόνο όταν κρίνεται ότι οι λοιποί όροι της δέσμευσης, δηλαδή η χρονική διάρκεια, η χωρική έκταση και το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας υπερβαίνουν τα ακραία όρια που θέτουν στην ιδιωτική αυτονομία τα χρηστά ήθη.

Επομένως, η έλλειψη ειδικού οικονομικού ανταλλάγματος για τις ανωτέρω συμβατικές δεσμεύσεις του εργαζόμενου δεν ασκεί έννομη επιρροή στην εγκυρότητα της επίμαχης ρήτρας, εφόσον οι λοιποί όροι της δέσμευσης, δηλαδή η χρονική διάρκεια και το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, δεν υπερβαίνουν τα ακραία όρια που θέτουν στην ιδιωτική αυτονομία τα χρηστά ήθη.

Ωστόσο, έχει κριθεί ότι το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε στον εργαζόμενο οικονομικό αντάλλαγμα ως αντιπαροχή για τις συμβατικές του δεσμεύσεις, μπορεί να οδηγήσει στο να κριθεί η ποινική ρήτρα υπέρμετρη και να μειωθεί.

Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού Σε Εργασιακή Σύμβαση
Γενικά

Η υποχρέωση αποφυγής ανταγωνισμού μπορεί να γίνει και αντικείμενο ρητού όρου της εργασιακής σχέσης. Η ρήτρα αυτή θεωρείται καταρχήν έγκυρη. Όταν όμως περιορίζει τη μελλοντική επαγγελματική δραστηριότητα του εργαζομένου, το κύρος της ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού εξαρτάται από τη διάρκεια της ισχύος της, την έκτασή της κατά τόπο, την επαγγελματική δραστηριότητα που απαγορεύτηκε, και την παροχή από τον εργοδότη ανάλογης αντιπαροχής προς τη συμβατική δέσμευση του εργαζομένου. 

Με την έννοια αυτή, μπορεί να συμφωνηθεί ότι απαγορεύεται η ανταγωνιστική δραστηριότητα του εργαζόμενου είτε με τη μορφή ανταγωνιστικών πράξεων από αυτόν, είτε με τη μορφή της πρόσληψής του σε άλλον ανταγωνιστή εργοδότη, είτε με τη μορφή της άσκησης από αυτόν όμοιας, ανταγωνιστικής δραστηριότητας προς εκείνη του πρώην εργοδότη του.

Πάντως, οι όροι της σύμβασης εργασίας (απαγόρευση μελλοντικού ανταγωνισμού, μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας) είναι έγκυροι και δεσμευτικοί για τον εργαζόμενο εάν και εφόσον, βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης κάθε φορά περίπτωσης, αφενός δεν καταλύουν τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσης του εργαζομένου, αφετέρου δεν περιέχουν υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου και δεν αντίκεινται γενικώς στα χρηστά ήθη. 

Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, στην περίπτωση αυτή, κρίνεται από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενόψει και του συνόλου των περιστάσεων, που τη συνοδεύουν. Η κρίση για το εάν η συγκεκριμένη κάθε φορά ρήτρα συνιστά υπέρμετρο περιορισμό της ελευθερίας του εργαζομένου εναπόκειται στο δικαστή, ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες, θα αξιολογήσει και θα σταθμίσει τα συγκρουόμενα συμφέροντα των μερών. 

Κριτήρια Εγκυρότητας

Τα κριτήρια που, σύμφωνα με τη νομολογία, λαμβάνονται υπόψη για την εγκυρότητα της ρήτρας μη ανταγωνισμού είναι: 

α) η χρονική διάρκεια και ο τοπικός χαρακτήρας της απαγόρευσης 

Έτσι, έχει κριθεί από τη νομολογία ότι δεν είναι άκυρη η απαγόρευση πράξεων ανταγωνισμού για χρονικό διάστημα δύο ετών μετά τη λύση της σύμβασης, ακόμη και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. 

β) το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικής δραστηριότητας του εργαζομένου 

Στο συγκεκριμένο κριτήριο, ερευνάται εαν η ρήτρα οδηγεί σε αποκλεισμό του εργαζομένου από την αγορά εργασίας και επομένως σε πλήρη αδυναμία απασχόλησής του. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική ρήτρα είναι υπέρμετρη και άρα άκυρη.

Η έρευνα γίνεται κατά περίπτωση (ad hoc), με βάση το αντικείμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας του εργαζομένου και το εύρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη. 

γ) η ύπαρξη δικαιολογημένων συμφερόντων του εργοδότη.

Με βάση το κριτήριο αυτό θα πρέπει να υπάρχει άμεσο, σαφές και δικαιολογημένο συμφέρον του εργοδότη για την επιβολή της ως άνω ρήτρας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την εργατική νομοθεσία.