Skip to content
Αρθρογραφία

Συμψηφισμός Απαιτήσεων: Πότε Συμφέρει Την Επιχείρηση

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 18 Μαΐου 2026

Συμψηφισμός εμπορικών απαιτήσεων: Προϋποθέσεις, στρατηγική και όρια

Σε συντομία:

  • Ο συμψηφισμός είναι μονομερής δικαιοπραξία κατ’ άρθρα 440 και 441 ΑΚ που αποσβένει αμοιβαίες, ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του άλλου μέρους.
  • Οι προϋποθέσεις είναι τέσσερις: αμοιβαιότητα, ομοειδές κατά το αντικείμενο, εγκυρότητα των απαιτήσεων και ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση. Η εκκαθάριση της ανταπαίτησης δεν απαιτείται.
  • Η δήλωση επιφέρει αναδρομική απόσβεση από τη στιγμή που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό, ανατρέποντας τόκους υπερημερίας και ποινικές ρήτρες.
  • Τρία βασικά νομικά λάθη: αόριστη δήλωση ή ένσταση, που απορρίπτεται από το δικαστήριο, απαίτηση που είναι κατά νόμο ακατάσχετη και ύποπτη περίοδος πτώχευσης του αντισυμβαλλομένου.
  • Ο συμβατικός συμψηφισμός σε B2B σύμβαση επιτρέπει υπέρβαση των νόμιμων προϋποθέσεων, αλλά ανατρέπεται αν συντελεστεί μέσα στην ύποπτη περίοδο.

Πότε δικαιούται επιχείρηση να επικαλεστεί συμψηφισμό κατά αντισυμβαλλομένου;

Η επιχείρηση δικαιούται να επικαλεστεί συμψηφισμό όταν συντρέχουν τέσσερις προϋποθέσεις: αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, ομοιότητα κατά το αντικείμενο, εγκυρότητα και ληξιπρόθεσμο της ανταπαίτησης. Ο νόμος δεν απαιτεί ταυτότητα νομικού λόγου ούτε εκκαθαρισμένη ανταπαίτηση. Αρκεί μονομερής δήλωση προς τον αντισυμβαλλόμενο, που δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο.

Η σύγχρονη ratio του Αρείου Πάγου είναι σταθερή. Σύμφωνα με την ΑΠ 1701/2024, η απαίτηση και η ανταπαίτηση πρέπει να είναι «τέλειες», δηλαδή:

  • ληξιπρόθεσμες,
  • να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία,
  • να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και
  • να είναι αγώγιμες (όχι απλώς φυσικές ενοχές).

Σημειωτέον ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση που προτείνει σε συμψηφισμό η επιχείρηση, όχι κατ’ ανάγκη και η κύρια απαίτηση. Κύρια απαίτηση που τελεί ακόμη υπό προθεσμία μπορεί να αποσβεστεί με ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση. Πολλές επιχειρήσεις χάνουν χρονικό πλεονέκτημα θεωρόντας πως πρέπει να ωριμάσουν και οι δύο απαιτήσεις.

Η απόσβεση επέρχεται αναδρομικά από τη στιγμή που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό. Η ΑΠ 1421/2025 τονίζει ότι ο χρόνος αυτός είναι το πραγματικό ζητούμενο και πρέπει να προσδιορίζεται με ακρίβεια στη δήλωση ή στην ένσταση. Δίχως προσδιορισμό του χρόνου παράλληλης συνύπαρξης, ο σχετικός ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος.

Όταν η ανταπαίτηση τελεί υπό αναβλητική αίρεση, παραμένει ατελής και δεν προσφέρεται σε συμψηφισμό μέχρι την πλήρωση της αίρεσης. Η σύνδεση με την έννοια της ωριμότητας καθιστά την παρακολούθηση των συμβατικών αιρέσεων ουσιαστικό στοιχείο της απόφασης για συμψηφισμό σε διαρκείς εμπορικές σχέσεις.

Συμψηφισμός ή αγωγή είσπραξης: ποια διαδρομή κερδίζει χρόνο και έξοδα;

Ο συμψηφισμός συμφέρει όταν η επιχείρηση έχει αμοιβαία απαίτηση κατά του αντισυμβαλλομένου που είναι ώριμη, σαφής και αποδείξιμη με έγγραφα. Η αγωγή είσπραξης κερδίζει όταν η ανταπαίτηση είναι αμφισβητούμενη ή αόριστη.

Στις περισσότερες περιπτώσεις του δικαίου συμβάσεων, η εξώδικη δήλωση συμψηφισμού πριν την κατάθεση αγωγής λειτουργεί αποτελεσματικά σε κάθε επιλογή: αν ο αντισυμβαλλόμενος αρνηθεί και ασκήσει αγωγή, η εξώδικη δήλωση τρέπεται σε ένσταση εξόφλησης στη μετέπειτα δίκη. Ο συνδυασμός εξώδικης δήλωσης για το βέβαιο τμήμα της ανταπαίτησης και αγωγής για το υπόλοιπο δίνει συχνά την ισχυρότερη θέση.

ΠαράμετροςΣυμψηφισμόςΑγωγή είσπραξης
Χρόνος μέχρι αποτέλεσμαΆμεσος, με την επίδοση της δήλωσης18 έως 36 μήνες
ΑναδρομικότηταΑπόσβεση από τότε που συνυπήρξαν ώριμες (ΑΠ 610/2015)Από την επίδοση της αγωγής
Τύχη τόκων υπερημερίαςΑνατρέπονται αναδρομικάΔιατηρούνται και προστίθενται
Ρίσκο αοριστίαςΑπόρριψη ως αόριστης δήλωσης ή ένστασηςΔικαστική κρίση επί της ουσίας μετά απόδειξη
Διαπραγματευτική θέσηΙσχυρή, δείχνει αυτοτελή νομική βάσηΕπιθετική, συχνά κλιμακώνει τη διένεξη
ΕκτελεστότηταΛειτουργεί ως ένσταση εξόφλησης σε επόμενη δίκη (ΑΠ 1010/2019)Τίτλος εκτελεστός μετά τελεσιδικία

Η εμπειρία από εμπορικές διαφορές με αμοιβαία τιμολόγηση δείχνει ότι ο συνδυασμός είναι συχνά ο πιο ασφαλής. Μέρος της απαίτησης αποσβένεται οριστικά με τη δήλωση, το υπόλοιπο διεκδικείται δικαστικά. Έτσι η επιχείρηση κατοχυρώνει αναδρομική απαλλαγή από τόκους υπερημερίας και ταυτόχρονα διατηρεί δικαστική διεκδίκηση για το αμφισβητούμενο τμήμα.

Εξώδικη δήλωση ή ένσταση εντός δίκης: πώς αλλάζει η νομική θέση;

Η εξώδικη δήλωση συμψηφισμού επιφέρει αυτοτελώς αποσβεστικό αποτέλεσμα. Η επίλησή της, αργότερα, σε δίκη, λειτουργεί ως ένσταση εξόφλησης. Η δήλωση εντός δίκης λειτουργεί ως γνήσια ένσταση συμψηφισμού κατ’ άρθρο 442 ΑΚ. Η πρόταση συμψηφισμού ως λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής ή πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης είναι επίσης παραδεκτή.

Υπάρχουν τρεις δικονομικές επιλογές:

Πρώτη, η εξώδικη δήλωση πριν τη δίκη, η οποία επιφέρει την απόσβεση αυτοτελώς. Αν αργότερα ο αντισυμβαλλόμενος ασκήσει αγωγή για την αρχική απαίτηση, η επίκληση του εξώδικου συμψηφισμού δεν προβάλλεται ως γνήσια ένσταση συμψηφισμού αλλά ως απλή ένσταση εξόφλησης. Η διάκριση έχει πρακτική σημασία καθώς η ένσταση εξόφλησης υπάγεται στη γενική ρύθμιση των κοινών ενστάσεων του δικονομικού δικαίου, χωρίς τις ιδιαιτερότητες του άρθρου 442 ΑΚ.

Δεύτερη, η ένσταση εντός δίκης κατ’ άρθρο 442 ΑΚ. Πρωτοδίκως προτείνεται έως το τέλος της συζήτησης, χωρίς να απαιτείται η ανταπαίτηση να αποδεικνύεται παραχρήμα. Σε δευτεροβάθμια δίκη, το άρθρο 527 ΚΠολΔ επιτρέπει την προβολή για πρώτη φορά μόνο αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία.

Τρίτη, η πρόταση συμψηφισμού ως λόγος ανακοπής. Η ΑΠ 429/2025 επιβεβαιώνει την παραδεκτή προβολή, ενώ ο ΚΠολΔ 933 §5 επιβάλλει παραχρήμα απόδειξη. Στην εργολαβική σύμβαση της ΑΠ 1486/2024, η εξώδικη δήλωση συμψηφισμού ποινικής ρήτρας έγινε δεκτή μέχρι το συμβατικό όριο, ενώ ακυρώθηκε για το υπερβαίνον τμήμα.

Συμπληρωματικά, η ένσταση συμψηφισμού διακόπτει την παραγραφή της ανταπαίτησης κατ’ άρθρο 264 §4 ΑΚ. Η αναγνώριση χρέους από τον αντισυμβαλλόμενο διευκολύνει σημαντικά την παραχρήμα απόδειξη και κατοχυρώνει την ένσταση από προσβολή.

Πότε δεν μπορεί να γίνει συμψηφισμός;

Πέντε αρνητικές προϋποθέσεις αποκλείουν τον συμψηφισμό: ακατάσχετη απαίτηση, απαίτηση αποζημίωσης από αδίκημα τελεσθέν με δόλο, απολύτως αναγκαίος για διατροφή μισθός εργαζομένου, ανταπαίτηση που γεννήθηκε μετά την κήρυξη πτώχευσης, και έλλειψη αμοιβαιότητας λόγω εκχώρησης ή τριμερών σχέσεων. Αναλυτικά:

  • Ακατάσχετη απαίτηση (ΑΚ 451). Η ΑΠ 429/2025 επαναλαμβάνει ρητά τον κανόνα: ό,τι εξαιρείται από την κατάσχεση κατά τον ΚΠολΔ 982 ή ειδικές διατάξεις, εξαιρείται και από τον συμψηφισμό. Πρακτικά καλύπτει μισθούς, συντάξεις, ασφαλιστικές παροχές και ακατάσχετο ποσό λογαριασμού. Η επιχείρηση που πιστεύει πως «έχει κάτι να συμψηφίσει» με ακατάσχετο μέρος μισθού εργαζομένου εκτίθεται σε άκυρη δήλωση.
  • Αδίκημα από δόλο (ΑΚ 450). Η ΑΠ 1286/2025 εφαρμόζει τη διάταξη σε υπόθεση εμπορικής εταιρείας: μέλος διοίκησης που προκάλεσε ζημία στην εταιρεία με δολίως διαπραχθέν αδίκημα δεν μπορεί να προβάλει σε συμψηφισμό ανταπαίτηση από αμοιβή προηγούμενης εργασίας έναντι της αξίωσης αποζημίωσης της εταιρείας. Η απαγόρευση αφορά μόνο τον αδικήσαντα, όχι το θύμα. Επιχειρήσεις εμπλεκόμενες σε αδικοπρακτική διαμάχη με στέλεχος ή συνεργάτη χρειάζονται να γνωρίζουν την ασύμμετρη φύση της απαγόρευσης.
  • Μισθός εργαζομένου (ΑΚ 664). Η ΑΠ 1370/2021 και η ΑΠ 612/2025 διακρίνουν: ο μονομερής συμψηφισμός του εργοδότη κατά μισθολογικών παροχών απαγορεύεται μόνο στο ελάχιστο νόμιμο τμήμα των αποδοχών. Δεν εμπίπτουν παροχές πέραν του ελαχίστου (όπως δώρα, προσαυξήσεις, υπερεργασία, υπέρτερος μισθός) οι οποίες μπορούν να συμψηφιστούν. Η συμβατική συμφωνία περί συμψηφισμού καταβαλλόμενων υπέρτερων αποδοχών με συγκεκριμένες αξιώσεις είναι έγκυρη και αναγνωρίζεται.
  • Ύποπτη περίοδος πτώχευσης (Ν. 4738/2020). Ο πτωχευτικός κώδικας επιτρέπει συμψηφισμό στην πτώχευση μόνο αν οι προϋποθέσεις του συνέτρεξαν πριν την κήρυξή της. Η ΑΠ 1048/2025 κάνει κρίσιμη διάκριση: ο μονομερής συμψηφισμός κατ’ άρθρο 441 ΑΚ που συντελέστηκε προ της πτώχευσης, βάσει προϋποθέσεων ήδη υπαρχόντων, επιβιώνει. Ο συμβατικός (εκούσιος) συμψηφισμός που συντελέστηκε μέσα στην ύποπτη περίοδο, ακόμη και αν προβλεπόταν από προγενέστερη σύμβαση, αποτελεί ανώμαλη πληρωμή και ανατρέπεται από τον σύνδικο. Η διαφορά είναι λεπτή αλλά καθοριστική.
  • Έλλειψη αμοιβαιότητας. Όταν η απαίτηση εκχωρηθεί και αναγγελθεί, ο εκχωρητής παύει να είναι δανειστής και η αμοιβαιότητα διασπάται. Η ευθύνη από διαπραγματεύσεις δημιουργεί ανταπαιτήσεις από αρνητικό διαφέρον που πρέπει να εξειδικευθούν επιμελώς, αλλιώς απορρίπτονται ως αόριστες.

Πότε είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού;

Η ορισμένη ένσταση συμψηφισμού περιλαμβάνει τέσσερα στοιχεία:

  • σαφή έκθεση των δικαιοπαραγωγικών γεγονότων της ανταπαίτησης,
  • προσδιορισμό αντικειμένου και ποσού,
  • χρόνο γέννησης κάθε αμοιβαίας απαίτησης ώστε να ελέγχεται η παράλληλη συνύπαρξή τους σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό και
  • ορισμένο αίτημα απόσβεσης συν απόρριψης της αγωγής.

Αόριστη ένσταση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Η σύγχρονη νομολογία δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Η ΑΠ 1421/2025 απορρίπτει εξώδικη δήλωση συμψηφισμού η οποία δεν προσδιορίζει τον χρόνο γέννησης κάθε σχετικής αξίωσης. Στην ίδια λογική, η ΑΠ 1286/2025 απορρίπτει ένσταση συμψηφισμού όπου ο εναγόμενος δεν εξειδικεύει το αντικείμενο των υπηρεσιών που προτείνει σε συμψηφισμό. Η πάγια σύγχρονη γραμμή του Αρείου Πάγου εκφράζεται και σε ΑΠ 697/2022 και ΑΠ 695/2020.

Πρακτικά, τα τέσσερα στοιχεία του ορισμένου είναι:

  • περιγραφή, αιτία, χρόνος γέννησης και ποσό κάθε αμοιβαίας απαίτησης,
  • επιβεβαίωση του ομοειδούς κατά το αντικείμενο,
  • ύπαρξη και εγκυρότητα των απαιτήσεων,
  • ληξιπρόθεσμο και αγώγιμο χαρακτήρα της ανταπαίτησης.

Η παράλειψη οποιουδήποτε από αυτά οδηγεί σε απόρριψη.

Όταν η ανταπαίτηση έχει παραγραφεί, μπορεί ακόμη να προταθεί σε συμψηφισμό κατ’ άρθρο 443 ΑΚ, υπό την προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν ώριμες δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή. Όταν η ανταπαίτηση αφορά επιστροφή προκαταβολής μετά τη μη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, η εξειδίκευση της αιτίας απαιτεί τεκμηριωμένη αναφορά στις σχετικές καταβολές και στους λόγους ματαίωσης.

Σε εκτέλεση κατά διαταγής πληρωμής, το άρθρο 933 §5 ΚΠολΔ επιβάλλει παραχρήμα απόδειξη, μόνο με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Η προφορική δήλωση συμψηφισμού δεν αρκεί, ακόμη και αν έγινε ενώπιον μαρτύρων.

Πότε αξίζει συμβατική ρήτρα συμψηφισμού στις εμπορικές συμβάσεις;

Η συμβατική ρήτρα συμψηφισμού αξίζει όταν τα μέρη έχουν συνεχείς αμοιβαίες απαιτήσεις διαφορετικής φύσης ή χρόνου ωρίμανσης, ή όταν η μία πλευρά είναι εκτεθειμένη σε πιστωτικό κίνδυνο. Η ρήτρα επιτρέπει συμψηφισμό χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ. Δεν προστατεύει όμως αν ο αντισυμβαλλόμενος εισέλθει σε ύποπτη περίοδο πτώχευσης.

Η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) επιτρέπει στα μέρη να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό αμοιβαίων απαιτήσεων με όρους ευρύτερους από τους νόμιμους. Η ΑΠ 1252/2025 επιβεβαιώνει ρητά ότι ο συμβατικός συμψηφισμός λειτουργεί και όταν οι απαιτήσεις δεν είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς, και χωρίς να απαιτείται μονομερής δήλωση. Η ΑΠ 602/2024 τονίζει την αντικειμενική ενέργεια του συμψηφισμού κατ’ άρθρο 491 ΑΚ, που τον εξισώνει με την καταβολή ως γεγονός απόσβεσης και έναντι τρίτων δικαιούχων.

Ενδεικτικά πρακτικά πεδία εφαρμογής σε B2B σχέσεις:

  • σύμβαση διανομής όπου ο διανομέας οφείλει αξία προϊόντων στον προμηθευτή και ταυτόχρονα διεκδικεί πιστώσεις προμοτικών δαπανών,
  • σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας με αμοιβαία τιμολόγηση προμηθειών και εξόδων,
  • σύμβαση δικαιόχρησης με royalties έναντι ποινικών ρητρών,
  • εργολαβική σύμβαση με ποινικές ρήτρες έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος.

Σε όλες, η ρήτρα netting απαλλάσσει τα μέρη από την υποχρέωση να ωριμάσουν χωριστά οι απαιτήσεις.

Το κρίσιμο πρακτικό όριο εμφανίζεται όταν ο αντισυμβαλλόμενος βαίνει προς αφερεγγυότητα. Η ΑΠ 1048/2025 χαρακτηρίζει τον συμβατικό συμψηφισμό που συντελείται μέσα στην ύποπτη περίοδο πτώχευσης ως ανώμαλη πληρωμή ληξιπρόθεσμων χρεών και τον ανατρέπει υπέρ της πτωχευτικής ομάδας. Έτσι, η συμβατική ρήτρα δεν λειτουργεί όταν ο αντισυμβαλλόμενος έχει ήδη παύσει πληρωμές. Αντίθετα, ο μονομερής συμψηφισμός κατ’ άρθρο 441 ΑΚ που στηρίζεται σε προϋποθέσεις ήδη υπαρκτές πριν την παύση πληρωμών, επιβιώνει του πτωχευτικού ελέγχου.

Η εμπειρία από υποθέσεις διανομής δείχνει ότι η ρήτρα συμψηφισμού πρέπει να ορίζει ρητά το πεδίο της: ποιες κατηγορίες απαιτήσεων καλύπτει, ποιος ο μηχανισμός δήλωσης, ποιο το χρονικό σημείο ενεργοποίησης. Γενικόλογη ρήτρα ερμηνεύεται στενά από τα δικαστήρια και χάνει την προβλεψιμότητα που υποτίθεται ότι παρέχει.

Συχνές Ερωτήσεις

Πρέπει η ανταπαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη όταν προτείνεται συμψηφισμός;

Όχι. Ο νόμος δεν απαιτεί ούτε ταυτότητα νομικού λόγου ούτε εκκαθαρισμένη ανταπαίτηση. Αρκεί να είναι υπαρκτή, έγκυρη και να μπορεί να αποδειχθεί ως προς αιτία και ύψος. Η σύγχρονη νομολογιακή γραμμή του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1701/2024, ΑΠ 429/2025) επαναλαμβάνεται σταθερά. Στην εκτέλεση όμως ισχύει αυστηρότερος κανόνας: η ανταπαίτηση πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία.

Επιτρέπεται συμψηφισμός με παραγεγραμμένη ανταπαίτηση;

Ναι, υπό προϋποθέσεις. Κατά το άρθρο 443 ΑΚ, ανταπαίτηση που έχει παραγραφεί προτείνεται σε συμψηφισμό μόνο αν κατά τον χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν σε κατάσταση ώριμη, η παραγραφή της δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί. Η εξειδίκευση του χρόνου συνύπαρξης είναι κρίσιμη και αποτελεί συχνό σημείο απόρριψης. Στο φορολογικό δίκαιο ισχύει διαφορετική ρύθμιση για παραγεγραμμένες απαιτήσεις κατά του Δημοσίου.

Διακόπτει η ένσταση συμψηφισμού την παραγραφή της ανταπαίτησης;

Ναι. Η υποβολή ένστασης συμψηφισμού της αξίωσης συγκαταλέγεται ρητά στα διακοπτικά γεγονότα του άρθρου 264 περ. 4 ΑΚ. Η πρόταση συμψηφισμού πριν τη συμπλήρωση της παραγραφής διατηρεί την ανταπαίτηση ζωντανή για τυχόν περαιτέρω χρήση, ακόμη και αν η συγκεκριμένη ένσταση τελικά απορριφθεί από το δικαστήριο.

Επιτρέπεται συμψηφισμός στην εκτέλεση κατά διαταγής πληρωμής;

Ναι, ως λόγος ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Η ανταπαίτηση πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα με έγγραφο ή δικαστική ομολογία (ΚΠολΔ 933 §5). Η προθεσμία υποβολής είναι 45 ημέρες από την επιβολή της κατάσχεσης κατά το άρθρο 934 ΚΠολΔ. Η ΑΠ 429/2025 επιβεβαιώνει την παραδεκτή προβολή συμψηφισμού ως λόγου ανακοπής, διευρύνοντας τον αμυντικό οπλισμό του οφειλέτη πέραν της κλασικής ένστασης.

Τι ισχύει αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί σε τρίτον;

Με την αναγγελία της εκχώρησης ο εκχωρητής παύει να είναι δανειστής και η αμοιβαιότητα μεταξύ αρχικού οφειλέτη και εκχωρητή διασπάται. Συμψηφισμός μπορεί να προταθεί κατά του εκδοχέα, και μόνο αν η ανταπαίτηση του οφειλέτη κατά του εκχωρητή είχε γεννηθεί ώριμη πριν την αναγγελία της εκχώρησης. Η σειρά γέννησης και αναγγελίας είναι κρίσιμη και πρέπει να αποδεικνύεται με χρονολογημένα έγγραφα.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Πρώτα η εξώδικη δήλωση, μετά η αγωγή: Σε εμπορικές διαφορές με αμοιβαία τιμολόγηση, η εξώδικη δήλωση συμψηφισμού πριν την κατάθεση αγωγής εξασφαλίζει αναδρομική απόσβεση από τη στιγμή που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν ώριμες. Η ίδια κίνηση ανατρέπει αναδρομικά τόκους υπερημερίας και ποινικές ρήτρες που τυχόν έχουν υπολογιστεί.

Εξειδίκευση από την πρώτη γραμμή: Η δήλωση ή ένσταση πρέπει να προσδιορίζει αιτία, ποσό και χρόνο γέννησης κάθε αμοιβαίας απαίτησης. Γενικόλογη αναφορά τύπου «οφείλω αλλά συμψηφίζω με ό,τι δικαιούμαι» απορρίπτεται ως αόριστη, και η ζημία είναι διπλή: ούτε ο συμψηφισμός επέρχεται, ούτε η ανταπαίτηση κατοχυρώνεται.

Έλεγχος ακατάσχετου πριν τη δήλωση: Πριν την επίκληση συμψηφισμού κατά απαίτησης φυσικού προσώπου, απαιτείται έλεγχος αν εμπίπτει στους ακατάσχετους τίτλους του άρθρου 982 ΚΠολΔ ή σε ειδικές διατάξεις (μισθοί, συντάξεις, ασφαλιστικές παροχές, ακατάσχετο ποσό λογαριασμού). Δήλωση κατά ακατάσχετης απαίτησης είναι άκυρη.

Πτωχευτικός χρονικός χάρτης: Όταν ο αντισυμβαλλόμενος εμφανίζει σημάδια αφερεγγυότητας, ο συμβατικός συμψηφισμός μέσα στους τελευταίους μήνες πριν την κήρυξη πτώχευσης ανατρέπεται από τον σύνδικο ως ανώμαλη πληρωμή. Ο μονομερής συμψηφισμός κατ’ άρθρο 441 ΑΚ πριν την κήρυξη, βάσει προϋποθέσεων ήδη συνυπαρχόντων, επιβιώνει του ελέγχου.

Netting clause σε διαρκή B2B σύμβαση: Όταν τα μέρη αναμένουν συνεχή αμοιβαία τιμολόγηση, η ρήτρα συμβατικού συμψηφισμού που ορίζει ρητά κατηγορίες απαιτήσεων, μηχανισμό δήλωσης και χρονικό σημείο ενεργοποίησης γλιτώνει νομικές αμφισβητήσεις και επιτρέπει συμψηφισμό απαιτήσεων που δεν είναι ομοειδείς ή ληξιπρόθεσμες κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 440 ΑΚ.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τον συμψηφισμό εμπορικών απαιτήσεων.