Η Ευθύνη Του Παραγωγού Για Ελαττωματικά Προϊόντα

Η ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα καθορίζεται από τον Ν. 2251/1994 (“Προστασία των Καταναλωτών”), όπως αυτός ισχύει σήμερα, μετά την κωδικοποίηση του με την Υπ. Απόφαση 5338/2018.

Ο παραπάνω νόμος, ενσωματώνει τις κοινοτικές προβλέψεις των Οδηγιών 85/374/ΕΟΚ και 93/13/ΕΟΚ.

Έννοια Καταναλωτή

Σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα. 

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα, σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν την διοχετεύει σε τρίτους (Ολ. ΑΠ 13/2015). 

Εξ’ αντιδιαστολής προκύπτει ότι η ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα δεν καταλαμβάνει εταιρείες (νομικά πρόσωπα), καθώς και συναλλαγές για τις οποίες εκδόθηκε τιμολόγιο (και όχι απόδειξη).

Έννοια Προϊόντος

Από τη διατύπωση του άρθρου 6 του ως άνω Νόμου προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ευθύνης του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα, ως προϊόν θεωρείται κάθε κινητό πράγμα, δηλαδή κάθε ενσώματο αντικείμενο ( όπως το ορίζει η ΑΚ 947), ακόμη και αν έχει ενσωματωθεί ως συστατικό σε άλλο πράγμα κινητό ή ακίνητο. 

Ειδικότερα προβλέπεται πως προϊόντα θεωρούνται και τα κινητά πράγματα που ενσωματώθηκαν ως συστατικά σε άλλα πράγματα κινητά ή ακίνητα.  Προϊόντα θεωρούνται, εξάλλου, οι φυσικές δυνάμεις, ιδίως το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα, εφόσον υπόκεινται σε εξουσίαση, όταν περιορίζονται σε ορισμένο χώρο.

Επίσης, υπάγεται στην εφαρμογή του Νόμου κάθε προϊόν που προορίζεται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται, υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες, να χρησιμοποιηθεί από τους καταναλωτές, ακόμη και αν δεν προορίζεται για αυτούς και το οποίο παρέχεται ή διατίθεται στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, έναντι τιμήματος ή δωρεάν, είτε είναι καινούργιο είτε μεταχειρισμένο ή ανασκευασμένο. 

Δεν αποτελούν προϊόντα τα οποία καλύπτονται από τον Νόμο, τα μεταχειρισμένα προϊόντα που διατίθενται ως αντίκες ή ως προϊόντα που πρέπει να επισκευαστούν ή να ανασκευαστούν πριν από τη χρήση τους, εφόσον ο προμηθευτής ενημερώνει σχετικώς τον καταναλωτή.

Ελαττωματικό Προϊόν

Ελαττωματικό, είναι ένα προϊόν το οποίο δεν παρέχει την προβλεπόμενη απόδοση σύμφωνα με τις προδιαγραφές του ή και την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και, ιδίως, της εξωτερικής εμφάνισής του, της αναμενόμενης χρησιμοποίησής του και του χρόνου κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία. 

Επίσης, σε κάθε πώληση ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει στον καταναλωτή τα αγαθά με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα.

Δηλαδή, ελαττωματικό είναι όχι το προϊόν που έχει ελαττώματα ή στερείται των συμφωνημένων ιδιοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 534 ΑΚ, αλλά εκείνο που δεν παρέχει την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες αυτό τίθεται σε κυκλοφορίας και του χρόνου κατά τον οποίο κυκλοφόρησε (ΑΠ 1359/2018). 

Επίσης, δεν είναι ελαττωματικό ένα προϊόν για μόνο το λόγο ότι μεταγενέστερα τέθηκε σε κυκλοφορία άλλο τελειότερο.. 

Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο το προϊόν παρέχει την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις και ιδίως η εξωτερική εμφάνιση, η ευλόγως αναμενόμενη χρησιμοποίηση και ο χρόνος θέσεως του προϊόντος σε κυκλοφορία. 

Τρόπο παρουσίασης του προϊόντος (ή διαφορετική εξωτερική εμφάνιση του προϊόντος) αποτελούν και οι ενδείξεις κινδύνου και πρόληψης, οι οδηγίες ασφαλούς χρήσης, οι κάθε είδους ανακοινώσεις που δημιουργούν στους αγοραστές του προϊόντος συγκεκριμένες προσδοκίες, όσον αφορά την παρεχόμενη ασφάλεια κ.λπ. 

Ιδιαίτερη σημασία για τον προσδιορισμό ή μη ελαττωματικότητας του προϊόντος θα πρέπει να δίδεται στις οδηγίες χρήσης ή προφύλαξης με τις οποίες συνοδεύει το προϊόν ο παραγωγός, οι οποίες πρέπει να είναι εύκολα κατανοητές, σαφείς και πλήρεις. 

Εξάλλου ως εύλογα αναμενόμενη χρησιμοποίηση του προϊόντος νοείται η αντικειμενικά αναμενόμενη χρησιμοποίησή του, δηλαδή η κοινωνικά πρόσφορη ή πιθανή και όχι μόνο η χρησιμοποίηση που είναι σύμφωνη με τον προορισμό του.

Συνεπώς ο παραγωγός οφείλει να υπολογίζει και το ενδεχόμενο λανθασμένης χρήσης του πράγματος, όχι όμως και κατάχρησής του. 

Ασφαλές Προϊόν

Ασφαλές θεωρείται το προϊόν το οποίο, υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας της και της θέσης αυτού σε λειτουργία, της εγκατάστασής του και των αναγκών συντήρησής του, ή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή παρουσιάζει κινδύνους ήσσονος σημασίας, που είναι συνυφασμένοι με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των ακόλουθων στοιχείων:

  • των χαρακτηριστικών του προϊόντος και ιδίως της σύνθεσης, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, της εγκατάστασης και της συντήρησής του,
  • των επιπτώσεων που έχει το προϊόν σε άλλα προϊόντα, εφόσον, ευλόγως, μπορεί να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα,
  • της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσής του, των προειδοποιήσεων κινδύνου και των οδηγιών χρήσης και διάθεσής του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας ή πληροφορίας σχετικής με το προϊόν,
  • των κατηγοριών καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των ανηλίκων και των ηλικιωμένων.

Ρητά προβλέπεται ότι η δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου βαθμού ασφάλειας ή προμήθειας άλλων προϊόντων, χαμηλότερης επικινδυνότητας, δεν συνιστά επαρκή λόγο για τον χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως μη ασφαλούς ή επικινδύνου.

Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος περί προστασίας των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων που ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού προϊόντος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από την χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή. 

Έννοια Παραγωγού

Ο παραπάνω Νόμος ορίζει ευρύτατα την έννοια του παραγωγού (του ευθυνόμενου δηλαδή προς αποζημίωση) και περιλαμβάνει όχι μόνο τον πραγματικό παραγωγό, αλλά και άλλα πρόσωπα, που συμμετέχουν στη διαδικασία παραγωγής και διανομής, καθώς απώτερος σκοπός του νομοθέτη ήταν να μπορεί ο ζημιωθείς σε κάθε περίπτωση να βρει κάποιο υπεύθυνο πρόσωπο, προς το οποίο να είναι δυνατόν να προβάλει της αξιώσεις του. 

Ειδικότερα ορίζεται ότι ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα.

Επίσης, ευθύνεται όπως ο παραγωγός και κάθε πρόσωπο το οποίο εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδοτική ή απλή μίσθωση ή άλλης μορφής διανομή στα πλαίσια της επαγγελματικής εμπορικής του δραστηριότητας.

Στην έννοια του πραγματικού παραγωγού, δηλαδή του προσώπου – φυσικού ή νομικού – στην κατασκευαστική δραστηριότητα του οποίου αποδίδεται το προϊόν, υπάγονται ο παραγωγός του τελικού προϊόντος, ο παραγωγής της πρώτης ύλης και ο παραγωγός συστατικού μέρους που ενσωματώθηκε στο τελικό προϊόν. 

Σύμφωνα, μάλιστα, με πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ, σε αγορά αυτοκινήτου κρίθηκε ότι και ο διανομέας θεωρείται “παραγωγός”.

Τέλος, ο Νομος θέλοντας να προστατεύσει πλήρως τον καταναλωτή σε περίπτωση όπου η ανεύρεση του παραγωγού είναι δυσχερής προβλέπει πως όταν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν.

Ευθύνη Παραγωγού

Η ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 6 του άνω νόμου. 

Η ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων. Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ρύθμισης ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του.

Απορρέει έτσι άμεσα από το νόμο συγκεκριμένη συναλλακτική υποχρέωση, η παράβαση της οποίας αποτελεί παράβαση επιτακτικού κανόνα δικαίου, που επισύρει αυτόνομα την αδικοπρακτική ευθύνη των παραγωγών προμηθευτών.

Ο παραγωγός του τελικού προϊόντος ευθύνεται για όλα τα ελαττώματα τα οποία παρουσιάζει το προϊόν, ακόμη και όταν το ελάττωμα δεν οφείλεται στη δική του συμβολή στην παραγωγική διαδικασία, αλλά βαρύνει τμήμα του προϊόντος προερχόμενο από άλλο επιχειρηματία, από τον οποίο το παρήγγειλε και το προμηθεύτηκε. 

Αντιθέτως, ο παραγωγός συστατικού πράγματος ευθύνεται κατά τις διατάξεις του νόμου υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το ελάττωμα που προκάλεσε τη ζημία εκπορεύεται από το συγκεκριμένο συστατικό μέρος πράγματος. 

Η ειδική ρύθμιση της ευθύνης του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα αποσκοπεί στη διαφύλαξη της σωματικής και περιουσιακής ακεραιότητας των καταναλωτών (διαφέρον ακεραιότητας) από προσβολές εξαιτίας ελαττωματικών προϊόντων (ΑΠ 891/2013). 

Βάρος Απόδειξης
Βάρος Απόδειξης Καταναλωτή

Ο ενάγων, δηλαδή ο καταναλωτής, έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί με την αγωγή αποζημιώσεως και να αποδείξει το ελάττωμα και την ταυτότητα του προϊόντος, δηλαδή τη σύνδεση του με τον εναγόμενο παραγωγό ή τα λοιπά εξομοιούμενα με αυτόν πρόσωπα, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ελαττώματος και της ζημίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η ζημία λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης

Το αίτιο όμως της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος με τη μορφή της υπαίτιας παράβασης συγκεκριμένης συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού ή των προμηθευτών του προϊόντος, ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος, δηλαδή προς τη σφαίρα επιρροής άλλων προσώπων, και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις που οδήγησαν στην κυκλοφορία ελαττωματικού προϊόντος. 

Γίνεται έτσι δεκτό, με ανάλογη εφαρμογή του αρθ. 925 ΑΚ, που απηχεί τη λεγόμενη θεωρία των σφαιρών επιρροής ή προελεύσεως των κινδύνων, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός ή ο προμηθευτής του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται (αρθ. 71 και 922 ΑΚ). 

Έτσι με αναστροφή του βάρους απόδειξης, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΕφΑθ 47/2006). 

Βάρος Απόδειξης Παραγωγού

Αντίθετα, για τον αποκλεισμό της ευθύνης του παραγωγού και των λοιπών εξομοιούμενων προσώπων, πρέπει αυτοί να επικαλεστούν και να αποδείξουν την συνδρομή λόγου απαλλαγής τους και μάλιστα ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή την έλλειψη υπαιτιότητάς τους, αφού η ευθύνη τους έχει διαμορφωθεί ως γνήσια αντικειμενική. 

Τέλος, η ζημία, που κατά το χρόνο αυτό πρέπει να αποκατασταθεί, περιορίζεται στο θάνατο και τη σωματική βλάβη προσώπων, καθώς επίσης και στη βλάβη η καταστροφή κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή, που οφείλεται στο ελάττωμα του προϊόντος, εφόσον τούτο προοριζόταν κατά τη φύση του και πράγματι από τον ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση ή κατανάλωση. 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά στην ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα .

Πρόωρη Αποχώρηση Μισθωτή Από Το Μίσθιο – Δικαιώματα Μερών

Η πρόωρη αποχώρηση του μισθωτή από το μίσθιο, ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Ο κανόνας είναι ότι στη σύμβαση μίσθωσης, σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης του μισθωτή, ο τελευταίος οφείλει να καταβάλει όλα τα μισθώματα μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, ενώ ο εκμισθωτής οφείλει να προχωρήσει σε προσπάθεια ανεύρεσης νέου μισθωτή. Ταυτόχρονα, ερευνάται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 574 ΑΚ με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Κατά δε το άρθρο 596 ΑΚ ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο.

Έχει δικαίωμα όμως να αφαιρέσει από το μίσθωμα καθετί που ωφελήθηκε ο εκμισθωτής χρησιμοποιώντας το μίσθιο με άλλο τρόπο, ακόμη και ό,τι δολίως ή από αμέλεια αυτός δεν ωφελήθηκε, παραλείποντας την εκμετάλλευση του μισθίου με άλλο τρόπο ή καταχρηστικά.

Δικαιώματα Εκμισθωτή

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί μίσθωσης ορισμένης διάρκειας ο μισθωτής, στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στο μισθωτή, και αν ακόμη αδυνατεί από λόγους που αφορούν τον ίδιο ή δεν θέλει να κάνει χρήση του μισθίου.

Έτσι, αν ο μισθωτής εγκαταλείψει το μίσθιο πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου χωρίς νόμιμο ή συμβατικό δικαίωμα, η μίσθωση δεν λύνεται και ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα για ολόκληρο το μέχρι τη λήξη υπόλοιπο χρόνο της μίσθωσης, έστω και αν δεν κάνει χρήση του μισθίου για λόγους που αφορούν τον ίδιο, ή δεν οφείλει κανένα μίσθωμα κατά το χρόνο της εγκατάλειψης του μισθίου (ΑΠ 1730/2013).

Επιπλέον, η εγγύηση η οποία δόθηκε κατά την έναρξη της μίσθωσης, η οποία αποτελεί εγγυοδοσία και ειδικότερα προκαταβολή έναντι ενδεχόμενου μελλοντικού χρέους του μισθωτή, δεν επιστρέφεται.

Δικαιώματα Μισθωτή

Περαιτέρω, όταν ο εκμισθωτής αρνείται ή παραλείπει να εκμισθώσει το μίσθιο μετά την αποχώρηση του μισθωτή σε ορισμένο ενδιαφερόμενο προς τούτο πρόσωπο, παρότι η εκμίσθωσή του είναι ευχερής, ευθύνεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ως καταχρώμενος το δικαίωμά του, αφού η άρνησή του αυτή αντίκειται στην καλή πίστη.

Ακόμη, το πιο πάνω δικαίωμα του εκμισθωτή υπόκειται και στον κανόνα του άρθρου 300 ΑΚ, αφού ο εκμισθωτής έχει συντελέσει με τη συμπεριφορά του στην επέλευση της ζημίας του και στην έκταση αυτής, παραλείποντας να αποτρέψει ή να περιορίσει αυτή με την εκμίσθωση του ακινήτου του μετά την πρόωρη αποχώρηση του μισθωτή του (ΜονΠρΘηβ 231/2017).

Δεν υπάρχει όμως κατάχρηση δικαιώματος, κατά τα ανωτέρω, στην περίπτωση που ο εκμισθωτής αμέσως μετά την οικειοθελή πρόωρη αποχώρηση του μισθωτή και χωρίς να περάσει εύλογος χρόνος επιμελήθηκε και εκμίσθωσε σε τρίτον το μίσθιο και ζητεί τα οφειλόμενα μισθώματα μέχρι την εκμίσθωσή ή τις διαφορές των μισθωμάτων, όταν το εκμίσθωσε με μικρότερο μίσθωμα (ΑΠ 1330/2020).

Σπουδαίος Λόγος

Ο μισθωτής απαλλάσσεται από το μίσθωμα εάν καταγγείλει τη μίσθωση για σπουδαίο λόγο, που, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 588, 672 και 766 ΑΚ, συντρέχει όταν δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί η μίσθωση ή όταν η συνέχιση της είναι υπέρμετρα δυσβάστακτη γι’ αυτόν. Η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται δηλαδή καταρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία.

Επιβάλλεται, λοιπόν, να γίνει δεκτό ότι σπουδαίος λόγος συντρέχει στις περιπτώσεις που τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά καθιστούν την εξακολούθηση της μίσθωσης για το συμβαλλόμενο που την καταγγέλλει μη αξιώσιμη, σύμφωνα με την καλή πίστη. Έχει κριθεί, για παράδειγμα, ότι η συνταξιοδότηση δημοσίου λειτουργού ο οποίος, λόγω της υπηρεσίας του, διέμενε σε τόπο διαφορετικό της κατοικίας του, αποτελεί σπουδαίο λόγο λύσης και καταγγελίας της μίσθωσης.

Τα πραγματικά δε περιστατικά που συνθέτουν τον σπουδαίο λόγο δεν είναι απαραίτητο να αφορούν μόνο εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία δηλαδή να αφορούν το πρόσωπο του ή να εμπίπτουν στη σφαίρα των κινδύνων του χωρίς, όμως, να απαιτείται και πταίσμα αυτού – αλλά, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναφέρονται και στη σφαίρα συμφερόντων του καταγγέλλοντος, ή και μόνον του καταγγέλλοντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του και τούτο διότι κατά γενική αρχή του δικαίου, κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από την παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά του ή από δικό του πταίσμα (ΑΠ 208/2018).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πρόωρη αποχώρηση μισθωτή από το μίσθιο.

Δικαίωμα Οίκησης Σε Περίπτωση Κατάσχεσης & Πλειστηριασμού

Δικαίωμα Οίκησης” αποτελεί το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα ουσίας και συγκεκριμένα προσωπική δουλεία, η οποία παρέχει στο δικαιούχο της το αποκλειστικό δικαίωμα να χρησιμοποιεί προς κατοικία ξένη οικοδομή ή διαμέρισμα αυτής (1183 ΑΚ).

Ο δικαιούχος της οίκησης δικαιούται να νέμεται το πράγμα, διάνοια δικαιούχου δουλείας, έναντι του κυρίου αλλά και παντός τρίτου, ενώ η νομή του κυρίου ασκείται διά του δικαιούχου της δουλείας.

Επομένως, πρόκειται για δικαίωμα αυστηρά προσωποπαγές, αμεταβίβαστο, ακληρονόμητο και ως προς την άσκησή του αδιαίρετο, ακόμη και αν στη συστατική πράξη προβλέπεται η μεταβίβαση ή η κληρονομία. Τούτο αποτελεί και τη βασική διαφορά του με την επικαρπία.

Ως εκ τούτου, το δικαίωμα οίκησης δεν μπορεί να κατασχεθεί ή να υποθηκευτεί.

Ως εμπράγματο δικαίωμα η οίκηση διέπεται από την αρχή της χρονικής προτεραιότητας.

Η αρχή της χρονικής προτεραιότητας ορίζει ότι σε περίπτωση που στο ίδιο πράγμα συρρέουν περισσότερα δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας, η ικανοποίηση των δανειστών καθορίζεται με βάση το χρόνο σύστασης των εμπράγματων ασφαλειών, ήτοι οι προγενέστερες ικανοποιούνται πρώτες (ΑΠ 1276/2007).

Ο κανόνας της χρονικής προτεραιότητας εφαρμόζεται και όταν συγκρούονται δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας με άλλα περιορισμένα εμπράγματα δικαιώματα (“δουλείες“), οπότε προηγείται και πάλι αυτό που συστάθηκε πρώτα.

ΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΗ

Με βάση την παραπάνω αρχή αντιμετωπίζεται το ζήτημα της συνάντησης στο ίδιο ακίνητο της οίκησης με δικαίωμα υποθήκης. Έτσι, γίνεται πάγια δεκτό ότι αν ο κύριος βεβαρημένου με υποθήκη ακινήτου παραχωρήσει στο ίδιο ακίνητο οίκηση υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή ή τρίτου, η μεταγενέστερη οίκηση δεν επηρεάζει την τύχη της υποθήκης. Αυτό σημαίνει ότι, αν καταλήξει σε πλειστηριασμό το βεβαρημένο ακίνητο, ο υπερθεματιστής το αποκτά ελεύθερο από κάθε βάρος.

Αντίστροφα, αν προηγηθεί σύσταση οίκησης και ακολουθήσει σύσταση υποθήκης, στο ίδιο ακίνητο, υπέρ του δικαιούχου οίκησης ή τρίτου, η υποθήκη καταλαμβάνει το ακίνητο όπως είναι βεβαρημένο. Εκτείνεται, δηλαδή, μόνο στην περιορισμένη, κατά τις εξουσίες που αποτελούν το περιεχόμενο της οίκησης, κυριότητα.

Πλειστηριασμός Ενυπόθηκου Ακινήτου Με Δικαίωμα Οίκησης

Αν πλειστηριαστεί το ακίνητο, ο υπερθεματιστής το αποκτά βεβαρημένο με την οίκηση. Η δικαιολογική βάση της ως άνω διάκρισης ειδικά όσον αφορά τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου είναι η εξής:

Κατά την αναγκαστική εκτέλεση επί ενυπόθηκου ακινήτου εκδηλώνεται έντονα η φύση της υποθήκης ως εμπραγμάτου δικαιώματος αξίας. Ο ενυπόθηκος δανειστής έχει την εκ του δικαιώματος της υποθήκης απορρέουσα αξίωση προς προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης του από την αξία του ενυπόθηκου.

Η αξίωση δε αυτή, ως απορρέουσα από εμπράγματο δικαίωμα, στρέφεται κατά του εκάστοτε κυρίου του ενυπόθηκου, των εχόντων μεταγενέστερο εμπράγματο δικαίωμα επ` αυτού, των λοιπών δανειστών του ενυπόθηκου οφειλέτη κλπ.

Περαιτέρω, ενώ επί του συνήθους πλειστηριασμού ο υπερθεματιστής αποκτά το πλειστηριαζόμενο σε όποια νομική και πραγματική κατάσταση αυτό βρίσκεται στον καθ` ου η αναγκαστική εκτέλεση οφειλέτη, επί του πλειστηριασμού ενυπόθηκου ο υπερθεματιστής αποκτά αυτό σε όποια νομική και πραγματική κατάσταση καταλαμβάνεται από το δικαίωμα της υποθήκης.

Επομένως, τα μεταγενέστερα της εγγραφής της υποθήκης εμπράγματα δικαιώματα επί του ενυπόθηκου θίγονται από την εξουσία διαθέσεως του ενυπόθηκου δανειστή, καθόσον η υποθήκη καταλαμβάνει το ενυπόθηκο ελεύθερο των μετά την εγγραφή αυτής επί του ενυπόθηκου κτηθέντων περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων και αντίστροφα: τα προγενέστερα της εγγραφής της υποθήκης εμπράγματα δικαιώματα επί του ενυπόθηκου δεν θίγονται από την εξουσία διαθέσεως του ενυπόθηκου δανειστή, καθότι η υποθήκη καταλαμβάνει το ενυπόθηκο βεβαρημένο διά των προ της εγγραφής αστής επί του ενυπόθηκου κτηθέντων περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων.

Συνεπώς, ο υπερθεματιστής αποκτά το ενυπόθηκο ελεύθερο μεν των μετά την εγγραφή της υποθήκης επ’ αυτού κτηθέντων περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων, βεβαρημένο δε διά των προ της εγγραφής της υποθήκης υφιστάμενων επί του ενυπόθηκου περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων (ad hoc 21912/2002 ΜονΠρΘεσαλ).

ΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗ ΥΠΟΘΗΚΗΣ

Η ίδια λύση γίνεται δεκτή και όταν συναντάται η οίκηση ή άλλο περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα όπως σε περίπτωση προσημείωση υποθήκης.

Πράγματι, η προσημείωση υποθήκης αποτελεί κατά την κρατούσα γνώμη υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση, δηλαδή η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης υπό την διπλή αναβλητική αίρεση αφενός μεν της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης και αφετέρου της τροπής σε υποθήκη εντός της προθεσμίας του άρθρου 1323 ΑΚ.

Η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης που υπάρχει επάνω στο ακίνητο η οποία δικαιολογείται από την φύση της υποθήκης και της προσημείωσης ως εμπραγμάτων δικαιωμάτων αξίας που στερούνται λόγο ύπαρξης μετά τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου.

Συνεπώς, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης επί του βεβαρημένου ακινήτου χρονικό σημείο μέχρι του οποίου μπορεί να γίνει τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, να πληρωθεί δηλαδή η πρώτη εκ των αναβλητικών αιρέσεων υπό τις οποίες τελεί η προσημείωση, είναι αυτό της καταβολής του πλειστηριάσματος.

Από το χρονικό αυτό σημείο και μετά η πλήρωση της αίρεσης αυτής καθίσταται εκ του νόμου πλέον αδύνατη. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η προσημείωση καθίσταται ανενεργός.

Το δικαίωμα της προσημείωσης ως δικαίωμα εμπράγματης ασφάλειας αποσβέννυται μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος ως βάρος του πράγματος, οι εξουσίες όμως που πηγάζουν από το δικαίωμα αστό ως δικαίωμα επί της αξίας του βεβαρημένου πράγματος κατευθύνονται πλέον στην αξία του πράγματος, δηλαδή στο πλειστηρίασμα.

Έτσι, όπως γίνεται πάγια δεκτό, μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και εφόσον η προσημείωση δεν έχει τραπεί σε υποθήκη, διατηρείται μόνο η δεύτερη καθαρά ουσιαστικού δικαίου αίρεση, δηλαδή αυτή της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφάλιζόμενης απαίτησης, με αποτέλεσμα να κατατάσσεται η εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης απαίτηση, όπως και η ασφαλισμένη με την υποθήκη απαίτηση, προνομιακά μεν, δηλαδή κατά τη σειρά εγγραφής της προσημείωσης, αλλά τυχαία, δηλαδή υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης.

Εξάλλου, γίνεται πλέον δεκτό ότι και ο προσημειούχος δανειστής, εφόσον διαθέτει υπέρ της απαιτήσεως του τίτλο εκτελεστό, μπορεί να επισπεύσει κατάσχεση και πλειστηριασμό του βεβαρημένου ακινήτου κατά του τρίτου κυρίου ή νομέα πριν από τη μετατροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, αν δε κατά το χρόνο της κατάταξης η προσημείωση δεν έχει μετατραπεί σε υποθήκη, ο προσημειούχος δανειστής θα καταταγεί τυχαία.

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι τόσο από άποψη ουσιαστικού όσο και από άποψη δικονομικού δικαίου η μεταχείριση της προσημείωσης υποθήκης είναι αντίστοιχη με αυτή της υποθήκης.

Χαρακτηριστικά, το άρθρο 41 του ΕισΝΚΠολΔ ορίζει ότι οι σχετικές με την υποθήκη διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην προσημείωση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Συνεπώς, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτου επί του οποίου υπάρχει εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης, ανεξάρτητα από το αν την αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδει ο προσημειούχος ή άλλος δανειστής του καθού η εκτέλεση, ο υπερθεματιστής αποκτά το ακίνητο ελεύθερο των μεταγενέστερων της εγγραφής της προσημείωσης περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το Δικαίωμα Οίκησης.

Άκυρη ή Ακυρώσιμη Απόφαση ΑΕ: Ποια Προσβολή Χωρεί

Πότε και Πώς Προσβάλλεται Ελαττωματική Απόφαση Οργάνου ΑΕ

Περιληπτικά:

  • Η κατηγορία του ελαττώματος καθορίζει την προσβολή: ακυρώσιμη (άρθρο 137 του Ν. 4548/2018), άκυρη (άρθρο 138) ή ανυπόστατη (άρθρο 139).
  • Η ακυρωσία επέρχεται μόνο με διαπλαστική αγωγή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών.
  • Η ακυρότητα προβάλλεται με αναγνωριστική αγωγή ή και αυτεπαγγέλτως, εντός ενός έτους. Μετά την πάροδο του έτους ακόμη και η άκυρη απόφαση θεραπεύεται (ΑΠ 214/2022).
  • Νομιμοποιείται ο μέτοχος με 2% που δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε ρητά, καθώς και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Κάτω του ποσοστού αυτού απομένει μόνο αξίωση αποζημίωσης.
  • Για τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου ισχύει χωριστό καθεστώς (άρθρο 95) με προθεσμία έξι μηνών.

Πότε μια απόφαση ΑΕ είναι άκυρη, ακυρώσιμη ή ανυπόστατη;

Η διάκριση εξαρτάται από τη βαρύτητα του ελαττώματος:

  • Ακυρώσιμη κατά το άρθρο 137 του Ν. 4548/2018 είναι η απόφαση που λήφθηκε με τρόπο αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικό.
  • Άκυρη κατά το άρθρο 138 είναι η απόφαση χωρίς νόμιμη σύγκληση ή με περιεχόμενο αντίθετο στον νόμο.
  • Ανυπόστατη κατά το άρθρο 139 είναι η απόφαση που λήφθηκε με ψήφους προσώπων χωρίς μετοχική ιδιότητα.

Η σημασία της ταξινόμησης είναι πρακτική, όχι θεωρητική, καθώς κάθε κατηγορία ανοίγει διαφορετική δικονομική οδό και θέτει διαφορετική προθεσμία. Δύο αποφάσεις που μπορεί να φαίνονται όμοιες, είναι πιθανό να ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και να απαιτούν εντελώς διαφορετικό χειρισμό.

Η άκυρη απόφαση προϋποθέτει σοβαρό ελάττωμα. Άκυρη είναι η απόφαση όταν δεν υπήρξε καθόλου σύγκληση της συνέλευσης ή όταν το περιεχόμενό της αντίκειται στον νόμο ή το καταστατικό.

Αντίθετα, η πλημμελής μεν αλλά υπαρκτή σύγκληση οδηγεί σε ακυρωσία και όχι σε ακυρότητα. Η ακυρώσιμη απόφαση καλύπτει τα ελαττώματα του τρόπου λήψης, μεταξύ των οποίων η μη παροχή πληροφοριών για θέματα της ημερήσιας διάταξης (άρθρο 141) και η καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας.

Η ανυπόστατη απόφαση δεν φέρει καν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 226/2022). Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου στην ψηφοφορία συμμετείχαν στο σύνολό τους πρόσωπα χωρίς μετοχική ιδιότητα, ή όπου το πρακτικό χωρίς συνεδρίαση δεν υπογράφηκε από όλους τους μετόχους.

Όταν το διοικητικό συμβούλιο έχει εκλεγεί με ανυπόστατη ή άκυρη απόφαση, θεωρείται ότι η εταιρεία στερείται διοίκησης και διορίζεται προσωρινό διοικητικό συμβούλιο (ΑΠ 547/2019).

ΚατηγορίαΤυπικός λόγοςΕίδος αγωγήςΠροθεσμίαΝομιμοποίηση
Ακυρώσιμη (άρθρο 137)Μη νόμιμος τρόπος λήψης, κατάχρηση πλειοψηφίας, μη παροχή πληροφοριώνΔιαπλαστική (ακύρωσης)4 μήνεςΜέτοχος 2% που δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε, μέλος ΔΣ
Άκυρη (άρθρο 138)Παντελής έλλειψη σύγκλησης, περιεχόμενο αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικόΑναγνωριστική1 έτοςΚάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον, αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο
Ανυπόστατη (άρθρο 139)Ψήφοι μη μετόχων, πρακτικό χωρίς συνεδρίαση χωρίς όλους τους μετόχουςΑναγνωριστικήΚαταρχήν απρόθεσμηΚάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον

Ποια οδός χωρεί: αγωγή ακύρωσης ή αναγνώριση ακυρότητας;

Η οδός εξαρτάται από την κατηγορία και η επιλογή της απαιτεί νομική κρίση. Η ακυρωσία επέρχεται μόνο με τελεσίδικη διαπλαστική απόφαση, δηλαδή απόφαση που μεταβάλλει τη νομική κατάσταση. Δεν μπορεί να προβληθεί με ένσταση, ούτε παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο άλλης δίκης, ούτε εξωδίκως. Αντίθετα, η ακυρότητα αναγνωρίζεται με αναγνωριστική αγωγή, μπορεί να προβληθεί και παρεμπιπτόντως, ενώ το δικαστήριο τη λαμβάνει και αυτεπαγγέλτως υπόψη.

Η πρακτική συνέπεια της διάκρισης είναι ουσιώδης. Η ακυρώσιμη απόφαση παράγει πλήρως τα αποτελέσματά της έως ότου ακυρωθεί με δικαστική απόφαση. Η άκυρη απόφαση πάσχει από την αρχή, με αποτέλεσμα η αναγνωριστική αγωγή απλώς να διαπιστώνει μια προϋπάρχουσα κατάσταση.

Η αρμοδιότητα και η διαδικασία ταυτίζονται και για τις δύο μορφές. Η αγωγή εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και στρέφεται κατά της εταιρείας (άρθρο 137 παρ. 7). Η δυσκολία δεν βρίσκεται στην αρμοδιότητα αλλά στην ορθή υπαγωγή του ελαττώματος στην ορθή κατηγορία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μη προφανούς υπαγωγής είναι η καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, η οποία, αν και αποτελεί ελάττωμα του περιεχομένου, υπάγεται από τον νόμο στην ακυρωσία (άρθρο 137 παρ. 2) και όχι στην ακυρότητα. Λάθος επιλογή δικονομικού οχήματος οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής, ανεξάρτητα από το βάσιμο της ουσιαστικής αιτίασης.

Μέχρι πότε προσβάλλεται η απόφαση και πότε θεραπεύεται;

Η αγωγή ακύρωσης ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών από τη λήψη της απόφασης ή, αν αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ). Για την ακυρότητα η αποκλειστική προθεσμία είναι ένα έτος. Σημειώνεται ότι «αποκλειστική» είναι η προθεσμία που δεν αναστέλλεται ούτε διακόπτεται και της οποίας η παρέλευση αποσβέννυει το δικαίωμα.

Το κρίσιμο σημείο για τον θιγόμενο μέτοχο είναι ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί ουδέτερα. Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης θεραπεύεται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας. Έκτοτε, ακόμη και η εξ ορισμού άκυρη απόφαση, παγιώνεται και δεν προσβάλλεται πλέον (ΑΠ 214/2022). Έως τη συμπλήρωση του έτους, η εταιρεία δεν μπορεί να αποκρούσει την επίκληση της ακυρότητας ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα.

Η εμπειρία από υποθέσεις προσβολής αποφάσεων γενικής συνέλευσης δείχνει ότι κρίσιμη είναι η έγκαιρη τήρηση της προθεσμίας. Η τετράμηνη προθεσμία της ακυρωσίας εκπνέει, συχνά πριν ο θιγόμενος μέτοχος ολοκληρώσει τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού και τη νομική τεκμηρίωση.

Ποιος μέτοχος νομιμοποιείται να ζητήσει την ακύρωση;

Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει ο μέτοχος που κατέχει το 2% του κεφαλαίου, εφόσον δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, καθώς και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου χωριστά. Ο μέτοχος που δεν συγκεντρώνει το ποσοστό αυτό δεν νομιμοποιείται προς ακύρωση, διατηρεί όμως αξίωση αποζημίωσης κατά της εταιρείας.

Η προϋπόθεση της εναντίωσης είναι λεπτή. Η αντίθεση πρέπει να είναι ρητή: η απλή αρνητική ψήφος δεν θεωρείται κατ’ ανάγκη εναντίωση, εφόσον δεν συνοδεύεται από σαφή δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η εμπειρία από εταιρικές διαφορές δείχνει ότι η απουσία ρητής εναντίωσης στα πρακτικά αρκεί για να κριθεί απαράδεκτη μια, κατά τα άλλα, βάσιμη αγωγή ακύρωσης.

Για τους μετόχους που υπολείπονται του ορίου του 2%, ο νόμος προβλέπει εναλλακτική προστασία αντί της ακύρωσης. Μπορούν να αξιώσουν από την εταιρεία αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν (άρθρο 137 παρ. 4). Αξίωση αποζημίωσης διατηρείται και όταν η απόφαση τελικά ακυρώθηκε. Η μειοψηφία διαθέτει και άλλα μέσα ελέγχου, όπως ο έκτακτος έλεγχος της εταιρείας, που μπορούν να αναδείξουν τις πλημμέλειες πριν φτάσει η υπόθεση στο στάδιο της προσβολής.

Πότε αποκλείεται ή θεραπεύεται η προσβολή της απόφασης;

Η ακυρωσία αποκλείεται όταν η ίδια η γενική συνέλευση επικυρώσει με νεότερη απόφαση την πλημμελή, διορθώνοντας ή αποκαθιστώντας το ελάττωμα που αποτελούσε τον λόγο της. Στην περίπτωση αυτή παύει η δυνατότητα ακύρωσης, διατηρείται όμως αξίωση αποζημίωσης για τους ζημιωθέντες. Δεν θεμελιώνει ακυρωσία η αντίθεση της απόφασης σε εσωτερικό κανονισμό ή σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων.

Η δυνατότητα της συνέλευσης να διορθώνει ή να ανακαλεί τις αποφάσεις της λειτουργεί ως μηχανισμός θεραπείας που μπορεί να εξουδετερώσει μια εκκρεμή προσβολή. Πρόκειται για διακριτή ενέργεια από τη δικαστική προσβολή, με δικές της προϋποθέσεις και συνέπειες.

Ο νόμος αποκλείει ρητά την ακυρωσία σε σειρά επιμέρους περιπτώσεων:

  • όταν συμμετείχαν στη συνέλευση πρόσωπα χωρίς δικαίωμα αλλά η συμμετοχή τους δεν ήταν αποφασιστική για την απαρτία ή την πλειοψηφία,
  • όταν πρόκειται για ακυρότητα ή ακυρωσία επιμέρους ψήφων που δεν ήταν αποφασιστικές,
  • όταν υπάρχουν αοριστίες του πρακτικού που δεν εμποδίζουν τη διάγνωση του περιεχομένου της απόφασης και
  • όταν το ελάττωμα της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για τη σύγκληση δεν στέρησε από τους μετόχους έγκαιρη και επαρκή πληροφόρηση (άρθρο 137 παρ. 5).

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η σχέση με τη μετοχική συμφωνία (shareholders’ agreement, SHA). Η παραβίαση της εξωεταιρικής αυτής συμφωνίας γεννά συμβατικές αξιώσεις μεταξύ των μερών, χωρίς να θίγει το κύρος της εταιρικής απόφασης (ΑΠ 1448/2014). Η συνύπαρξη του εταιρικού με το συμβατικό επίπεδο παράγει μη προφανές αποτέλεσμα, καθώς μια απόφαση μπορεί να είναι έγκυρη εταιρικά αλλά να συνεπάγεται παράβαση συγκεκριμένης ρήτρας της μετοχικής συμφωνίας, με συμβατικές συνέπειες παράλληλες προς την εταιρική εγκυρότητα.

Πώς προσβάλλεται απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου;

Άκυρη είναι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της οποίας το περιεχόμενο αντίκειται στον νόμο ή το καταστατικό (άρθρο 95). Άκυρη είναι και η απόφαση που λήφθηκε με μη νόμιμο τρόπο, εκτός αν λήφθηκε ομόφωνα από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παρόντα ή νομίμως εκπροσωπούμενα. Την ακυρότητα προβάλλουν, εντός έξι μηνών, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου καθώς και τρίτοι, μέτοχοι ή μη, με προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον.

Η εξάμηνη προθεσμία εκκινεί από την καταχώριση της απόφασης στο ΓΕΜΗ, για όσες αποφάσεις υποβάλλονται σε δημοσιότητα, άλλως από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή η δυνατότητα επίκλησης της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. Η ομοφωνία θεραπεύει μόνο τα ελαττώματα του τρόπου λήψης, όχι τα ελαττώματα του περιεχομένου.

Σε αντίθεση με τη γενική συνέλευση, το άρθρο 95 δεν προβλέπει την κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας ως αυτοτελή λόγο ελαττωματικότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου. Πριν από κάθε προσβολή σταθμίζεται η προστασία των τρίτων, καθώς οι άκυρες και ακυρώσιμες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου δεν αντιτάσσονται έναντι καλόπιστων τρίτων για πράξεις καθ’ υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή για περιορισμούς της εξουσίας του οργάνου, σύμφωνα με τις αρχές της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132.

Όργανο και είδοςΠροθεσμίαΣημείο εκκίνησης
Γενική συνέλευση, ακυρωσία (άρθρο 137)4 μήνεςΛήψη ή καταχώριση στο ΓΕΜΗ
Γενική συνέλευση, ακυρότητα (άρθρο 138)1 έτοςΛήψη ή καταχώριση στο ΓΕΜΗ
Διοικητικό συμβούλιο (άρθρο 95)6 μήνεςΚαταχώριση στο ΓΕΜΗ ή στο βιβλίο πρακτικών

Συχνές Ερωτήσεις

Αρκεί η αρνητική ψήφος για να προσβληθεί η απόφαση;

Όχι πάντα. Το άρθρο 137 απαιτεί ο μέτοχος είτε να μην παρέστη είτε να έχει αντιταχθεί στην απόφαση. Η αντίθεση πρέπει να είναι ρητή και να καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η απλή αρνητική ψήφος, χωρίς σαφή δήλωση εναντίωσης, ενδέχεται να μην επαρκεί για τη θεμελίωση της νομιμοποίησης προς άσκηση της αγωγής ακύρωσης.

Τι συμβαίνει αν περάσει η τετράμηνη προθεσμία;

Η προθεσμία των τεσσάρων μηνών για την ακυρωσία είναι αποκλειστική. Μετά την εκπνοή της η απόφαση δεν ακυρώνεται πλέον. Αν το ελάττωμα συνιστά λόγο ακυρότητας, η προθεσμία είναι ένα έτος. Μετά την παρέλευση και αυτού, ακόμη και η άκυρη απόφαση θεραπεύεται (ΑΠ 214/2022) και δεν προσβάλλεται.

Μπορεί μια άκυρη απόφαση να θεραπευτεί με τον χρόνο;

Ναι. Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης θεραπεύεται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας και έκτοτε το δικαίωμα προσβολής αποσβέννυται. Έως τότε το δικαστήριο λαμβάνει την ακυρότητα και αυτεπαγγέλτως υπόψη και η εταιρεία δεν μπορεί να αποκρούσει την επίκλησή της ως καταχρηστική (ΑΠ 214/2022).

Η αντίθεση της απόφασης σε εξωεταιρική συμφωνία θεμελιώνει ακύρωση;

Όχι. Λόγος ακυρωσίας ή ακυρότητας είναι η αντίθεση στον νόμο ή το καταστατικό, όχι σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων ή σε εσωτερικό κανονισμό. Η παραβίαση της μετοχικής συμφωνίας γεννά συμβατικές αξιώσεις μεταξύ των μερών, χωρίς να θίγει το κύρος της εταιρικής απόφασης έναντι της εταιρείας (ΑΠ 1448/2014).

Ποιο δικαστήριο δικάζει την αγωγή ακύρωσης;

Η αγωγή ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και στρέφεται κατά της εταιρείας (άρθρο 137 παρ. 7). Η άσκηση της αγωγής και η δικαστική απόφαση που ακυρώνει την εταιρική απόφαση υποβάλλονται σε δημοσιότητα και ισχύουν έναντι όλων, με προστασία των καλόπιστων τρίτων.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χαρακτηρισμός του ελαττώματος πρώτα: Η ταξινόμηση της απόφασης ως ακυρώσιμης, άκυρης ή ανυπόστατης προηγείται κάθε ενέργειας, διότι καθορίζει την αγωγή και την προθεσμία. Λανθασμένος χαρακτηρισμός οδηγεί σε απόρριψη.

Προθεσμία ως πρώτη προτεραιότητα: Η τετράμηνη και η ετήσια προθεσμία είναι αποκλειστικές. Η συγκέντρωση των αποδεικτικών και η σύνταξη της αγωγής ξεκινούν αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης, ώστε να μην εκπνεύσει το δικαίωμα.

Ρητή εναντίωση στα πρακτικά: Ο μέτοχος που διαφωνεί φροντίζει να καταχωριστεί σαφής δήλωση εναντίωσης, ώστε να διασφαλίσει τη νομιμοποίησή του προς προσβολή.

Διάκριση ακύρωσης από ανάκληση: Η δικαστική προσβολή διαφέρει από την ανάκληση της απόφασης από την ίδια τη συνέλευση. Η επιλογή μεταξύ τους είναι στρατηγική και εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Στάθμιση συνεπειών για τρίτους: Πριν από κάθε προσβολή εκτιμώνται οι συνέπειες σε καλόπιστους τρίτους που συναλλάχθηκαν βάσει της απόφασης, καθώς η ακύρωση ισχύει έναντι όλων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ελαττωματικές αποφάσεις των οργάνων της Ανώνυμης Εταιρείας.

Σύμβαση Ανεξάρτητων Υπηρεσιών Και Εξαρτημένης Εργασίας

Σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Η σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών είναι ενοχική σύμβαση, αμφοτεροβαρής κατά την οποία ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει με δική του πρωτοβουλία και κατά τρόπο ανεξάρτητο τις υπηρεσίες του, ενώ ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τη συμφωνημένη αμοιβή.

Αντίθετα, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε, που είναι ο κύριος σκοπός της εργασιακής σύμβασης, και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της, ως άνω, εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεών του, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. 

Κριτήρια Διάκρισης

Δηλαδή, βασικά κριτήρια για να κριθεί το πότε υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι :

  • ο βαθμός πρωτοβουλίας που έχει ο παρέχων τις υπηρεσίες του στον αντισυμβαλλόμενο κατά την εκτέλεση της σύμβασης,
  • η μερική ή ολική επιλογή του χρόνου εκτέλεσής της και
  • το αν επιτρέπεται στον εργαζόμενο ή όχι να εκφεύγει του εργοδοτικού ελέγχου, ως προς τον τρόπο (εκτέλεση) της παροχής των συμφωνημένων υπηρεσιών του (ΑΠ 522/2022).

Πάντως και στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την έννοια που προεκτέθηκε.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν καθορίζεται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Επομένως, εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ’ αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών.

Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Δικαιοδοτική Λειτουργία

Σε κάθε περίπτωση, εξάλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε (και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου), δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός).

Τούτο διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/2001).

Εξάλλου, η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο, της έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, έργου, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006 και 3/2021), αφορά δε το διοικητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εμπίπτει στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη Σύμβαση Ανεξάρτητων Υπηρεσιών και τη Σύμβαση Εξαρτημένης Εργασίας.

Οι Λόγοι Λύσης Της Ανώνυμης Εταιρείας

Οι λόγοι λύσης της ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 164 του Ν. 4548/2018, είναι:

  • η πάροδος του χρόνου διάρκειάς της που ορίζει το καταστατικό,
  • η απόφαση της γενικής συνέλευσης (που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία),
  • η κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση και
  • η δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση των μετόχων ή από οιοδήποτε έχει έννομο συμφέρον.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 45 του παραπάνω νόμου, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη λύση της εταιρείας αν διατάξει εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας από την πλειοψηφία και αυτή δεν ολοκληρωθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία.

Λύση Της Εταιρείας Με Δικαστική Απόφαση Ύστερα Από Αίτηση Των Μετόχων.

Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το 1/3 τουλάχιστον του καταβεβλημέ­νου κεφαλαίου, αν υφίσταται προς τούτο σπουδαίος λόγος, που, κατά τρόπο προφανή και μόνιμο, καθιστά τη συνέχιση της εταιρείας αδύνατη. Σπουδαίος λόγος υφίσταται, ιδίως, αν, λόγω ίσων συμμετοχών στην εταιρεία, η εκλογή διοικητικού συμβουλίου είναι αδύνατη ή η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει.

Το δικαστήριο, πριν εκδώσει την απόφασή του, παρέχει στην εταιρεία και τους μετόχους εύλογη προθεσμία για άρση των λόγων λύσης, ιδίως μέσω εξαγοράς μετοχών μεταξύ των μετόχων, εκτός αν αιτιολογημένα θεωρεί ότι το μέτρο αυτό είναι άσκοπο. Η προθεσμία αυτή μπορεί να είναι 2 έως 4 μήνες. Αν παρασχεθεί η παραπάνω προθεσμία, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων.

Μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/3 τουλάχιστον του κεφαλαίου, μπορούν να παρέμβουν στη σχετική δίκη και να ζητήσουν την εξαγορά από αυτούς του συνόλου των μετοχών του αιτούντος ή των αιτούντων. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο διατάσσει την εξαγορά και ορίζει και το αντάλλαγμα, που πρέπει να είναι δίκαιο και να ανταποκρίνεται στην αξία των με­τοχών αυτών, καθώς και τους όρους καταβολής του. Για τον προσδιορισμό της αξίας, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει πραγματογνωμοσύνη. Η αξία εξαγοράς δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που πιθανολογείται ότι θα λάβουν οι ενάγοντες σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας, το οποίο το δικαστήριο μπορεί να προσαυξήσει μέχρι 20%.

Το παραπάνω, ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής (ΑΠ 337/2021)

Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη λύση της εταιρείας αν η διατασσόμενη εξαγορά δεν ολοκληρωθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία, εξαιτίας πταίσματος του υπόχρεου σε εξαγορά.

Δικονομικά – Ερμηνεία

Η λύση της εταιρείας αποτελεί το έσχατο μέσο, το οποίο τελεσφορεί όταν είναι ο μοναδικός αντιμετώπισης της κρίσης στο εσωτερικό της εταιρείας.

Επομένως, αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι υφίσταται ηπιότερος τρόπος άρσης του επικαλούμενου λόγου λύσης, ο οποίος εναπόκειται στη βούληση των μετόχων, θα απορρίψει την αγωγή. Τέτοια ηπιότερα μέτρα, σύμφωνα με τη θεωρία, είναι καταστατικές προβλέψεις, όπως τα δικαιώματα «sell out» ή «buy or sell» κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο θα απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον υφίσταται εναλλακτικός τρόπος αντιμετώπισης.

Εξάλλου, το δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε γεγονός που κινείται εκτός των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη το οποίο καθιστά για τον μέτοχο τη συνέχιση της ΑΕ μη ανεκτή και δυσβάσταχτη και σύμφωνα με τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Περαιτέρω, δεν αρκεί η ύπαρξη σπουδαίου λόγου αλλά αυτός θα πρέπει: 1. να καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της εταιρείας και μάλιστα 2. κατά τρόπο μόνιμο και 3. προφανή.

Αδύνατη θεωρείται η συνέχιση της επιχείρησης όταν προκαλείται αδυναμία λειτουργίας των εταιρικών οργάνων και η άσκηση των μετοχικών δικαιωμάτων καθίσταται αναποτελεσματική με αποτέλεσμα να ματαιώνεται η επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.

Μονιμότητα συντρέχει όταν τα γεγονότα που καθιστούν τη λειτουργία της εταιρείας αδύνατη έχουν διαρκή, οριστικό και μη αναστρέψιμο χαρακτήρα και δεν πρόκειται για μια παροδική κατάσταση.

Προφανής είναι η αδυναμία λειτουργίας η οποία εξωτερικεύεται και καθιστά αναμφισβήτητα σαφές, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ότι η συνέχιση της ΑΕ δεν είναι ανεκτή για τον μέτοχο.

Τέλος, αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, το οποίο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση κοινοποιείται επί ποινή απαραδέκτου στην εταιρεία. Η απόφαση που κηρύσσει τη λύση της εταιρείας υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ ενώ, με την ίδια δικαστική απόφαση, διορίζονται και οι εκκαθαριστές. Η απόφαση μπορεί να προβληθεί από τους διαδίκους με όλα τα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα, ακόμα και με τριτανακοπή.

Λύση Της Εταιρείας Με Δικαστική Απόφαση Ύστερα Από Αίτηση Του Έχοντος Έννομο Συμφέρον

Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον αν:

  • κατά τη σύσταση της εταιρείας δεν καταβλή­θηκε το κεφάλαιο που ήταν καταβλητέο, ολικά ή μερικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού, και εξακολουθεί να είναι μη καταβεβλημένο κατά την υποβολή της αίτησης (μη καταβολή συντρέχει και στην περίπτωση όπου οι ιδρυτές επέλεξαν την τμηματική καταβολή του κεφαλαίου αλλά δεν κατέβαλαν το ¼ της ονομαστικής αξίας της κάθε μετοχής με ταυτόχρονη καταβολή του ελάχιστα προβλεπόμενου από τον νόμο μετοχικού κεφαλαίου),
  • η εταιρεία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζεται κάθε φορά από το νόμο,
  • η εταιρεία δεν έχει υποβάλλει προς καταχώριση χρηματοοικονομικές καταστάσεις 2 τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων, εγκεκριμένες από τη γενική συνέλευση.

Σημειωτέο ότι το δικαστήριο, πριν εκδώσει την απόφασή του, παρέχει στην εταιρεία εύλογη προθεσμία για άρση των λόγων λύσης, εκτός αν αιτιολογημένα θεωρεί ότι το μέτρο αυτό είναι άσκοπο. Η προθεσμία μπορεί να είναι 2 έως 4 μήνες.

Αν παρασχεθεί η παραπάνω προθεσμία, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων. Συνήθη μέτρα είναι ο διορισμός προσωρινής διοίκησης, όταν υπάρχει έλλειψη διοίκησης ή σύγκρουση συμφερόντων των μελών του ΔΣ με την ΑΕ, καθώς και η χορήγηση δυνατότητας σύγκλησης ΓΣ σε ορισμένους μετόχους.

Δικονομικά – Ερμηνεία

Αιτιολογική βάση των παραπάνω αποτελεί η προστασία των συναλλαγών και των συναλλασσόμενων από κινδύνους, που παρουσιάζονται εαν ελλείψουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ίδρυσης ΑΕ.

Επομένως, τη δικαστική λύση της ΑΕ μπορεί να αιτηθεί κάθε τρίτος που θεμελιώνει έννομο συμφέρον. Σύμφωνα με τη θεωρία, έννομο συμφέρον θεμελιώνουν οι ελεγκτές της εταιρείας, το ΔΣ καθώς και οι δανειστές αυτής.

Ωστόσο, για να είναι βάσιμη η αγωγή του τρίτου θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους άμεσο, ειδικό έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον δεν απαιτείται να είναι καθαρά οικονομικό ή ατομικό αλλά μπορεί να εξυπηρετεί ευρύτερους σκοπούς, όπως την προστασία των καταναλωτών ή των συναλλαγών.

Αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, το οποίο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση κοινοποιείται επί ποινή απαραδέκτου στην εταιρεία, η οποία αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου.

Η απόφαση που κηρύσσει τη λύση της εταιρείας είναι διαπλαστική, υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ και ισχύει erga omnes, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους λόγους λύσης της Ανώνυμης Εταιρείας.

Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων (Shareholders’ agreement – SHA)

Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων (Shareholders’ agreement – SHA) είναι η σύμβαση μεταξύ των μετόχων μιας Ανώνυμης Εταιρείας (ή μεταξύ των μετόχων και τρίτων ή και της ίδιας της εταιρίας), η οποία αφορά την εταιρική σχέση.

Σύμφωνα με τις 1123/2013 και 569/2007 ΠολΠρΑθ, «Υπό τον όρο συμφωνίες μεταξύ μετόχων ή εξωεταιρικές συμβάσεις νοούνται οι συμβάσεις μεταξύ των μελών μιας εταιρίας, στην περίπτωση της ανώνυμης εταιρίας μετόχων, οι οποίες αφορούν την ενάσκηση εταιρικών δικαιωμάτων, το status ή και το μέλλον της ίδιας της εταιρικής συμμετοχής ή ακόμα γενικότερα ρυθμίζουν σχέσεις των μετόχων προς την εταιρία (λ.χ. χρηματοδότηση, άσκηση επιχειρηματικής πολιτικής) ή σχέσεις της εταιρίας προς τρίτους».

Η Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων συνάπτεται όταν οι συμφωνίες που εμπεριέχονται σε αυτή, δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος του καταστατικού της Α.Ε.. Τούτο, λόγω του αναγκαστικού χαρακτήρα των κανόνων που διέπουν το δίκαιο της Α.Ε., το οποίο καθορίζεται αυστηρώς από τον Νόμο.

Για το λόγο αυτό, οι παραπάνω αποφάσεις αναφέρουν ότι η Εξωεταιρικές Συμφωνίες «δεν αποτελούν τμήμα του εταιρικού μηχανισμού, όμως τον αφορούν, αν και δεν δύνανται να αποτελέσουν στοιχείο της ιδρυτικής πράξης ή του καταστατικού».

Για παράδειγμα, συμφωνία μεταξύ των μετόχων μιας Ανώνυμης Εταιρείας για τα Δικαιώματα Συμπαράσυρσης (Drag Along Right) και τα Δικαιώματα Προσκολλήσεως (Tag Along Right), κατά κανόνα, δεν μπορούν να αποτελέσουν καταστατικό όρο, μπορούν όμως να είναι το αντικείμενο μιας Εξωεταιρικής Συμφωνίας.

Νομική Φύση

Σύμφωνα με την παραπάνω νομολογία, η Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων συνάπτεται με σκοπό να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες των συμβαλλομένων. Θεμελιώνεται νομικά στη γενική αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361).

Μια Εξωεταιρική Συμφωνία έχει πάντοτε ενοχικό χαρακτήρα, ήτοι ενεργεί μόνον μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

Ανάλογα με το περιεχόμενό της, μπορεί να υπάγεται στην έννοια της:

οπότε ανάλογα προσδιορίζεται και το δίκαιο που τη διέπει.

Σύμφωνα με την ΑΠ 1448/2014, οι Εξωεταιρικές Συμφωνίες, με τις οποίες οι μέτοχοι ανώνυμης εταιρίας ρυθμίζουν σε ατομικό επίπεδο ζητήματα σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία αυτής και καθορίζουν τις σχέσεις μεταξύ τους και με τρίτους ως προς την άσκηση των εταιρικών δικαιωμάτων τους, αποτελούν εκδήλωση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και είναι έγκυρες, εφόσον δεν αντίκεινται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, στις διατάξεις του οικείου καταστατικού και στις γενικές αρχές του δικαίου της ανώνυμης εταιρίας.

Οι εν λόγω συμφωνίες παράγουν ενοχικού χαρακτήρα έννομες συνέπειες, δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και δεν θίγουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών ως μετόχων της Α.Ε. ή ως μελών του Δ.Σ., ούτε το κύρος των αποφάσεων του Δ.Σ. ή της Γ.Σ. της Α.Ε., που έχουν τυχόν ληφθεί κατά παράβαση των εξωεταιρικών συμφωνιών, η υπαίτια μη τήρηση των οποίων θεμελιώνει υποχρέωση αποζημίωσης του αναίτιου εταίρου κατά τις σχετικές διατάξεις του ενοχικού δικαίου.

Σχέση Καταστατικού Και Εξωεταιρικής Συμφωνίας Μετόχων
Θεωρία

Παρότι υφίσταται αδιαμφισβήτητη ιεραρχική υπεροχή του καταστατικού έναντι μιας Εξωεταιρικής Συμφωνίας. Εντούτοις η τελευταία συνυπάρχει με το καταστατικό και λειτουργεί, καταρχήν, ανεξάρτητα από αυτό.

Ζήτημα, ωστόσο, τίθεται όταν το Καταστατικό έρχεται σε σύγκρουση με την Εξωεταιρική Συμφωνία ή όταν, συνηθέστερα, μέτοχος παραβιάσει την τελευταία και ψηφίσει αντίθετα με αυτή.

Περαιτέρω, έχουν διατυπωθεί δύο βασικές αρχές για τη σχέση μεταξύ Καταστατικού Και Εξωεταιρικής Συμφωνίας Μετόχων:

Η αρχή του χωρισμού μεταξύ καταστατικού και Εξωεταιρικής Συμφωνίας. Σύμφωνα με αυτή δεν επιτρέπεται καμία επιρροή της ενοχικής σφαίρας πάνω στην εταιρική σύμβαση. Η αυστηρά ενοχική φύση της Εξωεταιρικής Συμφωνίας, έχει ως αποτέλεσμα αυτή να παράγει έννομες συνέπειες μόνο αναφορικά με τις εσωτερικές σχέσεις των συμβαλλομένων.

Ταυτόχρονα, η παραβίασή τους έχει ως αποτέλεσμα να γεννάται αξίωση αποζημίωσης του συμβαλλομένου που ζημιώθηκε και όχι αξίωση για την εκτέλεση ή την ακύρωση κάποιας απόφασης που λήφθηκε στα πλαίσια της Γ.Σ.

Η αρχή της ενότητας μεταξύ καταστατικού και Εξωεταιρικής Συμφωνίας. Σύμφωνα με αυτή τόσο το καταστατικό όσο και οι εξωεταιρικές συμφωνίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο οργανωτικό πλαίσιο λειτουργίας της ανώνυμης εταιρείας.

Με τη θεωρία αυτή η εταιρική πραγματικότητα διαμορφώνεται από κοινού τόσο από το καταστατικό όσο και από την Εξωεταιρική Συμφωνία των μετόχων της Α.Ε.

Νομολογία
Υπέρ της Αρχής Του Διαχωρισμού

Η νομολογία αναγνωρίζει παγίως ως κρατούσα την αρχή του χωρισμού ανάμεσα στο καταστατικό και τις εξωεταιρικές συμφωνίες μετόχων.

Σύμφωνα με την ΑΠ 1121/2006, νομολογήθηκε ότι «…η συμφωνία των μετόχων ισχύει μεταξύ των σε αυτή συμβληθέντων, μη έχουσα συνέπειες εταιρικού δικαίου και μη δεσμεύουσα τη μη συμβληθείσα σ’ αυτήν ανώνυμη εταιρία…».

Περαιτέρω, σύμφωνα με την 569/2007 ΠολΠρΑθ αποφασίστηκε ότι «οι εξωεταιρικές συμφωνίες έχουν ενοχικό πάντοτε χαρακτήρα, ήτοι ενεργούν μόνον μεταξύ των συμβαλλομένων μερών», ενώ στην 3265/1991 ΠολΠρΑθ έγινε δεκτό πως «Το γεγονός ότι μέτοχοι, μέλη μιας εξωεταιρικής ομάδος, προαποφάσισαν ή δεσμεύτηκαν να ψηφίσουν προς ορισμένη κατεύθυνση, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στο συμπέρασμα ότι καταργήθηκαν οι διατάξεις εκείνες του νόμου και του καταστατικού που καθορίζουν τις αποκλειστικές και κυριαρχικές αρμοδιότητες του Δ.Σ. και της Γ.Σ. διότι, ανεξάρτητα από τις ενοχικής φύσεως δεσμεύσεις που δημιουργούνται μεταξύ των μελών της εξωεταιρικής ομάδος η Γ.Σ. και το Δ.Σ. δεν δεσμεύονται να ψηφίσουν προς την ίδια κατεύθυνση».

Επομένως, σύμφωνα με την παραπάνω κρατούσα νομολογία, η παραβίαση εξωεταιρικής συμφωνίας συναφθείσας ακόμα και από το σύνολο των μετόχων μιας ανώνυμης εταιρείας δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της αποφάσεως που λαμβάνεται από το εταιρικό όργανο του νομικού προσώπου.

Τούτο διότι μια τέτοια ενοχική συμφωνία δεν αναπτύσσει εταιρικού δικαίου συνέπειες, δεσμεύοντας μόνο τους συμβαλλόμενους και μη αναπτύσσοντας τριενέργεια σε βάρος της μη συμβληθείσας ανώνυμης εταιρείας.

Η τυχόν υιοθέτηση της αντίθετης άποψης, θα προσέδιδε «οιονεί» καταστατική ισχύ στην ενοχική σύμβαση χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αυτό, παρακάμπτοντας βασικές δομικές αρχές του ισχύοντος δικαίου.

Υπέρ της Αρχής Της Ενότητας

Αντιθέτως, σύμφωνα με την με αρ. 5723/2006 ΠολΠρΑθ, «…δεν αποτελεί μια απλή εξωεταιρική συμφωνία μεταξύ μετόχων μιας ανώνυμης εταιρίας, δήθεν μη δεσμευτική για την εναγόμενη (εταιρία) και τα εταιρικά όργανά της, … διότι, υπό τις περιστάσεις (συμμετοχή στη σύμβαση απάντων των μετόχων), η σύμβαση καθίσταται ουσιώδες ερμηνευτικό και συμπληρωματικό κείμενο του καταστατικού για τη ρύθμιση του τρόπου διοίκησης της εναγόμενης (εταιρίας)».

Επομένως, σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα σε μια εξωεταιρική συμφωνία η οποία συνάπτεται από μέρος μόνο των μετόχων μιας ΑΕ και σε μια «καθολική» εξωεταιρική συμφωνία που συνάπτεται από το σύνολο των μετόχων μιας Α.Ε.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, σύμφωνα με την απόφαση, η εξωεταιρική συμφωνία αναπτύσσει τριτενέργεια και δεσμεύει και την εταιρεία, με αποτέλεσμα τυχόν απόφαση της εταιρείας, κατά παράβαση της εξωεταιρικής συμφωνίας (δλδ με ψήφο μετόχου αντίθετη στη συμφωνία την οποία είχε υπογράψει), να καθιστά την ληφθείσα απόφαση του εταιρικού οργάνου άκυρη

Επιπλέον, περιπτωσιολογικά, η ΑΠ 1448/2014 έκρινε ότι «Η εξωεταιρική συμφωνία, με την οποία περιορίζεται το δικαίωμα ψήφου μετόχου (χωρίς να καταλήγει σε πλήρη στέρησή του) και με την οποία μέτοχοι δεσμεύονται να ψηφίζουν στη γενική συνέλευση προς ορισμένη κατεύθυνση και με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε η σύνθεση του εκλεγόμενου διοικητικού συμβουλίου να αντιστοιχεί, ως προς τον αριθμό των μελών του, στη συμμετοχή τους στην εταιρία, αντικείμενο που δεν ταυτίζεται και δεν θίγει την αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης για εκλογή διοικητικού συμβουλίου και που η ανάκλησή τους όπως και του Δ/ντος Συμβούλου όταν παραβαίνουν τα καθήκοντά τους, είναι έγκυρη …, εφόσον πληροί τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις και δεν αντίκειται στο εταιρικό συμφέρον.

Με τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο, κρίνοντας ως άκυρη ολόκληρη την εξωεταιρική συμφωνία, …, χωρίς προηγουμένως το Εφετείο να αναζητήσει και να εξακριβώσει ότι η (υποθετική) βούληση των συμβαλλομένων μερών κατά τη σύναψη της όλης συμφωνίας (η οποία και κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου δεν αφορούσε μόνο τις προαναφερθείσες δύο μερικότερες συμφωνίες – όρους αλλά το σύνολο της συμφωνηθείσας συνδιοίκησης της εταιρείας), θα ήταν να μην προχωρήσουν στην κατάρτισή της, αν γνώριζαν την ακυρότητα των δύο μερικότερων και διακριτών συμφωνιών αυτής, έκαμε εσφαλμένη εφαρμογή της γενικής ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 181 ΑΚ

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων (Shareholders’ agreement – SHA).

Βραχυχρόνια Μίσθωση 2026: Η ΣτΕ 1905/2025 & Πρόστιμα ΑΑΔΕ

Πότε η Βραχυχρόνια Μίσθωση Γίνεται Νομικό Πρόβλημα για τον Επιχειρηματία: Τέσσερα Σημεία Τριβής μετά τις Αλλαγές 2025-2026

  • Το πιο συχνό σημείο τριβής είναι η σύμβαση μίσθωσης με τον ιδιοκτήτη που υπογράφηκε πριν 5-10 χρόνια χωρίς ρητή πρόβλεψη υπεκμίσθωσης Airbnb, αποζημίωσης τροποποιήσεων, ή κατάστασης του ΑΜΑ στη λήξη.
  • Η ΣτΕ 1905/2025 (Οκτώβριος 2025) απέκλεισε τον αυτόματο χαρακτηρισμό ακινήτου Airbnb ως τουριστικού καταλύματος, αλλά υποχρέωσε τις ΥΔΟΜ να διενεργούν αυτοψία ανά καταγγελία. Η μειοψηφία του ΣτΕ δίνει τα κριτήρια που μπορεί να υιοθετήσει η Ολομέλεια στη νέα δικάσιμο.
  • Η ΣτΕ 601/2025 ακύρωσε ως ανυπόστατη την εγκύκλιο Ε.2024/2024 ΑΑΔΕ για το τέλος επιτηδεύματος 600€ ανά κατάλυμα και ο νομοθέτης απάντησε με το άρθρο 249 του Ν.5222/2025 που ξαναεπιβάλλει το ίδιο τέλος μέσω τυπικού νόμου.
  • Η Οδηγία DAC7 ενεργοποίησε αυτόματη πληροφόρηση των φορολογικών αρχών απευθείας από Airbnb και Booking. Η διασταύρωση με Ε1 και Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής είναι ο λόγος που ο έλεγχος έρχεται ξαφνικά παρά τη φαινομενική συμμόρφωση.
  • Το ΜΠρΑθ 1259/2019 παγίωσε τον τρόπο άμυνας έναντι αγωγής συνιδιοκτητών: τέσσερα σωρευτικά στοιχεία που, αν λείπουν από το business model, η ίδια απόφαση παύει να λειτουργεί ως ασπίδα.

Πότε η σύμβαση μίσθωσης γίνεται το πρώτο σημείο τριβής για τον υπεκμισθωτή Airbnb;

Ο επιχειρηματίας που έχει μισθώσει μακροχρόνια ένα ή περισσότερα ακίνητα και τα εκμεταλλεύεται μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης ξεκινάει συχνά τη νομική του εμπλοκή όχι από τη Διοίκηση αλλά από τον ίδιο τον εκμισθωτή του. Τρία σημεία της αρχικής σύμβασης μίσθωσης καθορίζουν αν η επιχειρηματική του δραστηριότητα αντέχει στον χρόνο:

  • η ρητή διατύπωση του δικαιώματος υπεκμίσθωσης,
  • η ρύθμιση των τροποποιήσεων του μισθίου και
  • η συμβατική αντιμετώπιση του Αριθμού Μητρώου Ακινήτου (ΑΜΑ).

Η συντριπτική πλειονότητα των μακροχρόνιων συμβάσεων μίσθωσης που υπογράφηκαν πριν το 2020 περιλαμβάνει διατύπωση τύπου «επιτρέπεται η υπεκμίσθωση ή η παραχώρηση χρήσης σε τρίτο». Η νομολογία του Άρειου Πάγου έχει κρίνει επανειλημμένα ότι τέτοιοι όροι δεν καλύπτουν αυτομάτως μετατροπή της χρήσης σε επιχειρηματική εκμετάλλευση μέσω ψηφιακών πλατφορμών, ιδίως όταν συνδυάζονται με τροποποιήσεις του ακινήτου ή μεγάλη εναλλαγή ενοίκων. Η υπεκμίσθωση επαγγελματικής στέγης διέπεται από διαφορετικό καθεστώς απ’ ό,τι η απλή παραχώρηση χρήσης κατοικίας και ο νομικός χαρακτηρισμός κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όχι από τη λεκτική διατύπωση της σύμβασης.

Το δεύτερο κρίσιμο σημείο αφορά τις τροποποιήσεις του μισθίου. Ο μισθωτής που έχει επενδύσει σε ανακαίνιση ώστε το διαμέρισμα να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του Ν.5170/2025 (φυσικός φωτισμός, αερισμός, κλιματισμός σε κάθε χώρο κύριας χρήσης) θεωρητικά δικαιούται αποζημίωση για τις επωφελείς δαπάνες και έχει δικαίωμα αφαίρεσης των κατασκευασμάτων κατά το άρθρο 591 ΑΚ, εφόσον υπάρχει ρητή συμβατική πρόβλεψη ή τουλάχιστον τεκμηριωμένη συναίνεση του εκμισθωτή. Χωρίς σαφή ρύθμιση, οι βελτιώσεις προσαυξάνουν την αξία του ακινήτου, εις βάρος του μισθωτή και ανοίγουν χώρο για διαφορά κατά τη λήξη ή την πρόωρη καταγγελία της εμπορικής μίσθωσης.

Το τρίτο και ίσως υποτιμημένο σημείο είναι το ΑΜΑ. Ο αριθμός μητρώου εκδίδεται στο όνομα του διαχειριστή του ακινήτου, ο οποίος κατά τον Ν.4446/2016 (άρθρο 111, όπως ισχύει μετά τον Ν.5073/2023) μπορεί να είναι κύριος, νομέας, επικαρπωτής, υπεκμισθωτής ή τρίτος. Όταν η σχέση τερματίζεται, ο ΑΜΑ δεν μεταβιβάζεται αυτόματα στον εκμισθωτή. Δημιουργείται διαφορά για το μητρώο, τις κρατήσεις που ήδη έχουν γίνει και την εμπορική αξία της αναγνωρισμένης παρουσίας στις πλατφόρμες. Η εμπειρία από υποθέσεις σύνταξης συμβάσεων διαχείρισης ακινήτων δείχνει ότι η ρητή πρόβλεψη του ΑΜΑ ως συμβατικού όρου εξοικονομεί δικαστική διαφορά που τυπικά κοστίζει περισσότερο από τη επιμέλεια της σύναψης.

Πώς θεμελιώνεται η άμυνα έναντι αγωγής συνιδιοκτητών μετά το ΜΠρΑθ 1259/2019;

Η απόφαση ΜΠρΑθ 1259/2019 είναι η πιο συχνά παρατιθέμενη πρωτόδικη απόφαση υπέρ της νομιμότητας της εκμετάλλευσης διαμερίσματος ως Airbnb. Η σημασία της δεν εξαντλείται στο διατακτικό. Έγκειται στο ότι αναδεικνύει συγκεκριμένη αμυντική γραμμή που οι περισσότεροι επιχειρηματίες δεν υιοθετούν ποτέ στο business model τους. Η νίκη της εναγομένης στηρίχθηκε σε τέσσερα στοιχεία που λειτούργησαν σωρευτικά.

  • Πρώτον, το ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ εκμισθώτριας και διαχειρίστριας εταιρείας περιλάμβανε ρητό όρο τήρησης του κανονισμού πολυκατοικίας από τη μισθώτρια. Όχι γενικό «συμμόρφωση με τους νόμους», αλλά ονομαστική αναφορά στον κανονισμό και υποχρέωση δέσμευσης κάθε υπεκμισθωτή ή χρήστη.
  • Δεύτερον, η διαχειρίστρια γνωστοποιούσε προκαταβολικά στους επισκέπτες, μέσω της ίδιας της ψηφιακής πλατφόρμας, τους βασικούς κανόνες (ώρες κοινής ησυχίας, απαγόρευση πάρτι και θορυβωδών εκδηλώσεων, απαγόρευση κατοικιδίων και καπνίσματος).
  • Τρίτον, υπήρχε ορισμένο φυσικό πρόσωπο επαφής 24/7 με γνωστοποίηση του τηλεφώνου στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών (όχι ανώνυμο email πλατφόρμας αλλά διαθέσιμος υπεύθυνος).
  • Τέταρτον, και ίσως το σημαντικότερο στη δίκη, αποδείχτηκε επί τόπου ανταπόκριση, καθώς όταν ένοικος ειδοποίησε για θόρυβο, ο υπεύθυνος μετέβη και διαπίστωσε ότι ο θόρυβος δεν προερχόταν από το ακίνητο. Αυτό βάρυνε σημαντικά στην απόρριψη της αγωγής.

Η ανάλυση της νομολογιακής τάσης στις βραχυχρόνιες μισθώσεις δείχνει ότι, όταν λείπει έστω ένα από τα παραπάνω τέσσερα, οι δικαστικές αποφάσεις μετατοπίζονται προς την αντίθετη κρίση: η ΕφΘεσ 986/2020 και η ΜΠρΘεσ 16158/2018 έχουν δεχτεί παύση εκμετάλλευσης βραχυχρόνιας μίσθωσης όταν ο κανονισμός συγκροτήματος επέτρεπε χρήση μόνο ως κατοικίες, ενώ η ΜΕφΑθ 4375/2023 ερμήνευσε αντίστοιχα κανονισμό πολυώροφου κτηρίου γραφείων και καταστημάτων.

Η διάκριση που πρακτικά έχει σημασία είναι αυτή μεταξύ εκμισθωτή και διαχειριστή: ο εκμισθωτής δεν φέρει αυτόματη ευθύνη για ενέργειες της μισθώτριας εταιρείας, αλλά μόνο αν στη σύμβαση έχει ρητά μεταβιβάσει το βάρος τήρησης κανονισμού στη διαχειρίστρια και έχει τεκμηριώσει εποπτεία της συμμόρφωσης.

Το στοιχείο που διαφοροποιείται είναι ο ίδιος ο κανονισμός κάθε πολυκατοικίας. Η ίδια συμπεριφορά κρίνεται διαφορετικά αν ο κανονισμός απαγορεύει χρήση «προσωρινής διαμονής» ρητά, αν αναφέρεται μόνο σε «οικοτροφεία», ή αν είναι σιωπηλός. Η διασταλτική ερμηνεία απαγορεύσεων από τα δικαστήρια δεν είναι εναιάια και αυτή η ανομοιομορφία είναι, ακριβώς, ο λόγος που η νομική κρίση χρειάζεται κατά περίπτωση.

Πώς αναδιοργανώνεται το business model μετά τη ΣτΕ 1905/2025;

Η απόφαση ΣτΕ 1905/2025 είναι μέχρι σήμερα η πιο σαφής τοποθέτηση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου στο ζήτημα. Η πλειοψηφία απέρριψε τον αυτόματο χαρακτηρισμό της βραχυχρόνιας μίσθωσης ως τουριστικής χρήσης κατά την πολεοδομική νομοθεσία, κρίνοντας ότι το ζήτημα είναι πραγματικό και απαιτεί αυτοψία ανά καταγγελία. Σε ζώνες αυστηρών χρήσεων, όπως η Πλάκα, οι παραδοσιακοί οικισμοί και οι περιοχές γενικής κατοικίας είναι αποκλειστικά πολεοδομικά καθεστώτα, το οποίο σημαίνει ότι η ΥΔΟΜ έχει πλέον ενεργοποιημένη υποχρέωση ελέγχου και δυνητικής σφράγισης κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Ν.1650/1986.

Η ερμηνευτική βάση του «πραγματικού ζητήματος» δεν παρέμεινε ωστόσο μονοσήμαντη. Στη σύνθεση μειοψήφησαν δύο σύμβουλοι, δηλώνοντας ότι κάθε βραχυχρόνια μίσθωση στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού προσιδιάζει σε τουριστική χρήση. Τα κριτήρια του σκεπτικού τους είναι συγκεκριμένα και αξίζει να καταγραφούν:

  • εναλλαγή μεγάλου αριθμού διαφορετικών προσώπων σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς σύνδεση με το αστικό περιβάλλον,
  • παροχή υπηρεσιών αντίστοιχων με ξενοδοχειακό κατάλυμα (καθαριότητα, κλινοσκεπάσματα, υπηρεσίες υποδοχής) και
  • ανάληψη ευθύνης σύνδεσης με δίκτυα κοινής ωφελείας από τον εκμεταλλευόμενο.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ θα κληθεί στη νέα δικάσιμο να επιβεβαιώσει την πλειοψηφία ή να στραφεί προς τη μειοψηφία.

Η στρατηγική επιλογή για τον επιχειρηματία που τρέχει χαρτοφυλάκιο 4-5 ακινήτων σε ζώνες κατοικίας είναι αμυντική με ορίζοντα 6 μηνών. Πρακτικά: λογαριασμοί ΔΕΚΟ να είναι στο όνομα του ιδιοκτήτη και όχι της διαχειρίστριας εταιρείας, συμβατικός όρος στις παρεχόμενες υπηρεσίες ώστε να διακρίνονται από ξενοδοχειακές, τήρηση τεκμηρίωσης διαμονής (όχι «φιλοξενίας» με τουριστικό λεξιλόγιο), και αποφυγή συγκεντροποιημένου χαρτοφυλακίων στις ίδιες πολυκατοικίες ή Ο.Τ. Η Διοίκηση ήδη δείχνει ότι θα ασκήσει την αρμοδιότητα σφράγισης συστηματικά, καθώς η ΕΛΛΕΤ έχει υποβάλει δεκαέξι παρόμοιες αιτήσεις ακύρωσης σε ακίνητα της Πλάκας.

Η ΣτΕ 1903/2025 (δίδυμη της 1905/2025) αφορά διαφορετικό ακίνητο της ίδιας εταιρείας, με ίδιο ratio, και αναμένονται νέες προσφυγές για ζώνες γενικής κατοικίας στο 1ο Δημοτικό Διαμέρισμα Αθηνών και την Α΄ Δημοτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης.

Πότε ο έλεγχος ΑΑΔΕ μετά το DAC7 ανατρέπει τη φαινομενική συμμόρφωση;

Ο επιχειρηματίας που πληρώνει εμπρόθεσμα τη Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής μέσω της πλατφόρμας της ΑΑΔΕ, διαθέτει έγκυρους ΑΜΑ για όλα τα ακίνητα και υποβάλει σωστά το Ε1 του, εκπλήσσεται όταν λαμβάνει ξαφνικά πρόσκληση για παροχή στοιχείων ή απευθείας πρόστιμο. Η εξήγηση είναι η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών DAC7. Η Οδηγία (ΕΕ) 2021/514 ενσωματωμένη στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν.5047/2023, υποχρεώνει τις ψηφιακές πλατφόρμες να αναφέρουν ετησίως στις φορολογικές αρχές κάθε κράτους μέλους τα στοιχεία των hosts και τα έσοδά τους. Η πρώτη υποβολή αφορούσε τις συναλλαγές του 2023 και διενεργήθηκε εντός του πρώτου μήνα του 2024. Η διασταύρωση των στοιχείων της πλατφόρμας με το Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής αποκαλύπτει αναντιστοιχίες που πριν παρέμεναν αόρατες.

Η αμυντική γραμμή είναι διπλή. Σε επίπεδο προδιαγραφών (Ν.5170/2025 άρθρο 3, σε ισχύ από 1.10.2025), τα κλιμακωτά πρόστιμα κινούνται από 5.000€ για παράβαση μέχρι 20.000€ για επανειλημμένη παράβαση ανά καταχωρημένο ακίνητο και η εγκύκλιος του Υπουργείου Τουρισμού 19231/19.09.2025 ορίζει τη διαδικασία ελέγχου με μικτά κλιμάκια ΑΑΔΕ-Τουρισμού. Σε επίπεδο μη εγγραφής ΑΜΑ ή παραβίασης ζώνης αναστολής, τα πρόστιμα ανέρχονται σε ποσοστό 50% του ακαθάριστου εισοδήματος με ελάχιστο 5.000€ ή 20.000€ αντίστοιχα.

Η ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών είναι υποχρεωτική πριν την προσφυγή στο διοικητικό δικαστήριο και πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αυστηρές προθεσμίες, ενώ η απώλεια προθεσμίας ισοδυναμεί με απώλεια του ίδιου του δικαιώματος αμφισβήτησης.

Επιπλέον φορολογικός κίνδυνος προέρχεται από το τέλος επιτηδεύματος για νομικές οντότητες που εκμεταλλεύονται χαρτοφυλάκιο. Η ΣτΕ 601/2025 ακύρωσε ως μη νόμιμη, ανυπόστατη και ακυρωτέα την εγκύκλιο Ε.2024/2024 της ΑΑΔΕ που επέβαλλε αυτοτελές τέλος 600€ ανά κατάλυμα στις διαχειρίστριες εταιρείες, με την αιτιολογία ότι είχε κανονιστικό χαρακτήρα χωρίς δημοσίευση σε ΦΕΚ. Ο νομοθέτης απάντησε ταχύτατα με το άρθρο 249 του Ν.5222/2025, που ξαναεπιβάλλει το ίδιο τέλος μέσω τυπικού νόμου.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ έχει επιληφθεί παραπομπή για την αρχική εγκύκλιο, αλλά η νέα νομοθετική ρύθμιση ανοίγει χωριστή γραμμή αμφισβήτησης συνταγματικότητας. Για τον επιχειρηματία που έχει ήδη καταβάλει το τέλος, η ανάκτηση εξαρτάται από αίτηση επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων και η σωστή timing της κίνησης απαιτεί παρακολούθηση των εξελίξεων στην Ολομέλεια.

Συχνές Ερωτήσεις

Επιτρέπεται η βραχυχρόνια μίσθωση χωρίς ΑΜΑ;

Όχι. Η εγγραφή στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής και η απόκτηση ΑΜΑ είναι υποχρεωτική κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Ν.4446/2016, όπως ισχύει. Η μη εγγραφή ή η διενέργεια κράτησης χωρίς ΑΜΑ συνεπάγεται αυτοτελές διοικητικό πρόστιμο 50% του ακαθάριστου εισοδήματος με ελάχιστο 5.000€ ανά ακίνητο, διπλασιαζόμενο σε υποτροπή και τετραπλασιαζόμενο σε δεύτερη υποτροπή. Ο ΑΜΑ συνδέεται με τον διαχειριστή και όχι αυτόματα με το ακίνητο, οπότε η μεταβίβαση ή κληρονομιά απαιτεί ξεχωριστή ρύθμιση.

Τι ισχύει για τη ζώνη αναστολής στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη το 2026;

Για το 1ο, 2ο και 3ο Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων, η αναστολή νέων εγγραφών στο Μητρώο παρατάθηκε μέχρι 31.12.2026 με την ΚΥΑ 225563 ΕΞ 2025. Στην Α΄ Δημοτική Κοινότητα του Δήμου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχη αναστολή ισχύει από 1.3.2026.

Μπορεί συνιδιοκτήτης να ζητήσει παύση της βραχυχρόνιας μίσθωσης διαμερίσματος γείτονα;

Ναι, μπορεί να ασκήσει αγωγή για παύση της προσβολής δικαιώματος κυριότητας ή για παράβαση κανονισμού πολυκατοικίας, με βάση τις διατάξεις του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ. Η έκβαση εξαρτάται από το πραγματικό περιεχόμενο του κανονισμού, την ύπαρξη οχλήσεων που αποδεικνύονται και τη συμμόρφωση του εκμισθωτή ή διαχειριστή με υποχρεώσεις ενημέρωσης και τήρησης κανόνων.

Πώς πρέπει να αντιδράσει ο επιχειρηματίας σε αυτοψία ΥΔΟΜ;

Η αυτοψία διενεργείται κατά την ΚΥΑ 44242/2361/1989 από δύο υπαλλήλους της πολεοδομικής υπηρεσίας με σύνταξη έκθεσης. Η έκθεση πρέπει να γνωστοποιείται στον διαχειριστή και υπάρχει δυνατότητα υποβολής ένστασης κατά της απόφασης σφράγισης μέσα σε αυστηρή προθεσμία. Η νομική παρέμβαση είναι κρίσιμη ήδη στο στάδιο της αυτοψίας, καθώς η σύνταξη της έκθεσης μπορεί να αμφισβητηθεί, αν δεν περιγράφει επαρκώς τα πραγματικά στοιχεία που στηρίζουν τον χαρακτηρισμό σε τουριστικό κατάλυμα κατά την έννοια της πολεοδομικής νομοθεσίας.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έλεγχος της 10ετούς σύμβασης μίσθωσης πριν την επόμενη επένδυση: Η ρητή πρόβλεψη υπεκμίσθωσης μέσω ψηφιακών πλατφορμών, η ρύθμιση αποζημίωσης τροποποιήσεων και η συμβατική κατάσταση του ΑΜΑ καθορίζουν αν η υπάρχουσα επένδυση παραμένει βιώσιμη ή εκτίθεται σε καταγγελία.

Θωράκιση κατά τη ΜΠρΑθ 1259/2019: Ρητός όρος τήρησης κανονισμού πολυκατοικίας στο συμφωνητικό υπεκμίσθωσης, γνωστοποίηση κανόνων στους επισκέπτες μέσω της πλατφόρμας, ορισμός φυσικού προσώπου επαφής 24/7 με γνωστοποίηση στη γενική συνέλευση και τεκμηρίωση επί τόπου ανταπόκρισης σε παράπονα.

Διατήρηση τεκμηριωμένου αρχείου επικοινωνίας με ΑΑΔΕ και Υπουργείο Τουρισμού: Η αρχειοθέτηση των κρατήσεων ανά ακίνητο, η τήρηση αντιγράφων Δήλωσης Βραχυχρόνιας Διαμονής, και η παρακολούθηση των διασταυρώσεων DAC7 μέσω της εφαρμογής της ΑΑΔΕ είναι το πρώτο επίπεδο τεκμηρίωσης για κάθε ενδικοφανή προσφυγή ή προσφυγή στο διοικητικό δικαστήριο.

Παρακολούθηση εκκρεμοδικίας στην Ολομέλεια του ΣτΕ: Τόσο η Ολομέλεια για την παραπομπή της ΣτΕ 601/2025 όσο και η νέα δικάσιμος για τις ΣτΕ 1903 και 1905/2025 αναμένονται να καθορίσουν το πλαίσιο για τα επόμενα έτη. Η ενημέρωση δεν είναι ακαδημαϊκή. Επηρεάζει τη στρατηγική timing αιτημάτων επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων και την επιλογή αμυντικής γραμμής σε εκκρεμείς διοικητικούς ελέγχους.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά στην βραχυχρόνια μίσθωση.

Allotment ή Guarantee: Ποια Σύμβαση Συμφέρει τον Ξενοδόχο;

Κράτηση Allotment ή Guarantee: Πότε Επιλέγεται η Κάθε Μορφή

Περιληπτικά:

  • Στη βέβαιη κράτηση (guarantee ή commitment) ο ξενοδόχος εισπράττει το συμφωνημένο αντάλλαγμα για όλες τις κλίνες ανεξαρτήτως πληρότητας. Τον κίνδυνο των αδιάθετων κλινών φέρει ο ταξιδιωτικός πράκτορας.
  • Στην κράτηση allotment ο ξενοδόχος δεσμεύει τις κλίνες αλλά πληρώνεται μόνο για όσες χρησιμοποιηθούν. Τα αδιάθετα δωμάτια του επιστρέφονται στην ημερομηνία απελευθέρωσης (release).
  • Η επιλογή κρίνεται από την περίοδο και τη δυνατότητα επαναπώλησης: η guarantee εξασφαλίζει έσοδα σε χαμηλή ζήτηση, η allotment αποδίδει σε περιόδους αιχμής.
  • Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης, η προθεσμία απελευθέρωσης, η ρήτρα αποζημίωσης και η ιδιότητα του αντισυμβαλλομένου (τελικός πράκτορας ή αντιπρόσωπος) καθορίζουν την έκταση της ευθύνης κάθε μέρους.

Allotment ή guarantee: ποια μορφή κράτησης συμφέρει τον ξενοδόχο;

Η επιλογή κρίνεται από το ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο των αδιάθετων κλινών και από την τουριστική περίοδο. Στη βέβαιη κράτηση (guarantee ή commitment) ο ξενοδόχος εισπράττει το συνολικό αντάλλαγμα ανεξαρτήτως πληρότητας, μεταφέροντας τον κίνδυνο στον πράκτορα. Στην κράτηση κατά μερίδιο (allotment) δεσμεύει μεν τις κλίνες, εισπράττει όμως μόνο τις χρησιμοποιηθείσες, κρατώντας ο ίδιος τον κίνδυνο των αδιάθετων.

Και οι δύο μορφές αποτελούν εκδοχές της χονδρικής μίσθωσης ξενοδοχειακών κλινών (ξενοδοχειακή σύμβαση), που συνάπτεται μεταξύ της ξενοδοχειακής μονάδας και του ταξιδιωτικού γραφείου χωρίς τη συμμετοχή των τελικών πελατών. Η μίσθωση δηλαδή δεν γίνεται στο όνομα συγκεκριμένου τουρίστα αλλά στο όνομα του πράκτορα, ο οποίος διαθέτει στη συνέχεια τις κλίνες στους δικούς του πελάτες.

Η συμβατική ελευθερία (άρθρο 361 ΑΚ) επιτρέπει και άλλους τύπους ή συνδυασμό τους, όμως οι δύο αυτές μορφές κυριαρχούν στη συναλλακτική πρακτική. Πρόκειται για μία από τις βασικές εμπορικές συμβάσεις που συνάπτουν οι τουριστικές επιχειρήσεις κατά την οργάνωση της σεζόν.

Για τον ξενοδόχο η σύγκριση δεν είναι θεωρητική. Κάθε μορφή μετατοπίζει διαφορετικά τον επιχειρηματικό κίνδυνο και τις ταμειακές ροές:

ΚριτήριοΒέβαιη κράτηση (guarantee / commitment)Κράτηση κατά μερίδιο (allotment)
Ποιος φέρει τον κίνδυνο αδιάθετων κλινώνΟ ταξιδιωτικός πράκτοραςΟ ξενοδόχος
Τι εισπράττει ο ξενοδόχοςΤο σύνολο του συμφωνημένου ανταλλάγματος, ανεξαρτήτως χρήσηςΜόνο το αντάλλαγμα για τις κλίνες που χρησιμοποιήθηκαν
Δέσμευση κλινώνΠλήρης για όλη την περίοδοΩς το ανώτατο όριο, με επιστροφή αδιάθετων στη release date
Πότε συμφέρει τον ξενοδόχοΧαμηλή ή μεσαία περίοδος, όπου η επαναπώληση είναι δύσκοληΠερίοδος αιχμής, όπου τα αδιάθετα ξαναπωλούνται εύκολα
Τίμημα ανά κλίνηΣυνήθως χαμηλότερο, ως αντιστάθμισμα του κινδύνου που αναλαμβάνει ο πράκτοραςΣυνήθως υψηλότερο, αφού ο ξενοδόχος διατηρεί τον κίνδυνο

Η ορθή επιλογή εξαρτάται από τα πραγματικά δεδομένα της μονάδας, όπως την προβλεπόμενη πληρότητα, την εποχικότητα, τη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στον πράκτορα και τη δυνατότητα γρήγορης επαναπώλησης. Η ίδια μονάδα μπορεί να επιλέγει guarantee για τους μήνες χαμηλής κίνησης και allotment για την αιχμή της σεζόν.

Τι εξασφαλίζει η βέβαιη κράτηση (guarantee / commitment) για τον ξενοδόχο;

Η βέβαιη κράτηση εξασφαλίζει στον ξενοδόχο το συμφωνημένο ενιαίο αντάλλαγμα για το σύνολο των κλινών, ανεξάρτητα από το αν ο πράκτορας τις αξιοποίησε ή αν οι πελάτες παρέμειναν οι ίδιοι ή εναλλάχθηκαν. Ο ξενοδόχος αναλαμβάνει να διατηρεί τις κλίνες διαθέσιμες για την προκαθορισμένη περίοδο, ενώ ο πράκτορας οφείλει το συνολικό μίσθωμα. Ο επιχειρηματικός κίνδυνος μη κάλυψης βαρύνει τον πράκτορα (ΑΠ 1179/2023).

Η εξασφάλιση αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως. Απαιτεί ρητή συμβατική διατύπωση ότι το αντάλλαγμα οφείλεται «ανεξαρτήτως χρήσης» των κλινών. Όταν η διατύπωση είναι ασαφής, ο πράκτορας ισχυρίζεται ότι πρόκειται για allotment και ότι οφείλει μόνο τις κλίνες που πράγματι χρησιμοποίησε. Η διαφορά σε έσοδα είναι ολόκληρη η αδιάθετη δυναμικότητα της περιόδου.

Όταν ο πράκτορας δεν αποπληρώνει, ο ξενοδόχος διεκδικεί δικαστικά το αντάλλαγμα. Σε υπόθεση χονδρικής μίσθωσης κλινών με χαρακτήρα guarantee, όπου η ξενοδοχειακή επιχείρηση δεν είχε τη δυνατότητα να διαθέσει τις κλίνες αλλού, ο πράκτορας που δεν αποπλήρωσε υποχρεώθηκε να καταβάλει το συμφωνημένο, συνολικό, αντάλλαγμα (Μον.Εφ.Κερκ. 134/2019). Η απόφαση δείχνει ότι ο πράκτορας δεν απαλλάσσεται επικαλούμενος τη μη πλήρωση των κλινών, εφόσον η σύμβαση χαρακτηρίζεται ως βέβαιη κράτηση.

Πότε συμφέρει τον ξενοδόχο η κράτηση allotment και ο ρόλος της ρήτρας release;

Η κράτηση allotment δεσμεύει τον ξενοδόχο στο ανώτατο όριο κλινών που έχει συμφωνηθεί, αλλά αμοίβεται μόνο για όσες πράγματι χρησιμοποιηθούν. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι ο προσδιορισμός δύο ποσοτικών ορίων, ενός ανώτατου και ενός κατώτατου, εντός μιας ή περισσότερων περιόδων. Ο ξενοδόχος διατηρεί δεσμευμένο το ανώτατο όριο, υποχρεούμενος σε αποζημίωση αν δεν το τηρήσει, ενώ ο πράκτορας καταβάλλει μίσθωμα μόνο για τις κλίνες που χρησιμοποίησε, χωρίς αποζημίωση για τις αδιάθετες (ΜΠρΑθ 1/2025).

Καθοριστικός όρος είναι η ημερομηνία απελευθέρωσης (release date). Όσα δωμάτια δεν επιβεβαιωθούν από τον πράκτορα ως την ορισθείσα ημερομηνία, επιστρέφουν στον ξενοδόχο, ο οποίος μπορεί πλέον να τα διαθέσει ελεύθερα. Η προθεσμία απελευθέρωσης καθορίζει ευθέως το οικονομικό αποτέλεσμα καθώς, όσο νωρίτερα επιστρέφονται τα αδιάθετα, τόσο περισσότερος χρόνος απομένει στον ξενοδόχο για κράτηση. Η εμπειρία από ανάλογες υποθέσεις δείχνει ότι η ρητή και επαρκής πρόβλεψη της προθεσμίας απελευθέρωσης είναι το σημείο που αποτρέπει τις περισσότερες διαφορές για αδιάθετες κλίνες.

Το allotment ρυθμιζόταν αρχικά από το άρθρο 11 της υπ’ αριθ. 503007/29.1.1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ, στην οποία το άρθρο 8 του Ν. 1652/1986 είχε δώσει ισχύ τυπικού νόμου. Το άρθρο αυτό καταργήθηκε με τον Ν. 4254/2014. Η κατάργηση, ωστόσο, δεν εμποδίζει τη σύναψη συμβάσεων allotment, οι οποίες συνεχίζουν να καταρτίζονται με βάση τη συμβατική ελευθερία. Η βασική διαφορα είναι ότι, πλέον, το περιεχόμενο της σύμβασης εξαρτάται ακόμη περισσότερο από τη διατύπωση των όρων της και όχι από προδιατυπωμένο κανονιστικό πλαίσιο.

Για τον ξενοδόχο, αυτό σημαίνει ότι η κράτηση allotment συμφέρει κυρίως σε περιόδους υψηλής ζήτησης. Εκεί τα αδιάθετα δωμάτια κλείνονται γρήγορα μετά τη release date, οπότε η ευελιξία που παρέχει στον πράκτορα δεν μετατρέπεται σε απώλεια εσόδων για τον ξενοδόχο. Σε περιόδους χαμηλής κίνησης το ίδιο μοντέλο μετακυλίει τον κίνδυνο στον ξενοδόχο, ο οποίος μένει με αδιάθετη δυναμικότητα και περιορισμένο χρόνο μίσθωσης.

Τι κινδύνους έχει ο ξενοδόχος όταν συμβάλλεται με αντιπρόσωπο και όχι με τον πράκτορα;

Όταν ενδιάμεσος ή αντιπρόσωπος συνάπτει ή διεκπεραιώνει την κράτηση, ο ξενοδόχος πρέπει να ξεκαθαρίζει ποιος ευθύνεται για το μίσθωμα και ποια πληρωμή αφορά ποια σύμβαση. Υπόχρεος είναι ο συμβαλλόμενος πράκτορας και, εφόσον αυτός ενεργεί ως αντιπρόσωπος άλλου, ο αντιπροσωπευόμενος υπέρ και κατά του οποίου επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης (άρθρο 211 ΑΚ). Η σύγχυση των ρόλων ενέχει κινδύνους.

Η πρακτική σημασία φάνηκε σε πρόσφατη υπόθεση ξενοδόχου της Ρόδου. Ενδιάμεση εταιρεία που συνάπτει συμβάσεις allotment και ταυτόχρονα λειτουργεί ως αντιπρόσωπος ξένων πρακτόρων, κατέβαλε εκ λάθους στον ξενοδόχο ποσό κατά 132.300 ευρώ μεγαλύτερο από την πραγματική οφειλή. Ο ξενοδόχος αρνήθηκε να το επιστρέψει, επικαλούμενος ότι αφορούσε προκαταβολή σύμβασης commitment με ξένο πρακτορείο. Το δικαστήριο έκρινε ότι η συνεργασία με το πρακτορείο εκείνο είχε ήδη διακοπεί, ότι δεν υπήρχε νόμιμη αιτία για την κατακράτηση και ότι ο ξενοδόχος ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό, υποχρεώνοντάς τον να το επιστρέψει νομιμοτόκως (ΑΠ 707/2025).

Το συμπέρασμα για τις ξενοδοχιακές επιχειρήσεις είναι διπλό. Πρώτον, η τεκμηρίωση κάθε κράτησης και πληρωμής πρέπει να ταυτοποιεί με ακρίβεια ποια σύμβαση και ποιον πράκτορα αφορά. Στην παραπάνω υπόθεση, η απουσία τιμολογίου στο όνομα του φερόμενου ως οφειλέτη πρακτορείου και η ύπαρξη μόνο μιας πρόχειρης απόδειξης, βάρυναν αποφασιστικά την κρίση. Δεύτερον, η συνύπαρξη σύμβασης allotment με ενδιάμεσο και σύμβασης commitment απευθείας με τον τελικό πράκτορα, δημιουργεί πεδίο σύγχυσης για το ποια πληρωμή εκκαθαρίζει ποια οφειλή. Όπως δείχνει η εμπειρία από υποθέσεις μη αποπληρωμής, η ασάφεια για το ποιος είναι ο πραγματικός αντισυμβαλλόμενος είναι η συχνότερη πηγή δικαστικής διαμάχης.

Τι αποζημίωση οφείλει ή δικαιούται ο ξενοδόχος σε αθέτηση και ακύρωση;

Ο ξενοδόχος που δεν τηρεί το ανώτατο όριο κλινών σε σύμβαση allotment οφείλει αποζημίωση στον πράκτορα. Αντιστρόφως, ο πράκτορας που δεν καταβάλλει το αντάλλαγμα σε σύμβαση guarantee οφείλει το συμφωνημένο ποσό. Σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίο προσδιορίζεται εκ των προτέρων η αποζημίωση καθορίζει τη θέση κάθε μέρους σε ενδεχόμενη διαφορά.

Το βασικό εργαλείο είναι η ποινική ρήτρα, που προκαθορίζει το ποσό της αποζημίωσης χωρίς να απαιτείται απόδειξη της πραγματικής ζημίας. Η ρήτρα όμως δεν είναι δεδομένη, καθώς αν το συμφωνημένο ποσό είναι δυσανάλογα υψηλό, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει τη μείωση της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο, ως ειδική εκδήλωση της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρα 405-409 και 281 ΑΚ). Η διατύπωση της ρήτρας, ώστε να είναι έγκυρη και ταυτόχρονα ανθεκτική σε αίτημα μείωσης, είναι σημείο που απαιτεί προσεκτικό συμβατικό σχεδιασμό.

Διαφορετική είναι η αντιμετώπιση της αδυναμίας εκπλήρωσης λόγω εξωτερικών γεγονότων. Όταν η ματαίωση των κρατήσεων οφείλεται σε ανωτέρα βία, ισχύουν οι γενικές διατάξεις για την ευθύνη σε αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, που μπορεί να απαλλάσσουν το μέρος που αδυνατεί να εκπληρώσει. Ο ακριβής προσδιορισμός του τι συνιστά ανωτέρα βία και ποιες ακυρώσεις καλύπτονται από τη σχετική συμβατική ρήτρα κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης.

Ποια νομική φύση έχει η ξενοδοχειακή σύμβαση και πού δικάζονται οι διαφορές;

Η ξενοδοχειακή σύμβαση είναι μικτή σύμβαση προεχόντως μισθωτικού χαρακτήρα, με στοιχεία μίσθωσης υπηρεσιών, πώλησης και προμήθειας. Η μίσθωση του ακινήτου έχει τον προέχοντα οικονομικά ρόλο και θεωρείται η κύρια παροχή, ενώ οι λοιπές παροχές δεν έχουν ισότιμο ρόλο και δεν εκτιμώνται αυτοτελώς χωρίς τη μίσθωση (ΑΠ 1179/2023).

Από τον προέχοντα μισθωτικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τη θεωρία της απορρόφησης, προκύπτει η εφαρμογή των άρθρων 574 επ. ΑΚ για τη μίσθωση. Οι κύριες ή παρεπόμενες διαφορές από τη μίσθωση αυτή εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Ο χαρακτηρισμός αυτός καθορίζει τόσο το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο όσο και την διαδικασία.

Όταν στη σύμβαση μετέχουν περισσότεροι πράκτορες ως συμμισθωτές και δεν έχει προβλεφθεί ευθύνη εις ολόκληρον, ούτε προκύπτει η έκταση οφειλής καθενός με βάση τις κλίνες που του αντιστοιχούν, εφαρμόζεται το άρθρο 480 ΑΚ, όπου κάθε οφειλέτης ευθύνεται και κάθε δανειστής δικαιούται ίσο μέρος της διαιρετής παροχής. Η ρητή πρόβλεψη ευθύνης εις ολόκληρον ή ο σαφής επιμερισμός των κλινών ανά πράκτορα αλλάζει ριζικά τη δυνατότητα του ξενοδόχου να εισπράξει το σύνολο της οφειλής από έναν μόνο αντισυμβαλλόμενο.

Συχνές Ερωτήσεις

Μπορεί να συναφθεί σύμβαση allotment μετά την κατάργηση του άρθρου 11 του κανονισμού ΕΟΤ;

Ναι. Η κατάργηση του άρθρου 11 της απόφασης ΕΟΤ 503007/1976 με τον Ν. 4254/2014 δεν εμποδίζει τη σύναψη συμβάσεων allotment. Αυτές εξακολουθούν να καταρτίζονται με βάση τη συμβατική ελευθερία (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενό τους εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τους συμφωνημένους όρους, γεγονός που καθιστά τη διατύπωση της σύμβασης ακόμη πιο κρίσιμη.

Δικαιούται ο ξενοδόχος όλο το αντάλλαγμα αν ο πράκτορας δεν γεμίσει τις κλίνες;

Εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό της σύμβασης. Σε σύμβαση guarantee ο ξενοδόχος δικαιούται το σύνολο του ανταλλάγματος ανεξαρτήτως χρήσης. Σε σύμβαση allotment εισπράττει μόνο τις κλίνες που χρησιμοποιήθηκαν. Η ρητή πρόβλεψη ότι το αντάλλαγμα οφείλεται ανεξαρτήτως πλήρωσης είναι το στοιχείο που στηρίζει την αξίωση για το πλήρες ποσό.

Τι γίνεται με τα αδιάθετα δωμάτια στο allotment και πότε επιστρέφονται;

Στην κράτηση allotment τα δωμάτια που δεν επιβεβαιώνει ο πράκτορας επιστρέφουν στον ξενοδόχο κατά την ημερομηνία απελευθέρωσης (release date) που έχει συμφωνηθεί. Από εκείνο το σημείο ο ξενοδόχος μπορεί να τα διαθέσει ελεύθερα. Η προθεσμία απελευθέρωσης καθορίζει πόσος χρόνος απομένει για επαναμίσθωση και επηρεάζει ευθέως τα έσοδα της περιόδου.

Πού δικάζονται οι διαφορές από ξενοδοχειακή σύμβαση κράτησης;

Λόγω του προέχοντος μισθωτικού χαρακτήρα της σύμβασης, οι διαφορές εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με εφαρμογή των άρθρων 574 επ. ΑΚ για τη μίσθωση.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Επιλογή μορφής ανά περίοδο: Η guarantee εξασφαλίζει έσοδα όταν η επαναπώληση είναι δύσκολη, ενώ το allotment αποδίδει σε περιόδους αιχμής όπου τα αδιάθετα ξαναπωλούνται γρήγορα. Η ίδια μονάδα μπορεί να συνδυάζει τις δύο μορφές ανά τμήμα της σεζόν.

Ρητή διατύπωση του χαρακτήρα: Η σύμβαση πρέπει να αναφέρει ρητά αν το αντάλλαγμα οφείλεται ανεξαρτήτως χρήσης (guarantee) ή μόνο για τις χρησιμοποιηθείσες κλίνες (allotment). Η ασάφεια μετατρέπεται σε διαφορά για ολόκληρη την αδιάθετη δυναμικότητα.

Προθεσμία απελευθέρωσης: Στο allotment, η ημερομηνία επιστροφής των αδιάθετων κλινών πρέπει να αφήνει επαρκή χρόνο επαναπώλησης. Είναι από τους πιο κρίσιμους όρους για το οικονομικό αποτέλεσμα του ξενοδόχου.

Ταυτοποίηση αντισυμβαλλομένου: Όταν μεσολαβεί αντιπρόσωπος, κάθε κράτηση και πληρωμή πρέπει να ταυτοποιεί ποια σύμβαση και ποιον πράκτορα αφορά. Η έκδοση σωστών παραστατικών αποτρέπει διαφορές για αχρεώστητες ή διπλές πληρωμές.

Ρήτρα αποζημίωσης και ανωτέρας βίας: Η ποινική ρήτρα πρέπει να σχεδιάζεται ώστε να είναι έγκυρη και ανθεκτική σε αίτημα μείωσης, ενώ η ρήτρα ανωτέρας βίας πρέπει να ορίζει με σαφήνεια ποιες ακυρώσεις καλύπτει.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις κρατήσεις Allotment και Guarantee / Commitment.

Προμέρισμα & Προσωρινή Απόληψη (Προκαταβολή) Κερδών 

Προσωρινό Μέρισμα (Προμέρισμα), για τις ΑΕ, ή Προκαταβολή Διανομής (Προσωρινή Απόληψη) Κερδών, για τις λοιπές εταιρικές μορφές, είναι η προκαταβολή στους μετόχους ή εταίρους χρηματικού ποσού, εντός της τρέχουσας χρήσης, έναντι των οριστικών μερισμάτων και κερδών.

Ανώνυμες Εταιρείες

Για τις Ανώνυμες Εταιρίες, η έκδοση προμερίσματος ρυθμίζεται από το άρθρο 162 του Ν. 4548/2018.

Σύμφωνα με αυτό, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται εντός της χρήσης, είναι δυνατή η διανομή προσωρινών μερισμάτων με τις εξής προϋποθέσεις:

  • καταρτίζονται οικονομικές καταστάσεις από τις οποίες προκύπτει ότι υφίστανται τα προς τούτο αναγκαία ποσά,
  • οι παραπάνω οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται στις διατυπώσεις δημοσιότητας δύο μήνες πριν από τη διανομή.

Το ποσό που θα διανεμηθεί δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των αποτελεσμάτων, προσαυξημένο με τα κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις και δεν έχουν διατεθεί, και τα αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε η διανομή τους, και μειωμένο: 

  • κατά το ποσό των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, 
  • κατά το ποσό των ζημιών προηγούμενων χρήσεων και 
  • κατά τα ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό.
Διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών μέσα στην τρέχουσα εταιρική χρήση είναι δυνατή και με απόφαση γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου, υποκείμενη σε δημοσιότητα.

Κατά την διανομή προσωρινών μερισμάτων η ανώνυμη εταιρεία δεν καταβάλλει τον εταιρικό φόρο εισοδήματος που αναλογεί σε αυτά κατά τον χρόνο διανομής τους. Ο φόρος εισοδήματος καταβάλλεται στον χρόνο που προσδιορίζεται, από τις διατάξεις του άρθρου 68 του Ν.4172/2013, που αφορά την υποβολή της ετήσιας δήλωσης φορολογίας Εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων και καταβολή του φόρου του φορολογικού έτους που αφορά.

Κατά την καταβολή των προμερισμάτων διενεργείται παρακράτηση φόρου (σήμερα 5%). Ο χρόνος κατά τον οποίο δηλώνεται το προμέρισμα είναι ο χρόνος λήψης της απόφασης για την έγκριση της διανομής τους από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου. Η παρακράτηση εξαντλεί την φορολογική υποχρέωση, δηλαδή δεν καταβάλλεται επιπλέον φόρος κατά την έγκρισή τους ως μερισμάτων.

Οι παραπάνω διατάξεις ενσωματώνουν στο εσωτερικό δίκαιο, τις διατάξεις της παραγρ 5 του άρθρου 56 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 163 του ίδιου νόμου, κάθε ποσό που διανέμεται στους μετόχους κατά παράβαση του νόμου, επιστρέφεται από αυτούς που το εισέπραξαν, αν η εταιρεία αποδείξει ότι οι μέτοχοι γνώριζαν ή, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι διανομές που έγιναν σ’ αυτούς δεν ήταν σύννομες.

ΕΠΕ και ΙΚΕ

Στις ΕΠΕ και στις ΙΚΕ δεν υπάρχει η έννοια του προσωρινού μερίσματος (προμερίσματος), αλλά αυτή “προσωρινής απόληψης κερδών”. 

Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Ν. 4541/2018, που αναμόρφωσε το δίκαιο των ΕΠΕ, το παλαιό άρθρο 24 του ν. 3190/1955, πλέον προβλέπει ότι, οι εταίροι έχουν δικαιώματα επί των καθαρών κερδών που προκύπτουν από τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ανάλογα με τα εταιρικά τους μερίδια. Επιπλέον, αν πραγματοποιήθηκε διανομή μη πραγματικών κερδών, οι εταίροι που έλαβαν αυτά υποχρεούνται να τα αποδώσουν.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να διενεργηθεί προσωρινή διανομή κερδών, παρά μόνον διανομή μέρους των κερδών, οι οποίες πραγματοποιούνται κατόπιν έγκρισης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. Οι απολήψεις των οικονομικών καταστάσεων, αντιμετωπίζονται φορολογικά ως μερίσματα, διενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή 5%.

Ομοίως και στις ΙΚΕ δεν υπάρχει η έννοια του προσωρινού μερίσματος (προμερίσματος), αλλά αυτή “προσωρινής απόληψης κερδών”. 

ΟΕ, ΕΕ, Προσωπικές Εταιρείες & Λοιπές Οντότητες

Για τις προσωπικές εταιρείες που τηρούν διπλογραφικά αρχεία, καθώς και για άλλες νομικές οντότητες (κοινωνίες αστικού δικαίου, ΑΜΚΕ, κοινοπραξίες, αφανείς εταιρείες κλπ) με υποχρέωση τήρησης διπλογραφικού συστήματος και δυνατότητα διανομής κερδών, η διαδικασία είναι απλούστερη, καθώς δεν υπάρχουν οι διατυπώσεις δημοσιότητας. 

Σε περίπτωση απόληψης κερδών από νομικά πρόσωπα που τηρούν απλογραφικά βιβλία, δεν ενεργείται παρακράτηση φόρου, καθόσον τα κέρδη αυτά φορολογούνται μόνο στο όνομα του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, αφού λόγω της φύσης των βιβλίων δεν νοείται παρακράτηση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το προμέρισμα και την προσωρινή απόληψη κερδών.