Skip to content
Αρθρογραφία

Ελαττωματικό Προϊόν: Δικαιώματα Αγοραστή & Πωλητή

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 1 Ιουλίου 2026

Πώληση Ελαττωματικού Πράγματος: Πότε Επιλέγεται Αντικατάσταση, Μείωση Τιμήματος Ή Υπαναχώρηση

Εν συντομία:

  • Όταν το πωληθέν δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, ο αγοραστής έχει τέσσερα δικαιώματα κατά το άρθρο 542 ΑΚ: αποκατάσταση της έλλειψης (διόρθωση ή αντικατάσταση), μείωση του τιμήματος, υπαναχώρηση και αποζημίωση.
  • Μετά τον Ν. 4967/2022 η ευθύνη στηρίζεται στην έννοια της «έλλειψης ανταπόκρισης» και η μείωση ή η υπαναχώρηση προϋποθέτουν κατ’ αρχήν ότι η αποκατάσταση απέτυχε, είναι αδύνατη ή δυσανάλογη.
  • Η επιλογή ανάμεσα στα δικαιώματα κρίνεται από τη σοβαρότητα της έλλειψης, το κόστος αποκατάστασης και τα γργονότα της υπόθεσης.
  • Όταν αγοραστής είναι επιχείρηση, οι όροι ευθύνης διαμορφώνονται συμβατικά. Όταν αγοραστής είναι καταναλωτής, ο πωλητής δεν παραιτείται από τις αναγκαστικές προστασίες του Ν. 2251/1994.
  • Τα δικαιώματα παραγράφονται σε δύο έτη για τα κινητά και πέντε έτη για τα ακίνητα, με αφετηρία την παράδοση και όχι την ανακάλυψη του ελαττώματος.

Ποιο δικαίωμα έχει ο αγοραστής όταν παραλάβει ελαττωματικό πράγμα;

Όταν το πράγμα που παραδόθηκε δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, ο αγοραστής δικαιούται κατ’ επιλογή του:

  1. την αποκατάσταση της έλλειψης με διόρθωση ή αντικατάσταση,
  2. τη μείωση του τιμήματος,
  3. την υπαναχώρηση από τη σύμβαση και
  4. αποζημίωση για τη ζημία του.

Η ευθύνη του πωλητή είναι κατ’ αρχήν αντικειμενική, ανεξάρτητη δηλαδή από υπαιτιότητά του.

Η «έλλειψη ανταπόκρισης» (η μη συμμόρφωση του πράγματος προς τους όρους της σύμβασης) είναι η ενιαία έννοια που εισήγαγε ο Ν. 4967/2022 στα άρθρα 534 και 535 ΑΚ. Καλύπτει τόσο τα υποκειμενικά κριτήρια που όρισαν τα μέρη (η περιγραφή, το δείγμα, η συμφωνημένη χρήση, οι ιδιότητες που εγγυήθηκε ο πωλητής) όσο και αντικειμενικά κριτήρια που θέτει ο νόμος, όπως η καταλληλότητα για τη συνήθη χρήση, η ποιότητα και η ανθεκτικότητα του είδους (άρθρα 535Α και 535Β ΑΚ).

Στην έννοια αυτή εντάσσονται οι δύο κλασικές περιπτώσεις που εξακολουθεί να χρησιμοποιεί η νομολογία:

  • Το πραγματικό ελάττωμα είναι η ατέλεια στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του πράγματος που επιδρά αρνητικά στην αξία ή τη χρησιμότητά του.
  • Η έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας υπάρχει όταν τα μέρη συμφώνησαν, ρητά ή σιωπηρά, ότι το πράγμα έχει ορισμένη ιδιότητα στην οποία ο αγοραστής απέδωσε ιδιαίτερη σημασία και την οποία ο πωλητής εγγυήθηκε.

Κρίσιμος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ο κίνδυνος μετατίθεται στον αγοραστή, δηλαδή κατά κανόνα η παράδοση του πράγματος (άρθρο 522 ΑΚ). Αν η έλλειψη υπήρχε ήδη εκείνη τη στιγμή, γεννώνται τα δικαιώματα του αγοραστή, ακόμη και αν αυτή εκδηλώθηκε αργότερα. Η σχέση των κανόνων αυτών με τη γενική ευθύνη για μη εκπλήρωση της σύμβασης καθορίζει ποια διάταξη υπερισχύει σε κάθε διαφορά.

Η αξίωση αποζημίωσης διακρίνεται. Κατά την απόφαση ΑΠ 1588/2018 του Αρείου Πάγου, ο αγοραστής δικαιούται αφενός το θετικό διαφέρον για την εκπλήρωση της σύμβασης (τη διαφορά αξίας μεταξύ του πράγματος όπως συμφωνήθηκε και περαιτέρω του ελαττωματικού, μαζί με το διαφυγόν κέρδος) και αφετέρου την περαιτέρω ζημία, δηλαδή τη ζημία σε άλλα αγαθά ή στην προσωπικότητα που οφείλεται έμμεσα στην ελαττωματικότητα.

Η ευθύνη για αποζημίωση είναι αντικειμενική όταν λείπει συνομολογημένη ιδιότητα και πταισματική όταν πρόκειται για πραγματικό ελάττωμα (άρθρο 547 ΑΚ).

Πότε επιλέγεται διόρθωση ή αντικατάσταση και πότε μείωση τιμήματος ή υπαναχώρηση;

Μετά τον Ν. 4967/2022, η αποκατάσταση της ανταπόκρισης είναι το πρωτεύον δικαίωμα. Ο αγοραστής ζητά πρώτα διόρθωση ή αντικατάσταση και επιλέγει μεταξύ τους, εκτός αν η μία είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες.

Στη μείωση του τιμήματος ή στην υπαναχώρηση περνά όταν η αποκατάσταση απέτυχε, αρνήθηκε ή δεν ολοκληρώθηκε σε εύλογο χρόνο, ή όταν η έλλειψη είναι τόσο σοβαρή που δικαιολογεί άμεση λύση.

Η ρύθμιση αυτή (άρθρα 542, 543 και 545 ΑΚ) ακολουθεί τη δομή της Οδηγίας 2019/771 και είναι πιο περιοριστική για τη μείωση και την υπαναχώρηση από το προηγούμενο καθεστώς της ελεύθερης επιλογής. Η επιλογή του δικαιώματος δεν είναι, επομένως, ζήτημα προτίμησης αλλά εξαρτάται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν.

Δύο όρια οριοθετούν τις λύσεις:

  • Η υπαναχώρηση αποκλείεται όταν η έλλειψη ανταπόκρισης είναι επουσιώδης, οπότε ο αγοραστής περιορίζεται στη μείωση του τιμήματος ή στην αποζημίωση.
  • Η αυτούσια αποκατάσταση (διόρθωση ή αντικατάσταση) αποκλείεται όταν είναι αντικειμενικά αδύνατη ή δυσανάλογα δαπανηρή σε σχέση με την αξία ενός πράγματος χωρίς έλλειψη.

Όταν η έλλειψη αφορά μέρος μόνο περισσότερων πραγμάτων που πωλήθηκαν, το δικαίωμα αντικατάστασης ή υπαναχώρησης περιορίζεται σε αυτά, εκτός αν δεν θεωρείται εύλογο να κρατήσει ο αγοραστής μόνο όσα ανταποκρίνονται (άρθρο 551 ΑΚ).

Η ίδια λογική αποκατάστασης πριν από τη λύση ισχύει και στο ελαττωματικό έργο, με διαφορετικές όμως προθεσμίες, καθώς η σύμβαση έργου διέπεται από τα άρθρα 681 επ. ΑΚ.

ΔικαίωμαΤι επιδιώκει ο αγοραστήςΠότε επιλέγεται κατά προτεραιότηταΠότε δεν χωρεί
ΔιόρθωσηΕπισκευή του πράγματος ώστε να ανταποκρίνεταιΠρωτεύον δικαίωμα, όταν το ελάττωμα αποκαθίσταται και η επισκευή δεν είναι δυσανάλογηΌταν είναι αδύνατη ή δυσανάλογα δαπανηρή έναντι της αντικατάστασης
ΑντικατάστασηΠαράδοση άλλου πράγματος χωρίς έλλειψηΠρωτεύον δικαίωμα, ιδίως σε πράγματα κατά γένος ή όταν η επισκευή δεν αρκείΌταν είναι αδύνατη ή δυσανάλογη, ή για μοναδικά πράγματα κατά είδος
Μείωση τιμήματοςΜείωση του τιμήματος ανάλογη με την απομείωση της αξίας, με έντοκη επιστροφή της διαφοράςΌταν η αποκατάσταση απέτυχε, αρνήθηκε ή είναι αδύνατη και ο αγοραστής κρατά το πράγμαΌταν δεν προηγήθηκε ή δεν απέτυχε η αποκατάσταση, εκτός των εξαιρέσεων του νόμου
ΥπαναχώρησηΛύση της σύμβασης, επιστροφή πράγματος και έντοκη επιστροφή τιμήματος και εξόδωνΌταν η έλλειψη είναι σοβαρή ή η αποκατάσταση απέτυχε και η διατήρηση του πράγματος δεν εξυπηρετείΌταν η έλλειψη ανταπόκρισης είναι επουσιώδης
ΑποζημίωσηΚάλυψη της ζημίας, διαζευκτικά ή σωρευτικά με τα παραπάνωΌταν παραμένει ζημία που δεν καλύπτεται από τα άλλα δικαιώματαΓια το πραγματικό ελάττωμα, χωρίς πταίσμα του πωλητή (άρθρο 547 ΑΚ)

Διαφέρουν τα δικαιώματα αν ο αγοραστής είναι επιχείρηση ή καταναλωτής;

Τα ίδια άρθρα 534 επ. ΑΚ εφαρμόζονται οριζόντια σε κάθε πώληση, εμπορική ή καταναλωτική. Η κρίσιμη διαφορά δεν βρίσκεται στον κατάλογο των δικαιωμάτων αλλά στο αν αυτά μπορούν να τροποποιηθούν με τη σύμβαση.

Σε πώληση μεταξύ επιχειρήσεων οι όροι ευθύνης διαμορφώνονται ελεύθερα, ενώ προς καταναλωτή ο πωλητής δεσμεύεται από αναγκαστικού δικαίου προστασίες.

Όταν ο αγοραστής είναι άλλη επιχείρηση

Σε εμπορική προμήθεια, οι κανόνες του ΑΚ για την ανταπόκριση λειτουργούν ως ενδοτικό δίκαιο. Τα μέρη μπορούν να ορίσουν τη σειρά των δικαιωμάτων, να συμφωνήσουν αποκλειστικές εγγυήσεις, προθεσμίες ελέγχου και ειδοποίησης, ή να περιορίσουν την αποζημίωση, μέσα στα όρια που θέτει το άρθρο 332 ΑΚ για την απαγόρευση εκ των προτέρων απαλλαγής από δόλο και βαριά αμέλεια.

Η εμπειρία από υποθέσεις προμήθειας εμπορευμάτων δείχνει ότι η ρήτρα εγγύησης και αποκατάστασης, όταν προβλέπει διαδικασία ελέγχου κατά την παραλαβή και ρητή ιεράρχηση των δικαιωμάτων, κρίνει συχνά την έκβαση περισσότερο από τις γενικές διατάξεις.

Η διαπραγμάτευση των όρων αυτών απαιτεί ad hoc διατύπωση. Η ίδια ρήτρα μπορεί να μετατοπίσει τον κίνδυνο της κρυμμένης έλλειψης στον πωλητή ή στον αγοραστή, ανάλογα με το ποιος βαρύνεται με τον έλεγχο και εντός ποιας προθεσμίας. Συμπληρωματικά, η παρακράτηση κυριότητας ως όρος στη σύμβαση επηρεάζει τη θέση των μερών όσο εκκρεμεί η αποκατάσταση ή η εξόφληση.

Όταν ο πελάτης – καταναλωτής ζητά επιστροφή ή αντικατάσταση

Όταν η επιχείρηση είναι ο πωλητής και ο πελάτης-καταναλωτής επικαλείται ελάττωμα, ισχύουν τα ίδια δικαιώματα του ΑΚ, ενισχυμένα όμως από τις αναγκαστικές διατάξεις του Ν. 2251/1994. Ο έμπορος δεν μπορεί να αποκλείσει ή να περιορίσει αυτά τα δικαιώματα με τους όρους πώλησης. Κάθε αντίθετη ρήτρα είναι άκυρη ως προς τον καταναλωτή.

Η συχνότερη παρανόηση αφορά την επιστροφή χρημάτων. Η αξίωση του καταναλωτή για επιστροφή του τιμήματος λόγω ελαττώματος είναι υπαναχώρηση και ακολουθεί την ίδια ιεράρχηση, καθώς ο έμπορος δικαιούται κατ’ αρχήν να προτείνει διόρθωση ή αντικατάσταση. Η επιστροφή χρημάτων οφείλεται όταν η αποκατάσταση απέτυχε, είναι αδύνατη ή η έλλειψη είναι σοβαρή.

Δεν υπάρχει γενικό δικαίωμα του καταναλωτή να επιστρέψει προϊόν επειδή απλώς άλλαξε γνώμη, όταν η αγορά έγινε σε φυσικό κατάστημα.
Η ελεύθερη επιστροφή σε τέτοια περίπτωση είναι εμπορική πρακτική, όχι νόμιμη υποχρέωση.

Διαφορετική και αυτοτελής είναι η υπαναχώρηση εντός δεκατεσσάρων ημερών στις συμβάσεις από απόσταση, η οποία δεν προϋποθέτει κανένα ελάττωμα.

Οι ειδικότερες ρυθμίσεις για τα πράγματα με ψηφιακά στοιχεία και τις ηλεκτρονικές πωλήσεις, που εισήγαγε ο Ν. 4967/2022, διαμορφώνουν πρόσθετες υποχρεώσεις του πωλητή, ιδίως ως προς τις ενημερώσεις λογισμικού.

Μέχρι πότε ασκούνται τα δικαιώματα του αγοραστή;

Τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω έλλειψης ανταπόκρισης παραγράφονται σε δύο έτη για τα κινητά και σε πέντε έτη για τα ακίνητα (άρθρο 554 ΑΚ). Η προθεσμία τρέχει από την παράδοση του πράγματος, ακόμη και αν ο αγοραστής ανακάλυψε το ελάττωμα αργότερα (άρθρο 555 ΑΚ). Η αφετηρία αυτή είναι η συχνότερη αιτία απώλειας δικαιώματος.

Ο Ν. 4967/2022 πρόσθεσε στο άρθρο 555 ΑΚ έναν ειδικό λόγο αναστολής. Η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν δύο μήνες από τότε που διαπιστώθηκε η έλλειψη ανταπόκρισης, ώστε ο αγοραστής που ανακαλύπτει το πρόβλημα προς το τέλος της προθεσμίας να έχει χρόνο να αντιδράσει. Αν ο αγοραστής ζήτησε τη διεξαγωγή συντηρητικής απόδειξης, η παραγραφή διακόπτεται έως το τέλος της διαδικασίας.

Όταν τα δικαιώματα ασκούνται με εξώδικη δήλωση και όχι με αγωγή, η δήλωση πρέπει να φτάσει στον πωλητή εντός της προθεσμίας. Η εμπειρία από υποθέσεις ευθύνης πωλητή δείχνει ότι η έγκαιρη και ειδική ειδοποίηση καθορίζει αν θα διασωθεί η αξίωση.

Κατά το άρθρο 558 ΑΚ, ο αγοραστής μπορεί και μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής να προβάλει κατ’ ένσταση τα δικαιώματά του, εφόσον ειδοποίησε ειδικά τον πωλητή για τη συγκεκριμένη έλλειψη μέσα στην προθεσμία.

Η ειδοποίηση πρέπει να προσδιορίζει το ελάττωμα και να συνάγεται από αυτήν η επιφύλαξη άσκησης δικαιωμάτων. Αντίστροφα, αν ο πωλητής απέκρυψε με δόλο την έλλειψη, δεν μπορεί να επικαλεστεί καθόλου την παραγραφή (άρθρο 557 ΑΚ).

Σε διαδοχικές πωλήσεις, η αναγωγή του τελικού πωλητή κατά του προηγούμενου προμηθευτή του διέπεται από ειδική αφετηρία. Η παραγραφή κατά του προηγούμενου πωλητή αρχίζει από τότε που ικανοποιήθηκε ο αγοραστής, εκτός αν προηγήθηκε τελεσίδικη απόφαση, οπότε από την τελεσιδικία της (άρθρο 560 ΑΚ).

Έτσι, ο έμπορος που αποζημίωσε τον πελάτη του διατηρεί δικό του χρονικό περιθώριο για να στραφεί κατά της πηγής του ελαττώματος.

Πότε ευθύνεται ο πωλητής και από αδικοπραξία;

Η αθέτηση της σύμβασης πώλησης δεν συνιστά από μόνη της αδικοπραξία. Ο πωλητής ευθύνεται επιπλέον κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ μόνο όταν συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά περιστατικά που, ανεξάρτητα από τη σύμβαση, θα ήταν παράνομα, όπως η δόλια ή αμελής απόκρυψη του ελαττώματος κατά παράβαση της υποχρέωσης ενημέρωσης. Τότε γεννάται και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Η συρροή των δύο ευθυνών έχει αποτυπωθεί στη νομολογία ήδη από την Ολομέλεια ΑΠ 967/1973 και, έκτοτε, επιβεβαιώνεται σταθερά. Κατά την απόφαση 642/2022 του Αρείου Πάγου, όταν ο πωλητής γνωρίζει την έλλειψη και την αποσιωπά υπαιτίως, τα πρόσθετα αυτά περιστατικά συνθέτουν το πραγματικό της αδικοπραξίας.

Οι δύο αξιώσεις ασκούνται παράλληλα, αλλά ικανοποιείται μόνο η μία, με εξαίρεση τη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που ικανοποιείται αυτοτελώς. Η απόφαση ΑΠ 836/2022 διευκρινίζει ότι η ευθύνη για αποζημίωση είναι αντικειμενική για την έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων και πταισματική για το πραγματικό ελάττωμα.

Η διάκριση αυτή έχει αποφασιστική πρακτική σημασία στις προθεσμίες, καθώς η αδικοπρακτική αξίωση παραγράφεται σε πέντε έτη από τότε που ο ζημιωθείς έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο και πάντως σε είκοσι έτη από την πράξη (άρθρο 937 ΑΚ). Η εμπειρία από υποθέσεις ελαττωματικών πραγμάτων δείχνει ότι ο δρόμος της αδικοπραξίας επιβιώνει συχνά αφότου έχει συμπληρωθεί η διετής παραγραφή των συμβατικών δικαιωμάτων, εφόσον αποδειχθεί η υπαίτια απόκρυψη.

Στην απόφαση ΕιρΑθ 2230/2020, σε πώληση μεταχειρισμένου οχήματος με κρυμμένο ελάττωμα του οποίου την ανυπαρξία είχε εγγυηθεί ο πωλητής, επιδικάστηκαν στον αγοραστή οι δαπάνες επισκευής, η μείωση της εμπορικής αξίας του οχήματος και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη από την αδικοπραξία.

Όταν, αντίθετα, το ελαττωματικό προϊόν προκαλεί ζημία σε τρίτο ή σε καταναλωτή, ενεργοποιείται και η αυτοτελής ευθύνη του παραγωγού, που στηρίζεται σε διαφορετική νομική βάση από τη συμβατική ευθύνη του πωλητή.

Συχνές ερωτήσεις

Πόσος χρόνος υπάρχει για ελάττωμα σε ακίνητο;

Στα ακίνητα, τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω έλλειψης ανταπόκρισης παραγράφονται σε πέντε έτη από την παράδοση, έναντι δύο ετών για τα κινητά (άρθρο 554 ΑΚ). Η αφετηρία παραμένει η παράδοση και όχι η ανακάλυψη του ελαττώματος, με την επιφύλαξη της δίμηνης αναστολής του άρθρου 555 ΑΚ όταν η έλλειψη διαπιστώνεται προς το τέλος της προθεσμίας.

Ποια η διαφορά πραγματικού ελαττώματος και έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας;

Το πραγματικό ελάττωμα είναι αντικειμενική ατέλεια του πράγματος που μειώνει την αξία ή τη χρησιμότητά του. Η έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας προϋποθέτει συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει ορισμένο χαρακτηριστικό. Η πρακτική σημασία της διάκρισης εμφανίζεται στην αποζημίωση, όπου η ευθύνη για την έλλειψη ιδιότητας είναι αντικειμενική, ενώ για το ελάττωμα απαιτείται πταίσμα του πωλητή.

Είναι υποχρεωτική η επιστροφή χρημάτων στον καταναλωτή;

Η επιστροφή χρημάτων λόγω ελαττώματος είναι υπαναχώρηση και ακολουθεί ιεράρχηση. Ο έμπορος δικαιούται κατ’ αρχήν να προτείνει διόρθωση ή αντικατάσταση και οφείλει επιστροφή όταν η αποκατάσταση απέτυχε, είναι αδύνατη ή η έλλειψη είναι σοβαρή. Δεν υπάρχει νόμιμο δικαίωμα επιστροφής για αλλαγή γνώμης σε αγορά από φυσικό κατάστημα, σε αντίθεση με τη δεκατετραήμερη υπαναχώρηση στις πωλήσεις από απόσταση.

Ισχύουν τα ίδια στην πώληση μεταχειρισμένων;

Ναι, με την προσαρμογή ότι η ανταπόκριση κρίνεται βάσει της κατάστασης και της περιγραφής που συνόδευσε το μεταχειρισμένο. Όταν ο πωλητής εγγυάται ρητά την απουσία συγκεκριμένου ελαττώματος, η μεταγενέστερη εμφάνισή του θεμελιώνει ευθύνη, ενώ η δόλια απόκρυψή του ανοίγει και τον δρόμο της αδικοπραξίας με χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Ασκούνται τα δικαιώματα με εξώδικη δήλωση ή μόνο με αγωγή;

Η υπαναχώρηση και η μείωση του τιμήματος ασκούνται και άτυπα, με μονομερή δήλωση προς τον πωλητή, αρκεί να φτάσει εντός της προθεσμίας. Αν ο πωλητής αμφισβητήσει το δικαίωμα, το ζήτημα κρίνεται από το δικαστήριο. Με εμπρόθεσμη ειδική ειδοποίηση, ο αγοραστής διατηρεί τη δυνατότητα να προβάλει κατ’ ένσταση τα δικαιώματά του ακόμη και μετά την παραγραφή (άρθρο 558 ΑΚ).

Πρακτικές επισημάνσεις

Έλεγχος και τεκμηρίωση κατά την παραλαβή: Η καταγραφή της κατάστασης του πράγματος κατά την παράδοση και η έγκαιρη ειδική ειδοποίηση για κάθε έλλειψη είναι το κρισιμότερο πρακτικό βήμα, καθώς η προθεσμία τρέχει από την παράδοση και όχι από την ανακάλυψη.

Σειρά άσκησης δικαιωμάτων: Η μείωση του τιμήματος ή η υπαναχώρηση προϋποθέτει κατ’ αρχήν προηγούμενη αποτυχία ή αδυναμία της αποκατάστασης. Η άμεση υπαναχώρηση χωρίς τις προϋποθέσεις του νόμου εκθέτει τον αγοραστή σε απόρριψη.

Διάκριση πλευράς: Η επιχείρηση ως αγοραστής διαμορφώνει συμβατικά τους όρους ευθύνης. Η επιχείρηση ως πωλητής προς καταναλωτή δεν παραιτείται από τις προστασίες του Ν. 2251/1994.

Διπλή βάση ευθύνης: Όταν υπάρχει δόλια απόκρυψη, η αδικοπρακτική αξίωση με την πενταετή ή εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ μπορεί να επιβιώνει της διετούς συμβατικής παραγραφής.

Αναγωγή κατά του προμηθευτή: Ο έμπορος που αποζημίωσε τον πελάτη διατηρεί δικό του χρονικό περιθώριο για αναγωγή κατά του προηγούμενου πωλητή, με αφετηρία την ικανοποίηση του αγοραστή (άρθρο 560 ΑΚ).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πώληση ελαττωματικού πράγματος.