Ποινική Ρήτρα Εργαζομένου: Πότε Καταπίπτει & Πότε Είναι Άκυρη
Σε συντομία:
- Η ποινική ρήτρα σε σύμβαση εργασίας λειτουργεί ως εξασφαλιστικός μηχανισμός, κατά τα άρθρα 404 επ. ΑΚ, με σκοπό την προκαθορισμένη χρηματική κύρωση παραβίασης μιας συγκεκριμένης συμβατικής υποχρέωσης του εργαζομένου.
- Τρεις τυπικές εργατικές εφαρμογές: ρήτρα τήρησης προθεσμίας προειδοποίησης καταγγελίας, ρήτρα παραμονής μετά από χρηματοδοτούμενη εκπαίδευση, ρήτρα προστασίας εχεμύθειας. Η ρήτρα μη ανταγωνισμού καλύπτεται από αυτοτελές νομικό πλαίσιο.
- Η ρήτρα καταπίπτει με σωρευτική συνδρομή έγκυρης κύριας ενοχής, παραβίασης συγκεκριμένης υποχρέωσης και υπαιτιότητας εργαζομένου. Ο εργοδότης φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης.
- Είναι άκυρη όταν παραβιάζει εργατικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ή είναι καταχρηστική κατά ΑΚ 281. Όταν είναι έγκυρη αλλά υπέρμετρη, μειώνεται δικαστικά κατά ΑΚ 409.
Πότε επιβάλλεται ποινική ρήτρα κατά εργαζομένου;
Η ποινική ρήτρα προστίθεται στη σύμβαση εργασίας όταν ο εργοδότης χρειάζεται προκαθορισμένη χρηματική κύρωση για παραβίαση συγκεκριμένης συμβατικής υποχρέωσης του εργαζομένου, σε περιπτώσεις όπου η απόδειξη της πραγματικής ζημίας θα ήταν δυσχερής ή αδύνατη. Λειτουργεί τόσο ως μέσο πίεσης, κατά τα άρθρα 404 επ. ΑΚ, όσο και ως προκαθορισμένη αποζημίωση, χωρίς να υποκαθιστά την κύρια συμβατική υποχρέωση.
Στο ελληνικό δίκαιο διακρίνεται η γνήσια από τη μη γνήσια ποινική ρήτρα. Η γνήσια ρυθμίζεται στα άρθρα 404 επ. ΑΚ, λειτουργεί ως παρεπόμενη συμφωνία και η ποινή καταπίπτει χωρίς ο εργοδότης να χρειάζεται να επικαλεστεί ή να αποδείξει ζημία. Η μη γνήσια καλύπτει αρνητικές δεσμεύσεις (παράλειψη ορισμένης πράξης) και αποτελεί αυτοτελή σύμβαση χωρίς προηγούμενη κύρια ενοχή.
Η πρακτική σημασία της διάκρισης φαίνεται στη σύνδεση με την κύρια υποχρέωση. Ρήτρα προειδοποίησης καταγγελίας ή ρήτρα παραμονής λειτουργεί ως γνήσια ποινική ρήτρα, αφού εξασφαλίζει εκπλήρωση υφιστάμενης συμβατικής υποχρέωσης. Αντίθετα, ρήτρα μη ανταγωνισμού που ισχύει μετά τη λύση της σύμβασης, ενδέχεται να εκληφθεί ως μη γνήσια, αφού δεν υπάρχει κύρια ενοχή σε ισχύ. Η διαφοροποίηση αυτή επηρεάζει τις προϋποθέσεις κατάπτωσης και το βάρος απόδειξης.
Με τη δημοσίευση του ΠΔ 62/2025 (Κώδικας Εργατικού Δικαίου) και την επακόλουθη ψήφιση του Ν. 5239/2025, οι διατάξεις περί προθεσμιών προειδοποίησης και υποχρεώσεων του εργαζομένου κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο νομοθέτημα. Οι διατάξεις περί ποινικής ρήτρας του ΑΚ εφαρμόζονται συμπληρωματικά, όπου η εργατική νομοθεσία αφήνει χώρο για συμβατική ρύθμιση.
Η ρήτρα προϋποθέτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. Σε σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, οι περιορισμοί που τίθενται από το εργατικό δίκαιο σε ποινικές ρήτρες δεν εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο, αφού δεν τίθεται ζήτημα προστασίας του ασθενέστερου μέρους με τους ίδιους όρους.
Ποιες είναι οι τρεις τυπικές εφαρμογές της εργατικής ποινικής ρήτρας;
Στις εργασιακές σχέσεις, η ποινική ρήτρα συναντάται τυπικά σε τρεις διακριτές μορφές: (i) ρήτρα τήρησης προθεσμίας προειδοποίησης για καταγγελία από τον εργαζόμενο, (ii) ρήτρα παραμονής μετά από χρηματοδοτούμενη εκπαίδευση, και (iii) ρήτρα προστασίας εχεμύθειας και επιχειρηματικού απορρήτου. Διακρίνονται ως προς τον σκοπό, τη χρονική διάρκεια και τα όρια εγκυρότητας.
| Τύπος ρήτρας | Σκοπός | Συνήθης κύρωση | Κύριο όριο εγκυρότητας |
|---|---|---|---|
| Προειδοποίηση καταγγελίας | Σταθερότητα στελέχωσης σε καίριες θέσεις | Ποσό ίσο με 1-3 μηνιαίες αποδοχές | Πλαφόν προθεσμιών Ν. 2112/1920 (αναγκαστικό δίκαιο) |
| Παραμονή μετά εκπαίδευση | Απόσβεση επένδυσης εργοδότη σε εξειδικευμένη κατάρτιση | Αναλογική επιστροφή δαπανών εκπαίδευσης, μειούμενη με τον χρόνο | Έλεγχος καταχρηστικότητας κατά ΑΚ 281 |
| Εχεμύθεια / Απόρρητο | Προστασία εμπορικού απορρήτου, τεχνογνωσίας, πληροφοριών | Προσδιορισμένο χρηματικό ποσό ή πολλαπλάσιο μηνιαίων αποδοχών | ΑΚ 281 + αρχή αναλογικότητας |
Η ρήτρα προειδοποίησης καταγγελίας εξασφαλίζει στον εργοδότη χρόνο για αναζήτηση αντικαταστάτη και ομαλή μεταφορά υποχρεώσεων. Συνηθίζεται σε θέσεις διοίκησης, εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού και ξενοδοχειακών μονάδων εποχικής λειτουργίας, όπου η αιφνίδια αποχώρηση προκαλεί ποσοτικά μετρήσιμη ζημία. Σε περίπτωση σπουδαίου λόγου καταγγελίας από τον εργαζόμενο, προφανώς αναιρείται η υποχρέωση τήρησης προθεσμίας και, αντίστοιχα, δεν εφαρμόζεται η ρήτρα.
Η ρήτρα παραμονής μετά την εκπαίδευση συμφωνείται όταν ο εργοδότης χρηματοδοτεί εξειδικευμένη κατάρτιση που προσθέτει αξία στον εργαζόμενο πέρα από τις απαιτήσεις της τρέχουσας θέσης. Το αντίστοιχο ποσό μειώνεται κατ’ αναλογία με τον χρόνο παραμονής μετά την εκπαίδευση, ώστε η δέσμευση να αποσβένεται προοδευτικά.
Η ρήτρα εχεμύθειας προστατεύει πληροφορίες που η συνήθης υποχρέωση πίστης του ΑΚ 652 δεν καλύπτει επαρκώς. Σε στελέχη με πρόσβαση σε εμπορικά απόρρητα, η συμβατική ρύθμιση εξειδικεύει τι θεωρείται προστατευόμενο, για πόσο και με ποια κύρωση, παρέχοντας στον εργοδότη μηχανισμό αντίδρασης χωρίς να απαιτείται απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας.
Πότε καταπίπτει η ποινική ρήτρα κατά εργαζομένου;
Για να καταπέσει η ποινική ρήτρα κατά εργαζομένου απαιτούνται σωρευτικά τέσσερις προϋποθέσεις:
- έγκυρη κύρια ενοχή την οποία εξασφαλίζει η ρήτρα,
- παραβίαση της συγκεκριμένης συμβατικής υποχρέωσης που καλύπτει η ρήτρα,
- υπαιτιότητα ή υπερημερία του εργαζομένου,
- κατά το άρθρο 405 ΑΚ και
- προηγούμενη όχληση όπου η φύση της παροχής το απαιτεί. Ο εργοδότης φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης όλων των στοιχείων.
Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει επανειλημμένα ότι οι διατάξεις περί ποινικής ρήτρας είναι ενδοτικού δικαίου. Επομένως, μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο δανειστής – εργοδότης έχει σωρευτική αξίωση για την ποινή και για πλήρη αποζημίωση και όχι μόνο για το ποσό που η ζημία υπερβαίνει την ποινή (ΑΠ 836/2022).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 94/2020 απόφασή του δέχθηκε ποινική ρήτρα έναντι παραιτηθέντος εργαζομένου που είχε προσληφθεί από ανταγωνιστική επιχείρηση κατά παράβαση συμβατικής δέσμευσης, με την παρατήρηση ότι η ρήτρα τηρούσε τα όρια αναλογικότητας ως προς χρόνο και αντικείμενο.
Κρίσιμη παράμετρος είναι το κύρος της κύριας ενοχής. Κατά το άρθρο 408 ΑΚ, αν η υπόσχεση της παροχής είναι άκυρη, άκυρη είναι και η ποινική ρήτρα, ακόμη και αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της κύριας ενοχής (ΑΠ 1523/2022).
Επομένως, όταν είναι άκυρος ο όρος της σύμβασης εργασίας που η ρήτρα εξασφαλίζει (πχ ως αντίθετος σε εργατική νομοθεσία αναγκαστικού δικαίου), ο εργοδότης δεν μπορεί να αξιώσει τη ρήτρα, παρά τη ρητή συμβατική πρόβλεψη.
Εξάλλου, το συγκεκριμένο περιεχόμενο της παράβασης πρέπει να καλύπτεται από τη διατύπωση της ρήτρας. Γενική ρήτρα «για κάθε παραβίαση της σύμβασης» χωρίς ειδικότερη οριοθέτηση κινδυνεύει να ακυρωθεί ως αόριστη ή να μειωθεί δραστικά κατά τον δικαστικό έλεγχο. Η ad hoc διατύπωση κάθε επιμέρους όρου, με συγκεκριμένη παράβαση και συγκεκριμένη ποινή, αποτελεί κρίσιμο σημείο κατά τη σύνταξη της σύμβασης.
Πότε είναι άκυρη η ποινική ρήτρα κατά εργαζομένου;
Η ποινική ρήτρα κατά εργαζομένου είναι άκυρη όταν παραβιάζει εργατικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που προστατεύουν τον εργαζόμενο, όταν θίγει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας, ή όταν η κύρια ενοχή που εξασφαλίζει είναι άκυρη κατά ΑΚ 408. Επιπλέον υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας κατά ΑΚ 281 με βάση την αρχή της αναλογικότητας.
Η πιο συχνή περίπτωση ακυρότητας αφορά ρήτρα προειδοποίησης καταγγελίας που υπερβαίνει το πλαφόν του Ν. 2112/1920. Ο συγκεκριμένος νόμος προβλέπει ρητά ότι η προθεσμία προειδοποίησης από τον εργαζόμενο είναι ίση με το ήμισυ της προθεσμίας του εργοδότη και πάντως δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Συμβατική ρήτρα που απαιτεί από εργαζόμενο εξάμηνη ή ετήσια προειδοποίηση, με αντίστοιχη ποινική ρήτρα, είναι (ως προς το υπερβάλλον) άκυρη ως αντίθετη σε διάταξη αναγκαστικού δικαίου. Η ίδια λογική εφαρμόζεται σε ρήτρες που επιβάλλουν δυσανάλογη οικονομική δέσμευση και, ουσιαστικά, εμποδίζουν τον εργαζόμενο να ασκήσει το δικαίωμα μεταβολής εργοδότη.
Ο έλεγχος καταχρηστικότητας κατά ΑΚ 281 γίνεται με στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Λαμβάνονται υπόψη η βαρύτητα της παράβασης, η πραγματική ζημία του εργοδότη, η χρονική διάρκεια και το αντικείμενο της δέσμευσης, η οικονομική κατάσταση των μερών και η τυχόν παροχή ανταλλάγματος προς τον εργαζόμενο. Ρήτρα που οδηγεί σε ουσιαστικό αποκλεισμό του εργαζομένου από την αγορά εργασίας του αντικειμένου της κρίνεται καταχρηστική.
Διαφορετική είναι η περίπτωση όπου η ρήτρα συγκαλύπτει άλλη παράνομη επιβάρυνση. Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι σε χρηματική οφειλή, η συνομολόγηση πρόσθετου χρηματικού ποσού ως ποινικής ρήτρας πέρα του θεμιτού τόκου είναι άκυρη, ως συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, ακυρότητα διακριτή από τον υπέρμετρο χαρακτήρα που ρυθμίζεται από ΑΚ 409 (ΑΠ 1737/2022).
Όταν η ρήτρα δεν είναι άκυρη αλλά κρίνεται δυσανάλογα μεγάλη, εφαρμόζεται η δικαστική μείωση κατά ΑΚ 409, η οποία είναι διάταξη δημοσίας τάξεως. Πρόσφατη νομολογία επιβεβαιώνει ότι η μείωση γίνεται με στάθμιση των πραγματικών της υπόθεσης (ΑΠ 644/2024).
Η εμπειρία από υποθέσεις αμφισβήτησης τέτοιων ρητρών δείχνει ότι ο δικαστικός έλεγχος σπάνια εξαντλείται σε καθαρά νομικά κριτήρια. Η συγκεκριμένη διατύπωση της ρήτρας, η ύπαρξη ή απουσία διαπραγμάτευσης, η αναλογία της ποινής με τις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και ο τρόπος με τον οποίο επικαλείται ο εργοδότης τη ρήτρα διαμορφώνουν συχνά το τελικό αποτέλεσμα.
Πώς διαφοροποιείται από τη ρήτρα μη ανταγωνισμού;
Η ποινική ρήτρα είναι εξασφαλιστικός μηχανισμός κύρωσης για παραβίαση οποιασδήποτε συμβατικής υποχρέωσης κατά τα ΑΚ 404 επ. Η ρήτρα μη ανταγωνισμού είναι ουσιαστική απαγόρευση μετασυμβατικής δραστηριότητας του εργαζομένου, που ελέγχεται με βάση τα άρθρα 178, 179, 281 ΑΚ και το Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού. Στην πράξη συνδυάζονται: η ρήτρα μη ανταγωνισμού ορίζει την ουσιαστική υποχρέωση, η ποινική ρήτρα ορίζει την κύρωση παράβασης.
| Στοιχείο | Ποινική ρήτρα | Ρήτρα μη ανταγωνισμού |
|---|---|---|
| Λειτουργία | Κύρωση παραβίασης υποχρέωσης | Ουσιαστική απαγόρευση δραστηριότητας |
| Νομική βάση | ΑΚ 404-409 | ΑΚ 178-179, 281 + Ν. 146/1914 |
| Διάρκεια | Όσο διαρκεί η κύρια υποχρέωση | Συνήθως ορισμένο διάστημα μετά τη λύση |
| Οικονομικό αντάλλαγμα | Δεν απαιτείται | Συνεκτιμάται για το κύρος της δέσμευσης |
| Έλεγχος υπέρμετρου | Δικαστική μείωση κατά ΑΚ 409 | Ακυρότητα ως υπέρμετρη κατά ΑΚ 281 |
Η πρακτική συνύπαρξη των δύο ρητρών δημιουργεί συχνά σύγχυση. Όταν η σύμβαση εργασίας περιέχει και τα δύο, η ποινική ρήτρα διατυπώνεται ως αυτοτελής όρος που παραπέμπει ρητά στη ρήτρα μη ανταγωνισμού. Η ενιαία διατύπωση «σε περίπτωση παράβασης της παρούσας σύμβασης, ο εργαζόμενος καταβάλλει [x ποσό]» ελέγχεται ως αόριστος.
Η ρήτρα μη ανταγωνισμού στις εργασιακές και εταιρικές σχέσεις εξετάζεται σε αυτοτελή ανάλυση, η οποία καλύπτει τα κριτήρια εγκυρότητας, το ζήτημα του ανταλλάγματος και τις διαφοροποιήσεις μεταξύ εργασιακού και εταιρικού πλαισίου. Ο διαχωρισμός των δύο ρητρών στο συμβατικό κείμενο διευκολύνει και τον μεταγενέστερο δικαστικό έλεγχο, καθώς το δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει τη μη ανταγωνισμού ως υπέρμετρη και να διατηρήσει την ποινική ρήτρα για άλλη αυτοτελή παράβαση.
Πότε είναι έγκυρη η ρήτρα επιστροφής δαπανών εκπαίδευσης;
Η ρήτρα επιστροφής δαπανών εκπαίδευσης λειτουργεί ως ειδική μορφή ποινικής ρήτρας υπέρ του εργοδότη που χρηματοδότησε εξειδικευμένη κατάρτιση του εργαζομένου. Ο δικαστικός έλεγχος γίνεται κατά ΑΚ 281 με κριτήρια αναλογικότητας: ύψος δαπάνης, διάρκεια δέσμευσης παραμονής, βαθμός εξειδίκευσης της κατάρτισης και ανταποδοτική αξιοποίηση από τον εργοδότη. Κρίνεται καταχρηστική όταν υπάρχει ουσιώδης ασυμμετρία στα παραπάνω στοιχεία.
Πρόκειται για όρο που υποχρεώνει τον εργαζόμενο να επιστρέψει τις δαπάνες εκπαίδευσης που κατέβαλε ο εργοδότης, εφόσον αποχωρήσει πριν την πάροδο ορισμένης χρονικής περιόδου. Σκοπός είναι η απόσβεση της επένδυσης μέσω της παραμονής και της αξιοποίησης της αποκτηθείσας τεχνογνωσίας από την επιχείρηση.
Η νομολογία έχει διαπλάσει συγκεκριμένα κριτήρια ελέγχου. Σταθερά, η ρήτρα επιστροφής δαπανών εκπαίδευσης κρίνεται με βάση τη στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων: αφενός το συμφέρον του εργοδότη για αξιοποίηση της επένδυσης, αφετέρου το συμφέρον του εργαζομένου για επαγγελματική ελευθερία και αποτροπή υπέρμετρης δέσμευσης. Η ρήτρα κρίνεται καταχρηστική όταν αποδεικνύεται ασυμμετρία ως προς το ύψος της δέσμευσης σε σχέση με τη συγκεκριμένη εκπαίδευση.
Η αναλογικότητα προκύπτει από συγκεκριμένα στοιχεία, όπως για παράδειγμα ότι η εκπαίδευση πρέπει να έχει πραγματικό κόστος και αυτοτελή αγοραστική αξία (πιστοποίηση, ειδικότητα που αξιοποιείται και εκτός εργοδότη κλπ). Η δέσμευση παραμονής πρέπει να είναι ανάλογη της δαπάνης (συνήθως αναλογία ένα έτος δέσμευσης για κάθε κλιμακούμενη οικονομική επιβάρυνση), με προοδευτική μείωση του οφειλόμενου ποσού κατά τον χρόνο παραμονής. Η εμπειρία από υποθέσεις ρητρών επιστροφής δαπανών εκπαίδευσης, δείχνει ότι ο δικαστικός έλεγχος εστιάζει στην αναλογία δαπάνης προς δέσμευση και στην αγοραστική αξία της εκπαίδευσης πέραν του συγκεκριμένου εργοδότη.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν η εκπαίδευση παρέχεται in-house χωρίς εξωτερικό πάροχο και πιστοποίηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις η αποδειξιμότητα του κόστους και της αυτοτελούς αξίας είναι περιορισμένη και η αναλογικότητα της ρήτρας ελέγχεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα.
Συχνές Ερωτήσεις
Είναι νόμιμη η ποινική ρήτρα για παραίτηση εργαζομένου χωρίς προειδοποίηση;
Νόμιμη μέχρι το ύψος των αποδοχών που θα οφείλονταν για τη συμβατική προθεσμία προειδοποίησης, η οποία κατά Ν. 2112/1920 είναι ίση με το ήμισυ της προθεσμίας του εργοδότη και πάντως δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Συμβατική ρήτρα που απαιτεί μεγαλύτερη προειδοποίηση από εργαζόμενο και αντίστοιχη ποινή είναι, στο υπερβάλλον, άκυρη ως αντίθετη σε εργατική διάταξη αναγκαστικού δικαίου.
Μπορεί ο εργοδότης να συμψηφίσει την ποινική ρήτρα με τις τελευταίες αποδοχές;
Ο μονομερής συμψηφισμός με δεδουλευμένες αποδοχές που δεν έχουν καταβληθεί συνιστά παρακράτηση που απαγορεύεται από εργατικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, παρά την τυχόν αμφισβήτηση της οφειλόμενης ποινής. Η αξίωση του εργοδότη επιδιώκεται δικαστικά μετά επίδοση εξώδικης όχλησης, με δυνατότητα ασφαλιστικών μέτρων όταν αποδεικνύεται κίνδυνος.
Χρειάζεται οικονομικό αντάλλαγμα για να είναι έγκυρη η ποινική ρήτρα;
Ειδικό οικονομικό αντάλλαγμα δεν απαιτείται ως προϋπόθεση εγκυρότητας. Η έλλειψη ανταλλάγματος συνεκτιμάται μόνο κατά τον έλεγχο καταχρηστικότητας κατά ΑΚ 281, ιδίως σε ρήτρες μακράς διάρκειας ή σε ευρύ πλαίσιο, όπου ενδέχεται να συμβάλει στην κρίση περί υπέρμετρου χαρακτήρα. Η ύπαρξη ανταλλάγματος ενισχύει την εγκυρότητα και μειώνει τον κίνδυνο δικαστικής αμφισβήτησης.
Πώς υπολογίζεται εύλογο ύψος ποινικής ρήτρας σε σύμβαση εργασίας;
Δεν υπάρχει νομοθετικός τύπος. Ο έλεγχος αναλογικότητας κατά ΑΚ 281 και η δικαστική μείωση κατά ΑΚ 409 σταθμίζουν το συμφέρον εργοδότη, τη βαρύτητα παράβασης, τη διάρκεια δέσμευσης και την πραγματική ζημία. Σε ρήτρες προειδοποίησης συνήθης μέτρηση είναι ποσό 1-3 μηνιαίων αποδοχών. Σε ρήτρες παραμονής υπολογίζεται κλιμακωτή επιστροφή δαπανών εκπαίδευσης μειούμενη με τον χρόνο υπηρεσίας.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Διατύπωση συμβατικού όρου με συγκεκριμένη παράβαση: Η ρήτρα ορίζει ρητά την υποχρέωση που εξασφαλίζει, τη συμπεριφορά που στοιχειοθετεί παράβαση και το αντίστοιχο ποσό. Γενική διατύπωση «για κάθε παραβίαση της σύμβασης» χωρίς ειδικότερη οριοθέτηση κινδυνεύει να ακυρωθεί ως αόριστη ή να μειωθεί δραστικά.
Αναλογικό ύψος ποινής σε σχέση με δέσμευση: Το ποσό προσαρμόζεται στη βαρύτητα της παραβίασης, στη διάρκεια και στο αντικείμενο της δέσμευσης. Η δικαστική μείωση της ρήτρας ως υπέρμετρης κατά ΑΚ 409, αποτελεί τη συχνότερη ένσταση εργαζομένου σε σχετικές δίκες και ο εργοδότης πρέπει να μπορεί να τεκμηριώσει την αναλογικότητα του συμφωνημένου ποσού.
Διάκριση από ρήτρα μη ανταγωνισμού στο ίδιο κείμενο: Όταν η σύμβαση περιέχει και ρήτρα μη ανταγωνισμού, η ποινική ρήτρα διατυπώνεται ως αυτοτελής όρος που παραπέμπει ρητά στη μη ανταγωνισμού. Η ενιαία διατύπωση μειώνει την αποδεικτική ισχύ και επιτρέπει στον εργαζόμενο να επιτύχει ολική ακυρότητα προσβάλλοντας ένα μόνο σκέλος.
Σαφής πρόβλεψη χρόνου προειδοποίησης για ρήτρες παραίτησης: Στις ρήτρες προειδοποίησης καταγγελίας, η σύμβαση τηρεί το πλαφόν του Ν. 2112/1920. Ρήτρα που απαιτεί εξάμηνη ή ετήσια προειδοποίηση από εργαζόμενο, με αντίστοιχη ποινή, είναι στο υπερβάλλον άκυρη και μπορεί να παρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη τη συμβατική ρύθμιση.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την ποινική ρήτρα στη σύμβασης εργασίας.