Κατά τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ ορίζεται ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Επομένως, προκύπτει ότι και η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης ή και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου.
Τούτο διότι με τη σύμβαση αυτή οι συμβαλλόμενοι (μηχανικός και ιδιοκτήτης) αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα παραδόσεως της μελέτης που εκπονήθηκε και των σχεδίων που συντάχθηκαν ως και στο αποτέλεσμα της επιβλέψεως, που είναι η κατά τα συμβατικά στοιχεία, την επιστήμη και τους κανόνες της τέχνης έντεχνη, εμπρόθεσμη και οικονομική εκτέλεση των επιμέρους εργασιών του όλου έργου και όχι στην εργασία που καταβάλλεται για την εκτέλεση αυτών, ως περιεχόμενο της σχετικής συμβάσεως.
Τέλος, με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη ή και επιβλέποντας την κατασκευή του έργου, δικαιούται δε, παραδίδοντας τούτο (άρθ. 694 ΑΚ), να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή.
Χρόνος Καταβολής Αμοιβής
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 104 του Π.Δ. 696/1974:
“Δια τα ιδιωτικά έργα η πλήρης αμοιβή της μελέτης δέον να κατατίθεται, κατά τας κειμένας διατάξεις, προ της υποβολής της συνταχθείσης μελέτης προς έγκριση ή έκδοση της τυχόν απαιτουμένης αδείας“,
Επομένως, από τα παραπάνω συνάγεται ότι, κατά παρέκκλιση της διατάξεως του άρθρου 694 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, κατά την οποία, η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, επί μελετών ιδιωτικών έργων, οι οποίες υποβάλλονται προς έγκριση ή έκδοση αδείας από αρμοδία αρχή, η αμοιβή του μηχανικού καθίσταται απαιτητή, όταν ολοκληρωθεί η εκπόνηση της μελέτης, ανεξαρτήτως παραδόσεως αυτής προς τον εργοδότη, και κατατίθεται στο Τεχνικό Επιμελητήριο προ της υποβολής της μελέτης προς έγκριση ή έκδοση αδείας (ΑΠ 724/2019).
Συνεπώς, η συμβατική υποχρέωση του μηχανικού για την έκδοση οικοδομικής άδειας εξαντλείται με την εκπόνηση των σχετικών μελετών και δεν περιλαμβάνει τελική έκδοσης αυτής.
Δηλαδή, ακόμα και στην περίπτωση που η οικοδομική άδεια δεν εκδοθεί, ο μηχανικός δικαιούται να λάβει τη νόμιμη αμοιβή του για την εκπόνηση των μελετών που του ανατέθηκαν.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με τη νόμιμη αμοιβή μηχανικού.
Ο διαχειριστής ΙΚΕ δεν φέρει αυτόματη προσωπική ευθύνη. Κατ’ αρχήν ευθύνεται μόνη η εταιρεία με την περιουσία της.
Προσωπική ευθύνη διακρίνεται σε τέσσερις άξονες: έναντι της εταιρείας (άρθρο 67 Ν. 4072/2012), του Δημοσίου (άρθρο 49 Ν. 5104/2024 – νέος ΚΦΔ), του ΕΦΚΑ (άρθρο 31 Ν. 4321/2015) και των τρίτων για αδικοπραξία (ΑΚ 914).
Στη φορολογική και στην ασφαλιστική ευθύνη το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας το φέρει ο ίδιος ο διαχειριστής.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (4309/2024) απάλλαξε διαχειριστή που δεν είχε πραγματική ανάμειξη στη διαχείριση. Το ΣτΕ (Στ’ 2482/2025) περιόρισε την ευθύνη στα πρόσωπα που πράγματι διοικούν.
Πότε ευθύνεται προσωπικά ο διαχειριστής ΙΚΕ;
Ο διαχειριστής μιας ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας (ΙΚΕ) δεν ευθύνεται αυτομάτως με την προσωπική του περιουσία για τα χρέη της εταιρείας. Κατ’ αρχήν ευθύνεται μόνη η εταιρεία με την περιουσία της. Προσωπική ευθύνη γεννάται μόνο σε τέσσερις διακριτούς άξονες: έναντι της ίδιας της εταιρείας, του Δημοσίου, του ΕΦΚΑ και των τρίτων για αδικοπραξία. Κάθε περίπτωση έχει τη δική της νομική βάση, προϋποθέσεις και τρόπο απαλλαγής.
Λόγω της φύσης της ΙΚΕ ως κεφαλαιουχικής εταιρείας, συχνά συγχέεται η ευθύνη του διαχειριστή με αυτή των εταίρων. Πρέπει, επομένως, αφετηριακά να διευκρινιστεί ότι η περιορισμένη ευθύνη αφορά τους εταίρους ως προς την εισφορά τους, όχι όμως αυτομάτως τον διαχειριστή ως όργανο διοίκησης. Η ευθύνη του τελευταίου κρίνεται χωριστά ανά είδος οφειλής.
Ευθύνη
Νομική βάση
Πότε γεννάται προσωπική ευθύνη
Πώς απαλλάσσεται
Έναντι της εταιρείας (αστική)
άρθρο 67 Ν. 4072/2012
Διαχειριστικό πταίσμα, παράβαση νόμου, καταστατικού ή αποφάσεων των εταίρων
Σύννομη απόφαση εταίρων, εύλογη επιχειρηματική κρίση, απαλλαγή μετά την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων
Έναντι του Δημοσίου (φορολογική)
άρθρο 49 Ν. 5104/2024 (ΚΦΔ)
Φόροι, ΦΠΑ ή παρακρατούμενοι που έγιναν ληξιπρόθεσμοι στη θητεία του, από υπαιτιότητά του
Απόδειξη έλλειψης υπαιτιότητας ή έλλειψης πραγματικής διαχείρισης
Έναντι του ΕΦΚΑ (ασφαλιστική)
άρθρο 31 Ν. 4321/2015
Ανεξόφλητες ασφαλιστικές εισφορές στη θητεία του, από υπαιτιότητά του
Απόδειξη έλλειψης υπαιτιότητας κατά την οικεία υπουργική απόφαση
Έναντι τρίτων / πιστωτών
ΑΚ 914 (αδικοπραξία)
Δική του υπαίτια και παράνομη πράξη που ζημιώνει συγκεκριμένο τρίτο
Απουσία στοιχείων αδικοπραξίας. Τα απλά εταιρικά χρέη βαρύνουν μόνο την εταιρεία
Ευθύνεται ο διαχειριστής ΙΚΕ έναντι της εταιρείας για κακή διαχείριση;
Έναντι της ίδιας της εταιρείας ο διαχειριστής ευθύνεται κατά το άρθρο 67 του Ν. 4072/2012 για α) παραβάσεις του νόμου, β) του καταστατικού, γ) των αποφάσεων των εταίρων, καθώς και δ) για κάθε διαχειριστικό πταίσμα. Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται όταν η πράξη ή η παράλειψη στηρίζεται σε σύννομη απόφαση των εταίρων ή σε εύλογη επιχειρηματική απόφαση.
Ο κανόνας της εύλογης επιχειρηματικής κρίσης (business judgment rule) προστατεύει τον διαχειριστή όταν η απόφαση ελήφθη με καλή πίστη, με βάση επαρκείς πληροφορίες και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος. Πρόκειται για ευθύνη πταίσματος, που εξετάζεται με μέτρο τη συνετή διαχείριση. Το μέτρο επιμέλειας είναι αυτό του συνετού διαχειριστή που ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής του ιδιότητας. Απόκλιση από το μέτρο αυτό θεμελιώνει διαχειριστικό πταίσμα. Αν περισσότεροι διαχειριστές ενήργησαν από κοινού, ευθύνονται εις ολόκληρον.
Η εσωτερική αυτή ευθύνη ενεργοποιείται μέσω της εταιρικής αγωγής, την οποία κατά το άρθρο 67 ασκεί η εταιρεία αλλά και οποιοσδήποτε εταίρος ή διαχειριστής. Με απόφαση των εταίρων ο διαχειριστής μπορεί να απαλλαγεί μετά την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, η απαλλαγή όμως καλύπτει μόνο τα διαχειριστικά πταίσματα και όχι τις παράνομες ενέργειες, εκτός αν οι εταίροι παράσχουν ομόφωνα γενική απαλλαγή.
Η εμπειρία από υποθέσεις ευθύνης διαχειριστών δείχνει ότι η ίδια απόφαση των εταίρων μπορεί να θωρακίσει ή να εκθέσει τον διαχειριστή ανάλογα με τη διατύπωσή της και την τεκμηρίωση της πληροφόρησης στην οποία στηρίχθηκε. Η επίκληση της εύλογης επιχειρηματικής κρίσης απαιτεί έγγραφη απόδειξη ότι η απόφαση ελήφθη ενημερωμένα και προς το εταιρικό συμφέρον, διαφορετικά ο διαχειριστής εκτίθεται σε ευθύνη που νόμιζε ότι είχε αποκλείσει.
Πότε καταβάλει ο ίδιος ο διαχειριστής ΙΚΕ τα φορολογικά χρέη της εταιρείας;
Έναντι του Δημοσίου, το άρθρο 49 του νέου Ν. 5104/2024 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), που αντικατέστησε το άρθρο 50 του προϊσχύσαντος Ν. 4174/2013, θεσπίζει αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή για φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ, παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους της ΙΚΕ. Προϋπόθεση είναι οι οφειλές να κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στη διάρκεια της θητείας του και να μην αποδόθηκαν από υπαιτιότητά του.
Η ευθύνη αυτή είναι σωρευτική και απαιτεί:
την ιδιότητα του διαχειριστή κατά τον κρίσιμο χρόνο,
οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στη θητεία του και
υπαιτιότητα ως προς τη μη καταβολή.
Κρίσιμο για κάθε υπόθεση είναι ότι το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας μετατοπίζεται στον ίδιο τον διαχειριστή. Η γενικότερη ευθύνη των διοικούντων για τις φορολογικές υποχρεώσεις ακολουθεί την ίδια λογική για κάθε νομικό πρόσωπο.
Η αλληλέγγυα ευθύνη έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και αφορά περιοριστικά τους πραγματικά διοικούντες. Κατά τη ΣτΕ Στ’ 2482/2025, πρόσωπο που έφερε μόνο την τυπική ιδιότητα του Προέδρου διοικητικού συμβουλίου, χωρίς να είναι ταυτόχρονα διαχειριστής, διευθύνων σύμβουλος ή νόμιμος εκπρόσωπος, δεν υπέχει αλληλέγγυα ευθύνη για τα πρόστιμα ΦΠΑ της εταιρείας, ακόμη και αν του είχαν ανατεθεί καθήκοντα εκπροσώπησης ενώπιον των φορολογικών αρχών. Η διάκριση μεταξύ τυπικής ιδιότητας και πραγματικής άσκησης διοίκησης είναι το μέτρο όπου κρίνεται η έκβαση κάθε υπόθεσης.
Η ίδια διάταξη έχει, όμως, και την αντίστροφη ερμηνία. Η αλληλέγγυα ευθύνη καταλαμβάνει ρητά και τα πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τη διαχείριση, ακόμη και χωρίς τυπικό διορισμό. Ο εταίρος ή ο τρίτος που πράγματι διευθύνει τις εταιρικές υποθέσεις δεν διαφεύγει της ευθύνης, επικαλούμενος ότι δεν είναι ο καταχωρισμένος διαχειριστής. Το κριτήριο παραμένει ενιαίο: η πραγματική άσκηση διοίκησης, όχι η τυπική καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ.
Πώς απαλλάσσεται ο διαχειριστής ΙΚΕ από την προσωπική ευθύνη;
Η απαλλαγή στηρίζεται είτε σε έλλειψη υπαιτιότητας είτε σε έλλειψη πραγματικής ανάμειξης στη διαχείριση. Η υπουργική απόφαση Α.1082/2021 απαριθμεί ενδεικτικές περιπτώσεις έλλειψης υπαιτιότητας: παραίτηση προγενέστερη της κρίσιμης περιόδου, για την οποία τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, αποκλειστική ανάθεση ειδικών καθηκόντων ξένων προς τις φορολογικές υποχρεώσεις, καθώς και αποδεδειγμένη αδυναμία άσκησης καθηκόντων λόγω βαριάς ασθένειας.
Στην 4309/2024 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο διαχειριστής δεν κατείχε εταιρικό μερίδιο, ορίστηκε για διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, δεν προβλεπόταν αμοιβή στο καταστατικό και δεν είχε εξουσία για συναλλαγές άνω των 250 ευρώ ούτε για το σύνολο σχεδόν των ουσιωδών εταιρικών ζητημάτων, για τα οποία απαιτούνταν συνυπογραφή του βασικού εταίρου.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η ανάθεση διαχείρισης ήταν τυπική, καθώς ο όρος συνυπογραφής αναιρούσε κατ’ ουσίαν την εξουσία του. Συνήγαγε ότι την πραγματική διαχείριση ασκούσε ο εταίρος και όχι ο τυπικά ορισθείς διαχειριστής. Επομένως, απάλλαξε τον τελευταίο, με βαρύνοντα στοιχεία την έλλειψη εταιρικής σχέσης, την έλλειψη αμοιβής, τη μη διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών και τη μη υπογραφή των οικονομικών καταστάσεων.
Από το χειρισμό υποθέσεων ευθύνης διαχειριστών προκύπτει ότι η ίδια η καταστατική διατύπωση των ορίων εξουσίας, οι ρήτρες συνυπογραφής και η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων είναι ο τρόπος που τεκμηριώνεται εκ των προτέρων η έλλειψη πραγματικής διαχείρισης. Αντίστοιχα, η παραίτηση παράγει αποτέλεσμα μόνο αν τηρηθούν οι διατυπώσεις δημοσιότητας για τη λήξη της διαχειριστικής ιδιότητας. Σε εταιρείες με πολλούς εταίρους, οι διαφωνίες μεταξύ των εταίρων για το ποιος ασκεί πράγματι τη διοίκηση καθορίζουν συχνά και την κατανομή της ευθύνης.
Αν η ενδικοφανής προσφυγή απορριφθεί από τη Φορολογική Διοίκηση, η σχετική διαφορά είναι διαφορά ουσίας. Κατά τη ΟλΣτΕ 355/2023, αρμόδιο είναι το μονομελές διοικητικό πρωτοδικείο, ενώπιον του οποίου η διαφορά άγεται με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής.
Ευθύνεται ο διαχειριστής ΙΚΕ για εισφορές ΕΦΚΑ και έναντι τρίτων;
Για τις ασφαλιστικές εισφορές, το άρθρο 31 του Ν. 4321/2015 θεσπίζει αντίστοιχη αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή προς τον e-ΕΦΚΑ για εισφορές, πρόσθετα τέλη και προσαυξήσεις. Έναντι τρίτων, αντίθετα, ο διαχειριστής δεν ευθύνεται για τα απλά εταιρικά χρέη. Ευθύνεται μόνο για δική του υπαίτια και παράνομη πράξη, δηλαδή για αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ.
Η ασφαλιστική ευθύνη ακολουθεί τη δομή της φορολογικής και στην περίπτωση αυτή. Η ευθύνη προϋποθέτει την ιδιότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο και υπαιτιότητα ως προς τη μη καταβολή. Επειδή φορολογική και ασφαλιστική ευθύνη κρίνονται από διαφορετικές αρχές με διαφορετικές διαδικασίες, η απαλλαγή από τη μία δεν συνεπάγεται αυτομάτως απαλλαγή στην άλλη, αποτελεί όμως πρόκριμα.
Ως προς την ευθύνη έναντι τρίτων, η αρχή της κεφαλαιουχικής εταιρείας παραμένει κανόνας, καθώς για τις υποχρεώσεις της ΙΚΕ ευθύνεται η εταιρεία με την περιουσία της. Η προσωπική ευθύνη του διαχειριστή έναντι τρίτου είναι η εξαίρεση, στηρίζεται στη δική του αδικοπρακτική συμπεριφορά και ακολουθεί τη λογική της αδικοπρακτικής ευθύνης των διοικούντων.
Η διάκριση ανάμεσα στο εταιρικό χρέος και στην προσωπική αδικοπραξία είναι λεπτή και κρίνεται κατά περίπτωση, ανάλογα με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά που αποδίδεται στον διαχειριστή. Τυπικές περιπτώσεις προσωπικής ευθύνης είναι η παραπλανητική συναλλαγή με τρίτο, η ανάληψη υποχρέωσης εν γνώσει της αδυναμίας εκπλήρωσης ή η παράβαση ειδικού καθήκοντος επιμέλειας προς συγκεκριμένο πρόσωπο.
Συχνές ερωτήσεις
Ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία ο εταίρος ΙΚΕ που δεν είναι διαχειριστής;
Κατά κανόνα όχι. Ο εταίρος που δεν ασκεί διαχείριση ευθύνεται μόνο μέχρι του ποσού της εισφοράς του και δεν κινδυνεύει με κατασχέσεις από το Δημόσιο, τον ΕΦΚΑ ή τρίτους. Εξαίρεση αποτελεί η εγγυητική εισφορά, αν προβλέπεται στο καταστατικό, οπότε ο εταίρος ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία έως το ύψος της.
Τι σημαίνει η απαλλαγή του διαχειριστή μετά την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων;
Είναι η εσωτερική απαλλαγή που χορηγούν οι εταίροι κατά το άρθρο 67 Ν. 4072/2012. Καλύπτει μόνο τα διαχειριστικά πταίσματα και όχι τις παράνομες πράξεις, εκτός αν δοθεί ομόφωνα γενική απαλλαγή. Δεν θίγει την εξωτερική ευθύνη του διαχειριστή έναντι του Δημοσίου ή του ΕΦΚΑ, η οποία κρίνεται με βάση τη φορολογική και την ασφαλιστική νομοθεσία.
Ποιος ευθύνεται για τα χρέη της ΙΚΕ προς τον ΕΦΚΑ;
Πρωτίστως η ίδια η εταιρεία. Παράλληλα, κατά το άρθρο 31 Ν. 4321/2015, ο διαχειριστής ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις ανεξόφλητες εισφορές, τα πρόσθετα τέλη και τις προσαυξήσεις, εφόσον αυτές ανάγονται στη θητεία του και η μη καταβολή οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Όπως και στη φορολογική ευθύνη, μπορεί να απαλλαγεί αποδεικνύοντας έλλειψη υπαιτιότητας.
Ευθύνεται ο τυπικός διαχειριστής που δεν ασκούσε πραγματικά διοίκηση;
Όχι, εφόσον το αποδείξει. Τόσο η 4309/2024 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης όσο και η ΣτΕ Στ’ 2482/2025 δέχονται ότι κρίσιμη είναι η πραγματική άσκηση διοίκησης, όχι η τυπική ιδιότητα. Στοιχεία όπως η έλλειψη αμοιβής, η μη διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών και η συνυπογραφή τρίτου για κάθε ουσιώδη πράξη βαρύνουν υπέρ της απαλλαγής.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Διάκριση των τεσσάρων αξόνων: Η απαλλαγή από έναν άξονα ευθύνης δεν επεκτείνεται αυτομάτως στους υπόλοιπους. Φορολογική, ασφαλιστική, εταιρική και αδικοπρακτική ευθύνη κρίνονται από διαφορετικές αρχές ή δικαστήρια με διαφορετικές προϋποθέσεις.
Καταστατική θωράκιση: Η οριοθέτηση εξουσιών, οι ρήτρες συνυπογραφής και η ακριβής διατύπωση των αρμοδιοτήτων στο καταστατικό λειτουργούν ως προληπτική απόδειξη της έκτασης της πραγματικής διαχείρισης.
Βάρος απόδειξης: Στη φορολογική και στην ασφαλιστική ευθύνη ο διαχειριστής φέρει ο ίδιος το βάρος να αποδείξει την έλλειψη υπαιτιότητας. Η τεκμηρίωση συγκεντρώνεται εκ των προτέρων, όχι όταν εκδοθεί η καταλογιστική πράξη.
Παραίτηση με δημοσιότητα: Η παραίτηση παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς την ευθύνη μόνο εφόσον τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας στο Γ.Ε.ΜΗ.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ευθύνη του διαχειριστή ΙΚΕ.
Ο παραγωγός ευθύνεται αντικειμενικά για κάθε ζημία που προκαλεί ελάττωμα του προϊόντος του, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, κατά το άρθρο 6 του Ν. 2251/1994. Η ευθύνη αυτή είναι γνήσια αντικειμενική, δηλαδή γεννάται και χωρίς πταίσμα.
Υπόχρεος δεν είναι μόνο ο κατασκευαστής. Ευθύνονται σαν παραγωγοί και ο σηματοποιός (όποιος θέτει το σήμα ή την επωνυμία του στο προϊόν), ο εισαγωγέας και, όταν ο παραγωγός είναι άγνωστος, κάθε προμηθευτής.
Το κριτήριο εδώ είναι η ασφάλεια, όχι η ανταπόκριση στη σύμβαση. Το απλώς ελαττωματικό αλλά ασφαλές προϊόν ανήκει στην ευθύνη του πωλητή κατά ΑΚ 534 επ., όχι στην ευθύνη του παραγωγού.
Καλύπτονται ο θάνατος, η σωματική βλάβη και η καταστροφή περιουσίας άνω των 500 ευρώ. Οι αξιώσεις παραγράφονται στην τριετία, με δεκαετή αποσβεστική προθεσμία από τη θέση σε κυκλοφορία.
Από τις 9 Δεκεμβρίου 2026 η νέα Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 αλλάζει το πλαίσιο, επεκτείνοντας την ευθύνη σε λογισμικό και τεχνητή νοημοσύνη, διευρύνοντας τους υπόχρεους και ελαφρύνοντας το βάρος απόδειξης.
Πότε ευθύνεται ο παραγωγός για ελαττωματικό προϊόν;
Ο παραγωγός ευθύνεται όταν προϊόν του, λόγω ελαττώματος, δεν παρέχει την ασφάλεια που δικαιολογημένα αναμένεται και προκαλεί ζημία σε πρόσωπο ή περιουσία.
Η ευθύνη είναι αντικειμενική και γεννάται ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, με μόνες προϋποθέσεις το ελάττωμα, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ τους. Ο παραγωγός απαλλάσσεται μόνο αν αποδείξει έναν από τους περιοριστικούς λόγους απαλλαγής που ορίζει ρητά ο νόμος.
Η ευθύνη αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 6 του Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, το οποίο ενσωμάτωσε την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ. Αποτελεί ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού.
Ο νόμος δεν υποκαθιστά τις διατάξεις που ρυθμίζουν τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί αυτοτελή ευθύνη εκείνου που διέθεσε στην αγορά μη ασφαλή προϊόντα, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία (ΑΠ 1870/2024).
Ο χαρακτηρισμός της ευθύνης ως γνήσιας αντικειμενικής έχει πρακτική σημασία για την επιχείρηση που παράγει, εισάγει ή διαθέτει προϊόντα. Ο υπόχρεος δεν απαλλάσσεται αποδεικνύοντας ότι επέδειξε επιμέλεια.
Απαλλάσσεται μόνο αν συντρέξει ένας από τους ειδικούς λόγους απαλλαγής. Στην πράξη, η επιχείρηση βρίσκεται στη θέση του δυνητικά εναγόμενου, όχι του καταναλωτή.
Το πεδίο προστασίας αφορά τον καταναλωτή, δηλαδή, μετά την τροποποίηση του 2018, το φυσικό πρόσωπο που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς λόγους.
Επιχείρηση που αγοράζει προϊόν για την επαγγελματική της δραστηριότητα δεν είναι καταναλωτής κατά την έννοια αυτή και δεν αντλεί δικαιώματα από το καθεστώς ευθύνης του παραγωγού. Ο παραγωγός όμως παραμένει εκτεθειμένος έναντι των τελικών καταναλωτών που χρησιμοποιούν το προϊόν.
Ποιος θεωρείται παραγωγός και γιατί ο εισαγωγέας ή ο σηματοποιός ευθύνεται σαν κατασκευαστής;
Παραγωγός δεν είναι μόνο ο κατασκευαστής του τελικού προϊόντος. Ο νόμος εξομοιώνει μαζί του τον κατασκευαστή πρώτης ύλης ή συστατικού, τον σηματοποιό, τον εισαγωγέα και, όταν ο πραγματικός παραγωγός παραμένει άγνωστος, κάθε προμηθευτή του προϊόντος. Η ευρεία αυτή οριοθέτηση εξυπηρετεί τον σκοπό να βρίσκει ο ζημιωθείς πάντα κάποιον υπεύθυνο.
Ως σηματοποιός νοείται όποιος εμφανίζεται ως παραγωγός θέτοντας στο προϊόν την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα. Η επιχείρηση που διαθέτει προϊόν τρίτου με τη δική της ιδιωτική ετικέτα (private label) αναλαμβάνει έτσι ευθύνη παραγωγού, ακόμη και χωρίς καμία συμμετοχή στην κατασκευή.
Η εμπειρία από υποθέσεις ευθύνης παραγωγού δείχνει ότι η απόφαση για τοποθέτηση σήματος σε εισαγόμενο ή αναθετόμενο προϊόν μεταβάλλει ουσιωδώς τη θέση της επιχείρησης, γι’ αυτό και κρίνεται πριν, όχι μετά, τη διάθεση.
Ο εισαγωγέας ευθύνεται κατά πλάσμα δικαίου σαν παραγωγός, δηλαδή με ευθύνη που ο νόμος του αποδίδει χωρίς να είναι ο πραγματικός κατασκευαστής. Πρόκειται για όποιον εισάγει προϊόν στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τρίτη χώρα για πώληση, μίσθωση ή άλλη μορφή διανομής στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας (ΑΠ 1380/2022).
Αντίθετα, όποιος απλώς διακινεί προϊόν μεταξύ κρατών μελών της Ένωσης ευθύνεται κατ’ αρχήν μόνο ως προμηθευτής και μάλιστα επικουρικά, όταν ο παραγωγός ή ο εισαγωγέας παραμένουν άγνωστοι.
Η διάκριση προμηθευτή και εξομοιούμενου με παραγωγό δεν είναι πάντοτε καθαρή. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ερμηνεύοντας την έννοια του προσώπου που εμφανίζεται ως παραγωγός, έκρινε ότι προμηθευτής του οποίου η επωνυμία συμπίπτει εν μέρει με το σήμα που έθεσε ο κατασκευαστής μπορεί να ευθύνεται σαν παραγωγός (ΔΕΕ C-157/23, Ford Italia).
Η σύμπτωση επωνυμίας και σήματος αρκεί, υπό προϋποθέσεις, για να θεμελιώσει ευθύνη, ανεξάρτητα από το ποιος κατασκεύασε πραγματικά το προϊόν.
Πότε θεωρείται ελαττωματικό ένα προϊόν και σε τι διαφέρει από το ελάττωμα της πώλησης;
Ελαττωματικό, κατά το καθεστώς ευθύνης του παραγωγού, είναι το προϊόν που δεν παρέχει την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια. Κριτήριο είναι η επικινδυνότητα, όχι η ακαταλληλότητα για τη χρήση. Το προϊόν που απλώς δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, χωρίς να είναι ανασφαλές, εμπίπτει στην ευθύνη του πωλητή κατά ΑΚ 534 επ., όχι στο πεδίο αυτό.
Το ελαττωματικό εδώ ταυτίζεται με το επικίνδυνο και αντιδιαστέλλεται προς το ασφαλές. Για την εκτίμηση λαμβάνονται υπόψη όλες οι ειδικές συνθήκες, ιδίως η εξωτερική εμφάνιση, η ευλόγως αναμενόμενη χρήση και ο χρόνος θέσης σε κυκλοφορία.
Οι οδηγίες χρήσης, οι προειδοποιήσεις κινδύνου και οι ενδείξεις πρόληψης αποτελούν μέρος της παρουσίασης του προϊόντος και συνυπολογίζονται. Ένα προϊόν δεν καθίσταται ελαττωματικό μόνο επειδή αργότερα κυκλοφόρησε άλλο τελειότερο.
Η διάκριση από την ευθύνη του πωλητή είναι νομικά κρίσιμη. Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ρητά ότι ελαττωματικό, κατά το άρθρο 6, δεν είναι το προϊόν που στερείται συνομολογημένων ιδιοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 534 ΑΚ, αλλά εκείνο που δεν παρέχει την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια (ΑΠ 1359/2018).
Όταν το ελάττωμα καθιστά το προϊόν ακατάλληλο για τη χρήση αλλά όχι επικίνδυνο, ενεργοποιούνται τα δικαιώματα του αγοραστή έναντι του πωλητή. Όταν προκαλεί ζημία σε πρόσωπο ή περιουσία λόγω ανασφάλειας, ενεργοποιείται η αυτοτελής ευθύνη του παραγωγού. Οι δύο βάσεις μπορούν να συντρέχουν, στηρίζονται όμως σε διαφορετικό θεμέλιο.
Ποια ζημία καλύπτει και ποιος φέρει το βάρος απόδειξης;
Η ευθύνη του παραγωγού καλύπτει τον θάνατο και τη σωματική βλάβη προσώπων, καθώς και την καταστροφή περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή άνω των 500 ευρώ, εφόσον το στοιχείο αυτό προοριζόταν και χρησιμοποιήθηκε για προσωπική χρήση. Ο ζημιωθείς αποδεικνύει το ελάττωμα, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο. Ο παραγωγός φέρει το βάρος να αποδείξει λόγο απαλλαγής.
Το όριο των 500 ευρώ αφορά μόνο τη ζημία σε περιουσιακά στοιχεία. Ο θάνατος και η σωματική βλάβη καλύπτονται χωρίς κατώτερο όριο. Πέρα από την υλική ζημία, το άρθρο 6 παρ. 7, μετά τον Ν. 3587/2007, προβλέπει ρητά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης για παράβαση των διατάξεων του άρθρου.
Πριν από την τροποποίηση αυτή, η ηθική βλάβη καλυπτόταν μόνο μέσω των κοινών διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ (ΑΠ 1870/2024).
Ως προς την απόδειξη, η ένταση της αντικειμενικής ευθύνης φαίνεται στην κατανομή του βάρους. Ο καταναλωτής, ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής, βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να αποδείξει την εσωτερική πλημμέλεια.
Κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ, που απηχεί τη θεωρία των σφαιρών επιρροής, ο ζημιωθείς αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει την αντικειμενικώς βλαπτική ελαττωματικότητα. Ο παραγωγός φέρει έκτοτε το βάρος να αποδείξει λόγο που αίρει την ευθύνη του.
Στα σύνθετα ή τεχνικά προϊόντα, η απόδειξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ελαττώματος και ζημίας απαιτεί κατά περίπτωση αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, συχνά με πραγματογνωμοσύνη.
Το αν ένα βλαπτικό αποτέλεσμα ανάγεται στο ελάττωμα ή σε εξωγενή αίτια είναι το σημείο όπου κρίνεται στην πράξη η θεμελίωση ή η κατάρριψη της αξίωσης.
Πότε απαλλάσσεται ο παραγωγός από την ευθύνη;
Ο παραγωγός απαλλάσσεται μόνο αν αποδείξει έναν από τους λόγους του άρθρου 6 παρ. 8:
ότι δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία,
ότι το ελάττωμα δεν υπήρχε κατά τη θέση σε κυκλοφορία ή εμφανίστηκε αργότερα,
ότι δεν το κατασκεύασε προς διανομή ούτε στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ή
ότι το ελάττωμα οφείλεται σε συμμόρφωση με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
Οι λόγοι αυτοί είναι περιοριστικοί και η επίκλησή τους βαρύνει τον παραγωγό. Η απλή επίκληση επιμέλειας ή τήρησης των συνήθων προδιαγραφών δεν αρκεί, ακριβώς επειδή η ευθύνη έχει διαμορφωθεί ως γνήσια αντικειμενική.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόδειξη του χρόνου εμφάνισης του ελαττώματος, καθώς μετατοπίζει την ευθύνη ανάλογα με το αν το προϊόν ήταν ήδη ελαττωματικό όταν διατέθηκε.
Κρίσιμη για την επιχείρηση είναι η φύση της ευθύνης ως αναγκαστικού δικαίου έναντι του ζημιωθέντος. Ο παραγωγός δεν μπορεί να αποκλείσει ή να περιορίσει με ρήτρα την ευθύνη του απέναντι στον καταναλωτή. Κάθε τέτοια απαλλακτική ρήτρα είναι ανίσχυρη ως προς αυτόν.
Η διαχείριση του κινδύνου μετατοπίζεται έτσι στη σχέση με τους προμηθευτές της αλυσίδας, μέσω συμβατικών ρητρών εγγύησης, αποζημίωσης και δικαιώματος αναγωγής, οι οποίες απαιτούν ad hoc διατύπωση ανάλογα με το ποιος βαρύνεται με το ελάττωμα και εντός ποιας προθεσμίας.
Πόσο χρόνο διαρκεί η ευθύνη του παραγωγού;
Οι αξιώσεις κατά του παραγωγού παραγράφονται στην τριετία από τότε που ο ζημιωθείς έμαθε ή όφειλε να μάθει τη ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού. Ανεξάρτητα από την τριετία, μετά δεκαετία από τη θέση του συγκεκριμένου προϊόντος σε κυκλοφορία επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος.
Η δεκαετής προθεσμία είναι αποσβεστική, δηλαδή προθεσμία μετά την πάροδο της οποίας το δικαίωμα αποσβήνεται οριστικά, χωρίς αναστολή ή διακοπή. Τρέχει από τη θέση του συγκεκριμένου προϊόντος σε κυκλοφορία, όχι από τη ζημία.
Για προϊόντα με μεγάλη διάρκεια ζωής, το σημείο αυτό οριοθετεί ουσιωδώς την έκθεση του παραγωγού, καθώς αξιώσεις για ζημίες που εκδηλώνονται πολύ αργότερα ενδέχεται να έχουν ήδη αποσβεστεί.
Παράλληλα με την ειδική ευθύνη, ο ζημιωθείς μπορεί να στηριχθεί και στις κοινές διατάξεις της αδικοπραξίας, εφόσον του παρέχουν μεγαλύτερη προστασία. Η αδικοπρακτική αξίωση κατά το άρθρο 937 ΑΚ παραγράφεται στην πενταετία από τη γνώση και στην εικοσαετία από την πράξη. Η επιλογή της εφαρμοστέας βάσης εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και μεταβάλλει τόσο τις προθεσμίες όσο και το βάρος απόδειξης.
Πώς αλλάζει η ευθύνη του παραγωγού από τις 9 Δεκεμβρίου 2026 με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853;
Από τις 9 Δεκεμβρίου 2026 η Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 καταργεί την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ και εκσυγχρονίζει το καθεστώς ευθύνης. Εφαρμόζεται σε προϊόντα που διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία μετά την ημερομηνία αυτή. Για προϊόντα που κυκλοφόρησαν νωρίτερα εξακολουθεί να ισχύει το σημερινό πλαίσιο του Ν. 2251/1994.
Η νέα ρύθμιση διευρύνει την έννοια του προϊόντος ώστε να καλύπτει το λογισμικό (software), τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης (AI) και τα αρχεία ψηφιακής κατασκευής. Διαφέρει από την γενική ευθύνη πώλησης αγαθών με ψηφιακά στοιχεία του Ν. 4967/2022, καθώς ο τελευταίος αφορά το καθεστώς ανταπόκρισης.
Διευρύνει και τον κύκλο των υπόχρεων οικονομικών φορέων, δηλαδή των προσώπων που φέρουν ευθύνη κατά μήκος της αλυσίδας διάθεσης, όπως κατασκευαστής, εισαγωγέας, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης και, υπό προϋποθέσεις, διανομέας ή επιγραμμική πλατφόρμα.
Για τις επιχειρήσεις τεχνολογίας, η μετατόπιση αυτή συνδέεται με τις υποχρεώσεις που ήδη επιβάλλει σε εισαγωγείς και διανομείς ο Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη.
Ως προς τη ζημία, η Οδηγία προσθέτει την καταστροφή ή αλλοίωση δεδομένων που δεν χρησιμοποιούνται για επαγγελματικούς σκοπούς, καθώς και την ιατρικώς αναγνωρισμένη βλάβη της ψυχικής υγείας.
Καταργεί το κατώτερο όριο των 500 ευρώ για την υλική ζημία. Παράλληλα ελαφρύνει το βάρος απόδειξης του ζημιωθέντος, με τεκμήρια ελαττωματικότητας ή αιτιώδους συνδέσμου σε σύνθετες υποθέσεις και με δικαίωμα πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία που κατέχει ο εναγόμενος.
Η προθεσμία ενσωμάτωσης της Οδηγίας από τα κράτη μέλη λήγει επίσης στις 9 Δεκεμβρίου 2026. Μέχρι τη θέση σε ισχύ των εθνικών μέτρων εφαρμογής, το εφαρμοστέο δίκαιο παραμένει ο Ν. 2251/1994.
Ο προσδιορισμός του καθεστώτος που διέπει κάθε προϊόν εξαρτάται από τον χρόνο διάθεσής του, γι’ αυτό και τα προϊόντα που κυκλοφορούν κοντά στην ημερομηνία μετάβασης απαιτούν κατά περίπτωση αξιολόγηση της έκθεσης.
Επιπλέον εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης, υπό προϋποθέσεις διανομέας ή επιγραμμική πλατφόρμα
Καλυπτόμενη ζημία
Θάνατος, σωματική βλάβη, καταστροφή περιουσίας
Επιπλέον απώλεια ή αλλοίωση δεδομένων μη επαγγελματικής χρήσης και ιατρικώς αναγνωρισμένη ψυχική βλάβη
Όριο υλικής ζημίας
Άνω των 500 ευρώ
Καταργείται το κατώτερο όριο
Βάρος απόδειξης
Στον ζημιωθέντα, με τη θεωρία των σφαιρών επιρροής
Ελαφρύνεται, με τεκμήρια και δικαίωμα πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία
Πεδίο εφαρμογής
Προϊόντα ήδη σε κυκλοφορία
Προϊόντα που διατίθενται από 9.12.2026
Συχνές Ερωτήσεις
Ευθύνεται ο πωλητής ή ο παραγωγός για ελαττωματικό προϊόν;
Και οι δύο, σε διαφορετική βάση. Ο πωλητής ευθύνεται συμβατικά έναντι του αγοραστή για έλλειψη ανταπόκρισης του πράγματος στη σύμβαση κατά ΑΚ 534 επ. Ο παραγωγός ευθύνεται αδικοπρακτικά και αντικειμενικά έναντι κάθε ζημιωθέντος, όταν το προϊόν είναι μη ασφαλές και προκαλεί ζημία σε πρόσωπο ή περιουσία. Οι δύο βάσεις μπορούν να συντρέχουν όταν το ελάττωμα είναι ταυτόχρονα έλλειψη ανταπόκρισης και πηγή κινδύνου.
Καλύπτει η ευθύνη του παραγωγού και τις επιχειρήσεις που αγοράζουν προϊόντα;
Το καθεστώς προστατεύει τον καταναλωτή, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς λόγους. Επιχείρηση που αγοράζει προϊόν για την επαγγελματική της δραστηριότητα δεν είναι καταναλωτής και δεν αντλεί δικαιώματα από αυτό. Στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων εφαρμόζονται οι κανόνες της πώλησης και οι συμβατικές ρήτρες. Ο παραγωγός όμως παραμένει εκτεθειμένος έναντι των τελικών καταναλωτών.
Ευθύνεται ο εισαγωγέας προϊόντος από τρίτη χώρα;
Ναι. Ο εισαγωγέας που φέρνει προϊόν στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τρίτη χώρα για διάθεση στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ευθύνεται κατά πλάσμα δικαίου σαν παραγωγός. Αντίθετα, όποιος απλώς διακινεί προϊόν ήδη κυκλοφορούν εντός της Ένωσης ευθύνεται κατ’ αρχήν μόνο ως προμηθευτής και επικουρικά, όταν ο παραγωγός ή ο εισαγωγέας παραμένουν άγνωστοι.
Ισχύει η νέα Οδηγία 2024/2853 για προϊόντα που ήδη κυκλοφορούν;
Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 εφαρμόζεται σε προϊόντα που διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία από τις 9 Δεκεμβρίου 2026. Για προϊόντα που κυκλοφόρησαν πριν από την ημερομηνία αυτή εξακολουθεί να ισχύει το πλαίσιο του Ν. 2251/1994, το οποίο ενσωμάτωσε την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Σήμα και ιδιωτική ετικέτα: Η τοποθέτηση επωνυμίας ή σήματος σε προϊόν τρίτου μετατρέπει τον σηματοποιό σε υπόχρεο παραγωγό, ακόμη και χωρίς καμία συμμετοχή στην κατασκευή. Η απόφαση για ιδιωτική ετικέτα κρίνεται πριν τη διάθεση.
Ευθύνη εισαγωγέα: Ο εισαγωγέας από τρίτη χώρα ευθύνεται σαν κατασκευαστής. Η δυνατότητα αναγωγής προς τον αλλοδαπό παραγωγό εξαρτάται από τη συμβατική κατανομή του κινδύνου κατά την προμήθεια, όχι από την ιδιότητα του εισαγωγέα.
Ασφάλεια, όχι ανταπόκριση: Κριτήριο εδώ είναι η επικινδυνότητα του προϊόντος. Η μη ανταπόκριση στη σύμβαση χωρίς κίνδυνο ανήκει στην ευθύνη του πωλητή, με διαφορετικά δικαιώματα και προθεσμίες.
Απαλλακτικές ρήτρες ανίσχυρες: Η ευθύνη έναντι του καταναλωτή είναι αναγκαστικού δικαίου. Η διαχείριση κινδύνου γίνεται μέσω ρητρών εγγύησης και αναγωγής προς τους προμηθευτές, όχι με απαλλαγή έναντι του ζημιωθέντος.
Δεκαετής αποσβεστική: Η δεκαετία τρέχει από τη θέση του συγκεκριμένου προϊόντος σε κυκλοφορία, όχι από τη ζημία. Για προϊόντα μεγάλης διάρκειας ζωής αυτό οριοθετεί ουσιωδώς την έκθεση.
Μετάβαση 9.12.2026: Το εφαρμοστέο καθεστώς εξαρτάται από τον χρόνο διάθεσης κάθε προϊόντος στην αγορά. Τα προϊόντα που κυκλοφορούν κοντά στην ημερομηνία απαιτούν κατά περίπτωση αξιολόγηση, ιδίως στους τομείς λογισμικού και τεχνητής νοημοσύνης.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά στην ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα .
Η εγκατάλειψη του μισθίου χωρίς νόμιμο ή συμβατικό έρεισμα δεν λύνει τη μίσθωση. Τα μισθώματα οφείλονται έως τη συμβατική λήξη, ακόμη και χωρίς χρήση του μισθίου (ΑΠ 1730/2013).
Η συμβατική διάρκεια δεσμεύει: έξοδος πριν τη λήξη υπάρχει μόνο με συμβατική ρήτρα, σπουδαίο λόγο ή συμφωνία με τον εκμισθωτή (ΑΠ 1866/2025).
Άκυρη καταγγελία για σπουδαίο λόγο σημαίνει ότι τα μισθώματα συνεχίζουν να οφείλονται. Στην ΑΠ 1548/2018 το κόστος της αποτυχίας έφθασε τα 17.984,96 ευρώ.
Η αξίωση του εκμισθωτή περιορίζεται όταν παραλείπει ευχερή επανεκμίσθωση (ΑΚ 281, 300, ΑΠ 1330/2020). Αυτό αποτελεί το βασικό διαπραγματευτικό όπλο του αποχωρούντος.
Πότε επιτρέπεται η πρόωρη αποχώρηση χωρίς οφειλή των υπόλοιπων μισθωμάτων;
Η πρόωρη αποχώρηση χωρίς οφειλή των υπόλοιπων μισθωμάτων επιτρέπεται μόνο όταν στηρίζεται σε μία από τρεις νομικές βάσεις:
συμβατική ρήτρα πρόωρης εξόδου (break clause),
καταγγελία για σπουδαίο λόγο και
συναινετική λύση με τον εκμισθωτή.
Χωρίς μία από αυτές, η μίσθωση δεν λύνεται και ο μισθωτής οφείλει τα μισθώματα ολόκληρου του υπόλοιπου συμβατικού χρόνου (άρθρα 574 και 596 ΑΚ, ΑΠ 1730/2013).
Ο κανόνας εφαρμόζεται με αυστηρότητα. Κατά το άρθρο 596 ΑΚ ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα όταν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο, οι δε διατάξεις των άρθρων 574 και 596 ΑΚ ισχύουν και στις εμπορικές μισθώσεις μέσω του άρθρου 44 ΠΔ 34/1995 (ΑΠ 878/2021).
Οι γενικοί αυτοί κανόνες καταλαμβάνουν κάθε μίσθωση, επαγγελματική ή κατοικίας, ενώ οι ειδικές οδοί εξόδου που ακολουθούν αφορούν την επαγγελματική μίσθωση.
Ο πίνακας συνοψίζει τις επιλογές εξόδου με τις προϋποθέσεις, το κόστος και τον κύριο κίνδυνο καθεμιάς.
Τρόπος εξόδου
Πεδίο εφαρμογής
Προϋποθέσεις
Κόστος
Κύριος κίνδυνος
Συμβατική ρήτρα εξόδου
Κάθε μίσθωση, εφόσον έχει συμφωνηθεί
Τήρηση προθεσμίας, τύπου και όρων της ρήτρας
Ό,τι ορίζει η ρήτρα (προειδοποίηση, τυχόν ποινή)
Πλημμελής τήρηση των διατυπώσεων
Καταγγελία για σπουδαίο λόγο
Κάθε μίσθωση
Περιστατικά εκτός της σφαίρας ευθύνης του μισθωτή, πλήρως διατυπωμένα στο έγγραφο της καταγγελίας
Μηδενικό, εφόσον γίνει δεκτή
Ακυρότητα και οφειλή των μισθωμάτων έως τη συμβατική λήξη
Συναινετική λύση
Κάθε μίσθωση
Νεότερη συμφωνία με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας
Διαπραγματεύσιμο τίμημα εξόδου
Αποδεικτική αδυναμία χωρίς έγγραφο βέβαιης χρονολογίας
Καταγγελία άρθρου 43 ΠΔ 34/1995
Μόνο υπολειμματικές μισθώσεις προ της 28.2.2014 που τρέχουν ακόμη εντός της συμβατικής τους διάρκειας
Πάροδος έτους από την έναρξη, έγγραφη καταγγελία, αποτελέσματα σε τρεις μήνες
Μισθώματα του τριμήνου συν αποζημίωση ενός μισθώματος
Πρακτικά μηδενικός, αλλά το πεδίο εφαρμογής έχει σχεδόν εξαντληθεί
Πόσο δεσμεύει η συμβατική διάρκεια και πότε επιτρέπεται έξοδος με τρίμηνη προειδοποίηση;
Η διάρκεια της επαγγελματικής μίσθωσης δεσμεύει αμφότερα τα μέρη. Κατά το άρθρο 13 του Ν. 4242/2014 η μίσθωση ισχύει τουλάχιστον για τριετία και, όταν έχει συμφωνηθεί μεγαλύτερη διάρκεια, ο μισθωτής δεν μπορεί να την καταγγείλει μονομερώς πριν τη συμβατική λήξη παρά μόνο για σπουδαίο λόγο (ΑΠ 1866/2025).
Ο Άρειος Πάγος έχει αποκλείσει την ερμηνεία ότι ο νόμος παρέχει στον μισθωτή δυνατότητα καταγγελίας οποτεδήποτε και αζημίως. Η νόμιμη τριετής διάρκεια δεσμεύει τους συμβαλλομένους και δεν χωρεί ούτε παραίτηση του εκμισθωτή από αυτήν (ΑΠ 971/2022).
Η εικόνα αλλάζει μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας. Αν ο μισθωτής παραμείνει στο μίσθιο, η μίσθωση καθίσταται αορίστου χρόνου κατ’ άρθρο 611 ΑΚ και εφαρμόζεται η τρίμηνη προθεσμία καταγγελίας του άρθρου 13 §1 εδ. γ’ Ν. 4242/2014, η οποία αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου (ΑΠ 641/2025).
Στο στάδιο αυτό η μισθώτρια επιχείρηση επιλέγει μεταξύ ελεύθερης εξόδου με τρίμηνη έγγραφη προειδοποίηση και αναμίσθωσης ή παράτασης με αναδιαπραγμάτευση των όρων.
Πώς ασκείται η καταγγελία για σπουδαίο λόγο και τι διακινδυνεύει ο μισθωτής αν κριθεί άκυρη;
Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο λύνει τη μίσθωση άμεσα και χωρίς αποζημίωση, όταν συντρέχουν περιστατικά που καθιστούν τη συνέχισή της μη ανεκτή κατά την καλή πίστη (ΑΠ 208/2018). Αν όμως ο λόγος κριθεί ανεπαρκής, η καταγγελία είναι άκυρη, η μίσθωση συνεχίζεται και τα μισθώματα οφείλονται έως τη συμβατική λήξη.
Τα περιστατικά αξιολογούνται με αντικειμενικά κριτήρια και αφορούν κατά κανόνα τον αποδέκτη της καταγγελίας. Κατ’ εξαίρεση μπορεί να ανάγονται στη σφαίρα συμφερόντων του ίδιου του καταγγέλλοντος, υπό την προϋπόθεση ότι δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του (ΑΠ 208/2018).
Η πτώση του τζίρου ή η ζημιογόνος λειτουργία της επιχείρησης ανήκουν στον επιχειρηματικό κίνδυνο του μισθωτή και δεν θεμελιώνουν κατά κανόνα σπουδαίο λόγο, όπως προκύπτει και από τη στενή ερμηνεία που επιβάλλει η νομολογία στην καταγγελία επαγγελματικής μίσθωσης.
Τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον σπουδαίο λόγο πρέπει να περιλαμβάνονται στην ίδια την έγγραφη επιδοθείσα καταγγελία. Η μεταγενέστερη εξειδίκευσή τους με τις προτάσεις στη δίκη δεν αρκεί (ΑΠ 971/2022).
Στην ΑΠ 1548/2018 η μισθώτρια φαρμακείου αποχώρησε επικαλούμενη οικονομική αδυναμία, ενώ είχε ήδη μισθώσει νέο χώρο. Ο ισχυρισμός κρίθηκε προσχηματικός, ο σπουδαίος λόγος δεν αναγνωρίσθηκε και επιδικάσθηκαν τα μισθώματα είκοσι μηνών έως τη συμβατική λήξη, συνολικά 17.984,96 ευρώ με το αναλογούν χαρτόσημο.
Πότε περιορίζεται η αξίωση του εκμισθωτή για τα υπόλοιπα μισθώματα;
Ακόμη και επί αυθαίρετης αποχώρησης, ο μισθωτής αφαιρεί από το οφειλόμενο μίσθωμα καθετί που ωφελήθηκε ο εκμισθωτής από τη χρησιμοποίηση του μισθίου με άλλον τρόπο, καθώς και ό,τι δολίως ή από αμέλεια παρέλειψε να ωφεληθεί (άρθρο 596 ΑΚ). Η αξίωση περιορίζεται περαιτέρω μέσω των άρθρων 281 και 300 ΑΚ, όταν ο εκμισθωτής κωλυσιεργεί στην επανεκμίσθωση.
Όταν ο εκμισθωτής αρνείται ή παραλείπει να εκμισθώσει το μίσθιο σε ορισμένο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, μολονότι η εκμίσθωση είναι ευχερής, η εμμονή του στην είσπραξη όλων των μισθωμάτων προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ ως καταχρηστική.
Παράλληλα, η αδράνειά του θεμελιώνει ένσταση συντρέχοντος πταίσματος κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αφού παραλείπει να περιορίσει τη ζημία του. Δεν συντρέχει όμως κατάχρηση όταν ο εκμισθωτής επανεκμισθώνει αμέσως το μίσθιο και αξιώνει τα μισθώματα έως την επανεκμίσθωση ή τη διαφορά μισθώματος, αν το νέο μίσθωμα είναι χαμηλότερο (ΑΠ 1330/2020).
Η εμπειρία από υποθέσεις διεκδίκησης μισθωμάτων μετά από εγκατάλειψη μισθίου δείχνει ότι η έκβαση της ένστασης του άρθρου 300 ΑΚ κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό. Αγγελίες, μεσιτικές εντολές, γραπτές προτάσεις υποψήφιων μισθωτών και η χρονική τους αλληλουχία καθορίζουν αν ο εκμισθωτής επέδειξε τη ζητούμενη επιμέλεια.
Ο αποχωρών που τεκμηριώνει εγγράφως συγκεκριμένο υποψήφιο νέο μισθωτή μετατοπίζει αποφασιστικά το βάρος της αντιδικίας.
Συναινετική λύση ή εναλλακτικές: πότε συμφέρει η διαπραγμάτευση αντί της μονομερούς εξόδου;
Όταν δεν υπάρχει συμβατική ρήτρα εξόδου ούτε στέρεος σπουδαίος λόγος, η συναινετική λύση αποτελεί την ασφαλέστερη επιλογή. Η μίσθωση λύνεται με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας (άρθρο 13 §1 εδ. β’ Ν. 4242/2014) και το τίμημα της εξόδου γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης αντί δικαστικής αβεβαιότητας.
Το περιεχόμενο της συμφωνίας καλύπτει συνήθως το τίμημα εξόδου, την τύχη της εγγύησης, τον χρόνο και τον τρόπο παράδοσης, την κατάσταση του μισθίου και την αμοιβαία παραίτηση από αξιώσεις. Το διαπραγματευτικό πλαίσιο διαμορφώνεται από τον δικαστικό κίνδυνο κάθε πλευράς.
Ο εκμισθωτής που θα αδρανήσει αντιμετωπίζει την ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ, ενώ ο μισθωτής που θα αποχωρήσει αυθαίρετα αντιμετωπίζει αγωγή για το σύνολο των μισθωμάτων. Η εμπειρία από διαπραγματεύσεις πρόωρης λύσης επαγγελματικών μισθώσεων δείχνει ότι η προσκόμιση συγκεκριμένου και φερέγγυου υποψήφιου νέου μισθωτή από τον αποχωρούντα μειώνει δραστικά το ζητούμενο τίμημα.
Η φορολογική διάσταση δεν είναι αμελητέα για την μισθώτρια επιχείρηση. Η έκπτωση της αποζημίωσης εξόδου ως επιχειρηματικής δαπάνης κρίνεται κατά τα κριτήρια του άρθρου 22 Ν. 4172/2013, δηλαδή αν η δαπάνη πραγματοποιείται προς το συμφέρον της επιχείρησης, αντιστοιχεί σε πραγματική συναλλαγή και εγγράφεται στα τηρούμενα βιβλία. Η νομική βάση της λύσης και η τεκμηρίωσή της στο σχετικό έγγραφο επηρεάζουν άμεσα τη φορολογική μεταχείριση.
Εναλλακτικά προς την έξοδο, όπου το μισθωτήριο επιτρέπει υπομίσθωση ή παραχώρηση της χρήσης σε τρίτον, η επιχείρηση μεταφέρει το κόστος του μισθώματος χωρίς να λύσει τη μίσθωση, διατηρώντας το ακίνητο ως περιουσιακή θέση.
Τι γίνεται με την εγγύηση και την παράδοση των κλειδιών;
Η εγγύηση που καταβλήθηκε κατά τη σύναψη λειτουργεί συνήθως ως εγγυοδοσία, δηλαδή προκαταβολή έναντι ενδεχόμενου μελλοντικού χρέους του μισθωτή.
Επί αυθαίρετης πρόωρης αποχώρησης δεν επιστρέφεται, αλλά καταλογίζεται στις οφειλές. Η παράδοση των κλειδιών, από μόνη της, δεν λύνει τη μίσθωση ούτε απαλλάσσει από τα μισθώματα.
Η σιωπηρή άσκηση καταγγελίας δεν είναι έγκυρη και η μίσθωση θεωρείται ενεργός. Ούτε η σύναψη νέας μίσθωσης του ίδιου ακινήτου με τον νέο κτήτορα επιφέρει σιωπηρή λύση της αρχικής σύμβασης (ΑΠ 956/2015).
Η λύση απαιτεί ρητή δήλωση με νόμιμο έρεισμα ή ρητή συμφωνία, κατά προτίμηση με πρωτόκολλο παράδοσης που καταγράφει τη συμφωνία λύσης, την κατάσταση του μισθίου και την εκκαθάριση των εκατέρωθεν οφειλών, περιλαμβανομένης της εγγύησης.
Συχνές Ερωτήσεις
Λύνεται η μίσθωση αν ο μισθωτής παραδώσει τα κλειδιά στον εκμισθωτή;
Όχι. Η παράδοση των κλειδιών δεν συνιστά έγκυρη καταγγελία, αφού η σιωπηρή άσκησή της δεν αναγνωρίζεται (ΑΠ 956/2015). Αν ο εκμισθωτής παραλάβει τα κλειδιά για να προστατεύσει το ακίνητο ή να το επανεκμισθώσει, χωρίς να αποδέχεται τη λύση, τα μισθώματα εξακολουθούν να οφείλονται, με μόνη τη μείωση του άρθρου 596 ΑΚ.
Ισχύει το δικαίωμα καταγγελίας μετά από ένα έτος σε μίσθωση που υπογράφηκε μετά την 28.2.2014;
Όχι. Το άρθρο 43 ΠΔ 34/1995, που επέτρεπε καταγγελία μετά από ένα έτος με αποζημίωση ενός μισθώματος, δεν εφαρμόζεται στις μισθώσεις που καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4242/2014 (ΑΠ 971/2022). Παρά τη διάδοσή του σε παλαιότερη αρθρογραφία, το δικαίωμα επιβιώνει μόνο σε μισθώσεις προ της 28.2.2014 που παραμένουν ακόμη εντός της συμβατικής τους διάρκειας. Σε κάθε άλλη περίπτωση η πρόωρη έξοδος στηρίζεται μόνο σε συμβατική ρήτρα, σε σπουδαίο λόγο ή σε συναινετική λύση με τον εκμισθωτή.
Επιστρέφεται η εγγύηση σε πρόωρη αποχώρηση;
Επί αυθαίρετης εγκατάλειψης, όχι. Καταλογίζεται στις οφειλές του μισθωτή ως προκαταβολή έναντι χρέους. Επί νόμιμης καταγγελίας ή συναινετικής λύσης, η τύχη της κρίνεται από τη συμφωνία των μερών, μετά την εκκαθάριση μισθωμάτων, φθορών και λοιπών αξιώσεων του εκμισθωτή.
Οφείλονται μισθώματα αν το μίσθιο επανεκμισθωθεί σε τρίτο;
Οφείλονται τα μισθώματα έως τον χρόνο της επανεκμίσθωσης. Από εκεί και έπειτα ο μισθωτής οφείλει μόνο την τυχόν διαφορά, αν το νέο μίσθωμα είναι χαμηλότερο από το συμφωνημένο (άρθρο 596 ΑΚ, ΑΠ 1330/2020).
Εκπίπτει φορολογικά η αποζημίωση πρόωρης λύσης της μίσθωσης;
Η έκπτωση κρίνεται κατά το άρθρο 22 Ν. 4172/2013. Απαιτείται η δαπάνη να πραγματοποιείται προς το συμφέρον της επιχείρησης, να αντιστοιχεί σε πραγματική συναλλαγή και να εγγράφεται στα βιβλία. Η σαφής αποτύπωση της νομικής βάσης της λύσης στο σχετικό έγγραφο αποτελεί κρίσιμη τεκμηρίωση σε ενδεχόμενο φορολογικό έλεγχο.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Έλεγχος του μισθωτηρίου πριν από κάθε κίνηση: Οι ρήτρες πρόωρης εξόδου, οι ποινικές ρήτρες και οι προθεσμίες τους καθορίζουν τη φθηνότερη νόμιμη οδό. Κρίσιμο είναι αν οι κυρώσεις συνδέονται με λύση «από υπαιτιότητα του μισθωτή» ή με κάθε πρόωρη λύση, αφού η έγκυρη καταγγελία για σπουδαίο λόγο και η συναινετική λύση δεν συνιστούν υπαιτιότητα. Η ακριβής διατύπωση κάθε ρήτρας κρίνει το τελικό κόστος εξόδου.
Πληρότητα της έγγραφης καταγγελίας: Τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον σπουδαίο λόγο διατυπώνονται πλήρως στο επιδιδόμενο έγγραφο. Μεταγενέστερη συμπλήρωση (πχ με τις προτάσεις) δεν θεραπεύει την έλλειψη (ΑΠ 971/2022) και η άκυρη καταγγελία αφήνει τα μισθώματα να τρέχουν έως τη συμβατική λήξη.
Τεκμηρίωση της επανεκμίσθωσης και από τις δύο πλευρές: Ο αποχωρών μισθωτής που προσκομίζει εγγράφως φερέγγυο υποψήφιο νέο μισθωτή και ο εκμισθωτής που καταγράφει τις προσπάθειες επανεκμίσθωσης διαμορφώνουν εκ των προτέρων το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 281 και 300 ΑΚ, πριν από κάθε αντιδικία ή διαπραγμάτευση.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πρόωρη αποχώρηση μισθωτή από το μίσθιο.
“Δικαίωμα Οίκησης” αποτελεί το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα ουσίας και συγκεκριμένα προσωπική δουλεία, η οποία παρέχει στο δικαιούχο της το αποκλειστικό δικαίωμα να χρησιμοποιεί προς κατοικία ξένη οικοδομή ή διαμέρισμα αυτής (1183 ΑΚ).
Ο δικαιούχος της οίκησης δικαιούται να νέμεται το πράγμα, διάνοια δικαιούχου δουλείας, έναντι του κυρίου αλλά και παντός τρίτου, ενώ η νομή του κυρίου ασκείται διά του δικαιούχου της δουλείας.
Επομένως, πρόκειται για δικαίωμα αυστηρά προσωποπαγές, αμεταβίβαστο, ακληρονόμητο και ως προς την άσκησή του αδιαίρετο, ακόμη και αν στη συστατική πράξη προβλέπεται η μεταβίβαση ή η κληρονομία. Τούτο αποτελεί και τη βασική διαφορά του με την επικαρπία.
Ως εκ τούτου, το δικαίωμα οίκησης δεν μπορεί να κατασχεθεί ή να υποθηκευτεί.
Ως εμπράγματο δικαίωμα η οίκηση διέπεται από την αρχή της χρονικής προτεραιότητας.
Η αρχή της χρονικής προτεραιότητας ορίζει ότι σε περίπτωση που στο ίδιο πράγμα συρρέουν περισσότερα δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας, η ικανοποίηση των δανειστών καθορίζεται με βάση το χρόνο σύστασης των εμπράγματων ασφαλειών, ήτοι οι προγενέστερες ικανοποιούνται πρώτες (ΑΠ 1276/2007).
Ο κανόνας της χρονικής προτεραιότητας εφαρμόζεται και όταν συγκρούονται δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας με άλλα περιορισμένα εμπράγματα δικαιώματα (“δουλείες“), οπότε προηγείται και πάλι αυτό που συστάθηκε πρώτα.
ΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΗ
Με βάση την παραπάνω αρχή αντιμετωπίζεται το ζήτημα της συνάντησης στο ίδιο ακίνητο της οίκησης με δικαίωμα υποθήκης. Έτσι, γίνεται πάγια δεκτό ότι αν ο κύριος βεβαρημένου με υποθήκη ακινήτου παραχωρήσει στο ίδιο ακίνητο οίκηση υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή ή τρίτου, η μεταγενέστερη οίκηση δεν επηρεάζει την τύχη της υποθήκης. Αυτό σημαίνει ότι, αν καταλήξει σε πλειστηριασμό το βεβαρημένο ακίνητο, ο υπερθεματιστής το αποκτά ελεύθερο από κάθε βάρος.
Αντίστροφα, αν προηγηθεί σύσταση οίκησης και ακολουθήσει σύσταση υποθήκης, στο ίδιο ακίνητο, υπέρ του δικαιούχου οίκησης ή τρίτου, η υποθήκη καταλαμβάνει το ακίνητο όπως είναι βεβαρημένο. Εκτείνεται, δηλαδή, μόνο στην περιορισμένη, κατά τις εξουσίες που αποτελούν το περιεχόμενο της οίκησης, κυριότητα.
Πλειστηριασμός Ενυπόθηκου Ακινήτου Με Δικαίωμα Οίκησης
Αν πλειστηριαστεί το ακίνητο, ο υπερθεματιστής το αποκτά βεβαρημένο με την οίκηση. Η δικαιολογική βάση της ως άνω διάκρισης ειδικά όσον αφορά τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου είναι η εξής:
Κατά την αναγκαστική εκτέλεση επί ενυπόθηκου ακινήτου εκδηλώνεται έντονα η φύση της υποθήκης ως εμπραγμάτου δικαιώματος αξίας. Ο ενυπόθηκος δανειστής έχει την εκ του δικαιώματος της υποθήκης απορρέουσα αξίωση προς προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης του από την αξία του ενυπόθηκου.
Η αξίωση δε αυτή, ως απορρέουσα από εμπράγματο δικαίωμα, στρέφεται κατά του εκάστοτε κυρίου του ενυπόθηκου, των εχόντων μεταγενέστερο εμπράγματο δικαίωμα επ` αυτού, των λοιπών δανειστών του ενυπόθηκου οφειλέτη κλπ.
Περαιτέρω, ενώ επί του συνήθους πλειστηριασμού ο υπερθεματιστής αποκτά το πλειστηριαζόμενο σε όποια νομική και πραγματική κατάσταση αυτό βρίσκεται στον καθ` ου η αναγκαστική εκτέλεση οφειλέτη, επί του πλειστηριασμού ενυπόθηκου ο υπερθεματιστής αποκτά αυτό σε όποια νομική και πραγματική κατάσταση καταλαμβάνεται από το δικαίωμα της υποθήκης.
Επομένως, τα μεταγενέστερα της εγγραφής της υποθήκης εμπράγματα δικαιώματα επί του ενυπόθηκου θίγονται από την εξουσία διαθέσεως του ενυπόθηκου δανειστή, καθόσον η υποθήκη καταλαμβάνει το ενυπόθηκο ελεύθερο των μετά την εγγραφή αυτής επί του ενυπόθηκου κτηθέντων περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων και αντίστροφα: τα προγενέστερα της εγγραφής της υποθήκης εμπράγματα δικαιώματα επί του ενυπόθηκου δεν θίγονται από την εξουσία διαθέσεως του ενυπόθηκου δανειστή, καθότι η υποθήκη καταλαμβάνει το ενυπόθηκο βεβαρημένο διά των προ της εγγραφής αστής επί του ενυπόθηκου κτηθέντων περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων.
Συνεπώς, ο υπερθεματιστής αποκτά το ενυπόθηκο ελεύθερο μεν των μετά την εγγραφή της υποθήκης επ’ αυτού κτηθέντων περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων, βεβαρημένο δε διά των προ της εγγραφής της υποθήκης υφιστάμενων επί του ενυπόθηκου περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων (ad hoc 21912/2002 ΜονΠρΘεσαλ).
ΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗΥΠΟΘΗΚΗΣ
Η ίδια λύση γίνεται δεκτή και όταν συναντάται η οίκηση ή άλλο περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα όπως σε περίπτωση προσημείωση υποθήκης.
Πράγματι, η προσημείωση υποθήκης αποτελεί κατά την κρατούσα γνώμη υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση, δηλαδή η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης υπό την διπλή αναβλητική αίρεση αφενός μεν της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης και αφετέρου της τροπής σε υποθήκη εντός της προθεσμίας του άρθρου 1323 ΑΚ.
Η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης που υπάρχει επάνω στο ακίνητο η οποία δικαιολογείται από την φύση της υποθήκης και της προσημείωσης ως εμπραγμάτων δικαιωμάτων αξίας που στερούνται λόγο ύπαρξης μετά τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου.
Συνεπώς, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης επί του βεβαρημένου ακινήτου χρονικό σημείο μέχρι του οποίου μπορεί να γίνει τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, να πληρωθεί δηλαδή η πρώτη εκ των αναβλητικών αιρέσεων υπό τις οποίες τελεί η προσημείωση, είναι αυτό της καταβολής του πλειστηριάσματος.
Από το χρονικό αυτό σημείο και μετά η πλήρωση της αίρεσης αυτής καθίσταται εκ του νόμου πλέον αδύνατη. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η προσημείωση καθίσταται ανενεργός.
Το δικαίωμα της προσημείωσης ως δικαίωμα εμπράγματης ασφάλειας αποσβέννυται μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος ως βάρος του πράγματος, οι εξουσίες όμως που πηγάζουν από το δικαίωμα αστό ως δικαίωμα επί της αξίας του βεβαρημένου πράγματος κατευθύνονται πλέον στην αξία του πράγματος, δηλαδή στο πλειστηρίασμα.
Έτσι, όπως γίνεται πάγια δεκτό, μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και εφόσον η προσημείωση δεν έχει τραπεί σε υποθήκη, διατηρείται μόνο η δεύτερη καθαρά ουσιαστικού δικαίου αίρεση, δηλαδή αυτή της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφάλιζόμενης απαίτησης, με αποτέλεσμα να κατατάσσεται η εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης απαίτηση, όπως και η ασφαλισμένη με την υποθήκη απαίτηση, προνομιακά μεν, δηλαδή κατά τη σειρά εγγραφής της προσημείωσης, αλλά τυχαία, δηλαδή υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης.
Εξάλλου, γίνεται πλέον δεκτό ότι και ο προσημειούχος δανειστής, εφόσον διαθέτει υπέρ της απαιτήσεως του τίτλο εκτελεστό, μπορεί να επισπεύσει κατάσχεση και πλειστηριασμό του βεβαρημένου ακινήτου κατά του τρίτου κυρίου ή νομέα πριν από τη μετατροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, αν δε κατά το χρόνο της κατάταξης η προσημείωση δεν έχει μετατραπεί σε υποθήκη, ο προσημειούχος δανειστής θα καταταγεί τυχαία.
Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι τόσο από άποψη ουσιαστικού όσο και από άποψη δικονομικού δικαίου η μεταχείριση της προσημείωσης υποθήκης είναι αντίστοιχη με αυτή της υποθήκης.
Χαρακτηριστικά, το άρθρο 41 του ΕισΝΚΠολΔ ορίζει ότι οι σχετικές με την υποθήκη διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην προσημείωση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
Συνεπώς, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτου επί του οποίου υπάρχει εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης, ανεξάρτητα από το αν την αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδει ο προσημειούχος ή άλλος δανειστής του καθού η εκτέλεση, ο υπερθεματιστής αποκτά το ακίνητο ελεύθερο των μεταγενέστερων της εγγραφής της προσημείωσης περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το Δικαίωμα Οίκησης.
Πότε και Πώς Προσβάλλεται Ελαττωματική Απόφαση Οργάνου ΑΕ
Περιληπτικά:
Η κατηγορία του ελαττώματος καθορίζει την προσβολή: ακυρώσιμη (άρθρο 137 του Ν. 4548/2018), άκυρη (άρθρο 138) ή ανυπόστατη (άρθρο 139).
Η ακυρωσία επέρχεται μόνο με διαπλαστική αγωγή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών.
Η ακυρότητα προβάλλεται με αναγνωριστική αγωγή ή και αυτεπαγγέλτως, εντός ενός έτους. Μετά την πάροδο του έτους ακόμη και η άκυρη απόφαση θεραπεύεται (ΑΠ 214/2022).
Νομιμοποιείται ο μέτοχος με 2% που δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε ρητά, καθώς και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Κάτω του ποσοστού αυτού απομένει μόνο αξίωση αποζημίωσης.
Για τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου ισχύει χωριστό καθεστώς (άρθρο 95) με προθεσμία έξι μηνών.
Πότε μια απόφαση ΑΕ είναι άκυρη, ακυρώσιμη ή ανυπόστατη;
Η διάκριση εξαρτάται από τη βαρύτητα του ελαττώματος:
Ακυρώσιμη κατά το άρθρο 137 του Ν. 4548/2018 είναι η απόφαση που λήφθηκε με τρόπο αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικό.
Άκυρη κατά το άρθρο 138 είναι η απόφαση χωρίς νόμιμη σύγκληση ή με περιεχόμενο αντίθετο στον νόμο.
Ανυπόστατη κατά το άρθρο 139 είναι η απόφαση που λήφθηκε με ψήφους προσώπων χωρίς μετοχική ιδιότητα.
Η σημασία της ταξινόμησης είναι πρακτική, όχι θεωρητική, καθώς κάθε κατηγορία ανοίγει διαφορετική δικονομική οδό και θέτει διαφορετική προθεσμία. Δύο αποφάσεις που μπορεί να φαίνονται όμοιες, είναι πιθανό να ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και να απαιτούν εντελώς διαφορετικό χειρισμό.
Η άκυρη απόφαση προϋποθέτει σοβαρό ελάττωμα. Άκυρη είναι η απόφαση όταν δεν υπήρξε καθόλου σύγκληση της συνέλευσης ή όταν το περιεχόμενό της αντίκειται στον νόμο ή το καταστατικό.
Αντίθετα, η πλημμελής μεν αλλά υπαρκτή σύγκληση οδηγεί σε ακυρωσία και όχι σε ακυρότητα. Η ακυρώσιμη απόφαση καλύπτει τα ελαττώματα του τρόπου λήψης, μεταξύ των οποίων η μη παροχή πληροφοριών για θέματα της ημερήσιας διάταξης (άρθρο 141) και η καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας.
Η ανυπόστατη απόφαση δεν φέρει καν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 226/2022). Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου στην ψηφοφορία συμμετείχαν στο σύνολό τους πρόσωπα χωρίς μετοχική ιδιότητα, ή όπου το πρακτικό χωρίς συνεδρίαση δεν υπογράφηκε από όλους τους μετόχους.
Όταν το διοικητικό συμβούλιο έχει εκλεγεί με ανυπόστατη ή άκυρη απόφαση, θεωρείται ότι η εταιρεία στερείται διοίκησης και διορίζεται προσωρινό διοικητικό συμβούλιο (ΑΠ 547/2019).
Κατηγορία
Τυπικός λόγος
Είδος αγωγής
Προθεσμία
Νομιμοποίηση
Ακυρώσιμη (άρθρο 137)
Μη νόμιμος τρόπος λήψης, κατάχρηση πλειοψηφίας, μη παροχή πληροφοριών
Διαπλαστική (ακύρωσης)
4 μήνες
Μέτοχος 2% που δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε, μέλος ΔΣ
Άκυρη (άρθρο 138)
Παντελής έλλειψη σύγκλησης, περιεχόμενο αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικό
Αναγνωριστική
1 έτος
Κάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον, αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο
Ανυπόστατη (άρθρο 139)
Ψήφοι μη μετόχων, πρακτικό χωρίς συνεδρίαση χωρίς όλους τους μετόχους
Αναγνωριστική
Καταρχήν απρόθεσμη
Κάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον
Ποια οδός χωρεί: αγωγή ακύρωσης ή αναγνώριση ακυρότητας;
Η οδός εξαρτάται από την κατηγορία και η επιλογή της απαιτεί νομική κρίση. Η ακυρωσία επέρχεται μόνο με τελεσίδικη διαπλαστική απόφαση, δηλαδή απόφαση που μεταβάλλει τη νομική κατάσταση. Δεν μπορεί να προβληθεί με ένσταση, ούτε παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο άλλης δίκης, ούτε εξωδίκως. Αντίθετα, η ακυρότητα αναγνωρίζεται με αναγνωριστική αγωγή, μπορεί να προβληθεί και παρεμπιπτόντως, ενώ το δικαστήριο τη λαμβάνει και αυτεπαγγέλτως υπόψη.
Η πρακτική συνέπεια της διάκρισης είναι ουσιώδης. Η ακυρώσιμη απόφαση παράγει πλήρως τα αποτελέσματά της έως ότου ακυρωθεί με δικαστική απόφαση. Η άκυρη απόφαση πάσχει από την αρχή, με αποτέλεσμα η αναγνωριστική αγωγή απλώς να διαπιστώνει μια προϋπάρχουσα κατάσταση.
Η αρμοδιότητα και η διαδικασία ταυτίζονται και για τις δύο μορφές. Η αγωγή εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και στρέφεται κατά της εταιρείας (άρθρο 137 παρ. 7). Η δυσκολία δεν βρίσκεται στην αρμοδιότητα αλλά στην ορθή υπαγωγή του ελαττώματος στην ορθή κατηγορία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα μη προφανούς υπαγωγής είναι η καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, η οποία, αν και αποτελεί ελάττωμα του περιεχομένου, υπάγεται από τον νόμο στην ακυρωσία (άρθρο 137 παρ. 2) και όχι στην ακυρότητα. Λάθος επιλογή δικονομικού οχήματος οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής, ανεξάρτητα από το βάσιμο της ουσιαστικής αιτίασης.
Μέχρι πότε προσβάλλεται η απόφαση και πότε θεραπεύεται;
Η αγωγή ακύρωσης ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών από τη λήψη της απόφασης ή, αν αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ). Για την ακυρότητα η αποκλειστική προθεσμία είναι ένα έτος. Σημειώνεται ότι «αποκλειστική» είναι η προθεσμία που δεν αναστέλλεται ούτε διακόπτεται και της οποίας η παρέλευση αποσβέννυει το δικαίωμα.
Το κρίσιμο σημείο για τον θιγόμενο μέτοχο είναι ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί ουδέτερα. Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης θεραπεύεται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας. Έκτοτε, ακόμη και η εξ ορισμού άκυρη απόφαση, παγιώνεται και δεν προσβάλλεται πλέον (ΑΠ 214/2022). Έως τη συμπλήρωση του έτους, η εταιρεία δεν μπορεί να αποκρούσει την επίκληση της ακυρότητας ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα.
Η εμπειρία από υποθέσεις προσβολής αποφάσεων γενικής συνέλευσης δείχνει ότι κρίσιμη είναι η έγκαιρη τήρηση της προθεσμίας. Η τετράμηνη προθεσμία της ακυρωσίας εκπνέει, συχνά πριν ο θιγόμενος μέτοχος ολοκληρώσει τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού και τη νομική τεκμηρίωση.
Ποιος μέτοχος νομιμοποιείται να ζητήσει την ακύρωση;
Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει ο μέτοχος που κατέχει το 2% του κεφαλαίου, εφόσον δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, καθώς και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου χωριστά. Ο μέτοχος που δεν συγκεντρώνει το ποσοστό αυτό δεν νομιμοποιείται προς ακύρωση, διατηρεί όμως αξίωση αποζημίωσης κατά της εταιρείας.
Η προϋπόθεση της εναντίωσης είναι λεπτή. Η αντίθεση πρέπει να είναι ρητή: η απλή αρνητική ψήφος δεν θεωρείται κατ’ ανάγκη εναντίωση, εφόσον δεν συνοδεύεται από σαφή δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η εμπειρία από εταιρικές διαφορές δείχνει ότι η απουσία ρητής εναντίωσης στα πρακτικά αρκεί για να κριθεί απαράδεκτη μια, κατά τα άλλα, βάσιμη αγωγή ακύρωσης.
Για τους μετόχους που υπολείπονται του ορίου του 2%, ο νόμος προβλέπει εναλλακτική προστασία αντί της ακύρωσης. Μπορούν να αξιώσουν από την εταιρεία αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν (άρθρο 137 παρ. 4). Αξίωση αποζημίωσης διατηρείται και όταν η απόφαση τελικά ακυρώθηκε. Η μειοψηφία διαθέτει και άλλα μέσα ελέγχου, όπως ο έκτακτος έλεγχος της εταιρείας, που μπορούν να αναδείξουν τις πλημμέλειες πριν φτάσει η υπόθεση στο στάδιο της προσβολής.
Πότε αποκλείεται ή θεραπεύεται η προσβολή της απόφασης;
Η ακυρωσία αποκλείεται όταν η ίδια η γενική συνέλευση επικυρώσει με νεότερη απόφαση την πλημμελή, διορθώνοντας ή αποκαθιστώντας το ελάττωμα που αποτελούσε τον λόγο της. Στην περίπτωση αυτή παύει η δυνατότητα ακύρωσης, διατηρείται όμως αξίωση αποζημίωσης για τους ζημιωθέντες. Δεν θεμελιώνει ακυρωσία η αντίθεση της απόφασης σε εσωτερικό κανονισμό ή σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων.
Η δυνατότητα της συνέλευσης να διορθώνει ή να ανακαλεί τις αποφάσεις της λειτουργεί ως μηχανισμός θεραπείας που μπορεί να εξουδετερώσει μια εκκρεμή προσβολή. Πρόκειται για διακριτή ενέργεια από τη δικαστική προσβολή, με δικές της προϋποθέσεις και συνέπειες.
Ο νόμος αποκλείει ρητά την ακυρωσία σε σειρά επιμέρους περιπτώσεων:
όταν συμμετείχαν στη συνέλευση πρόσωπα χωρίς δικαίωμα αλλά η συμμετοχή τους δεν ήταν αποφασιστική για την απαρτία ή την πλειοψηφία,
όταν πρόκειται για ακυρότητα ή ακυρωσία επιμέρους ψήφων που δεν ήταν αποφασιστικές,
όταν υπάρχουν αοριστίες του πρακτικού που δεν εμποδίζουν τη διάγνωση του περιεχομένου της απόφασης και
όταν το ελάττωμα της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για τη σύγκληση δεν στέρησε από τους μετόχους έγκαιρη και επαρκή πληροφόρηση (άρθρο 137 παρ. 5).
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η σχέση με τη μετοχική συμφωνία (shareholders’ agreement, SHA). Η παραβίαση της εξωεταιρικής αυτής συμφωνίας γεννά συμβατικές αξιώσεις μεταξύ των μερών, χωρίς να θίγει το κύρος της εταιρικής απόφασης (ΑΠ 1448/2014). Η συνύπαρξη του εταιρικού με το συμβατικό επίπεδο παράγει μη προφανές αποτέλεσμα, καθώς μια απόφαση μπορεί να είναι έγκυρη εταιρικά αλλά να συνεπάγεται παράβαση συγκεκριμένης ρήτρας της μετοχικής συμφωνίας, με συμβατικές συνέπειες παράλληλες προς την εταιρική εγκυρότητα.
Πώς προσβάλλεται απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου;
Άκυρη είναι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της οποίας το περιεχόμενο αντίκειται στον νόμο ή το καταστατικό (άρθρο 95). Άκυρη είναι και η απόφαση που λήφθηκε με μη νόμιμο τρόπο, εκτός αν λήφθηκε ομόφωνα από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παρόντα ή νομίμως εκπροσωπούμενα. Την ακυρότητα προβάλλουν, εντός έξι μηνών, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου καθώς και τρίτοι, μέτοχοι ή μη, με προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον.
Η εξάμηνη προθεσμία εκκινεί από την καταχώριση της απόφασης στο ΓΕΜΗ, για όσες αποφάσεις υποβάλλονται σε δημοσιότητα, άλλως από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή η δυνατότητα επίκλησης της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. Η ομοφωνία θεραπεύει μόνο τα ελαττώματα του τρόπου λήψης, όχι τα ελαττώματα του περιεχομένου.
Σε αντίθεση με τη γενική συνέλευση, το άρθρο 95 δεν προβλέπει την κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας ως αυτοτελή λόγο ελαττωματικότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου. Πριν από κάθε προσβολή σταθμίζεται η προστασία των τρίτων, καθώς οι άκυρες και ακυρώσιμες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου δεν αντιτάσσονται έναντι καλόπιστων τρίτων για πράξεις καθ’ υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή για περιορισμούς της εξουσίας του οργάνου, σύμφωνα με τις αρχές της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132.
Όργανο και είδος
Προθεσμία
Σημείο εκκίνησης
Γενική συνέλευση, ακυρωσία (άρθρο 137)
4 μήνες
Λήψη ή καταχώριση στο ΓΕΜΗ
Γενική συνέλευση, ακυρότητα (άρθρο 138)
1 έτος
Λήψη ή καταχώριση στο ΓΕΜΗ
Διοικητικό συμβούλιο (άρθρο 95)
6 μήνες
Καταχώριση στο ΓΕΜΗ ή στο βιβλίο πρακτικών
Συχνές Ερωτήσεις
Αρκεί η αρνητική ψήφος για να προσβληθεί η απόφαση;
Όχι πάντα. Το άρθρο 137 απαιτεί ο μέτοχος είτε να μην παρέστη είτε να έχει αντιταχθεί στην απόφαση. Η αντίθεση πρέπει να είναι ρητή και να καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η απλή αρνητική ψήφος, χωρίς σαφή δήλωση εναντίωσης, ενδέχεται να μην επαρκεί για τη θεμελίωση της νομιμοποίησης προς άσκηση της αγωγής ακύρωσης.
Τι συμβαίνει αν περάσει η τετράμηνη προθεσμία;
Η προθεσμία των τεσσάρων μηνών για την ακυρωσία είναι αποκλειστική. Μετά την εκπνοή της η απόφαση δεν ακυρώνεται πλέον. Αν το ελάττωμα συνιστά λόγο ακυρότητας, η προθεσμία είναι ένα έτος. Μετά την παρέλευση και αυτού, ακόμη και η άκυρη απόφαση θεραπεύεται (ΑΠ 214/2022) και δεν προσβάλλεται.
Μπορεί μια άκυρη απόφαση να θεραπευτεί με τον χρόνο;
Ναι. Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης θεραπεύεται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας και έκτοτε το δικαίωμα προσβολής αποσβέννυται. Έως τότε το δικαστήριο λαμβάνει την ακυρότητα και αυτεπαγγέλτως υπόψη και η εταιρεία δεν μπορεί να αποκρούσει την επίκλησή της ως καταχρηστική (ΑΠ 214/2022).
Η αντίθεση της απόφασης σε εξωεταιρική συμφωνία θεμελιώνει ακύρωση;
Όχι. Λόγος ακυρωσίας ή ακυρότητας είναι η αντίθεση στον νόμο ή το καταστατικό, όχι σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων ή σε εσωτερικό κανονισμό. Η παραβίαση της μετοχικής συμφωνίας γεννά συμβατικές αξιώσεις μεταξύ των μερών, χωρίς να θίγει το κύρος της εταιρικής απόφασης έναντι της εταιρείας (ΑΠ 1448/2014).
Ποιο δικαστήριο δικάζει την αγωγή ακύρωσης;
Η αγωγή ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και στρέφεται κατά της εταιρείας (άρθρο 137 παρ. 7). Η άσκηση της αγωγής και η δικαστική απόφαση που ακυρώνει την εταιρική απόφαση υποβάλλονται σε δημοσιότητα και ισχύουν έναντι όλων, με προστασία των καλόπιστων τρίτων.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Χαρακτηρισμός του ελαττώματος πρώτα: Η ταξινόμηση της απόφασης ως ακυρώσιμης, άκυρης ή ανυπόστατης προηγείται κάθε ενέργειας, διότι καθορίζει την αγωγή και την προθεσμία. Λανθασμένος χαρακτηρισμός οδηγεί σε απόρριψη.
Προθεσμία ως πρώτη προτεραιότητα: Η τετράμηνη και η ετήσια προθεσμία είναι αποκλειστικές. Η συγκέντρωση των αποδεικτικών και η σύνταξη της αγωγής ξεκινούν αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης, ώστε να μην εκπνεύσει το δικαίωμα.
Ρητή εναντίωση στα πρακτικά: Ο μέτοχος που διαφωνεί φροντίζει να καταχωριστεί σαφής δήλωση εναντίωσης, ώστε να διασφαλίσει τη νομιμοποίησή του προς προσβολή.
Διάκριση ακύρωσης από ανάκληση: Η δικαστική προσβολή διαφέρει από την ανάκληση της απόφασης από την ίδια τη συνέλευση. Η επιλογή μεταξύ τους είναι στρατηγική και εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Στάθμιση συνεπειών για τρίτους: Πριν από κάθε προσβολή εκτιμώνται οι συνέπειες σε καλόπιστους τρίτους που συναλλάχθηκαν βάσει της απόφασης, καθώς η ακύρωση ισχύει έναντι όλων.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ελαττωματικές αποφάσεις των οργάνων της Ανώνυμης Εταιρείας.
Σύμβαση Ανεξάρτητων Υπηρεσιών: Πώς Δομείται για να Αντέξει σε Έλεγχο
Περιληπτικά:
Η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι νόμιμη μόνο όταν ο πάροχος δεν τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση, δηλαδή η επιχείρηση δεν κατευθύνει δεσμευτικά τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης.
Ο τίτλος του εγγράφου, το δελτίο παροχής υπηρεσιών (ΔΠΥ) και η ασφάλιση ελεύθερου επαγγελματία δεν δεσμεύουν το δικαστήριο και τα ελεγκτικά όργανα (ΑΠ 730/2023).
Όταν ο πάροχος αμείβεται με ΔΠΥ από έναν ή δύο αντισυμβαλλόμενους, το άρθρο 39 παρ. 9 Ν. 4387/2016 επιβάλλει εισφορές με τους κανόνες των μισθωτών και δήλωση από τον αντισυμβαλλόμενο.
Η αυτοπρόσωπη, αποκλειστική ή κατά κύριο λόγο παροχή στον ίδιο εργοδότη επί εννέα συνεχείς μήνες ενεργοποιεί το τεκμήριο εξαρτημένης εργασίας του άρθρου 140 ΠΔ 62/2025.
Οι ρήτρες ανεξαρτησίας βαρύνουν μόνο όσο αποτυπώνουν την πραγματική λειτουργία της συνεργασίας.
Η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών επιτρέπεται όταν ο πάροχος προσφέρει τις υπηρεσίες του χωρίς νομική και προσωπική εξάρτηση από την επιχείρηση. Ο πάροχος καθορίζει ο ίδιος τον τρόπο εκτέλεσης, διατηρεί ουσιαστική ελευθερία ως προς τον χρόνο, δεν εντάσσεται στην οργανωτική δομή και δεν υπόκειται σε δεσμευτικές οδηγίες και εποπτεία. Όταν η επιχείρηση σχεδιάζει να κατευθύνει ωράριο, διαδικασίες και τρόπο εργασίας, η νόμιμη οδός είναι η πρόσληψη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Η μορφή αυτή στηρίζεται στις γενικές διατάξεις για τη μίσθωση εργασίας (άρθρα 648 επ. ΑΚ), χωρίς την εφαρμογή της προστατευτικής εργατικής νομοθεσίας. Κατά τη διατύπωση της ΑΠ 297/2012, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο παρέχων αμείβεται για τις υπηρεσίες του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του αντισυμβαλλομένου ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής. Σε πρόσωπα με επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις η εξάρτηση, όπου υπάρχει, εμφανίζεται χαλαρότερη, χωρίς όμως να εξαφανίζεται.
Στην πράξη το σχήμα ταιριάζει σε εξωτερικούς λογιστές, μηχανικούς, νομικούς και τεχνικούς συμβούλους, σε εξειδικευμένους επαγγελματίες πληροφορικής κλπ, όταν η επιχείρηση ενδιαφέρεται για το αντικείμενο της υπηρεσίας και όχι για τη διάθεση του χρόνου του παρόχου. Η συνολική στάθμιση ανάμεσα σε πρόσληψη, ανεξάρτητες υπηρεσίες και μίσθωση έργου ανήκει στο στάδιο της επιλογής συμβατικού σχήματος. Όταν γίνει η επιλογή, το ζητούμενο μετατοπίζεται στη νομικά ασφαλή υλοποίησή της.
Ποια δεδομένα κρίνουν τον χαρακτηρισμό σε έλεγχο και δικαστήριο;
Τον χαρακτηρισμό κρίνουν οι πραγματικές συνθήκες λειτουργίας της συνεργασίας, όπως ο βαθμός πρωτοβουλίας του παρόχου, η ελευθερία χρόνου, η ένταξη στην οργάνωση και η έκταση των οδηγιών. Ο τίτλος του εγγράφου, η έκδοση ΔΠΥ και η ασφάλιση ελεύθερου επαγγελματία δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια (ΑΠ 730/2023).
Με την ίδια παραπάνω απόφαση ο Άρειος Πάγος νομολόγησε ότι το δικαστήριο αποφαίνεται με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών υπό τα οποία λειτούργησε η σχέση, με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που έδωσαν οι συμβαλλόμενοι. Η ίδια λογική διέπει τον ασφαλιστικό και τον εργατικό έλεγχο.
Ενδείξεις εξάρτησης
Ενδείξεις ανεξαρτησίας
Δεσμευτικό ωράριο και έλεγχος παρουσίας
Ελεύθερος καθορισμός τρόπου και προγραμματισμού
Ένταξη στο οργανόγραμμα και αναφορά σε προϊστάμενο
Παράλληλη συνεργασία με περισσότερους πελάτες
Χρήση εξοπλισμού, χώρου και λογαριασμών της επιχείρησης
Δικά του μέσα, έδρα και επαγγελματική υποδομή
Πάγια αμοιβή ανεξάρτητη από παραδοτέα
Αμοιβή ανά παραδοτέο ή έργο, με ανάληψη κινδύνου
Υποχρεωτική συμμόρφωση σε εσωτερικές διαδικασίες ως προς τον τρόπο
Δυνατότητα άρνησης επιμέρους αναθέσεων
Χαρακτηριστική περίπτωση ανεξαρτησίας, περιγράφει η ΑΠ 628/2023, σε υπόθεση λογίστριας που ανέλαβε την τήρηση των βιβλίων και τη φοροτεχνική υποστήριξη εταιρείας χωρίς υποχρέωση ωραρίου και χωρίς εντολές τρίτων ως προς τον χρόνο και τον τόπο παροχής. Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν την τυπολογία της ανεξάρτητης συνεργασίας. Αντιστρόφως, η σώρευση ενδείξεων εξάρτησης οδηγεί σε εξαρτημένη εργασία, όποιον τίτλο και αν φέρει το έγγραφο.
Τι διαφοροποιεί ασφαλιστικά τη συνεργασία με ΔΠΥ σε έναν ή δύο αντισυμβαλλόμενους;
Όταν το εισόδημα του παρόχου προέρχεται μόνο από έναν ή δύο αντισυμβαλλόμενους, το άρθρο 39 παρ. 9 του Ν. 4387/2016 επιβάλλει υπολογισμό των εισφορών με τους κανόνες των μισθωτών. Επομένως, ο επιχειρηματίας υποβάλλει Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (ΑΠΔ), επιβαρύνεται με το εργοδοτικό σκέλος και παρακρατεί το σκέλος του ασφαλισμένου από την αμοιβή. Το «μπλοκάκι» δεν συνεπάγεται αυτομάτως χαμηλότερο κόστος.
Η σύμβαση δηλώνεται στη σχετική ηλεκτρονική υπηρεσία του e-ΕΦΚΑ, η συμφωνημένη αμοιβή κατανέμεται ανά μήνα με βάση τη διάρκεια της σύμβασης και ως ανώτατη μηνιαία βάση υπολογισμού ορίζεται το δεκαπλάσιο του εκάστοτε κατώτατου βασικού μισθού. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής αποτυπώνονται στις εγκυκλίους 17/2017 και 41/2023 του φορέα.
Στο καθεστώς δεν υπάγεται όποιος λαμβάνει από τον ίδιο εργοδότη μέρος των αποδοχών ως μισθωτός και μέρος με ΔΠΥ, ενώ η υπαγωγή κρίνεται από τα πραγματικά δεδομένα κάθε συνεργασίας και όχι από τον αριθμό των τιμολογίων.
Στοιχείο
Έως δύο αντισυμβαλλόμενοι (παρ. 9)
Τρεις και περισσότεροι
Υπολογισμός εισφορών
Κανόνες μισθωτών (άρθρο 38 Ν. 4387/2016)
Καθεστώς μη μισθωτών
Δήλωση
ΑΠΔ από τον αντισυμβαλλόμενο
Ατομικές υποχρεώσεις του παρόχου
Άμεση επιβάρυνση επιχείρησης
Εργοδοτικές εισφορές
Καμία, πέραν της αμοιβής
Η ασφαλιστική αυτή εξίσωση ανατρέπει τον πρόχειρο υπολογισμό κόστους, καθώς η επιχείρηση που συνεργάζεται με αποκλειστικό πάροχο της παρ. 9 επωμίζεται ήδη εργοδοτικές εισφορές, ενώ διατηρεί ακέραιο τον κίνδυνο επαναχαρακτηρισμού. Ο αριθμός των αντισυμβαλλομένων, η διάρκεια και το ύψος της αμοιβής σταθμίζονται πριν από την υπογραφή και όχι κατά την πρώτη δήλωση.
Ποιες συμβατικές προβλέψεις ενισχύουν τον ανεξάρτητο χαρακτήρα;
Τον ανεξάρτητο χαρακτήρα ενισχύουν ρήτρες που κατοχυρώνουν ελευθερία τρόπου και προγραμματισμού, δυνατότητα παράλληλης συνεργασίας με άλλους πελάτες, χρήση ίδιων μέσων, αμοιβή συνδεδεμένη με παραδοτέα, ανάληψη επαγγελματικού κινδύνου κλπ. Οι προβλέψεις αυτές βαρύνουν μόνο εφόσον αποτυπώνουν την πραγματική λειτουργία της συνεργασίας.
Στη σύνταξη της σχετικής σύμβασης, ενδιαφέρουν ιδίως:
η περιγραφή του αντικειμένου ως αποτελέσματος ή παραδοτέων και όχι ως διάθεσης χρόνου,
η ρητή ελευθερία του παρόχου ως προς τον τρόπο εκτέλεσης, με συμφωνημένα μόνο ορόσημα και προθεσμίες,
η απουσία αποκλειστικότητας, με διακριτή πρόβλεψη εχεμύθειας και, όπου χρειάζεται, ρήτρα μη ανταγωνισμού με συγκεκριμένο χρονικό, τοπικό και αντικειμενικό εύρος,
η δυνατότητα χρήσης βοηθών ή υπεργολάβων, στοιχείο που αποδυναμώνει τον αυτοπρόσωπο χαρακτήρα της παροχής και
η αμοιβή ανά παραδοτέο κατά τα άρθρα 404 επ. ΑΚ, σε αντίθεση με την ποινική ρήτρα σε σύμβαση εργασίας, όπου η νομολογία επιβάλλει αυστηρότερο έλεγχο.
Η εμπειρία από τη σύνταξη συμβάσεων συνεργασίας δείχνει ότι οι γενικόλογες διακηρύξεις «ανεξαρτησίας» δεν λαμβάνονται καν υπόψη σε τυχόν έλεγχο. Επίσης, ρήτρες με εργασιακό λεξιλόγιο (ωράριο, άδειες, υπερωρίες, προϊστάμενος, πειθαρχικές κυρώσεις κλπ) υπονομεύουν τη σύμβαση.
Ανάλογη προσοχή απαιτεί η εξ αποστάσεως εκτέλεση με διαρκή εποπτεία, αφού η τηλεργασία και η κατ’ οίκον απασχόληση συγκαταλέγονται στις χαρακτηριστικές περιπτώσεις του τεκμηρίου του άρθρου 140 ΠΔ 62/2025. Η διατύπωση κάθε όρου απαιτεί ad hoc στάθμιση των δεδομένων της συγκεκριμένης συνεργασίας.
Πώς διενεργείται ο έλεγχος της Επιθεώρησης Εργασίας και του e-ΕΦΚΑ και ποιες ενδείξεις βαρύνουν;
Ο έλεγχος ξεκινά από τα διαθέσιμα δεδομένα: αναγγελίες προσωπικού στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, δηλωμένες συμβάσεις της παρ. 9 στον e-ΕΦΚΑ και φορολογική εικόνα των τιμολογίων. Σταθμίζεται τυχόν διάρκεια που πλησιάζει τους εννέα συνεχείς μήνες, η αποκλειστικότητα, το σταθερό ωράριο και η χρήση υποδομής της επιχείρησης.
Στον επιτόπιο έλεγχο, τα όργανα της Επιθεώρησης Εργασίας (πρώην ΣΕΠΕ) αναζητούν την πραγματική θέση του παρόχου μέσα στην επιχείρηση: σταθερό γραφείο, εταιρικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, συμμετοχή σε βάρδιες και εσωτερικές διαδικασίες, καταχώριση σε συστήματα παρουσίας.
Οι αποκλίσεις ανάμεσα στη δηλωμένη και στην πραγματική απασχόληση αποτελούν το πρώτο εύρημα που καταγράφεται. Η εμπειρία από υποθέσεις ελέγχων δείχνει ότι βαρύνουσα σημασία έχουν κυρίως οι έγγραφες αποδείξεις (πχ σύμβαση, τιμολόγια, αλληλογραφία αναθέσεων κλπ), οι οποίες εξετάζονται αφετηριακά.
Αν η σχέση κριθεί εξαρτημένη, η ανατροπή λειτουργεί αναδρομικά. Στην περίπτωση αυτή, καταλογίζονται εργοδοτικές εισφορές με πρόσθετα τέλη, αναζητούνται διαφορές αποδοχών, αδειών και επιδομάτων, οφείλεται αποζημίωση απόλυσης με βάση την πραγματική προϋπηρεσία και επιβάλλονται διοικητικά πρόστιμα, μέσα στα εκάστοτε όρια παραγραφής των σχετικών αξιώσεων. Η έκταση της αναδρομικότητας εξαρτάται από τη διάρκεια της σχέσης και από τα συνοδά στοιχεία.
Πότε πρέπει η συνεργασία να μετατραπεί σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας;
Η μετατροπή επιβάλλεται όταν η πραγματική λειτουργία της συνεργασίας έχει μεταβληθεί. Για παράδειγμα, όταν ο πάροχος εντάσσεται μόνιμα στην επιχείρηση, εργάζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για την επιχείρηση και η διάρκεια πλησιάζει τους εννέα συνεχείς μήνες. Η έγκαιρη μετατροπή κοστίζει λιγότερο από τον αναδρομικό επαναχαρακτηρισμό.
Το άρθρο 140 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, που κωδικοποίησε το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010, τεκμαίρει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας όταν η παροχή υπηρεσιών ή έργου γίνεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη επί εννέα συνεχείς μήνες. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αντιστρέφει όμως το βάρος απόδειξης σε βάρος της επιχείρησης.
Πρακτικά κριτήρια για την απόφαση είναι:
το αντικείμενο έχει μετατοπιστεί από παραδοτέα σε πάγια καθήκοντα,
η επιχείρηση χρειάζεται πλέον δεσμευτικό ωράριο και ένταξη σε διαδικασίες,
ο πάροχος υπάγεται ήδη στην παρ. 9, οπότε η επιχείρηση καταβάλλει εργοδοτικές εισφορές χωρίς να διαθέτει το διευθυντικό δικαίωμα που παρέχει η σύμβαση εργασίας και
πλησιάζει η συμπλήρωση του εννεαμήνου.
Η μετάβαση γίνεται με νέα σύμβαση εργασίας και αναγγελία πρόσληψης, χωρίς να θεραπεύει αναδρομικά την προηγούμενη περίοδο καθώς, αν εκείνη λειτούργησε ως εξαρτημένη, οι σχετικές αξιώσεις διατηρούνται και η διαχείριση της μετάβασης κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης.
Συχνές Ερωτήσεις
Τι περιλαμβάνει μια πλήρης σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών;
Αντικείμενο διατυπωμένο σε παραδοτέα, διάρκεια και επιμέρους προθεσμίες, αμοιβή και όρους τιμολόγησης, ρητή ελευθερία τρόπου εκτέλεσης, απουσία αποκλειστικότητας, εχεμύθεια, ευθύνη και τυχόν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, όρους λύσης και καταγγελίας με σαφη προσαρμογή στα πραγματικά δεδομένα της συγκεκριμένης συνεργασίας.
Ποιος καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές όταν ο συνεργάτης αμείβεται με ΔΠΥ από έναν αντισυμβαλλόμενο;
Στο καθεστώς του άρθρου 39 παρ. 9 Ν. 4387/2016 οι εισφορές υπολογίζονται με τους κανόνες των μισθωτών. Ο επιχειρηματίας υποβάλλει ΑΠΔ, επιβαρύνεται με το εργοδοτικό σκέλος και παρακρατεί το σκέλος του ασφαλισμένου από την αμοιβή. Η σύμβαση δηλώνεται στη σχετική ηλεκτρονική υπηρεσία του e-ΕΦΚΑ και η αμοιβή κατανέμεται ανά μήνα με βάση τη διάρκειά της.
Ισχύει ρήτρα μη ανταγωνισμού σε σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών;
Ισχύει, εφόσον οριοθετείται συγκεκριμένα ως προς τη χρονική διάρκεια, τη γεωγραφική έκταση και το αντικείμενο και δεν περιορίζει υπέρμετρα την επαγγελματική ελευθερία του παρόχου κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ. Η ευρύτητα της δέσμευσης σταθμίζεται με το αντάλλαγμα που λαμβάνει ο δεσμευόμενος. Γενικές απαγορεύσεις χωρίς όρια κρίνονται, κατά κανόνα, άκυρες.
Διακόπτεται το τεκμήριο των εννέα μηνών αν μεσολαβήσει διάλειμμα στη συνεργασία;
Το άρθρο 140 ΠΔ 62/2025 απαιτεί εννέα συνεχείς μήνες, επομένως η πραγματική διακοπή της παροχής διακόπτει τη συνέχεια. Τεχνητά διαλείμματα χωρίς ουσιαστική παύση δεν μεταβάλλουν την εικόνα που εκτιμούν ο ελεγκτής και το δικαστήριο, αφού ο χαρακτηρισμός στηρίζεται στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών και όχι σε τυπικές ημερομηνίες τιμολόγησης.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Ευθυγράμμιση εγγράφου και πραγματικότητας: Η σύμβαση συντάσσεται ώστε να περιγράφει τη λειτουργία που πράγματι θα ακολουθηθεί. Κάθε απόκλιση ανάμεσα στο συμβατικό κείμενο και τα πραγματικά περιστατικά ενέχει κίνδυνο επαναχαρακτηρισμού από την Επιθεώρηση Εργασίας και τον e-ΕΦΚΑ, καθώς και αξιώσεις αναδρομικής αποζημίωσης και εργοδοτικών εισφορών.
Παρακολούθηση διάρκειας και αποκλειστικότητας: Πριν από τη συμπλήρωση εννέα συνεχών μηνών αποκλειστικής ή κατά κύριο λόγο συνεργασίας, επανεξετάζεται αν το σχήμα παραμένει υποστηρίξιμο ή αν επιβάλλεται μετατροπή.
Φάκελος τεκμηρίωσης ανεξαρτησίας: Τιμολόγια προς τρίτους πελάτες, αποδείξεις ίδιας υποδομής και αλληλογραφία αναθέσεων ανά παραδοτέο συγκεντρώνονται από την αρχή της συνεργασίας, για να είναι έτοιμα σε τυχόν έλεγχο.
Ασφαλιστικός σχεδιασμός πριν την υπογραφή: Η υπαγωγή ή μη στο άρθρο 39 παρ. 9 και το πραγματικό κόστος των εισφορών συνυπολογίζονται πριν από τη συμφωνία της αμοιβής.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Λύση ΑΕ: Πότε Είναι Υποχρεωτική, Πότε Προτιμάται και Ποια η Εναλλακτική
Εν συντομία:
Η ανώνυμη εταιρεία δεν λύεται μόνο όταν το αποφασίσουν οι μέτοχοι. Ορισμένα γεγονότα γεννούν υποχρέωση της διοίκησης να φέρει το θέμα της λύσης στη γενική συνέλευση.
Όταν τα ίδια κεφάλαια πέσουν κάτω από το μισό του μετοχικού κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να συγκαλέσει γενική συνέλευση μέσα σε έξι μήνες, με θέμα τη λύση ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου.
Η εκούσια λύση είναι μία μόνο επιλογή. Εναλλακτικές είναι η ανακεφαλαιοποίηση, ο μετασχηματισμός και, σε αδιέξοδο, η δικαστική λύση κατόπιν αίτησης μετόχων μειοψηφίας ή τρίτου με έννομο συμφέρον.
Η διακοπή εργασιών τακτοποιεί τη φορολογική εικόνα αλλά δεν υποκαθιστά τη νομική λύση και τη διαγραφή από το ΓΕΜΗ.
Η επιλογή καθορίζει τον χρόνο, το κόστος και την προσωπική ευθύνη των διοικούντων.
Πότε υποχρεούται η διοίκηση ΑΕ να θέσει θέμα λύσης;
Η διοίκηση υποχρεούται να θέσει θέμα λύσης όταν το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας γίνει κατώτερο από το μισό του μετοχικού κεφαλαίου. Στην περίπτωση αυτή, το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να συγκαλέσει γενική συνέλευση μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τη λήξη της χρήσης, με θέμα τη λύση της εταιρείας ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου (άρθρο 119 παρ. 4 Ν. 4548/2018).
Η ρύθμιση αυτή μετατοπίζει τη λύση από προαιρετική απόφαση των μετόχων σε νομική υποχρέωση του ΔΣ. Η δραστική μείωση των ιδίων κεφαλαίων κάτω από το όριο του 1/2 ενεργοποιεί καθήκον της διοίκησης ανεξάρτητα από το αν η ίδια επιθυμεί τη λύση. Ως «άλλο μέτρο» νοείται η αύξηση κεφαλαίου, η μείωση κεφαλαίου με ταυτόχρονη αύξηση για απορρόφηση ζημιών, ή ο μετασχηματισμός σε άλλον εταιρικό τύπο.
Η σύγκληση της γενικής συνέλευσης δεν εξαντλεί την υποχρέωση. Η διατύπωση της ημερήσιας διάταξης και η τεκμηρίωση της επιλεγείσας λύσης στα πρακτικά καθορίζουν αν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου καλύπτονται έναντι μεταγενέστερης αμφισβήτησης για παράβαση των καθηκόντων τους.
Η εμπειρία από υποθέσεις ανεπαρκών ιδίων κεφαλαίων δείχνει ότι η παράλειψη ή η καθυστερημένη σύγκληση είναι το σημείο όπου θεμελιώνεται προσωπική έκθεση των διοικούντων και όχι η ίδια η οικονομική δυσχέρεια. Η λύση κατά τον Ν. 4548/2018 αποτελεί την αφετηρία ενός ευρύτερου πλέγματος λύσης και εκκαθάρισης που διαφέρει ανά εταιρικό τύπο.
Πότε επιλέγεται η εκούσια λύση και πότε ηπιότερο μέτρο;
Η εκούσια λύση επιλέγεται όταν οι μέτοχοι κρίνουν ότι η δραστηριότητα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της, χωρίς προοπτική ανάκαμψης ή μεταβίβασης. Λαμβάνεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης σε αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ (άρθρο 164 Ν. 4548/2018). Ο εταιρικός τύπος της ανώνυμης εταιρείας δεν εμποδίζει αυτή τη λύση, την υποχρεώνει όμως σε αυστηρότερες διατυπώσεις.
Όταν το πρόβλημα είναι κεφαλαιακό αλλά η δραστηριότητα παραμένει βιώσιμη, η ανακεφαλαιοποίηση προτιμάται έναντι της λύσης. Όταν η αξία της επιχείρησης διασώζεται με άλλο σχήμα, ενδείκνυται ο μετασχηματισμός σε άλλον εταιρικό τύπο ή η συγχώνευση με υφιστάμενο σχήμα.
Η επιλογή μεταξύ εκούσιας λύσης, ανακεφαλαιοποίησης και μετασχηματισμού εξαρτάται από τη βιωσιμότητα της δραστηριότητας, τη φορολογική στρατηγική των μετόχων και την ύπαρξη υποψήφιου αγοραστή. Ο παρακάτω πίνακας συγκρίνει τις βασικές επιλογές αντιμετώπισης μιας ΑΕ που φτάνει σε κρίσιμο σημείο.
Επιλογή
Πότε ενεργοποιείται
Ποιος αποφασίζει
Τι τακτοποιεί
Τι δεν τακτοποιεί
Εκούσια λύση και εκκαθάριση
Ολοκλήρωση κύκλου, χωρίς προοπτική ανάκαμψης
Γενική συνέλευση (αυξημένη απαρτία)
Οριστικό τέλος, διαγραφή ΓΕΜΗ
Δεν εφαρμόζεται σε αδυναμία πληρωμών
Ανακεφαλαιοποίηση ή άλλο μέτρο
Ίδια κεφάλαια κάτω από το μισό, βιώσιμη δραστηριότητα
Γενική συνέλευση
Διατήρηση εταιρείας, άρση υποχρέωσης άρθρου 119
Δεν λύνει διαρθρωτική απαξίωση
Μετασχηματισμός ή συγχώνευση
Η αξία διασώζεται σε άλλο σχήμα
Γενική συνέλευση, εγκρίσεις
Συνέχιση δραστηριότητας σε νέα μορφή
Απαιτεί υποψήφιο σχήμα ή αποκτώντα
Δικαστική λύση (άρθρα 165, 166)
Μετοχικό αδιέξοδο ή έλλειψη νόμιμων προϋποθέσεων
Μονομελές Πρωτοδικείο
Έξοδος από μόνιμο αδιέξοδο
Χρονοβόρα, έσχατο μέσο
Διακοπή εργασιών (αδρανοποίηση)
Παύση δραστηριότητας χωρίς τυπική λύση
Διοίκηση, δήλωση στην ΑΑΔΕ
Φορολογική εικόνα
Δεν αίρει υποχρέωση λύσης και διαγραφής
Πτώχευση
Γενική και διαρκής αδυναμία πληρωμών
Δικαστήριο, σύνδικος
Συλλογική ικανοποίηση δανειστών
Υποκαθιστά την κοινή εκκαθάριση
Πότε επιβάλλει τρίτος ή μέτοχος δικαστική λύση;
Η δικαστική λύση δεν εξαρτάται πάντα ή μόνο από τη βούληση της πλειοψηφίας. Ο νόμος επιτρέπει σε μέτοχο μειοψηφίας ή σε τρίτο με έννομο συμφέρον να ζητήσει από το δικαστήριο τη λύση της εταιρείας, σε δύο διακριτές περιπτώσεις με διαφορετικές προϋποθέσεις (άρθρα 165 και 166 Ν. 4548/2018).
Λύση με αίτηση μετόχων για σπουδαίο λόγο
Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το ένα τρίτο τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου, αν υφίσταται σπουδαίος λόγος που, κατά τρόπο προφανή και μόνιμο, καθιστά τη συνέχιση της εταιρείας αδύνατη (άρθρο 166). Ο νόμος αναφέρει ως τυπική περίπτωση το αδιέξοδο από ίσες συμμετοχές, όταν η εκλογή διοικητικού συμβουλίου είναι αδύνατη ή η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει.
Η συγκεκριμένη λύση αντιμετωπίζεται νομολογιακά ως έσχατο μέσο, καθώς προέχει η διατήρηση της εταιρείας. Πριν εκδώσει την απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρέχει προθεσμία δύο έως τεσσάρων μηνών για άρση του λόγου λύσης, ιδίως μέσω εξαγοράς μετοχών μεταξύ των μετόχων.
Στη νομολογία για τις προσωπικές εταιρείες (που μελετάται αναλογικά), η ΑΠ 1140/2021 δέχθηκε ότι η δικαστική λύση για σπουδαίο λόγο χωρεί μόνο όταν δεν ανευρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου, αρχή που διέπει και τη λύση της ανώνυμης εταιρείας.
Η άμυνα της εταιρείας έναντι αίτησης δικαστικής λύσης στηρίζεται στην ανάδειξη ηπιότερου μέτρου εντός της προθεσμίας. Η καταστατικές ρήτρες εξόδου ή εξαγοράς, ad hoc προσαρμοσμένων στη μετοχική σύνθεση, μπορεί να παρέχουν εναλλακτικές και να διασωθεί η εταιρεία. Η εμπειρία από υποθέσεις μετοχικού αδιεξόδου δείχνει ότι το αποτέλεσμα κρίνεται στη διαπραγμάτευση αυτών των μηχανισμών.
Λύση με αίτηση τρίτου που έχει έννομο συμφέρον
Επίσης, η εταιρεία μπορεί να λυθεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον (άρθρο 165), αν συντρέχει μία από τρεις περιπτώσεις:
κατά τη σύσταση δεν καταβλήθηκε το καταβλητέο κεφάλαιο και παραμένει μη καταβεβλημένο κατά την υποβολή της αίτησης,
η εταιρεία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζει ο νόμος, ή
δεν έχει υποβάλει προς καταχώριση χρηματοοικονομικές καταστάσεις δύο τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων.
Έννομο συμφέρον θεμελιώνουν, μεταξύ άλλων, οι δανειστές της εταιρείας και οι ελεγκτές της, ενώ η απόφαση που κηρύσσει τη λύση είναι διαπλαστική και ισχύει έναντι όλων. Ο τρίτος λόγος (μη υποβολή χρηματοοικονομικών καταστάσεων), συνδέει άμεσα την παρατεταμένη αδράνεια με κίνδυνο εξωτερικά επιβαλλόμενης λύσης.
Τέλος, υφίσταται και η περίπτωση του άρθρου 45, όπου το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη λύση, αν η εξαγορά μετοχών της μειοψηφίας από την εταιρεία, την οποία το ίδιο διέταξε, δεν ολοκληρωθεί από πταίσμα του υπόχρεου.
Λύση ή αδράνεια: τι δεν λύνει η διακοπή εργασιών;
Η διακοπή εργασιών δεν είναι εναλλακτική της λύσης. Τακτοποιεί τη φορολογική εικόνα μιας εταιρείας που έπαψε να δραστηριοποιείται, αλλά δεν αίρει την υποχρέωση να ολοκληρωθεί η νομική λύση και η διαγραφή από το ΓΕΜΗ. Η εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο, με όλες τις σχετικές εταιρικές υποχρεώσεις σε ισχύ.
Η εκπρόθεσμη διακοπή εργασιών λειτουργεί ως αμυντικό φορολογικό εργαλείο για επιχειρήσεις που έπαψαν την πραγματική τους δραστηριότητα. Δεν μετατρέπει όμως την αδράνεια σε νόμιμο τερματισμό. Αντίθετα, μια εταιρεία που μένει αδρανής και δεν υποβάλλει χρηματοοικονομικές καταστάσεις εκτίθεται στον λόγο δικαστικής λύσης του άρθρου 165, με πρωτοβουλία δανειστή ή άλλου έχοντος έννομο συμφέρον. Η αδρανοποίηση απλά μεταθέτει το πρόβλημα, δεν το λύνει.
Τι ακολουθεί τη λύση της ΑΕ;
Με τη λύση, με εξαίρεση την περίπτωση της πτώχευσης, η εταιρεία περνά αυτοδικαίως στο στάδιο της εκκαθάρισης. Διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, η επωνυμία της συμπληρώνεται με τη μνεία «υπό εκκαθάριση» και εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη σύνταξη του τελικού ισολογισμού και τη διαγραφή από το ΓΕΜΗ.
Όταν προκύπτει σύγκρουση ή αδράνεια στο πρόσωπο του εκκαθαριστή, ο νόμος προβλέπει δικαστική αντικατάσταση εκκαθαριστή για σπουδαίο λόγο, ενώ πριν την οριστική διανομή της εταιρικής περιουσίας στους μετόχους, παραμένει ανοιχτή και η αναβίωση της λυθείσας εταιρείας με νέα απόφαση της γενικής συνέλευσης.
Συχνές Ερωτήσεις
Τι γίνεται με την εκκαθάριση ΑΕ που έχει χρέη;
Όταν η εταιρεία βρίσκεται σε γενική και διαρκή αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, η κοινή εκκαθάριση δεν είναι η ενδεδειγμένη λύση. Εφαρμόζεται ο Ν. 4738/2020 με κήρυξη πτώχευσης και διορισμό συνδίκου, που υποκαθιστά την εκκαθάριση και ικανοποιεί τους δανειστές κατά νόμιμη σειρά. Πριν φτάσει εκεί, ο εξωδικαστικός μηχανισμός επιτρέπει επαναδιαπραγμάτευση οφειλών χωρίς διακοπή λειτουργίας.
Πώς επηρεάζει η ύπαρξη ακινήτου τη λύση ΑΕ;
Το ακίνητο εντάσσεται στην εταιρική περιουσία που ρευστοποιείται ή διανέμεται κατά την εκκαθάριση. Η μεταβίβαση ή η αυτούσια διανομή του στους μετόχους γεννά φορολογικές συνέπειες και απαιτεί αποτίμηση, στοιχεία που καθορίζουν τον χρόνο και το κόστος της εκκαθάρισης. Η παρουσία ακινήτου συχνά κατευθύνει την επιλογή μεταξύ ρευστοποίησης και διανομής σε είδος.
Ποιες οι συνέπειες της πτώχευσης για τη λύση;
Η κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση αποτελεί αυτοτελή λόγο λύσης κατά το άρθρο 164. Δεν ακολουθεί η κοινή εκκαθάριση, αλλά η πτωχευτική διαδικασία με διορισμό συνδίκου. Λόγο λύσης συνιστά και η απόρριψη της αίτησης πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη να καλύψει τα έξοδα της διαδικασίας.
Μπορεί μια λυθείσα ΑΕ να αναβιώσει;
Ναι. Εταιρεία που λύθηκε με απόφαση της γενικής συνέλευσης ή λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειάς της μπορεί να αναβιώσει με νέα απόφαση των μετόχων. Η αναβίωση αποκλείεται εφόσον έχει ήδη ξεκινήσει η διανομή της εταιρικής περιουσίας στους μετόχους. Η δυνατότητα αυτή έχει σημασία όταν προκύψει νέα επιχειρηματική προοπτική κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Παρακολούθηση ιδίων κεφαλαίων: Η πτώση των ιδίων κεφαλαίων κάτω από το μισό του μετοχικού κεφαλαίου γεννά υποχρέωση σύγκλησης γενικής συνέλευσης εντός έξι μηνών. Η καθυστέρηση, όχι η ζημία αυτή καθαυτή, είναι το σημείο θεμελίωσης ευθύνης των διοικούντων.
Επιλογή διαδρομής πριν την απόφαση: Η σύγκριση εκούσιας λύσης, ανακεφαλαιοποίησης και μετασχηματισμού γίνεται με βάση τη βιωσιμότητα και τη φορολογική στρατηγική, πριν τυποποιηθεί η απόφαση της γενικής συνέλευσης.
Η αδράνεια δεν ολοκληρώνει τη λύση: Η διακοπή εργασιών τακτοποιεί τη φορολογική όψη αλλά αφήνει ανοιχτή την υποχρέωση νομικής λύσης και διαγραφής, ενώ η μη υποβολή ισολογισμών εκθέτει σε δικαστική λύση από τρίτο.
Άμυνα σε δικαστική λύση: Η προθεσμία των δύο έως τεσσάρων μηνών για άρση του λόγου λύσης αξιοποιείται με ανεύρεση ηπιότερων μέτρων. Τυχόν καταστατικές ρήτρες εξαγοράς προσαρμοσμένες στη μετοχική σύνθεση μπορούν να διασώσουν την εταιρεία.
Χρόνος και αναβίωση: Η αναβίωση παραμένει εφικτή μόνο πριν τη διανομή της περιουσίας, στοιχείο που καθορίζει το χρονικό περιθώριο αλλαγής πορείας κατά την εκκαθάριση.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους λόγους λύσης της Ανώνυμης Εταιρείας.
Πότε Χρειάζεται Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων και Τι Ισχύει σε Παράβαση
Περιληπτικά:
Η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement, – SHA) ρυθμίζει σχέσεις που ο αναγκαστικός χαρακτήρας του δικαίου της ανώνυμης εταιρείας δεν επιτρέπει να ενταχθούν στο καταστατικό: δέσμευση ψήφου, δικαιώματα εξόδου, χρηματοδότηση, σύνθεση της διοίκησης.
Το καταστατικό δεσμεύει εταιρεία, όργανα και τρίτους, αλλά δημοσιεύεται και τροποποιείται δύσκολα. Το SHA δεσμεύει μόνο τους συμβαλλομένους, με αντάλλαγμα εμπιστευτικότητα και ευελιξία.
Η παράβαση του SHA γεννά αξίωση αποζημίωσης, όχι ακύρωση απόφασης της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου (ΑΠ 1448/2014, ΑΠ 1121/2006). Επειδή η ζημία αποδεικνύεται δύσκολα, η ποινική ρήτρα είναι ο πρακτικός μηχανισμός.
Ρήτρες που περιορίζουν, ευθέως ή εμμέσως, την ελεύθερη ανάκληση μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι άκυρες έναντι της εταιρείας (ΑΠ 1810/2022, ΑΠ 1448/2014).
Πότε χρειάζεται εξωεταιρική συμφωνία μετόχων και τι ρυθμίζει που δεν χωρά στο καταστατικό;
Η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement – SHA) χρειάζεται όταν οι μέτοχοι θέλουν να ρυθμίσουν σχέσεις που ο αναγκαστικός χαρακτήρας του δικαίου της ανώνυμης εταιρείας δεν επιτρέπει να ενταχθούν στο καταστατικό. Πρόκειται για σύμβαση μεταξύ των μετόχων, ενίοτε και με τρίτους ή την ίδια την εταιρεία, με αντικείμενο την άσκηση εταιρικών δικαιωμάτων, τη χρηματοδότηση, τη σύνθεση της διοίκησης και την έξοδο από την εταιρεία.
Το δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας περιέχει, κατά κύριο λόγο, κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Το καταστατικό δεν μπορεί να αποκλίνει από αυτούς, ούτε να ρυθμίσει ελεύθερα ζητήματα όπως τον τρόπο που θα ψηφίσει ο κάθε μέτοχος ή την υποχρέωσή του να πουλήσει τις μετοχές του υπό όρους. Η εξωεταιρική συμφωνία καλύπτει ακριβώς αυτό το κενό, ενώ θεμελιώνεται στην ελευθερία των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και έχει ενοχικό χαρακτήρα, δηλαδή δεσμεύει μόνο όσους την υπογράφουν.
Στην πράξη, η ανάγκη συνήθως εμφανίζεται όταν εισέρχεται στρατηγικός επενδυτής, όταν συνεργάζονται ιδρυτές με διαφορετική συνεισφορά ή όταν σχεδιάζεται μελλοντική έξοδος. Τότε συμφωνούνται ρυθμίσεις που δεν χωρούν στο καταστατικό. Συχνά προστίθενται ρήτρες σταδιακής κατοχύρωσης μετοχών (vesting), όροι για την εξαγορά μετοχών μειοψηφίας και προβλέψεις για τη συμμετοχή του επενδυτή μέσω προνομιούχων μετοχών, ή τα δικαιώματα drag along και tag along.
Πέρα από τη μεταβίβαση, η συμφωνία ρυθμίζει συχνά και τη λήψη αποφάσεων. Καθορίζει θέματα αυξημένης πλειοψηφίας (reserved matters) για τα οποία απαιτείται η σύμπραξη της μειοψηφίας, μηχανισμούς επίλυσης αδιεξόδου (deadlock) όταν οι μέτοχοι ισοψηφούν, ρήτρα αμοιβαίας εξαγοράς (shotgun) ως έσχατη λύση, υποχρεώσεις μη ανταγωνισμού και υπαγωγή των διαφορών σε διαιτησία. Κάθε όρος έχει διαφορετική νομική βαρύτητα και διαφορετικά όρια εγκυρότητας.
Η εξωεταιρική συμφωνία δεν υποκαθιστά τη μεταβίβαση των μετοχών ούτε το καταστατικό. Λειτουργεί παράλληλα, ως δεύτερο επίπεδο ρύθμισης μεταξύ συγκεκριμένων μετόχων. Η διάκριση των δύο επιπέδων είναι το πρώτο κρίσιμο σημείο, γιατί καθορίζει τι δεσμεύει και ποιον.
SHA ή καταστατικό: τι δεσμεύει, ποιον και πότε επιλέγεται το καθένα
Το καταστατικό και η εξωεταιρική συμφωνία λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα.
Το καταστατικό αποτελεί τον «οργανωτικό νόμο» της εταιρείας, δηλαδή δεσμεύει εταιρεία, όργανα και τρίτους με οργανική ισχύ, αλλά δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ και τροποποιείται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.
Η εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει μόνο όσους την υπογράφουν, παραμένει εμπιστευτική και τροποποιείται ελεύθερα.
Κριτήριο
Καταστατικό
Εξωεταιρική συμφωνία (SHA)
Δέσμευση
Εταιρεία, όργανα, τρίτοι (οργανική ισχύς)
Μόνο οι συμβαλλόμενοι μέτοχοι (ενοχική ισχύς)
Δημοσιότητα
Δημόσιο, καταχωρίζεται στο ΓΕΜΗ
Εμπιστευτικό, δεν δημοσιεύεται
Τροποποίηση
Απόφαση ΓΣ με αυξημένη απαρτία και καταχώριση ΓΕΜΗ
Η ίδια ρύθμιση παράγει διαφορετικό αποτέλεσμα ανάλογα με το πού τοποθετείται. Ένας περιορισμός μεταβίβασης μέσα στο καταστατικό δεσμεύει κάθε τρίτο αγοραστή. Ο ίδιος περιορισμός μέσα στο SHA δεσμεύει μόνο τον συμβαλλόμενο μέτοχο και αφήνει τον αγοραστή ελεύθερο, εκτός αν αναλάβει ρητά τη σχετική υποχρέωση.
Η εμπειρία από υποθέσεις σύνταξης συμφωνιών μετόχων δείχνει ότι το συχνότερο λάθος είναι η διατύπωση της συμφωνίας στο λάθος έγγραφο, με αποτέλεσμα να μην παράγει την προστασία που επιδίωκε ο μέτοχος.
Η σωστή κατανομή απαιτεί κρίση για το ποια στοιχεία πρέπει να αποκτήσουν καταστατική ισχύ και δημοσιότητα και ποια εξυπηρετεί να μείνουν εμπιστευτικά και ευέλικτα. Η διατύπωση της διεπαφής των δύο κειμένων, ώστε το ένα να μην αναιρεί το άλλο, καθορίζει αν η συνολική δομή θα αντέξει σε δικαστικό έλεγχο.
Τι ισχύει αν μέτοχος παραβιάσει το SHA ψηφίζοντας αντίθετα από τη συμφωνία;
Η παράβαση εξωεταιρικής συμφωνίας γεννά αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαίτιου μετόχου, όχι ακύρωση της απόφασης της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου. Κατά την ΑΠ 1448/2014 και την ΑΠ 1121/2006, η συμφωνία παράγει ενοχικές μόνο συνέπειες και δεν θίγει το κύρος των εταιρικών αποφάσεων που λήφθηκαν κατά παράβασή της. Η απόφαση παραμένει έγκυρη και ο αντισυμβαλλόμενος αποζημιώνεται.
Αυτή είναι η αρχή του διαχωρισμού, η κρατούσα θέση στη νομολογία την οποία ακολουθεί η ΑΠ 1448/2014. Η συμφωνία λειτουργεί έξω από τον εταιρικό μηχανισμό. Ο μέτοχος που δεσμεύτηκε να ψηφίσει με ορισμένο τρόπο και ψήφισε αντίθετα παραβιάζει σύμβαση, όχι κανόνα εταιρικού δικαίου. Η ψήφος του προσμετράται κανονικά στη γενική συνέλευση και η ακύρωση της απόφασης της ΓΣ δεν χωρεί για τον λόγο αυτό.
Το πρακτικό πρόβλημα είναι η απόδειξη της ζημίας. Η ψήφος μπορεί να είναι μυστική, ο υπολογισμός της βλάβης από μια αντισυμβατική ψήφο είναι δυσχερής και, αν η ψήφος δεν επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα, ζημία ενδέχεται να μην υπάρχει καθόλου. Για τον λόγο αυτό η αποζημίωση συχνά παραμένει θεωρητική.
Η λύση που επιλέγεται στην πράξη είναι η ποινική ρήτρα. Με αυτήν τα μέρη προσδιορίζουν εκ των προτέρων το ποσό που οφείλει ο παραβάτης ανά παράβαση, χωρίς ανάγκη απόδειξης ζημίας. Η διατύπωση της ρήτρας, το ύψος της και η σύνδεσή της με τη συγκεκριμένη δέσμευση είναι κρίσιμα, καθώς μια υπερβολική ή κακοδιατυπωμένη ρήτρα μπορεί να κριθεί άκυρη ή να μειωθεί, ενώ μια ρήτρα που εμμέσως αποκλείει δικαιώματα αναγκαστικού δικαίου προσκρούει στα όρια που εξετάζονται παρακάτω.
Μπορεί η παράβαση SHA να ακυρώσει απόφαση ΓΣ ή ΔΣ;
Κατά κανόνα όχι. Μόνο όταν όλοι οι μέτοχοι έχουν υπογράψει τη συμφωνία και αυτή λειτουργεί ως ερμηνευτικό και συμπληρωματικό κείμενο του καταστατικού, μέρος της νομολογίας δέχεται ότι η παράβαση μπορεί να θεμελιώσει ακυρότητα εταιρικής απόφασης. Ακόμη και τότε, όμως, η ακυρότητα προκύπτει μέσω του καταστατικού, όχι αυτοτελώς από τη συμφωνία.
Τη θέση αυτή, που αποτελεί την αρχή της ενότητας, εξέφρασε η ΠολΠρΑθ 5723/2006 σε διαφορά μετόχων οικογενειακής βιομηχανίας με στρατηγικό επενδυτή. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι, όταν στη σύμβαση συμμετέχει το σύνολο των μετόχων, αυτή καθίσταται ουσιώδες ερμηνευτικό κείμενο του καταστατικού για τον τρόπο διοίκησης. Η ακυρότητα όμως των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου στηρίχθηκε σε παράβαση συγκεκριμένης διάταξης του καταστατικού περί αυξημένης πλειοψηφίας, ερμηνευόμενης υπό το φως της σύμβασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ. Δηλαδή, το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε μόνο στην εξωεταιρική συμφωνία.
Η ίδια εταιρική διαμάχη έφτασε στον Άρειο Πάγο. Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη της ΑΠ 1121/2006, η εξωεταιρική συμφωνία ισχύει μόνο μεταξύ των συμβληθέντων, δεν έχει συνέπειες εταιρικού δικαίου και δεν δεσμεύει την εταιρεία που δεν την υπέγραψε. Η μειοψηφούσα γνώμη του ίδιου τμήματος υποστήριξε την αρχή της ενότητας ότι, δηλαδή, η συμφωνία όλων των μετόχων δεν είναι αδιάφορη για τα όργανα. Η διάσταση αυτή δείχνει ότι η αρχή της ενότητας παραμένει η εξαίρεση.
Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι μια ρύθμιση που πρέπει οπωσδήποτε να δεσμεύει την εταιρεία και τα όργανά της δεν εξασφαλίζεται μέσω της εξωεταιρικής συμφωνίας. Η μόνη ασφαλής οδός είναι η ένταξή της στο καταστατικό, ενδεχομένως και σε συνδυασμό με υποχρέωση αυξημένης απαρτίας. Η εξωεταιρική συμφωνία προσφέρει ευελιξία και εμπιστευτικότητα, όχι οργανική δεσμευτικότητα.
Ποιες ρήτρες SHA είναι έγκυρες και πού σταματά η ελευθερία των μετόχων;
Έγκυρες είναι οι ρήτρες δέσμευσης ψήφου που δεν στερούν πλήρως το δικαίωμα ψήφου, καθώς και τα δικαιώματα συμπαράσυρσης, συμμετοχής και το δικαίωμα προτίμησης. Άκυρες έναντι της εταιρείας είναι οι ρήτρες που περιορίζουν, ευθέως ή εμμέσως, την ελεύθερη ανάκληση μελών του διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση, ακόμη και μέσω ρητρών αποζημίωσης ή ποινικών ρητρών.
Το όριο της δέσμευσης ψήφου χαράχθηκε από την ΑΠ 1448/2014: η συμφωνία με την οποία μέτοχοι δεσμεύονται να ψηφίζουν προς ορισμένη κατεύθυνση, ώστε η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου να αντιστοιχεί στη συμμετοχή τους, είναι έγκυρη εφόσον δεν στερεί πλήρως το δικαίωμα ψήφου και δεν αντίκειται στο εταιρικό συμφέρον.
Το πιο κρίσιμο όριο αφορά την ανάκληση της διοίκησης. Κατά την ΑΠ 1810/2022, το δικαίωμα της γενικής συνέλευσης να ανακαλεί ελεύθερα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν υπόκειται σε περιορισμό, ούτε ευθύ ούτε έμμεσο, με τη μορφή δυσμενών οικονομικών συνεπειών. Η εταιρεία δεν δεσμεύεται από τέτοιες συμφωνίες. Στην ΑΠ 1448/2014 ποινική ρήτρα ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ, που εξασφάλιζε δέσμευση ψήφου με αποτέλεσμα να αποκλείει στην πράξη την ανάκληση μελών για δέκα έτη, κρίθηκε αντίθετη σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
Η εμπειρία από επενδυτικούς γύρους δείχνει ότι η διασφάλιση θέσεων διοίκησης επιτυγχάνεται με έγκυρα εργαλεία, όπως το δικαίωμα ορισμού μελών εκ του καταστατικού, ή η αυξημένη πλειοψηφία για συγκεκριμένες θέσεις και όχι με αποτρεπτικές ρήτρες που προσκρούουν σε αναγκαστικού δικαίου κανόνες.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι τα άρθρα 18, 19 και 33 του ν. 2190/1920 στα οποία στηρίχθηκαν οι παραπάνω αποφάσεις αντικαταστάθηκαν από τον ν. 4548/2018, ο οποίος διατηρεί την αρχή της ελεύθερης ανάκλησης των μελών του διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση.
Συχνές Ερωτήσεις
Δεσμεύει η εξωεταιρική συμφωνία την ίδια την εταιρεία;
Κατά κανόνα όχι. Η εξωεταιρική συμφωνία έχει ενοχικό χαρακτήρα και δεσμεύει μόνο τους μετόχους που την υπέγραψαν, όχι την εταιρεία που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Κατά την ΑΠ 1121/2006 και την ΑΠ 1448/2014, δεν θίγει το κύρος των αποφάσεων των οργάνων. Εξαίρεση γίνεται δεκτή, υπό προϋποθέσεις, μόνο όταν υπογράφει το σύνολο των μετόχων και η συμφωνία λειτουργεί ως ερμηνευτικό κείμενο του καταστατικού.
Χρειάζεται συμβολαιογραφικός τύπος για την εξωεταιρική συμφωνία;
Όχι. Ως ενοχική σύμβαση καταρτίζεται κατ’ αρχήν ατύπως και ισχύει με απλό ιδιωτικό έγγραφο. Συμβολαιογραφικός τύπος απαιτείται μόνο αν η συμφωνία περιλαμβάνει δικαιοπραξία για την οποία ο νόμος προβλέπει τύπο. Στην πράξη συντάσσεται εγγράφως για λόγους απόδειξης.
Μπορεί η εξωεταιρική συμφωνία να υποχρεώσει μέτοχο να πουλήσει τις μετοχές του;
Ναι, μεταξύ των συμβαλλομένων. Το δικαίωμα συμπαράσυρσης (drag along) υποχρεώνει τη μειοψηφία να συμμετάσχει σε πώληση που αποφασίζει η πλειοψηφία, ενώ το δικαίωμα συμμετοχής (tag along) προστατεύει τη μειοψηφία. Η υποχρέωση δεσμεύει, όμως, μόνο τους υπογράφοντες. Έναντι τρίτου αγοραστή ισχύει μόνο αν ενσωματωθεί στο καταστατικό.
Τι υπερισχύει σε σύγκρουση καταστατικού και εξωεταιρικής συμφωνίας;
Ως προς την εταιρεία και τα όργανά της υπερισχύει το καταστατικό. Η εξωεταιρική συμφωνία ρυθμίζει τις σχέσεις των μετόχων μεταξύ τους και η παράβασή της οδηγεί σε αποζημίωση, όχι σε ανατροπή της εταιρικής πράξης. Για τον λόγο αυτό κρίσιμες ρυθμίσεις που πρέπει να δεσμεύουν την εταιρεία εντάσσονται στο καταστατικό.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Διεπαφή με το καταστατικό: κάθε ρύθμιση διατυπώνεται, μετά από αξιολόγηση, σε ένα από τα δύο έγγραφα. Όσα πρέπει να δεσμεύουν την εταιρεία ή τρίτους εντάσσονται στο καταστατικό, όσα αφορούν μόνο τις σχέσεις των μετόχων παραμένουν στη συμφωνία.
Ποινική ρήτρα αντί αποζημίωσης: επειδή η ζημία από αντισυμβατική ψήφο αποδεικνύεται δύσκολα, η εκτελεστότητα της δέσμευσης εξαρτάται από τη διατύπωση και το ύψος της ποινικής ρήτρας.
Όρια στη δέσμευση ψήφου: η δέσμευση ψήφου επιτρέπεται εφόσον δεν κατατείνει σε πλήρη στέρηση του δικαιώματος και δεν αντίκειται στο εταιρικό συμφέρον, κατά την ΑΠ 1448/2014.
Απαγόρευση μονιμότητας της διοίκησης: ρήτρες που εμποδίζουν, έστω έμμεσα, την ελεύθερη ανάκληση μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι άκυρες έναντι της εταιρείας, κατά την ΑΠ 1810/2022 και την ΑΠ 1448/2014.
Καθολική ή μερική συμμετοχή: η συμμετοχή όλων των μετόχων αλλάζει τη βαρύτητα της συμφωνίας και μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να την καταστήσει ερμηνευτικό κείμενο του καταστατικού, σύμφωνα με την ΠολΠρΑθ 5723/2006.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων (Shareholders’ agreement – SHA).
Πότε η Βραχυχρόνια Μίσθωση Γίνεται Νομικό Πρόβλημα για τον Επιχειρηματία: Τέσσερα Σημεία Τριβής μετά τις Αλλαγές 2025-2026
Το πιο συχνό σημείο τριβής είναι η σύμβαση μίσθωσης με τον ιδιοκτήτη που υπογράφηκε πριν 5-10 χρόνια χωρίς ρητή πρόβλεψη υπεκμίσθωσης Airbnb, αποζημίωσης τροποποιήσεων, ή κατάστασης του ΑΜΑ στη λήξη.
Η ΣτΕ 1905/2025 (Οκτώβριος 2025) απέκλεισε τον αυτόματο χαρακτηρισμό ακινήτου Airbnb ως τουριστικού καταλύματος, αλλά υποχρέωσε τις ΥΔΟΜ να διενεργούν αυτοψία ανά καταγγελία. Η μειοψηφία του ΣτΕ δίνει τα κριτήρια που μπορεί να υιοθετήσει η Ολομέλεια στη νέα δικάσιμο.
Η ΣτΕ 601/2025 ακύρωσε ως ανυπόστατη την εγκύκλιο Ε.2024/2024 ΑΑΔΕ για το τέλος επιτηδεύματος 600€ ανά κατάλυμα και ο νομοθέτης απάντησε με το άρθρο 249 του Ν.5222/2025 που ξαναεπιβάλλει το ίδιο τέλος μέσω τυπικού νόμου.
Η Οδηγία DAC7 ενεργοποίησε αυτόματη πληροφόρηση των φορολογικών αρχών απευθείας από Airbnb και Booking. Η διασταύρωση με Ε1 και Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής είναι ο λόγος που ο έλεγχος έρχεται ξαφνικά παρά τη φαινομενική συμμόρφωση.
Το ΜΠρΑθ 1259/2019 παγίωσε τον τρόπο άμυνας έναντι αγωγής συνιδιοκτητών: τέσσερα σωρευτικά στοιχεία που, αν λείπουν από το business model, η ίδια απόφαση παύει να λειτουργεί ως ασπίδα.
Πότε η σύμβαση μίσθωσης γίνεται το πρώτο σημείο τριβής για τον υπεκμισθωτή Airbnb;
Ο επιχειρηματίας που έχει μισθώσει μακροχρόνια ένα ή περισσότερα ακίνητα και τα εκμεταλλεύεται μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης ξεκινάει συχνά τη νομική του εμπλοκή όχι από τη Διοίκηση αλλά από τον ίδιο τον εκμισθωτή του. Τρία σημεία της αρχικής σύμβασης μίσθωσης καθορίζουν αν η επιχειρηματική του δραστηριότητα αντέχει στον χρόνο:
η ρητή διατύπωση του δικαιώματος υπεκμίσθωσης,
η ρύθμιση των τροποποιήσεων του μισθίου και
η συμβατική αντιμετώπιση του Αριθμού Μητρώου Ακινήτου (ΑΜΑ).
Η συντριπτική πλειονότητα των μακροχρόνιων συμβάσεων μίσθωσης που υπογράφηκαν πριν το 2020 περιλαμβάνει διατύπωση τύπου «επιτρέπεται η υπεκμίσθωση ή η παραχώρηση χρήσης σε τρίτο». Η νομολογία του Άρειου Πάγου έχει κρίνει επανειλημμένα ότι τέτοιοι όροι δεν καλύπτουν αυτομάτως μετατροπή της χρήσης σε επιχειρηματική εκμετάλλευση μέσω ψηφιακών πλατφορμών, ιδίως όταν συνδυάζονται με τροποποιήσεις του ακινήτου ή μεγάλη εναλλαγή ενοίκων. Η υπεκμίσθωση επαγγελματικής στέγης διέπεται από διαφορετικό καθεστώς απ’ ό,τι η απλή παραχώρηση χρήσης κατοικίας και ο νομικός χαρακτηρισμός κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όχι από τη λεκτική διατύπωση της σύμβασης.
Το δεύτερο κρίσιμο σημείο αφορά τις τροποποιήσεις του μισθίου. Ο μισθωτής που έχει επενδύσει σε ανακαίνιση ώστε το διαμέρισμα να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του Ν.5170/2025 (φυσικός φωτισμός, αερισμός, κλιματισμός σε κάθε χώρο κύριας χρήσης) θεωρητικά δικαιούται αποζημίωση για τις επωφελείς δαπάνες και έχει δικαίωμα αφαίρεσης των κατασκευασμάτων κατά το άρθρο 591 ΑΚ, εφόσον υπάρχει ρητή συμβατική πρόβλεψη ή τουλάχιστον τεκμηριωμένη συναίνεση του εκμισθωτή. Χωρίς σαφή ρύθμιση, οι βελτιώσεις προσαυξάνουν την αξία του ακινήτου, εις βάρος του μισθωτή και ανοίγουν χώρο για διαφορά κατά τη λήξη ή την πρόωρη καταγγελία της εμπορικής μίσθωσης.
Το τρίτο και ίσως υποτιμημένο σημείο είναι το ΑΜΑ. Ο αριθμός μητρώου εκδίδεται στο όνομα του διαχειριστή του ακινήτου, ο οποίος κατά τον Ν.4446/2016 (άρθρο 111, όπως ισχύει μετά τον Ν.5073/2023) μπορεί να είναι κύριος, νομέας, επικαρπωτής, υπεκμισθωτής ή τρίτος. Όταν η σχέση τερματίζεται, ο ΑΜΑ δεν μεταβιβάζεται αυτόματα στον εκμισθωτή. Δημιουργείται διαφορά για το μητρώο, τις κρατήσεις που ήδη έχουν γίνει και την εμπορική αξία της αναγνωρισμένης παρουσίας στις πλατφόρμες. Η εμπειρία από υποθέσεις σύνταξης συμβάσεων διαχείρισης ακινήτων δείχνει ότι η ρητή πρόβλεψη του ΑΜΑ ως συμβατικού όρου εξοικονομεί δικαστική διαφορά που τυπικά κοστίζει περισσότερο από τη επιμέλεια της σύναψης.
Πώς θεμελιώνεται η άμυνα έναντι αγωγής συνιδιοκτητών μετά το ΜΠρΑθ 1259/2019;
Η απόφαση ΜΠρΑθ 1259/2019 είναι η πιο συχνά παρατιθέμενη πρωτόδικη απόφαση υπέρ της νομιμότητας της εκμετάλλευσης διαμερίσματος ως Airbnb. Η σημασία της δεν εξαντλείται στο διατακτικό. Έγκειται στο ότι αναδεικνύει συγκεκριμένη αμυντική γραμμή που οι περισσότεροι επιχειρηματίες δεν υιοθετούν ποτέ στο business model τους. Η νίκη της εναγομένης στηρίχθηκε σε τέσσερα στοιχεία που λειτούργησαν σωρευτικά.
Πρώτον, το ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ εκμισθώτριας και διαχειρίστριας εταιρείας περιλάμβανε ρητό όρο τήρησης του κανονισμού πολυκατοικίας από τη μισθώτρια. Όχι γενικό «συμμόρφωση με τους νόμους», αλλά ονομαστική αναφορά στον κανονισμό και υποχρέωση δέσμευσης κάθε υπεκμισθωτή ή χρήστη.
Δεύτερον, η διαχειρίστρια γνωστοποιούσε προκαταβολικά στους επισκέπτες, μέσω της ίδιας της ψηφιακής πλατφόρμας, τους βασικούς κανόνες (ώρες κοινής ησυχίας, απαγόρευση πάρτι και θορυβωδών εκδηλώσεων, απαγόρευση κατοικιδίων και καπνίσματος).
Τρίτον, υπήρχε ορισμένο φυσικό πρόσωπο επαφής 24/7 με γνωστοποίηση του τηλεφώνου στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών (όχι ανώνυμο email πλατφόρμας αλλά διαθέσιμος υπεύθυνος).
Τέταρτον, και ίσως το σημαντικότερο στη δίκη, αποδείχτηκε επί τόπου ανταπόκριση, καθώς όταν ένοικος ειδοποίησε για θόρυβο, ο υπεύθυνος μετέβη και διαπίστωσε ότι ο θόρυβος δεν προερχόταν από το ακίνητο. Αυτό βάρυνε σημαντικά στην απόρριψη της αγωγής.
Η ανάλυση της νομολογιακής τάσης στις βραχυχρόνιες μισθώσεις δείχνει ότι, όταν λείπει έστω ένα από τα παραπάνω τέσσερα, οι δικαστικές αποφάσεις μετατοπίζονται προς την αντίθετη κρίση: η ΕφΘεσ 986/2020 και η ΜΠρΘεσ 16158/2018 έχουν δεχτεί παύση εκμετάλλευσης βραχυχρόνιας μίσθωσης όταν ο κανονισμός συγκροτήματος επέτρεπε χρήση μόνο ως κατοικίες, ενώ η ΜΕφΑθ 4375/2023 ερμήνευσε αντίστοιχα κανονισμό πολυώροφου κτηρίου γραφείων και καταστημάτων.
Η διάκριση που πρακτικά έχει σημασία είναι αυτή μεταξύ εκμισθωτή και διαχειριστή: ο εκμισθωτής δεν φέρει αυτόματη ευθύνη για ενέργειες της μισθώτριας εταιρείας, αλλά μόνο αν στη σύμβαση έχει ρητά μεταβιβάσει το βάρος τήρησης κανονισμού στη διαχειρίστρια και έχει τεκμηριώσει εποπτεία της συμμόρφωσης.
Το στοιχείο που διαφοροποιείται είναι ο ίδιος ο κανονισμός κάθε πολυκατοικίας. Η ίδια συμπεριφορά κρίνεται διαφορετικά αν ο κανονισμός απαγορεύει χρήση «προσωρινής διαμονής» ρητά, αν αναφέρεται μόνο σε «οικοτροφεία», ή αν είναι σιωπηλός. Η διασταλτική ερμηνεία απαγορεύσεων από τα δικαστήρια δεν είναι εναιάια και αυτή η ανομοιομορφία είναι, ακριβώς, ο λόγος που η νομική κρίση χρειάζεται κατά περίπτωση.
Πώς αναδιοργανώνεται το business model μετά τη ΣτΕ 1905/2025;
Η απόφαση ΣτΕ 1905/2025 είναι μέχρι σήμερα η πιο σαφής τοποθέτηση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου στο ζήτημα. Η πλειοψηφία απέρριψε τον αυτόματο χαρακτηρισμό της βραχυχρόνιας μίσθωσης ως τουριστικής χρήσης κατά την πολεοδομική νομοθεσία, κρίνοντας ότι το ζήτημα είναι πραγματικό και απαιτεί αυτοψία ανά καταγγελία. Σε ζώνες αυστηρών χρήσεων, όπως η Πλάκα, οι παραδοσιακοί οικισμοί και οι περιοχές γενικής κατοικίας είναι αποκλειστικά πολεοδομικά καθεστώτα, το οποίο σημαίνει ότι η ΥΔΟΜ έχει πλέον ενεργοποιημένη υποχρέωση ελέγχου και δυνητικής σφράγισης κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Ν.1650/1986.
Η ερμηνευτική βάση του «πραγματικού ζητήματος» δεν παρέμεινε ωστόσο μονοσήμαντη. Στη σύνθεση μειοψήφησαν δύο σύμβουλοι, δηλώνοντας ότι κάθε βραχυχρόνια μίσθωση στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού προσιδιάζει σε τουριστική χρήση. Τα κριτήρια του σκεπτικού τους είναι συγκεκριμένα και αξίζει να καταγραφούν:
εναλλαγή μεγάλου αριθμού διαφορετικών προσώπων σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς σύνδεση με το αστικό περιβάλλον,
παροχή υπηρεσιών αντίστοιχων με ξενοδοχειακό κατάλυμα (καθαριότητα, κλινοσκεπάσματα, υπηρεσίες υποδοχής) και
ανάληψη ευθύνης σύνδεσης με δίκτυα κοινής ωφελείας από τον εκμεταλλευόμενο.
Η Ολομέλεια του ΣτΕ θα κληθεί στη νέα δικάσιμο να επιβεβαιώσει την πλειοψηφία ή να στραφεί προς τη μειοψηφία.
Η στρατηγική επιλογή για τον επιχειρηματία που τρέχει χαρτοφυλάκιο 4-5 ακινήτων σε ζώνες κατοικίας είναι αμυντική με ορίζοντα 6 μηνών. Πρακτικά: λογαριασμοί ΔΕΚΟ να είναι στο όνομα του ιδιοκτήτη και όχι της διαχειρίστριας εταιρείας, συμβατικός όρος στις παρεχόμενες υπηρεσίες ώστε να διακρίνονται από ξενοδοχειακές, τήρηση τεκμηρίωσης διαμονής (όχι «φιλοξενίας» με τουριστικό λεξιλόγιο), και αποφυγή συγκεντροποιημένου χαρτοφυλακίων στις ίδιες πολυκατοικίες ή Ο.Τ. Η Διοίκηση ήδη δείχνει ότι θα ασκήσει την αρμοδιότητα σφράγισης συστηματικά, καθώς η ΕΛΛΕΤ έχει υποβάλει δεκαέξι παρόμοιες αιτήσεις ακύρωσης σε ακίνητα της Πλάκας.
Η ΣτΕ 1903/2025 (δίδυμη της 1905/2025) αφορά διαφορετικό ακίνητο της ίδιας εταιρείας, με ίδιο ratio, και αναμένονται νέες προσφυγές για ζώνες γενικής κατοικίας στο 1ο Δημοτικό Διαμέρισμα Αθηνών και την Α΄ Δημοτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης.
Πότε ο έλεγχος ΑΑΔΕ μετά το DAC7 ανατρέπει τη φαινομενική συμμόρφωση;
Ο επιχειρηματίας που πληρώνει εμπρόθεσμα τη Δήλωση Βραχυχρόνιας Διαμονής μέσω της πλατφόρμας της ΑΑΔΕ, διαθέτει έγκυρους ΑΜΑ για όλα τα ακίνητα και υποβάλει σωστά το Ε1 του, εκπλήσσεται όταν λαμβάνει ξαφνικά πρόσκληση για παροχή στοιχείων ή απευθείας πρόστιμο. Η εξήγηση είναι η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών DAC7. Η Οδηγία (ΕΕ) 2021/514 ενσωματωμένη στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν.5047/2023, υποχρεώνει τις ψηφιακές πλατφόρμες να αναφέρουν ετησίως στις φορολογικές αρχές κάθε κράτους μέλους τα στοιχεία των hosts και τα έσοδά τους. Η πρώτη υποβολή αφορούσε τις συναλλαγές του 2023 και διενεργήθηκε εντός του πρώτου μήνα του 2024. Η διασταύρωση των στοιχείων της πλατφόρμας με το Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής αποκαλύπτει αναντιστοιχίες που πριν παρέμεναν αόρατες.
Η αμυντική γραμμή είναι διπλή. Σε επίπεδο προδιαγραφών (Ν.5170/2025 άρθρο 3, σε ισχύ από 1.10.2025), τα κλιμακωτά πρόστιμα κινούνται από 5.000€ για παράβαση μέχρι 20.000€ για επανειλημμένη παράβαση ανά καταχωρημένο ακίνητο και η εγκύκλιος του Υπουργείου Τουρισμού 19231/19.09.2025 ορίζει τη διαδικασία ελέγχου με μικτά κλιμάκια ΑΑΔΕ-Τουρισμού. Σε επίπεδο μη εγγραφής ΑΜΑ ή παραβίασης ζώνης αναστολής, τα πρόστιμα ανέρχονται σε ποσοστό 50% του ακαθάριστου εισοδήματος με ελάχιστο 5.000€ ή 20.000€ αντίστοιχα.
Η ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών είναι υποχρεωτική πριν την προσφυγή στο διοικητικό δικαστήριο και πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αυστηρές προθεσμίες, ενώ η απώλεια προθεσμίας ισοδυναμεί με απώλεια του ίδιου του δικαιώματος αμφισβήτησης.
Επιπλέον φορολογικός κίνδυνος προέρχεται από το τέλος επιτηδεύματος για νομικές οντότητες που εκμεταλλεύονται χαρτοφυλάκιο. Η ΣτΕ 601/2025 ακύρωσε ως μη νόμιμη, ανυπόστατη και ακυρωτέα την εγκύκλιο Ε.2024/2024 της ΑΑΔΕ που επέβαλλε αυτοτελές τέλος 600€ ανά κατάλυμα στις διαχειρίστριες εταιρείες, με την αιτιολογία ότι είχε κανονιστικό χαρακτήρα χωρίς δημοσίευση σε ΦΕΚ. Ο νομοθέτης απάντησε ταχύτατα με το άρθρο 249 του Ν.5222/2025, που ξαναεπιβάλλει το ίδιο τέλος μέσω τυπικού νόμου.
Η Ολομέλεια του ΣτΕ έχει επιληφθεί παραπομπή για την αρχική εγκύκλιο, αλλά η νέα νομοθετική ρύθμιση ανοίγει χωριστή γραμμή αμφισβήτησης συνταγματικότητας. Για τον επιχειρηματία που έχει ήδη καταβάλει το τέλος, η ανάκτηση εξαρτάται από αίτηση επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων και η σωστή timing της κίνησης απαιτεί παρακολούθηση των εξελίξεων στην Ολομέλεια.
Συχνές Ερωτήσεις
Επιτρέπεται η βραχυχρόνια μίσθωση χωρίς ΑΜΑ;
Όχι. Η εγγραφή στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής και η απόκτηση ΑΜΑ είναι υποχρεωτική κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Ν.4446/2016, όπως ισχύει. Η μη εγγραφή ή η διενέργεια κράτησης χωρίς ΑΜΑ συνεπάγεται αυτοτελές διοικητικό πρόστιμο 50% του ακαθάριστου εισοδήματος με ελάχιστο 5.000€ ανά ακίνητο, διπλασιαζόμενο σε υποτροπή και τετραπλασιαζόμενο σε δεύτερη υποτροπή. Ο ΑΜΑ συνδέεται με τον διαχειριστή και όχι αυτόματα με το ακίνητο, οπότε η μεταβίβαση ή κληρονομιά απαιτεί ξεχωριστή ρύθμιση.
Τι ισχύει για τη ζώνη αναστολής στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη το 2026;
Για το 1ο, 2ο και 3ο Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων, η αναστολή νέων εγγραφών στο Μητρώο παρατάθηκε μέχρι 31.12.2026 με την ΚΥΑ 225563 ΕΞ 2025. Στην Α΄ Δημοτική Κοινότητα του Δήμου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχη αναστολή ισχύει από 1.3.2026.
Μπορεί συνιδιοκτήτης να ζητήσει παύση της βραχυχρόνιας μίσθωσης διαμερίσματος γείτονα;
Ναι, μπορεί να ασκήσει αγωγή για παύση της προσβολής δικαιώματος κυριότητας ή για παράβαση κανονισμού πολυκατοικίας, με βάση τις διατάξεις του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ. Η έκβαση εξαρτάται από το πραγματικό περιεχόμενο του κανονισμού, την ύπαρξη οχλήσεων που αποδεικνύονται και τη συμμόρφωση του εκμισθωτή ή διαχειριστή με υποχρεώσεις ενημέρωσης και τήρησης κανόνων.
Πώς πρέπει να αντιδράσει ο επιχειρηματίας σε αυτοψία ΥΔΟΜ;
Η αυτοψία διενεργείται κατά την ΚΥΑ 44242/2361/1989 από δύο υπαλλήλους της πολεοδομικής υπηρεσίας με σύνταξη έκθεσης. Η έκθεση πρέπει να γνωστοποιείται στον διαχειριστή και υπάρχει δυνατότητα υποβολής ένστασης κατά της απόφασης σφράγισης μέσα σε αυστηρή προθεσμία. Η νομική παρέμβαση είναι κρίσιμη ήδη στο στάδιο της αυτοψίας, καθώς η σύνταξη της έκθεσης μπορεί να αμφισβητηθεί, αν δεν περιγράφει επαρκώς τα πραγματικά στοιχεία που στηρίζουν τον χαρακτηρισμό σε τουριστικό κατάλυμα κατά την έννοια της πολεοδομικής νομοθεσίας.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Έλεγχος της 10ετούς σύμβασης μίσθωσης πριν την επόμενη επένδυση: Η ρητή πρόβλεψη υπεκμίσθωσης μέσω ψηφιακών πλατφορμών, η ρύθμιση αποζημίωσης τροποποιήσεων και η συμβατική κατάσταση του ΑΜΑ καθορίζουν αν η υπάρχουσα επένδυση παραμένει βιώσιμη ή εκτίθεται σε καταγγελία.
Θωράκιση κατά τη ΜΠρΑθ 1259/2019: Ρητός όρος τήρησης κανονισμού πολυκατοικίας στο συμφωνητικό υπεκμίσθωσης, γνωστοποίηση κανόνων στους επισκέπτες μέσω της πλατφόρμας, ορισμός φυσικού προσώπου επαφής 24/7 με γνωστοποίηση στη γενική συνέλευση και τεκμηρίωση επί τόπου ανταπόκρισης σε παράπονα.
Διατήρηση τεκμηριωμένου αρχείου επικοινωνίας με ΑΑΔΕ και Υπουργείο Τουρισμού: Η αρχειοθέτηση των κρατήσεων ανά ακίνητο, η τήρηση αντιγράφων Δήλωσης Βραχυχρόνιας Διαμονής, και η παρακολούθηση των διασταυρώσεων DAC7 μέσω της εφαρμογής της ΑΑΔΕ είναι το πρώτο επίπεδο τεκμηρίωσης για κάθε ενδικοφανή προσφυγή ή προσφυγή στο διοικητικό δικαστήριο.
Παρακολούθηση εκκρεμοδικίας στην Ολομέλεια του ΣτΕ: Τόσο η Ολομέλεια για την παραπομπή της ΣτΕ 601/2025 όσο και η νέα δικάσιμος για τις ΣτΕ 1903 και 1905/2025 αναμένονται να καθορίσουν το πλαίσιο για τα επόμενα έτη. Η ενημέρωση δεν είναι ακαδημαϊκή. Επηρεάζει τη στρατηγική timing αιτημάτων επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων και την επιλογή αμυντικής γραμμής σε εκκρεμείς διοικητικούς ελέγχους.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά στην βραχυχρόνια μίσθωση.