Καταγγελία Επαγγελματικής Μίσθωσης: Λόγοι & Νομολογία 2026
Εν συντομία:
- Η καταγγελία επαγγελματικής μίσθωσης διέπεται από διπλό καθεστώς ανάλογα με τη χρονολογία σύναψης: για συμβάσεις προ της 28/2/2014 ισχύει το ΠΔ 34/1995, για μεταγενέστερες ο Ν. 4242/2014, με συμπληρωματική εφαρμογή των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα.
- Ο μισθωτής δεν διαθέτει πλέον δικαίωμα καταγγελίας μεταμέλειας στις νέες μισθώσεις. Μετά την τριετία απαιτείται σπουδαίος λόγος ή τήρηση των συμβατικών όρων εξόδου (ΑΠ 1866/2025).
- Ο εκμισθωτής διαθέτει τυποποιημένους λόγους καταγγελίας: μη παραχώρηση χρήσης (585 ΑΚ), κακή χρήση (594 ΑΚ), καθυστέρηση μισθώματος (597 ΑΚ), σπουδαίος λόγος, καθώς και εναλλακτική οδό αγωγής απόδοσης μισθίου (66 ΕισΝΚΠολΔ) χωρίς προηγούμενη καταγγελία.
- Σε ακίνητα κοινής κυριότητας, η ΑΠ 1360/2025 επιβεβαιώνει ότι η καταγγελία στρέφεται μόνο στους συμβληθέντες συγκυρίους, ενώ αναγνωρίζεται εντολοδοχική σχέση για κάθε διαχειριστική πράξη.
- Σε πλειστηριασμό μισθίου, η προθεσμία λύσης από τον υπερθεματιστή ορίζεται πλέον σε έξι (6) μήνες κατ’ άρθρο 1009 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 81 Ν. 4842/2021.
Ποιο είναι το νομικό πλαίσιο της καταγγελίας επαγγελματικής μίσθωσης;
Η καταγγελία επαγγελματικής μίσθωσης ρυθμίζεται από διπλό καθεστώς ανάλογα με τη χρονολογία σύναψης. Για μισθώσεις που καταρτίστηκαν πριν την 28/2/2014 εφαρμόζεται το ΠΔ 34/1995, ενώ για μεταγενέστερες ο Ν. 4242/2014. Συμπληρωματικά ισχύουν οι γενικές διατάξεις του ΑΚ (574 επ.) και η ειδική ρύθμιση του άρθρου 1009 ΚΠολΔ στον πλειστηριασμό.
Το ΠΔ 34/1995 διατηρείται για τις παλαιότερες μισθώσεις, με τη βασική εξαίρεση ότι το άρθρο 40 (αναπροσαρμογή μισθώματος) καταργήθηκε από τον Ν. 4242/2014. Το πεδίο εφαρμογής του ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1, με ρητές εξαιρέσεις. Ενδεικτικά, η ΑΠ 1599/2024 επιβεβαίωσε ότι δεν υπάγονται στην προστασία του προεδρικού διατάγματος οι μισθώσεις εντός χώρων που ανήκουν στα ιδρύματα του πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα, σύμφωνα με την περ. η΄ του άρθρου 4 παρ. 1.
Στις νέες επαγγελματικές μισθώσεις ο Ν. 4242/2014 καθιερώνει ελάχιστη συμβατική διάρκεια τριών (3) ετών, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί μεγαλύτερη. Πριν την παρέλευση της τριετίας, καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει δικαίωμα μονομερούς λύσης παρά μόνο για σπουδαίο λόγο ή με αμοιβαία συμφωνία.
Πότε ο μισθωτής μπορεί να καταγγείλει την επαγγελματική μίσθωση;
Ο μισθωτής μπορεί να καταγγείλει την επαγγελματική μίσθωση είτε με σπουδαίο λόγο, οπότε τα έννομα αποτελέσματα επέρχονται άμεσα, είτε σύμφωνα με τους ειδικούς λόγους που του παρέχει ο νόμος όταν ο εκμισθωτής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του. Η καταγγελία μεταμέλειας στις σύγχρονες μισθώσεις τριετούς διάρκειας έχει ουσιαστικά καταργηθεί.
Στο παλαιό καθεστώς, το άρθρο 43 ΠΔ 34/1995 παρείχε στον μισθωτή δικαίωμα πρόωρης αποχώρησης μετά την παρέλευση ενός έτους, με υποχρέωση καταβολής ως αποζημίωση ποσού ίσου με μισθώματα ενός μήνα. Η ρύθμιση εξυπηρετούσε επιχειρήσεις σε εκκίνηση που διαπίστωναν αδυναμία βιωσιμότητας στον συγκεκριμένο χώρο.
Στις μισθώσεις που καταρτίστηκαν μετά την 28/2/2014, η εικόνα αντιστράφηκε. Σύμφωνα με την ΑΠ 1866/2025, όταν η διάρκεια έχει συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας, ο μισθωτής δεν μπορεί να καταγγείλει μονομερώς πριν τη λήξη παρά μόνο για σπουδαίο λόγο. Η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 13 §1γ Ν. 4242/2014 εφαρμόζεται μόνο όταν η μίσθωση καθίσταται αορίστου χρόνου κατ’ άρθρο 611 ΑΚ, μετά τη λήξη της αρχικής συμβατικής διάρκειας.
Πέρα από τις προβλέψεις περί διάρκειας, ο μισθωτής διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα καταγγελίας του άρθρου 585 ΑΚ όταν δεν του παραχωρήθηκε εγκαίρως, ολικά ή μερικά, η συμφωνημένη χρήση του μισθίου ή του αφαιρέθηκε αργότερα. Στην περίπτωση αυτή τάσσει στον εκμισθωτή εύλογη προθεσμία αποκατάστασης. Εφόσον η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η καταγγελία ισχυροποιείται. Αν λόγω της σπουδαιότητας του ελαττώματος δεν υπάρχει συμφέρον στη συνέχιση της σύμβασης, η καταγγελία ασκείται χωρίς προθεσμία.
Στις περιπτώσεις που η σύμβαση πλησιάζει τη λήξη της, εναλλακτική στη μονομερή έξοδο αποτελεί η διαπραγμάτευση παράτασης ή αναμίσθωσης με τον εκμισθωτή, λύση που συχνά εξυπηρετεί την επιχειρηματική συνέχεια χωρίς την ανάληψη του κόστους πρόωρης λύσης.
Πότε ο εκμισθωτής μπορεί να καταγγείλει την επαγγελματική μίσθωση;
Ο εκμισθωτής διαθέτει τέσσερις τυποποιημένους λόγους καταγγελίας της επαγγελματικής μίσθωσης: την κακή χρήση του μισθίου (594 ΑΚ), την καθυστέρηση καταβολής μισθώματος από δυστροπία (597 ΑΚ), τον θάνατο του μισθωτή με ενδιάμεση καταγγελία των κληρονόμων (612 ΑΚ) και τον σπουδαίο λόγο. Παράλληλα, στην περίπτωση καθυστέρησης διαθέτει εναλλακτικά την αγωγή απόδοσης μισθίου του άρθρου 66 ΕισΝΚΠολΔ.
Στην καθυστέρηση καταβολής, η ΑΠ 471/2023 διευκρίνισε ότι η υπερημερία τεκμαίρεται από τη μη καταβολή του μισθώματος κατά την ημέρα που συμφωνήθηκε, χωρίς ανάγκη όχλησης κατ’ άρθρο 341 ΑΚ. Ο μισθωτής μπορεί να ισχυριστεί και να αποδείξει, κατ’ ανταπόδειξη, ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (άρθρο 342 ΑΚ), οπότε η υπερημερία δεν επέρχεται. Η καταγγελία του 597 ΑΚ ενεργοποιείται με προθεσμία ενός μήνα σε ετήσιες ή μακροχρόνιες μισθώσεις και αποδυναμώνεται αν ο μισθωτής εξοφλήσει τα οφειλόμενα μαζί με τα έξοδα πριν την παρέλευσή της.
Η ΑΠ 399/2023 επιβεβαίωσε τη συνύπαρξη δύο εναλλακτικών δρόμων. Ο εκμισθωτής που υφίσταται καθυστέρηση από δυστροπία μπορεί είτε να καταγγείλει κατά 597 ΑΚ είτε να ασκήσει απευθείας αγωγή απόδοσης μισθίου κατά 66 ΕισΝΚΠολΔ, χωρίς προηγούμενη καταγγελία. Η άσκηση της αγωγής αυτής δεν λειτουργεί η ίδια ως καταγγελία της σύμβασης. Η επιλογή της οδού επηρεάζει σημαντικά την έκβαση, ιδίως ως προς τη δυνατότητα ίασης από τον μισθωτή.
Στην επίδοση της δήλωσης καταγγελίας, η ΑΠ 777/2022 εφάρμοσε το άρθρο 587 ΑΚ διευκρινίζοντας ότι μεταξύ απόντων αρκεί η δήλωση να εναποτίθεται σε χώρο που βρίσκεται στη νομή ή την κατοχή του αποδέκτη. Η θυροκόλληση και η επίδοση μέσω δικαστικού επιμελητή αναγνωρίζονται ως ισόκυρες οδοί, εφόσον η δήλωση φθάνει στη σφαίρα επιρροής του παραλήπτη. Πρόσθετη εξασφάλιση του εκμισθωτή σε κάθε περίπτωση αποτελεί η εγγύηση που κατατέθηκε με την υπογραφή της σύμβασης.
| Λόγος | Διάταξη | Πλευρά | Προθεσμία |
|---|---|---|---|
| Μη παραχώρηση χρήσης | 585 ΑΚ | Μισθωτής | Εύλογη προθεσμία αποκατάστασης |
| Κακή χρήση μισθίου | 594 ΑΚ | Εκμισθωτής | Άμεση μετά διαμαρτυρία |
| Καθυστέρηση μισθώματος | 597 ΑΚ | Εκμισθωτής | 1 μήνας (ετήσιες+) / 10 ημέρες |
| Θάνατος μισθωτή | 612 ΑΚ | Κληρονόμοι | 3 μήνες, τέλος ημερολογιακού μηνός |
| Σπουδαίος λόγος | 281, 288, 588, 672, 752, 766 ΑΚ | Αμφότεροι | Άμεση κοινοποίηση |
| Αγωγή απόδοσης (εναλλακτικά) | 66 ΕισΝΚΠολΔ | Εκμισθωτής | Χωρίς καταγγελία |
Πότε ισχύει η καταγγελία για σπουδαίο λόγο;
Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο συνιστά γενική αρχή του δικαίου που συνάγεται από τα άρθρα 281, 288, 588, 672, 752 και 766 ΑΚ. Εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις βάσει των άρθρων 15 και 44 ΠΔ 34/1995, επιτρέποντας σε κάθε συμβαλλόμενο να λύσει τη διαρκή σχέση όταν η συνέχισή της γίνεται μη ανεκτή κατά την καλή πίστη.
Σύμφωνα με την ΑΠ 1599/2024, ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε περιστατικό που, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, καθιστά μη ανεκτή τη διατήρηση της σχέσης έως τη λήξη της. Τα περιστατικά αυτά αφορούν συνήθως στον αποδέκτη της καταγγελίας, αλλά δεν αποκλείεται να βρίσκονται και στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος. Η αξιολόγηση είναι αντικειμενική, χωρίς να απαιτείται πταίσμα του αποδέκτη.
Ειδικά στις εμπορικές μισθώσεις, η ΑΠ 378/2023 επέβαλε στενή ερμηνεία της έννοιας. Επειδή ο νομοθέτης έχει θεσπίσει ειδικούς λόγους πρόωρης καταγγελίας και για τις δύο πλευρές, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου περιορίζεται σε όσα δεν καλύπτονται από αυτούς. Παράλληλα ισχύει η αρχή ότι κανείς δεν αντλεί ωφέλη από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά οφειλόμενη σε υπαιτιότητά του (200, 281, 288 ΑΚ). Ο υπαίτιος καταγγέλλων δεν δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα.
Στην ίδια ΑΠ 378/2023, η οποία αφορούσε μισθωτή τηλεπικοινωνιακού σταθμού που επικαλέστηκε αδυναμία αδειοδότησης από την πολεοδομία, η καταγγελία κρίθηκε άκυρη επειδή ο επικαλούμενος λόγος δεν προβλεπόταν συμβατικά και απορρέει από τη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος. Η ακυρότητα της καταγγελίας κατ’ άρθρα 174 και 180 ΑΚ συνεπάγεται ότι η μίσθωση συνεχίζεται και το μίσθωμα παραμένει οφειλόμενο, ανεξάρτητα από τη χρήση του μισθίου. Η συγκεκριμενοποίηση του σπουδαίου λόγου απαιτεί στάθμιση των συμφερόντων αμφοτέρων των μερών.
Πώς επιδίδεται η καταγγελία σε πολλαπλούς εκμισθωτές;
Σε επαγγελματικές μισθώσεις με πολλαπλούς συμβαλλόμενους, συγκυριότητα του ακινήτου ή κληρονομική διαδοχή, η επίδοση της καταγγελίας ακολουθεί κανόνες ξεχωριστούς από την απλή διμερή σχέση. Η πρόσφατη ΑΠ 1360/2025 αποτυπώνει την κρατούσα προσέγγιση του Αρείου Πάγου, ενώ η ΑΠ 1222/2024 ρυθμίζει τη διαδοχή σε θάνατο του μισθωτή.
Όταν το μίσθιο ανήκει κατά συγκυριότητα σε περισσότερα πρόσωπα, η εσωτερική σχέση των συνεκμισθωτών διέπεται από τις διατάξεις περί κοινωνίας (785 επ. ΑΚ). Σύμφωνα με την ΑΠ 1360/2025, η σύναψη της μίσθωσης, η καταγγελία της και η άσκηση αγωγής απόδοσης συνιστούν διαχειριστικές πράξεις τις οποίες μπορούν να ασκήσουν και κοινωνοί που δεν έχουν την πλειοψηφία των μερίδων, εφόσον ενεργούν ως εντολοδόχοι λοιπών κοινωνών με τους οποίους σχηματίζουν πλειοψηφία.
Η εμπειρία από υποθέσεις συγκυριότητας ακινήτων δείχνει ότι το κρίσιμο σημείο είναι η ταυτότητα του εκμισθωτή στη σύμβαση. Η ΑΠ 1360/2025 αποσαφηνίζει ότι η καταγγελία στρέφεται μόνο στους συμβληθέντες συγκυρίους, ακόμη και όταν η κυριότητα του μισθίου έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί ή υπάρχουν συγκύριοι που ουδέποτε συμβλήθηκαν. Ακόμη πιο σημαντικό, η παραλαβή κλειδιών από μη συμβληθέντα συγκύριο «με επιφύλαξη» δεν ακυρώνει την προηγηθείσα νόμιμη καταγγελία.
Σε θάνατο συνεκμισθωτή, η μίσθωση δεν λύεται. Η καταγγελία εξακολουθεί να επιδίδεται μόνο στον επιζώντα συμβληθέντα συνεκμισθωτή, και όχι σωρευτικά σε όλους τους κληρονόμους. Η ίδια απόφαση καλύπτει και την ειδική διαδοχή του 614 ΑΚ, οπότε τυχόν νέος κύριος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στη μίσθωση και η καταγγελία στρέφεται πλέον σε εκείνον.
Στην αντίστροφη πλευρά, σε θάνατο του μισθωτή, η ΑΠ 1222/2024 διευκρίνισε ότι οι κληρονόμοι διαθέτουν τρίμηνη προθεσμία καταγγελίας κατ’ άρθρο 612 παρ. 1 ΑΚ. Αν δεν την ασκήσουν, η μίσθωση συνεχίζεται για δικό τους λογαριασμό από το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας και οι σχετικές υποχρεώσεις δεν βαρύνουν την κληρονομιαία αλλά την ατομική περιουσία τους. Παράλληλα μπλέξιμα ζητημάτων ανακύπτουν όταν στη μισθωτική σχέση υπεισέρχεται και υπομισθωτής ή υπεκμισθωτής, οπότε χρειάζεται κοινοποίηση και προς τον τρίτο για να αναπτύξει η καταγγελία όλα της τα έννομα αποτελέσματα.
Ποιες είναι οι συνέπειες της καταγγελίας;
Από την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, η μισθωτική σχέση λύεται και γεννώνται για τον μισθωτή υποχρεώσεις απόδοσης του μισθίου, αποζημίωσης για τυχόν φθορές πέραν της συμφωνημένης χρήσης και πληρωμής τυχόν οφειλόμενων μισθωμάτων. Παράλληλα, ο εκμισθωτής υποχρεούται σε επιστροφή της εγγύησης μετά τον υπολογισμό των αξιώσεών του.
Σύμφωνα με το άρθρο 599 ΑΚ, ο μισθωτής οφείλει να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, εκτός από φθορές που οφείλονται στη συνηθισμένη χρήση. Η παραχώρηση της χρήσης έχει πλέον παύσει και κάθε εκκρεμότητα τακτοποιείται με την παράδοση. Ο εκμισθωτής υποχρεούται σε άμεση παραλαβή, ώστε να μη γεννηθεί δική του υπερημερία.
Ως προς την έκταση της ευθύνης του μισθωτή για φθορές, η ΑΠ 1226/2024 αποσαφήνισε ότι η συμφωνημένη χρήση είναι ευρύτερη από τη συνηθισμένη και προσδιορίζεται κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα, τον προορισμό του μισθίου και την καλή πίστη. Επειδή τα άρθρα 591, 592 και 599 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου, τα μέρη μπορούν να διαμορφώσουν συμβατικά την έκταση των επιτρεπτών φθορών κατ’ άρθρο 361 ΑΚ. Στην αποζημίωση περιλαμβάνεται και διαφυγόν κέρδος, ιδίως απώλεια μισθωμάτων από αδυναμία επανεκμίσθωσης.
Ως προς το βάρος απόδειξης, η ίδια απόφαση επιβεβαιώνει ότι ο εκμισθωτής φέρει το βάρος της απόδειξης των φθορών και του ποσού της ζημίας, χωρίς να υποχρεούται να αποδείξει την αρχική κατάσταση του μισθίου. Ο μισθωτής μπορεί κατ’ ένσταση να επικαλεστεί τη συμφωνημένη χρήση ή την έλλειψη υπαιτιότητας.
Ειδική ρύθμιση ισχύει στον πλειστηριασμό. Αν το μίσθιο εκπλειστηριάστηκε ενώ χρησιμοποιείται για άσκηση επιχείρησης, ο υπερθεματιστής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση. Σύμφωνα με το άρθρο 1009 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 81 Ν. 4842/2021, η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την επίδοση της καταγγελίας. Πρόκειται για ουσιώδη αύξηση από τη δίμηνη προθεσμία που ίσχυε προηγουμένως, με στόχο τη μεγαλύτερη προστασία της επιχειρηματικής συνέχειας.
Συχνές Ερωτήσεις
Πρέπει η καταγγελία επαγγελματικής μίσθωσης να γίνει εγγράφως;
Ο νόμος δεν επιβάλλει συστατικό έγγραφο τύπο για την καταγγελία, ωστόσο η έγγραφη μορφή αποτελεί καθιερωμένη πρακτική για λόγους απόδειξης και ασφάλειας της επίδοσης. Στις περισσότερες περιπτώσεις προβλέπεται συμβατικά στο μισθωτήριο ότι η καταγγελία γίνεται εγγράφως, με κοινοποίηση μέσω δικαστικού επιμελητή ή συστημένης επιστολής. Σε δικαστική αμφισβήτηση, το έγγραφο με βέβαιη χρονολογία είναι το αποφασιστικό αποδεικτικό μέσο.
Μπορεί ο εκμισθωτής να καταγγείλει αν ο μισθωτής καθυστερεί λίγες ημέρες το μίσθωμα;
Το άρθρο 597 ΑΚ προϋποθέτει υπερημερία, η οποία τεκμαίρεται αυτόματα από τη μη καταβολή κατά τη συμφωνημένη ημέρα, χωρίς ανάγκη όχλησης. Ο εκμισθωτής μπορεί να καταγγείλει με προθεσμία ενός μήνα. Όμως ο μισθωτής αποτρέπει τα αποτελέσματα της καταγγελίας αν εξοφλήσει εμπρόθεσμα τα οφειλόμενα και τα τυχόν έξοδα, σύμφωνα με την ΑΠ 471/2023. Σε πρακτικό επίπεδο, η καταγγελία για ελάχιστη καθυστέρηση είναι σπάνια αποτελεσματική.
Τι γίνεται με την εγγύηση μετά την καταγγελία;
Η εγγύηση επιστρέφεται μετά την παράδοση του μισθίου, αφαιρουμένων τυχόν οφειλόμενων μισθωμάτων, δαπανών αποκατάστασης φθορών πέραν της συμφωνημένης χρήσης και λοιπών αξιώσεων του εκμισθωτή. Η ΑΠ 1226/2024 διευκρινίζει ότι η συμφωνημένη χρήση οριοθετείται με τη σύμβαση κατ’ άρθρο 361 ΑΚ. Συνιστάται σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης με ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων ή ταυτόχρονη εκκαθάριση των ποσών.
Υποχρεούται ο μισθωτής σε αποζημίωση όταν καταγγέλλει με σπουδαίο λόγο;
Όταν συντρέχει γνήσιος σπουδαίος λόγος μη αναγόμενος σε υπαιτιότητα του καταγγέλλοντος, η καταγγελία λύει τη μίσθωση χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης. Αν όμως ο σπουδαίος λόγος ανάγεται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του μισθωτή και κρίνεται ότι ο τελευταίος είναι υπαίτιος, η καταγγελία είναι άκυρη κατ’ ΑΠ 378/2023 και τα οφειλόμενα μισθώματα συνεχίζουν να γεννώνται μέχρι το συμβατικό τέλος.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Συγκυριότητα και απόδοση μισθίου με επιφύλαξη: Σε ακίνητα κοινής κυριότητας, η ορθή πρακτική απαιτεί επίδοση της καταγγελίας μόνο στους συμβληθέντες συγκυρίους, ακόμη και όταν άλλοι συγκύριοι έχουν εμφανιστεί στο μεταξύ. Η ΑΠ 1360/2025 αναγνωρίζει ότι η εμφάνιση συγκυρίου με δήλωση «επιφύλαξης» κατά την παραλαβή κλειδιών δεν ανατρέπει νόμιμη καταγγελία. Παρά ταύτα, η ταυτόχρονη ενημέρωση του συνόλου των γνωστών συγκυρίων μειώνει τον δικονομικό κίνδυνο.
Συμβατική διαμόρφωση πλαισίου ευθύνης για φθορές: Τα άρθρα 591, 592 και 599 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου. Σε B2B συμβάσεις, ιδίως υψηλής αξίας, τα μέρη μπορούν κατ’ άρθρο 361 ΑΚ να ορίσουν ευρύτερη ή στενότερη έννοια «συμφωνημένης χρήσης», να ρυθμίσουν τη φέρουσα ικανότητα του μισθίου σε συγκεκριμένες δραστηριότητες και να προβλέψουν συμβατικές κυρώσεις. Η ΑΠ 1226/2024 αναγνωρίζει ρητά αυτή τη συμβατική ελευθερία και τη συνδέει με το διαφυγόν κέρδος ως στοιχείο της αποζημίωσης.
Σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης μισθίου: Κατά την παράδοση μετά την καταγγελία, συνιστάται σύνταξη γραπτού πρωτοκόλλου από διμελή επιτροπή με φωτογραφική τεκμηρίωση. Σε περιπτώσεις σύγκρουσης ή αναμενόμενης αμφισβήτησης, η παρουσία δικαστικού επιμελητή ή και αστυφύλακα ενισχύει το αποδεικτικό υλικό. Η ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων του εκμισθωτή για φθορές και διαφυγόντα κέρδη, καθώς και η καταγραφή τυχόν οφειλόμενων ποσών, αποτρέπει μεταγενέστερες ενστάσεις περί άφεσης χρέους.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την καταγγελία επαγγελματικής μίσθωσης.