Η διοικητική συμβαση, εφόσον χαρακτηριστεί ως τέτοια κατά την έννοια του άρθρου 94 του Συντάγματος, δημιουργεί διοικητικές διαφορές ουσίας.
Μια κατηγορία εξ’ αυτών είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, του ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ, όταν η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό και από την οποία αναφύεται, αποτελεί σχέση δημοσίου δικαίου, όπως αυτή που προέρχεται από διοικητική σύμβαση. Διαφορετική περίπτωση υπάρχει σε περιπτώσεις αδικοπρακτικής ευθύνης του Δημοσίου.
Δικονομικά Ζητήματα
Με τις δικονομικού χαρακτήρα διατάξεις των νόμων 1418/1984, 3669/2008 και 4412/2016, πριν την τροποποίηση της τελευταίας διάταξης με τον Ν. 4491/2017, ορίζεται, ως αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση κάθε διαφοράς μεταξύ των συμβαλλομένων, που προκύπτει από την κατασκευή δημόσιου έργου και επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής, το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται το έργο.
Η εξαιρετική αρμοδιότητα του διοικητικού ή πολιτικού Εφετείου προσδιορίζεται από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικής, οπότε ανακύπτει αντίστοιχα δικαιοδοσία και καθ’ ύλην αρμοδιότητα ή του διοικητικού εφετείου ή του πολιτικού εφετείου, διατηρείται δε (η αρμοδιότητα) και στην περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο της διαφοράς, που προέκυψε από την εκτέλεση δημοσίου κ.λ.π. έργου, είναι αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, γιατί συνεχίζει να ισχύει και στην περίπτωση αυτή ο δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της εξαιρετικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Εφετείου, αφού ιστορική βάση της αγωγής για τον προσδιορισμό της αξίας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αποτελεί η για την εκτέλεση του δημόσιου έργου υποκείμενη σχέση με βάση την οποία αξιολογείται η διαφορά ως διοικητική ή ιδιωτική.
Η εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Εφετείου, διοικητικού ή πολιτικού, συνδέεται και με διαφοροποίηση της διαδικασίας, με ιδιαίτερα σημαντικού περιεχομένου δικονομικές ρυθμίσεις, η εφαρμογή των οποίων δικαιολογείται και επιβάλλεται και όταν η φερόμενη προς διάγνωση αξίωση ερείδεται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, που γεννιούνται από την εκτέλεση δημόσιου έργου, όταν η σχετική σύμβαση είναι άκυρη, αφού και στην περίπτωση αυτή η αγωγή έχει ως ιστορική βάση για τον προσδιορισμό της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό την εκτέλεση του δημόσιου έργου και επομένως πρόκειται για διαφορά από εκτέλεση δημοσίου έργου, στοιχείο που αποτέλεσε κατά τη νομοθετική βούληση τον δικαιολογητικό λόγο καθιέρωσης εξαιρετικής καθ’ ύλη αρμοδιότητας και θέσπισης ιδιαίτερων δικονομικών ρυθμίσεων (ΑΠ 1284/2015, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1499/2009, ΕφΔυτΜακ 73/2018, ΕφΛαρ 332/2015).
Το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο οι διαφορές από εκτέλεση δημοσίου έργου υπάγονταν, είτε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όταν υπόκειτο διοικητική σύμβαση, έστω και αν η αξίωση θεμελιωνόταν στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, και ιδρυόταν εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, είτε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπόκειτο ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, έστω και αν η αξίωση θεμελιωνόταν στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, και ιδρυόταν εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολιτικού, υπό πενταμελή σύνθεση, εφετείου, μεταβλήθηκε με τη ψήφιση του Ν. 4491/2017.
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 175 του ανωτέρω Ν. 4412/2016 «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/EE και 2014/25/ΕΕ)», αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 4491/2017 και με τη νέα διάταξη καθιερώνεται αποκλειστική καθ’ ύλην αρμοδιότητα μόνο του Διοικητικού Εφετείου της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο, για κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, η οποία (διαφορά) επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή ανωγής στο ως άνω διοικητικό εφετείο, αποκλεισθείσας έτσι της αρμοδιότητας του πολιτικού Εφετείου.
Προφορική Δημόσια Σύμβαση
Με βάση τα παραπάνω, σε περίπτωση όπου σε σύμβαση έργου θεωρήθηκε άκυρος ο συστατικός της τύπος, όπως για παράδειγμα όταν καταρτίστηκε προφορικά, η διαφορά που απορρέει, για τη διάγνωση του χαρακτήρα της οποίας ο δικαστής δεν μπορεί προδήλως να αναζητήσει ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο, ούτε να διαγνώσει το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει, θα είναι ιδιωτικού δικαίου. Τούτο δε ανεξάρτητα αν συμβαλλόμενο σ’ αυτή είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλο ν.π.δ.δ. ή αν φέρεται να έχει συναφθεί για την εκτέλεση δημοτικού έργου αποβλέποντος στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού .
“Η εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Εφετείου, διοικητικού ή πολιτικού, συνδέεται και με διαφοροποίηση της διαδικασίας, με ιδιαίτερα σημαντικού περιεχομένου δικονομικές ρυθμίσεις, η εφαρμογή των οποίων δικαιολογείται και επιβάλλεται και όταν η φερόμενη προς διάγνωση αξίωση ερείδεται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, που γεννιούνται από την εκτέλεση δημόσιου έργου, όταν η σχετική σύμβαση είναι άκυρη, όπως συμβαίνει όταν η σύμβαση κατά παράβαση του αρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 «περί Κωδικός Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.» καταρτίστηκε προφορικά, αφού και στην περίπτωση αυτή η αγωγή έχει ως ιστορική βάση για τον προσδιορισμό της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό την εκτέλεση του δημόσιου έργου και επομένως πρόκειται για διαφορά από εκτέλεση δημοσίου έργου, στοιχείο που αποτέλεσε κατά τη νομοθετική βούληση τον δικαιολογητικό λόγο καθιέρωσης εξαιρετικής καθ’ ύλη αρμοδιότητας και θέσπισης ιδιαίτερων δικονομικών ρυθμίσεων” (ΑΠ 222/2018, ΑΠ 1980/2017)
Και στην περίπτωση αυτή, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν. 4491/2017, αρμόδιο δικαστήριο θα είναι και πάλι το Διοικητικό Εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελέστηκε το έργο, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως ιδιωτικού δικαίου, αποκλεισθείσας έτσι της αρμοδιότητας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι η εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, συνδέεται και με διαφοροποίηση της διαδικασίας, με ιδιαίτερα σημαντικού περιεχομένου δικονομικές ρυθμίσεις, η εφαρμογή των οποίων δικαιολογείται και επιβάλλεται και όταν η φερόμενη προς διάγνωση αξίωση ερείδεται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, που γεννιούνται από την εκτέλεση δημόσιου έργου, όταν η σχετική σύμβαση είναι άκυρη, όπως συμβαίνει όταν η σύμβαση κατά παράβαση του άρθρου 41 του ν.δ/τος 496/1974 «περί Κωδικός Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.» καταρτίστηκε προφορικά, αφού και στην περίπτωση αυτή η αγωγή έχει ως ιστορική βάση για τον προσδιορισμό της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εξαιτίας της εκτέλεσης του δημόσιου έργου και επομένως, πρόκειται για διαφορά από εκτέλεση δημοσίου έργου, στοιχείο που αποτέλεσε κατά τη νομοθετική βούληση τον δικαιολογητικά λόγω καθιέρωσης εξαιρετικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας και θέσπισης ιδιαίτερων δικονομικών ρυθμίσεων.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις.