Ανάκτηση Ονόματος Χώρου (Domain): ΕΕΤΤ ή Δικαστική Οδός

Πότε Υπερισχύει Το Domain Name Έναντι Σήματος Και Πώς Ανακτάται Κακόπιστη Καταχώρηση

Περιληπτικά:

  • Η σύγκρουση domain name (όνομα χώρου) με σήμα ή διακριτικό γνώρισμα δεν κρίνεται με τη σειρά καταχώρησης στο διαδίκτυο, αλλά με τη χρονική προτεραιότητα του δικαιώματος. Υπερισχύει το παλαιότερο.
  • Το First Come First Served (εξυπηρέτηση κατά σειρά υποβολής) αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα του ονόματος, όχι τη σύγκρουση με προγενέστερο σήμα ή επωνυμία.
  • Ο δικαιούχος σήματος που βρίσκει το brand του κατοχυρωμένο ως .gr από τρίτον υποβάλλει καταγγελία στην ΕΕΤΤ βάσει του άρθρου 10 του Κανονισμού 1110/6/2024 και ζητά μεταβίβαση.
  • Η διοικητική οδός της ΕΕΤΤ είναι ταχύτερη και φθηνότερη, η δικαστική οδός προσφέρει αποζημίωση και ασφαλιστικά μέτρα. Η επιλογή εξαρτάται από τον σκοπό και την κατάληξη του ονόματος.
  • Η κατοχύρωση του ονόματος και ως εμπορικού σήματος μετατρέπει μια απλή ενοχική σχέση σε απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα έναντι όλων.

Πότε υπερισχύει το σήμα έναντι domain name τρίτου;

Η σύγκρουση μεταξύ ονόματος χώρου και προγενέστερου σήματος, επωνυμίας ή διακριτικού τίτλου κρίνεται με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας. Υπερισχύει το δικαίωμα που γεννήθηκε πρώτο, ανεξάρτητα από το πότε καταχωρήθηκε το όνομα χώρου στο μητρώο. Η καταχώρηση στο διαδίκτυο δεν παρέχει κανένα προβάδισμα έναντι μη καταχωρημένων διακριτικών γνωρισμάτων.

Το domain name αποτελεί νομικά μια διαρκή ενοχική σχέση με περιουσιακή διάσταση και αξία, χωρίς να δημιουργεί απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα.

Η ίδια η καταχώρηση στην αρμόδια αρχή δεν γεννά δικαίωμα σε διακριτικό γνώρισμα ή σήμα. Όταν όμως το όνομα χώρου χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο της επιχείρησης στο διαδίκτυο, του αποδίδεται οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος, ώστε να μην προκαλούνται ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία (ΑΠ 1561/2024).

Το όνομα χώρου δεν ταυτίζεται κατ’ αρχήν με την εμπορική επωνυμία, τον διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα, καθώς αποτελεί τμήμα μιας τεχνικής διαδικασίας που απαιτείται για την ηλεκτρονική περιήγηση. Η οιονεί λειτουργία διακριτικού γνωρίσματος του αποδίδεται μόνο όταν χρησιμοποιείται ως μέσο εξατομίκευσης και αναγνώρισης της επιχείρησης στις ηλεκτρονικές συναλλαγές (ΕφΑθ 2801/2022). Η διάκριση αυτή έχει πρακτική σημασία, γιατί καθορίζει αν και σε ποιον βαθμό το όνομα χώρου απολαμβάνει προστασίας έναντι τρίτων.

Καθοριστικό σημείο είναι ότι η χρονική προτεραιότητα δεν μετράται από την ημερομηνία καταχώρησης του ονόματος χώρου, αλλά από την έναρξη χρήσης της ένδειξης στις επιχειρηματικές συναλλαγές. Την ίδια αρχή εφαρμόζει και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη σχέση εμπορικής επωνυμίας και σήματος (ΔΕΕ C-245/02).

Η εμπειρία από διαφορές μεταξύ σήματος και domain name δείχνει ότι το κρίσιμο δεν είναι η ημερομηνία στο μητρώο αλλά η απόδειξη του χρόνου πρώτης εμπορικής χρήσης, η οποία απαιτεί ad hoc τεκμηρίωση κατά περίπτωση (τιμολόγια, διαφημίσεις, καταχωρήσεις, αλληλογραφία κλπ) και καθορίζει ποιο μέρος έχει το προβάδισμα.

Πώς κρίνεται ο κίνδυνος σύγχυσης domain με σήμα;

Ο κίνδυνος σύγχυσης κρίνεται με βάση το ομοειδές του ονόματος χώρου και της δραστηριότητας του κατόχου του, με το προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, με ευρεία έννοια. Ευρεία έννοια σημαίνει ότι δεν αποκλείεται ο κίνδυνος σύγχυσης, ακόμη και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση προσφέρει ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες, αρκεί να υπάρχει εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις.

Όταν ελλείπει κάθε σχέση μεταξύ των κλάδων δραστηριότητας, η πιθανότητα σύγχυσης περιορίζεται σε ένα αμελητέο τμήμα των συναλλακτικών κύκλων, που δεν αρκεί για να θεμελιωθεί ο κίνδυνος σύγχυσης (ΑΠ 1609/2014). Το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται και στη σύγκρουση δύο εμπορικών σημάτων, όπου η ανάλυση του κινδύνου σύγχυσης ακολουθεί παρόμοια κριτήρια.

Η ένταση της προστασίας διαφοροποιείται όταν το προγενέστερο γνώρισμα είναι σήμα φήμης. Στην περίπτωση αυτή η προστασία επεκτείνεται και πέρα από τα όρια του ομοειδούς, καλύπτοντας την αποφυγή προσπορισμού αθέμιτου οφέλους ή βλάβης της φήμης και του διακριτικού χαρακτήρα. Η σχετική κρίση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, τον βαθμό ομοιότητας και την αναγνωρισιμότητα του σήματος στις συναλλαγές.

Πώς ανακτάται όνομα χώρου που κατοχύρωσε τρίτος;

Ο δικαιούχος σήματος ή διακριτικού γνωρίσματος που εντοπίζει το όνομά του κατοχυρωμένο ως .gr ή .ελ από τρίτον υποβάλλει καταγγελία στην ΕΕΤΤ. Η βάση είναι το άρθρο 10 του Κανονισμού Διαχείρισης και Εκχώρησης Ονομάτων Χώρου (απόφαση ΕΕΤΤ 1110/6/2024, ΦΕΚ Β’ 2908/2024). Η Επιτροπή Ακροάσεων της ΕΕΤΤ εξετάζει την υπόθεση και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, διατάσσει τη μεταβίβαση.

Η πρακτική της κακόπιστης καταχώρησης ξένου σήματος ή διακριτικού γνωρίσματος ως ονόματος χώρου είναι γνωστή ως κυβερνοσφετερισμός (cybersquatting).

Επίσης, μπορεί να στοιχειοθετεί α) προσβολή του δικαιώματος στο όνομα κατά το άρθρο 58 του Αστικού Κώδικα, β) αθέμιτο παρεμποδιστικό ανταγωνισμό κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914, ή γ) προσβολή διακριτικού γνωρίσματος κατά το άρθρο 13 του ίδιου νόμου (ΑΠ 371/2012).

Η ανάγκη εκ των υστέρων ανάκτησης πηγάζει από τον ίδιο τον τρόπο εκχώρησης. Το σύστημα λειτουργεί κατά τη σειρά υποβολής των αιτήσεων (First Come First Served), χωρίς διενέργεια προληπτικού ελέγχου ως προς προγενέστερα δικαιώματα τρίτων. Αρκεί το συγκεκριμένο όνομα να μην έχει ήδη χορηγηθεί σε άλλον.

Έτσι, ο δικαιούχος σήματος μπορεί να βρεθεί προ τετελεσμένων, με το όνομά του κατοχυρωμένο από τρίτον που το αξιοποιεί ή το δεσμεύει. Οι ιδιαιτερότητες του διαδικτύου, η παγκοσμιότητα ως μέσου, η μοναδικότητα κάθε ηλεκτρονικής διεύθυνσης και η πεπερασμένη δυνατότητα συνδυασμών, εντείνουν την πιθανότητα σύγκρουσης και καθιστούν την έγκαιρη αντίδραση κρίσιμη.

Η διοικητική διαδικασία ενώπιον της ΕΕΤΤ ακολουθεί τα εξής στάδια:

  1. Υποβολή καταγγελίας από τον φορέα που επικαλείται προγενέστερο δικαίωμα σε σήμα ή διακριτικό γνώρισμα, με αίτημα διαγραφή του ονόματος από τον κάτοχο και μεταβίβαση στον καταγγέλλοντα.
  2. Καταβολή τέλους για την εξέταση (200 ευρώ για φυσικό πρόσωπο και 400 ευρώ για νομικό πρόσωπο).
  3. Διεξαγωγή ακρόασης ενώπιον της Επιτροπής Ακροάσεων, μεταξύ του καταγγέλλοντος και του κατόχου του ονόματος χώρου.
  4. Έκδοση απόφασης. Η Επιτροπή κρίνει αν το όνομα είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο σε βαθμό που προκαλεί σύγχυση με όνομα για το οποίο υφίσταται δικαίωμα και αν ο κάτοχος στερείται δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος ή ενήργησε με κακή πίστη.

Η στοιχειοθέτηση της κακής πίστης είναι το σημείο όπου κρίνεται η υπόθεση. Η εμπειρία από υποθέσεις ανάκτησης ονομάτων χώρου δείχνει ότι η Επιτροπή σταθμίζει στοιχεία όπως η γνώση του προγενέστερου σήματος κατά την καταχώρηση, η απουσία πραγματικής χρήσης του ονόματος, η πρόθεση μεταπώλησης στον δικαιούχο και η παρακώλυση της εισόδου του στο διαδίκτυο. Η τεκμηρίωση καθενός από αυτά απαιτεί προσεκτική επιλογή των αποδεικτικών μέσων.

ΕΕΤΤ ή δικαστήριο: ποια οδός επιλέγεται για την ανάκτηση;

Η διοικητική οδός της ΕΕΤΤ είναι ταχύτερη και σαφώς φθηνότερη και οδηγεί απευθείας σε μεταβίβαση του ονόματος, όμως περιορίζεται στις καταλήξεις .gr και .ελ και στους λόγους του άρθρου 10 του Κανονισμού.

Η δικαστική οδός, μέσω αγωγής με βάση το δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού, προσφέρει αποζημίωση και δυνατότητα για ασφαλιστικά μέτρα, ενώ καλύπτει κάθε κατάληξη, με μεγαλύτερο κόστος και χρόνο (πλην ασφαλιστικών).

ΚριτήριοΔιοικητική οδός (ΕΕΤΤ)Δικαστική οδός
Νομική βάσηΆρθρο 10 Κανονισμού ΕΕΤΤ 1110/6/2024Άρθρα 1 και 13 ν. 146/1914, άρθρο 58 ΑΚ
Εμβέλεια κατάληξηςΜόνο .gr και .ελΚάθε κατάληξη (.com, .eu, .net κ.λπ.)
ΑποτέλεσμαΜεταβίβαση ή διαγραφή του ονόματοςΠαράλειψη χρήσης, άρση προσβολής, αποζημίωση
ΑποζημίωσηΔεν επιδικάζεταιΕπιδικάζεται, εφόσον αποδειχθεί ζημία
Προσωρινή προστασίαΔεν προβλέπεταιΑσφαλιστικά μέτρα, προσωρινή διαταγή
Κόστος εξέτασης200 ευρώ φυσικό, 400 ευρώ νομικό πρόσωποΔικαστικά έξοδα και αμοιβές, κατά αντικείμενο

Οι δύο οδοί δεν αλληλοαποκλείονται. Η επιλογή εξαρτάται από την κατάληξη του ονόματος, από το αν επιδιώκεται αποζημίωση ή μόνο η ανάκτηση και από την ανάγκη άμεσης προσωρινής προστασίας.

Σε επείγουσες περιπτώσεις, όπου το όνομα χρησιμοποιείται ενεργά προς βλάβη της επιχείρησης, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να προηγηθεί ή να συνδυαστεί με την καταγγελία στην ΕΕΤΤ.

Πότε εξυπηρετεί η κατοχύρωση του domain και ως σήματος;

Η κατοχύρωση του ονόματος και ως εμπορικού σήματος επιλέγεται όταν το όνομα έχει διακριτική δύναμη και λειτουργεί ως brand της επιχείρησης.

Η καταχώρηση του ονόματος χώρου από μόνη της δημιουργεί απλώς μια διαρκή ενοχική σχέση. Το καταχωρισμένο σήμα παρέχει απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα έναντι όλων, με αυτοτελή προστασία κατά τον ν. 4679/2020.

ΣτοιχείοΑπλό όνομα χώρουΚαταχωρισμένο σήμα
Φύση δικαιώματοςΔιαρκής ενοχική σχέσηΑπόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα
Ισχύς έναντι τρίτωνΈμμεση, μέσω αθέμιτου ανταγωνισμούΆμεση, έναντι όλων (erga omnes)
Νομική βάσην. 146/1914 (οιονεί λειτουργία)ν. 4679/2020

Η προστασία του εμπορικού σήματος ενεργοποιείται με τη δήλωση κατάθεσης στο αρμόδιο μητρώο και την παρέλευση του τριμήνου χωρίς ανακοπή. Η διπλή προστασία, ονόματος χώρου και σήματος, καλύπτει τόσο την ηλεκτρονική παρουσία όσο και τη χρήση της ένδειξης στα προϊόντα και τις υπηρεσίες.

Η σύνθεση των δύο δικαιωμάτων, μαζί με τη μορφή με την οποία θα κατοχυρωθεί η ένδειξη, καθορίζει το εύρος της προστασίας. Η χρήση του σήματος σε διαφορετική μορφή από την καταχωρισμένη επηρεάζει την έκταση και τη διατήρηση του δικαιώματος.

Όταν το όνομα χρησιμοποιείται κακόπιστα από τρίτον, η ύπαρξη καταχωρισμένου σήματος ενισχύει αποφασιστικά τη θέση του δικαιούχου, τόσο στην καταγγελία ενώπιον της ΕΕΤΤ όσο και στο δικαστήριο, αφού η κακόπιστη καταχώρηση συνήθως συνιστά και αθέμιτο ανταγωνισμό.

Συχνές Ερωτήσεις

Το domain name αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης;

Ναι. Το όνομα χώρου είναι διαρκής ενοχική σχέση με περιουσιακή διάσταση και αξία. Μπορεί να μεταβιβαστεί και να αποτιμηθεί, χωρίς όμως να γεννά απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα όπως το σήμα. Η περιουσιακή του αξία εξαρτάται κυρίως από την καθιέρωσή του στις συναλλαγές και τη σύνδεσή του με την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Αρκεί η καταχώρηση ονόματος χώρου για την προστασία του brand;

Όχι από μόνη της. Η καταχώρηση εξασφαλίζει τη χρήση του ονόματος, αλλά παρέχει μόνο έμμεση προστασία μέσω του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού. Για ισχυρή, απόλυτη προστασία έναντι όλων απαιτείται η κατοχύρωση της ένδειξης και ως εμπορικού σήματος κατά τον ν. 4679/2020.

Τι ισχύει αν δύο επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το ίδιο όνομα σε διαφορετική κατάληξη;

Η χρήση της ίδιας ονομασίας σε διαφορετική κατάληξη δεν αποκλείεται όταν αφορά διαφορετικά προϊόντα ή υπηρεσίες και δεν προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης. Όταν όμως υπάρχει εγγύτητα οικονομικών κλάδων ή προγενέστερο σήμα φήμης, η σύγκρουση κρίνεται με βάση τη χρονική προτεραιότητα του δικαιώματος.

Πόσο κοστίζει η καταγγελία στην ΕΕΤΤ για ανάκτηση ονόματος;

Το τέλος εξέτασης της καταγγελίας ανέρχεται σε 200 ευρώ για φυσικό πρόσωπο και 400 ευρώ για νομικό πρόσωπο. Το ποσό καλύπτει τη διεξαγωγή της ακρόασης ενώπιον της Επιτροπής Ακροάσεων της ΕΕΤΤ. Πέραν του τέλους, υπολογίζεται και η δαπάνη νομικής υποστήριξης για τη σύνταξη και τεκμηρίωση της καταγγελίας.

Τι είναι ο κυβερνοσφετερισμός (cybersquatting);

Είναι η κακόπιστη καταχώρηση ως ονόματος χώρου ξένου σήματος, σήματος φήμης ή διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου οφέλους, συνήθως μέσω μεταπώλησης στον δικαιούχο ή παρακώλυσης της εισόδου του στο διαδίκτυο. Αντιμετωπίζεται διοικητικά μέσω της ΕΕΤΤ και δικαστικά μέσω του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Απόδειξη χρόνου πρώτης χρήσης: Η χρονική προτεραιότητα κρίνεται από την έναρξη χρήσης της ένδειξης στις συναλλαγές, όχι από την ημερομηνία καταχώρησης. Η συγκέντρωση και διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων χρήσης (τιμολόγια, διαφημίσεις, καταχωρήσεις) είναι το στοιχείο που καθορίζει την έκβαση σε κάθε σύγκρουση.

Επιλογή οδού: Η απόφαση μεταξύ καταγγελίας στην ΕΕΤΤ και δικαστικής αγωγής λαμβάνεται με κριτήρια την κατάληξη του ονόματος, την επιδίωξη αποζημίωσης και την ανάγκη επείγουσας προστασίας. Λανθασμένη επιλογή οδού κοστίζει χρόνο σε βάρος της επιχείρησης που υφίσταται την προσβολή.

Διπλή κατοχύρωση: Για ονόματα που λειτουργούν ως brand, η κατοχύρωση και ως σήματος μετατρέπει την έμμεση προστασία σε απόλυτο δικαίωμα και ενισχύει κάθε μεταγενέστερη ενέργεια ανάκτησης.

Τεκμηρίωση κακής πίστης: Στις υποθέσεις κυβερνοσφετερισμού, η στοιχειοθέτηση της κακής πίστης του κατόχου είναι κρίσιμη. Η γνώση του προγενέστερου σήματος, η απουσία χρήσης και η πρόθεση μεταπώλησης τεκμηριώνονται με επιμέρους αποδεικτικά μέσα κατά περίπτωση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την προστασία του domain name.

Επαγγελματικά Τουριστικά Ημερόπλοια – Νομικό Πλαίσιο

Επαγγελματικά Τουριστικά Ημερόπλοια, σύμφωνα με το Ν. 4926/2022,  ορίζονται τα επαγγελματικά μικρά σκάφη μεταφοράς επιβατών, ή τα πλοία αναψυχής ή τα επιβατηγά τουριστικά πλοία το οποία εκτελούν περιηγητικούς πλόες, περιορισμένης χρονικής διάρκειας, με σκοπό τη θαλάσσια περιήγηση ή τη λήψη θαλασσίου λουτρού.

Εξάλλου, «πλοίο αναψυχής» είναι το σκάφος ολικού μήκους άνω των 7 μέτρων, ιστιοφόρο ή μηχανοκίνητο, με κύρια κατά προορισμό χρήση την εκτέλεση ταξιδιών αναψυχής, βάσει της γενικής κατασκευής του.

Για την εκμετάλλευση και τη δραστηριοποίηση επαγγελματικού τουριστικού ημερόπλοιου που φέρει ελληνική σημαία, απαιτούνται:

  • βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης για την έναρξη εργασιών επαγγελματικής εκμετάλλευσης του πλοίου και
  • καταχώριση των στοιχείων του πλοίου στο Μητρώο Πλοίων.
Προϋποθέσεις Δραστηριοποίησης
Γενικές Προϋποθέσεις

Τα Επαγγελματικά Τουριστικά Ημερόπλοια εκτελούν κυκλικούς πλόες μεταξύ λιμένων, όρμων και ακτών της Ελληνικής Επικράτειας, όπου το σημείο έναρξης του πλου ταυτίζεται με το σημείο τερματισμού του και αποτελεί το σημείο αρχικής επιβίβασης και οριστικής αποβίβασης των επιβατών, με δυνατότητα προέκτασης στην αλλοδαπή.

Το θαλάσσιο ταξίδι εκτελείται βάσει προγράμματος, το οποίο έχει εκ των προτέρων καθοριστεί και δημοσιοποιηθεί, και έναντι ενιαίου εισιτηρίου, ατομικού ή ομαδικού.

Εξάλλου, επιτρέπεται να ορίζεται ως σημείο έναρξης και τερματισμού ταξιδιού όρμος ή ακτή, και να πραγματοποιείται η αρχική επιβίβαση και η οριστική αποβίβαση των επιβατών από πλοίο που βρίσκεται αγκυροβολημένο σε λιμένα ή όρμο, υπό την προϋπόθεση έγκρισης από την αρμόδια Λιμενική Αρχή.

Τέλος, ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής, πριν την έναρξη της περιόδου δραστηριοποίησης, υποβάλλει δήλωση στις Λιμενικές Αρχές, στην αρμοδιότητα των οποίων υπάγονται τα σημεία έναρξης και τερματισμού και των ενδιάμεσων προσεγγίσεων, εφόσον υπάρχουν, με την οποία γνωστοποιεί, αναλυτικά, τη χρονική περίοδο δραστηριοποίησης του πλοίου και το πρόγραμμα των θαλάσσιων ταξιδιών. Όμοια δήλωση απαιτείται για οποιαδήποτε τροποποίηση, πριν από την έναρξη του ημερήσιου θαλάσσιου ταξιδιού.

Ειδικές Προϋποθέσεις

Τα επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια ελλιμενίζονται, αγκυροβολούν ή παραβάλλουν για αναμονή, επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών, σε θέσεις ή σημεία που υποδεικνύονται από τον φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης ή από τον προϊστάμενο της οικείας Λιμενικής Αρχής, κατά περίπτωση. Σε περίπτωση ανεπάρκειας των χώρων και λειτουργικής αδυναμίας εξυπηρέτησης των επαγγελματικών τουριστικών ημερόπλοιων, ο αρμόδιος φορέας καθορίζει τα αναγκαία μέτρα για την αγκυροβολία ή παραβολή ή θέση αναμονής, την επιβίβαση και την αποβίβαση.

Ειδικότερα, προκειμένου για όρμους και ακτές, ο προϊστάμενος της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του για λόγους ασφάλειας ναυσιπλοΐας ή αδυναμίας λειτουργικής εξυπηρέτησης, να ορίσει ανώτατο αριθμό επαγγελματικών τουριστικών ημερόπλοιων που δραστηριοποιούνται ημερησίως στην περιοχή.

Εξάλλου, επιτρέπεται, μετά από έγκριση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, η προσέγγιση επαγγελματικών τουριστικών ημερόπλοιων σε λουτρικές εγκαταστάσεις, εφόσον υπάρχει ειδική, προς τον σκοπό αυτό, θέση, προσδιορισμένη με σημαντήρες.

Τέλος, τα επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια δύνανται να δραστηριοποιούνται ως επαγγελματικά πλοία αναψυχής, ακόμα και στα πλαίσια ΝΕΠΑ, τηρουμένων, αναλογικά, των όρων και των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εκμετάλλευση και τη δραστηριοποίησή τους, εφόσον για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα δεν εκτελούν, ταυτόχρονα, περιηγητικούς πλόες έναντι εισιτηρίου, ως επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια.

Θαλάσσια Ταξίδια
24ωρα Ημερήσια Θαλάσσια Ταξίδια

Το ημερήσιο θαλάσσιο ταξίδι εκτελείται εντός χρονικού διαστήματος 24 ωρών.

Στην περίπτωση όπου ημερήσιο θαλάσσιο ταξίδι περιλαμβάνει, ως ενδιάμεσο προορισμό, τουλάχιστον έναν ελληνικό λιμένα, ισχύουν τα εξής:

  • επιτρέπεται η αποβίβαση και παραμονή επιβατών στην ξηρά, υπό την προϋπόθεση επανεπιβίβασής τους στο πλοίο προ του απόπλου του για τη συνέχιση του πλου, και
  • απαγορεύεται η ενδιάμεση επιβίβαση και η οριστική αποβίβαση επιβατών στο πλοίο και από το πλοίο, αντίστοιχα, εκτός αν επιβάλλεται για λόγους ασφάλειας ή απρόβλεπτων συμβάντων.

Τέλος, στην περίπτωση κατά την οποία ημερήσιο θαλάσσιο ταξίδι δεν περιλαμβάνει ως ενδιάμεσο προορισμό ελληνικό λιμένα, παρά μόνο όρμους ή ακτές, επιτρέπεται η αποβίβαση και παραμονή επιβατών στην ξηρά χωρίς υποχρέωση για επανεπιβίβασή τους στο πλοίο κατά τον απόπλου του από το σημείο, υπό την προϋπόθεση επιστροφής του πλοίου στο σημείο, για την παραλαβή τους.

Ταξίδια Άνω Των 24 Ωρών

Επιτρέπεται η εκτέλεση ημερήσιου θαλάσσιου ταξιδιού ή θαλάσσιου ταξιδιού χρονικής διάρκειας άνω των 24 ωρών, που περιλαμβάνει διανυκτέρευση των επιβατών σε κατάλυμα της ξηράς, υπό τις εξής προϋποθέσεις:

  • το ταξίδι εκτελείται στο πλαίσιο ίδιας σύμβασης οργανωμένου ταξιδιού,
  • ο λιμένας ή ο όρμος ή η ακτή οριστικής αποβίβασης των επιβατών είναι ο λιμένας ή ο όρμος ή η ακτή αρχικής επιβίβασης, και
  • το πλοίο παραμένει αγκυροβολημένο ή ελλιμενισμένο, κατά τη διάρκεια της διανυκτέρευσης των επιβατών, σε θέση για την οποία έχει εξασφαλιστεί η σύμφωνη γνώμη της Λιμενικής Αρχής στην περιοχή αρμοδιότητας της οποίας υπάγεται το σημείο παραμονής του πλοίου.

Εξάλλου, εάν το πλοίο δεν διαθέτει χώρους ενδιαίτησης για το πλήρωμα, κατά τη διανυκτέρευση των επιβατών στην ξηρά, στη μεταξύ του πληρώματος και του πλοιοκτήτη καταρτιζόμενη σύμβαση, προβλέπεται η διασφάλιση κατάλληλου καταλύματος για το πλήρωμα από τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, εκτός αν πρόκειται για τον τόπο κατοικίας του ναυτικού. Ως κατάλληλο κατάλυμα θεωρείται εκείνο που, ως προς τον κλιματισμό, τους κοιτώνες, τις κλίνες και τους χώρους υγιεινής, είναι τουλάχιστον ισοδύναμο με αυτό που καθορίζεται από τη νομοθεσία για την ενδιαίτηση του πληρώματος.

Κατ’ Εξαίρεση Δραστηριοποίηση

Κατ’ εξαίρεση, λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας και ιδιομορφίας των υφιστάμενων συγκοινωνιακών εξυπηρετήσεων και συνθηκών ή για τον σκοπό της εξυπηρέτησης της τουριστικής κίνησης, επιτρέπονται:

  • η ενδιάμεση επιβίβαση επιβατών σε ελληνικό λιμένα ή όρμο ή ακτή στο πλαίσιο εκτέλεσης ημερήσιου θαλάσσιου ταξιδιού, εφόσον η οριστική αποβίβασή τους πραγματοποιηθεί στο σημείο αυτό και υπό την προϋπόθεση της έγκρισης της Λιμενικής Αρχής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο ενδιάμεσος λιμένας.
  • η αποβίβαση επιβατών σε ενδιάμεσο ελληνικό λιμένα στο πλαίσιο σύμβασης οργανωμένου ταξιδιού, εφόσον η οριστική αποβίβασή τους πραγματοποιηθεί στο σημείο της αρχικής επιβίβασής τους την ίδια ή διαφορετική ημερομηνία και υπό την προϋπόθεση έγκρισης της Λιμενικής Αρχής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται το σημείο έναρξης του ταξιδίου.
  • η εκτέλεση θαλάσσιου ταξιδιού από επαγγελματικό τουριστικό ημερόπλοιο στο πλαίσιο συνδυασμένης μεταφοράς επιβατών και με έτερα μέσα μεταφοράς, εφόσον
    • το συνολικό ταξίδι πραγματοποιείται στο πλαίσιο ίδιας σύμβασης οργανωμένου ταξιδιού,
    • η διάρκειά του δεν υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48) ώρες και υπό την προϋπόθεση της έγκρισης της Λιμενικής Αρχής, στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται το σημείο έναρξης του θαλάσσιου ταξιδιού.
  • κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου, η εκτέλεση μεταφοράς επιβατών όπου το σημείο έναρξης του πλου και της αρχικής επιβίβασης των επιβατών δεν ταυτίζεται με το σημείο τερματισμού του πλου και της οριστικής αποβίβασης των επιβατών και εφόσον δεν παραβλάπτεται η λειτουργία της δρομολογιακής γραμμής, στην περίπτωση όπου η μονή διαδρομή εξυπηρετείται από δρομολογημένο πλοίο, κατόπιν απόφασης του Υπουργού Ναυτιλίας.
Ασφάλιση Τουριστικών Ημερόπλοιων

Ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής πλοίου αναψυχής ή επαγγελματικού τουριστικού ημερόπλοιου, υποχρεούται να διαθέτει ασφάλιση σε ισχύ, για την κάλυψη των αναφερόμενων κινδύνων και απαιτήσεων που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση πλόων, τον ελλιμενισμό και την αγκυροβολία.

Τα πλοία αναψυχής και τα επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια ολικής χωρητικότητας ίσης ή μεγαλύτερης των 300 «Ο.Χ.» (gross tonnage/gt), υπάγονται στο καθεστώς ασφάλισης του Π.Δ. 6/2012.

Το πλαίσιο υποχρεωτικής ασφάλισης επαγγελματικού τουριστικού ημερόπλοιου ολικής χωρητικότητας μικρότερης των 300 gt αφορά, κατ’ ελάχιστον, την κάλυψη της αστικής ευθύνης για σωματικές βλάβες ή θάνατο, υλικές ζημιές και πρόκληση θαλάσσιας ρύπανσης από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιαδήποτε άλλη αιτία συνιστά ναυτικό ατύχημα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα Επαγγελματικά Τουριστικά Ημερόπλοια.

Η Υπόσχεση (Σύμβαση) Ελευθερώσεως

Υπόσχεση ελευθερώσεως είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας τρίτος υπόσχεται προς τον οφειλέτη να απαλλάξει αυτόν από χρέος του που υπάρχει (478 ΑΚ).

Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η ρύθμιση της ΑΚ 478 θέτει ερμηνευτικό κανόνα (“εν αμφιβολία“).

Τούτο σημαίνει πως, όταν γεννιέται αμφιβολία για το τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου και ο δανειστής δεν αποκτά άμεσο δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή (απλή υπόσχεση ελευθερώσεως).

Η σύμβαση αυτή, καλούμενη και σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθενός.

Χαρακτηριστικά

Επομένως κύρια γνωρίσματα της απλής υποσχέσεως ελευθερώσεως είναι :

  • ότι αυτή γεννά ενοχή μόνο μεταξύ του υποσχεθέντα και του οφειλέτη (υπέρ του οποίου η υπόσχεση) κατά την έννοια της ΑΚ 410 (μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου) και
  • ότι ο τρίτος που υποσχέθηκε δεν υπεισέρχεται στη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη.

Η υπόσχεση του τρίτου δυνατό να αφορά τωρινό ή μελλοντικό χρέος του οφειλέτη.

Επίσης, η κατ’ άρθρο 478 σύμβαση ελευθερώσεως, δεν επιφέρει διάθεση του ξένου χρέους (γιατί δεν επιφέρει άμεση απαλλαγή του οφειλέτη) και κατά συνέπεια είναι υποσχετική δικαιοπραξία και επιπλέον αιτιώδης που γίνεται για οποιαδήποτε αιτία, χαριστική ή επαχθή , ακόμη δε μπορεί να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση.

Η σύμβαση ελευθερώσεως κατά κανόνα είναι άτυπη, εκτός αν η τήρηση τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της ή την αιτία της.

Στην απλή υπόσχεση ελευθερώσεως (δηλαδή εκείνη στην οποία ισχύει ο ερμηνευτικός κανόνας της ΑΚ 478) εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το ειδικότερο περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών.

Έτσι από τη συμφωνία των μερών δυνατό να υποχρεώνεται ο τρίτος να εξοφλήσει ο ίδιος το χρέος, είτε να παραδώσει στον οφειλέτη το απαιτούμενο προς εξόφληση ποσό ή να απαλλάξει τον οφειλέτη από το χρέος με ορισμένο μόνο τρόπο (π.χ. μόνο με καταβολή ή συνάπτοντας με τον δανειστή την κατ’ άρθρο 471 ΑΚ στερητική αναδοχή).

Τέλος δε, αν ο οφειλέτης αναγκάστηκε να εξοφλήσει το δανειστή συνεπεία απειλής κατ’ αυτού αναγκαστικής εκτελέσεως, ο τρίτος υποχρεώνεται σε αποζημίωση του οφειλέτη λόγω του ότι ο οφειλέτης στην περίπτωση αυτή εξόφλησε ξένο χρέος, σύμφωνα πάντα με την εσωτερική σχέση που τον συνδέει με τον τρίτο.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση ελευθερώσεως.

Εικονική Εταιρεία: Ποιος Φέρει Ευθύνη & Πως Κινδυνεύει

Πότε μια εταιρεία θεωρείται εικονική και τι κινδυνεύει ο πραγματικός δικαιούχος

Εν συντομία:

  • Εικονική είναι η εταιρεία της οποίας η ιδρυτική σύμβαση ή η συμμετοχή ενός εταίρου καταρτίστηκε μόνο φαινομενικά, χωρίς πρόθεση παραγωγής των εννόμων αποτελεσμάτων της (άρθρο 138 του Αστικού Κώδικα).
  • Μια εταιρεία εγγεγραμμένη στο ΓΕΜΗ δεν κηρύσσεται ανύπαρκτη λόγω εικονικότητας. Αντιμετωπίζεται ως εταιρεία εν τοις πράγμασι, ενώ η τυχόν ακυρότητα ενεργεί για το μέλλον και προστατεύει τους καλόπιστους τρίτους.
  • Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι η εξαφάνιση της εταιρείας, αλλά η μερική ακυρότητα μιας συγκεκριμένης συμμετοχής ή δικαιοπραξίας και η προσωπική, εις ολόκληρον ευθύνη του υποκρυπτόμενου φορέα.
  • Φορολογικά και ασφαλιστικά, η ΑΑΔΕ και ο ΕΦΚΑ καταλογίζουν φόρους, ΦΠΑ, εισφορές και πρόστιμα στους πραγματικούς υπόχρεους πίσω από φαινόμενη επιχείρηση.
  • Την εικονικότητα επικαλούνται και οι θιγόμενοι δανειστές, με αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας ή με αγωγή διάρρηξης.

Πότε μια εταιρεία κρίνεται εικονική;

Εικονική κρίνεται η εταιρεία της οποίας η ιδρυτική σύμβαση ή η συμμετοχή ενός εταίρου στηρίζεται σε εικονική δήλωση βούλησης κατά το άρθρο 138 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ), δηλαδή δήλωση που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, χωρίς πρόθεση παραγωγής των εννόμων αποτελεσμάτων της. Προϋπόθεση είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των συμβαλλομένων ότι η σύμβαση δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 858/2022).

Ο νόμος διακρίνει την εικονικότητα σε δύο μορφές:

  • Απόλυτη είναι όταν η δικαιοπραξία δεν καλύπτει άλλη και δεν επιδιώκεται καμία έννομη μεταβολή.
  • Σχετική είναι όταν κάτω από τη φαινομενική κρύβεται άλλη, έγκυρη δικαιοπραξία που τα μέρη πράγματι ήθελαν.

Τα κίνητρα των δικαιοπρακτούντων δεν αποτελούν στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για να κριθεί μια δήλωση εικονική.

Στην πράξη, ο χαρακτηρισμός μιας εταιρείας ως εικονικής δεν προκύπτει από τη μορφή της αλλά από την απουσία πραγματικού υποστρώματος: εταιρεία χωρίς ουσιαστική συναλλακτική οργάνωση και δράση, με πρόσωπα που εμφανίζονται ως εταίροι ή φορείς ενώ την επιχείρηση ασκεί στην πραγματικότητα άλλος. Η εικονικότητα μπορεί να αφορά ολόκληρη την εταιρεία, τη συμμετοχή ενός μόνο εταίρου, ή το πρόσωπο του φερόμενου φορέα.

Η μυστικότητα, όμως, της συμμετοχής δεν συνιστά από μόνη της εικονικότητα. Η επιθυμία κάποιου να συμμετέχει χωρίς να εμφανίζεται εξυπηρετείται νόμιμα από την αφανή εταιρεία, όπου ο αφανής εταίρος μετέχει στα αποτελέσματα χωρίς να εμφανίζεται προς τρίτους.

Η οριοθέτηση ανάμεσα σε νόμιμη αφανή συμμετοχή και σε εικονικό σχήμα κρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και αποτελεί το πρώτο κρίσιμο σημείο νομικής αξιολόγησης.

Ακυρώνεται μια εγγεγραμμένη στο ΓΕΜΗ εταιρεία λόγω εικονικότητας;

Κατά κανόνα όχι. Όταν η εταιρεία έχει καταχωριστεί στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), το κύρος της κρίνεται από το εφαρμοστέο εταιρικό δίκαιο και τη δημοσιότητα, όχι από τη γενική ρύθμιση της εικονικότητας. Ακόμη και αν διαπιστωθεί εικονικότητα, η εταιρεία που λειτούργησε αντιμετωπίζεται ως εταιρεία εν τοις πράγμασι (de facto) και η ακυρότητα ενεργεί για το μέλλον.

Η λογική αυτή στηρίζεται στην αρχή της εν τοις πράγμασι εταιρείας, την οποία αποτυπώνει το άρθρο 251 παρ. 3 του Ν. 4072/2012, το οποίο προβλέπει ότι οι εταιρικές ακυρότητες αντιμετωπίζονται κατ’ αρχήν ως μερικές και δεν ανατρέπουν αναδρομικά όσα δικαιώματα και υποχρεώσεις γεννήθηκαν κατά τη λειτουργία της.

Ειδικά για την προσωπική εταιρεία που έχει δημοσιευθεί στο ΓΕΜΗ, ισχύει ο κανόνας της εγκυρότητας των συναλλαγών έναντι των καλόπιστων τρίτων, ενώ η σχετική ακυρότητα αντιτάσσεται μόνο κατά του τρίτου που γνώριζε την εικονικότητα (άρθρο 139 ΑΚ, ΜΠρΠειρ 478/2018).

Αντίστοιχα, η ίδρυση ανώνυμης εταιρείας δεν αναγνωρίζεται άκυρη λόγω εικονικότητας, καθώς το κύρος και οι ακυρότητές της ρυθμίζονται από το ειδικό δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών (Ν. 4548/2018) σε συνδυασμό με τη δημοσιότητα του ΓΕΜΗ (Ν. 4635/2019).

Το ζήτημα, επομένως, μετατοπίζεται, αφού η εικονικότητα σπάνια πλήττει την ίδια την ύπαρξη μιας εγγεγραμμένης εταιρείας, αλλά αφορά συχνά στη συμμετοχή ενός εταίρου.

Όταν κάποιος συμμετέχει εικονικά, η εταιρεία αντιμετωπίζεται ως μερικώς άκυρη κατά το μέρος αυτό, χωρίς η μερική ακυρότητα να επιφέρει ακυρότητα ολόκληρης της εταιρείας, εφόσον δεν συνάγεται ότι η εταιρεία δεν θα είχε συσταθεί χωρίς την εικονική συμμετοχή.

Τα εταιρικά μερίδια ή οι μετοχές που απέκτησε το παρένθετο πρόσωπο περιέρχονται στον υποκρυπτόμενο, ο οποίος είναι ο αληθής εταίρος και δικαιούται τη δικαστική αναγνώριση των δικαιωμάτων του (ΠΠρΓιαννιτσών 6/2025). Το αν συντρέχει ακυρότητα του συνόλου ή μερική ακυρότητα εξαρτάται από τη βούληση των μερών κατά τη σύσταση και απαιτεί κατά περίπτωση νομική κρίση.

Πότε ευθύνεται προσωπικά ο πραγματικός δικαιούχος πίσω από την εταιρεία;

Ο πραγματικός φορέας ευθύνεται προσωπικά όταν χρησιμοποιεί την εταιρεία ως παρένθετο πρόσωπο, δηλαδή ως κατ’ επίφαση συμβαλλόμενο που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του υποκρυπτόμενου.

Τότε ο υποκρυπτόμενος αποκτά και ο ίδιος εμπορική ιδιότητα και ευθύνεται εις ολόκληρον, για το σύνολο της οφειλής, για τις υποχρεώσεις που δημιουργεί η φαινόμενη δράση, χωρίς αυτό να συνιστά άρση της νομικής αυτοτέλειας.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη και συχνά συγχέεται. Η εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας δεν ταυτίζεται με την άρση της νομικής αυτοτέλειας. Στην πρώτη περίπτωση, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η συγκεκριμένη πράξη ήταν φαινομενική, ενώ στη δεύτερη κάμπτεται ο διαχωρισμός εταιρείας και μέλους λόγω κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας ( πχ κυρίαρχος μέτοχος, χρήση της εταιρείας ως alter ego, ανεπαρκής κεφαλαιοδότηση προς βλάβη τρίτων κλπ).

Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι, εαν δεχτεί την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας, το δικαστήριο δεν παρακάμπτει τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας, ούτε αίρει την περιουσιακή αυτοτέλειά της, αφού η κρίση αφορά τη συγκεκριμένη πράξη και όχι το σύνολο των σχέσεων της εταιρείας (ΑΠ 858/2022).

Η εμπειρία από υποθέσεις όπου η φορολογική αρχή αναζήτησε τους πραγματικούς φορείς πίσω από φαινόμενη επιχείρηση δείχνει ότι το αποδεικτικό βάρος πέφτει στην έλλειψη πραγματικής οργάνωσης και δράσης, όχι στα κίνητρα των μερών. Ο ακόλουθος πίνακας αποσαφηνίζει τρεις έννοιες που στην πράξη συγχέονται.

Εικονική συμμετοχή ή δικαιοπραξίαΑφανής εταιρείαΆρση νομικής αυτοτέλειας
ΈννοιαΦαινομενική κατάρτιση χωρίς πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτωνΓνήσια εσωτερική εταιρεία, ο αφανής εταίρος δεν εμφανίζεται προς τρίτουςΚάμψη του χωρισμού εταιρείας και μέλους λόγω κατάχρησης
Νομική βάσηΆρθρο 138 ΑΚΆρθρα 285 επ. Ν. 4072/2012Άρθρα 281, 288, 200 ΑΚ (καλή πίστη)
Επίδραση στην ύπαρξη της εταιρείαςΗ εγγεγραμμένη εταιρεία δεν εξαφανίζεται, δυνατή μερική ακυρότηταΔεν θίγεται, η εξωτερική εταιρεία λειτουργεί κανονικάΔεν θίγεται, μετακυλίονται μόνο συνέπειες
Ποιος ευθύνεταιΟ υποκρυπτόμενος αληθής φορέας, εις ολόκληρονΜόνο ο εμφανής εταίρος έναντι τρίτωνΟ κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος
ΝομιμότηταΆκυρη ως προς το φαινομενικό σκέλοςΝόμιμη μορφή του επιχειρείνΚύρωση κατάχρησης, όχι νόμιμο σχήμα

Ποιες φορολογικές και ασφαλιστικές συνέπειες επιφέρει η εικονικότητα;

Η φορολογική διοίκηση (ΑΑΔΕ) και ο ΕΦΚΑ καταλογίζουν φόρους, ΦΠΑ, εισφορές και πρόστιμα στους πραγματικούς υπόχρεους που υποκρύπτονται πίσω από φαινόμενη επιχείρηση, ανεξάρτητα από τα φαινόμενα πρόσωπα, αφού συνταχθεί ιδιαίτερη έκθεση ελέγχου που αιτιολογεί την εικονικότητα. Τα φαινόμενα πρόσωπα δεν καλύπτουν και δεν απαλλάσσουν τους πραγματικούς φορείς από την ευθύνη.

Η θέση αυτή αποτυπώθηκε στην ΠΟΛ 1008/2017, με την οποία έγινε δεκτή η γνωμοδότηση 275/2016 της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η τελευταία ανέφερε ότι, σε βεβαιωμένη ληξιπρόθεσμη οφειλή εικονικής επιχείρησης, οι πραγματικοί υπόχρεοι ευθύνονται ανεξαρτήτως των φαινομένων προσώπων και σε βάρος τους λαμβάνονται όλα τα διοικητικά, ασφαλιστικά και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.

Τα μέτρα αυτά ασκούνται κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), ενώ η προσωπική ευθύνη των πραγματικών φορέων εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ευθύνης των διοικούντων για τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας.

Η εικονική εταιρεία αποτελεί συχνά το όχημα για την έκδοση ή λήψη εικονικών τιμολογίων, όπου η εικονικότητα μεταφέρεται από την οντότητα στα ίδια τα παραστατικά και ενεργοποιεί ποινική ευθύνη για φοροδιαφυγή.

Πρόκειται για διακριτό, αν και συχνά συνυφασμένο, ζήτημα, καθώς το πρώτο αφορά τον χαρακτήρα της εταιρείας ως φορέα, ενώ το δεύτερο τη μη πραγματική συναλλαγή που καλύπτει ένα φορολογικό στοιχείο.

Η έκθεση ελέγχου οφείλει να τεκμηριώνει ειδικά την εικονικότητα και να προσδιορίζει τα πραγματικά υπόχρεα πρόσωπα, γι’ αυτό και τυχόν πλημμέλειες της αιτιολόγησης ή της ταυτοποίησης αποτελούν πεδίο άμυνας που κρίνεται κατά περίπτωση.

Ποιος μπορεί να επικαλεστεί την εικονικότητα και με ποιο ένδικο τρόπο;

Την εικονικότητα επικαλείται ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, οι δανειστές και κάθε τρίτος με έννομο συμφέρον, υλικό ή ηθικό, όταν από την άκυρη σύμβαση δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η ακυρότητα είναι απόλυτη και επέρχεται αυτοδικαίως, οπότε δεν απαιτείται διαπλαστική αγωγή αλλά αναγνωριστική αγωγή για τη βεβαίωσή της (ΑΠ 1642/2025).

Για τον δανειστή που θίγεται από μεταβίβαση περιουσίας μέσω εικονικής εταιρείας ή εικονικής δικαιοπραξίας, ανοίγονται δύο διαφορετικές επιλογές:

  • Η πρώτη είναι η επίκληση της εικονικότητας, οπότε η μεταβίβαση θεωρείται ανύπαρκτη εξαρχής.
  • Η δεύτερη είναι η καταδολίευση των δανειστών και η αγωγή διάρρηξης (άρθρα 939 επ. ΑΚ), η οποία προϋποθέτει έγκυρη μεν αλλά καταδολιευτική απαλλοτρίωση, πρόθεση βλάβης και ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας.

Η εμπειρία από υποθέσεις καταδολίευσης μέσω εικονικών μεταβιβάσεων δείχνει ότι η επιλογή ανάμεσα στην επίκληση της εικονικότητας και στην αγωγή διάρρηξης καθορίζει τι πρέπει να αποδειχθεί και ποιος φέρει το αποδεικτικό βάρος.

Συχνές ερωτήσεις

Είναι παράνομη η αφανής εταιρεία;

Όχι. Η αφανής εταιρεία είναι γνήσια, νόμιμη μορφή του επιχειρείν, προβλεπόμενη από τα άρθρα 285 επ. του Ν. 4072/2012: ο αφανής εταίρος μετέχει στα αποτελέσματα μιας εμπορικής δραστηριότητας χωρίς να εμφανίζεται προς τρίτους, ενώ έναντι αυτών ευθύνεται μόνο ο εμφανής εταίρος. Διαφέρει από την εικονική συμμετοχή, όπου η εμφάνιση ενός προσώπου ως εταίρου είναι απλώς φαινομενική. Η οριοθέτηση κρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.

Μπορεί να κριθεί εικονική μια ΑΕ ή μια ΙΚΕ;

Η ίδρυση μιας εγγεγραμμένης κεφαλαιουχικής εταιρείας δεν ανατρέπεται εύκολα ως εικονική, καθώς το κύρος της ρυθμίζεται από το ειδικό εταιρικό δίκαιο και τη δημοσιότητα του ΓΕΜΗ. Εικονικότητα, όμως, μπορεί να αφορά τη συμμετοχή συγκεκριμένου εταίρου ή μετόχου, ή μια επιμέρους δικαιοπραξία, όπως μια μεταβίβαση μετοχών ή ένα δάνειο προς εταίρο, με συνέπεια τη μερική ακυρότητα.

Σε τι διαφέρει η εικονική εταιρεία από την άρση της νομικής προσωπικότητας;

Η εικονικότητα οδηγεί σε ακυρότητα μιας φαινομενικής δικαιοπραξίας ή συμμετοχής κατά το άρθρο 138 ΑΚ. Η άρση της νομικής προσωπικότητας είναι κύρωση της κατάχρησης, με την οποία κάμπτεται ο χωρισμός εταιρείας και μέλους και μετακυλίονται οι συνέπειες στον κυρίαρχο μέτοχο ή εταίρο. Ο Άρειος Πάγος διαχωρίζει τις δύο έννοιες: η διαπίστωση εικονικότητας μιας πράξης δεν συνεπάγεται άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας της εταιρείας.

Εικονική εταιρεία και εικονικά τιμολόγια είναι το ίδιο;

Όχι. Η εικονική εταιρεία είναι η οντότητα χωρίς πραγματικό υπόστρωμα, ενώ το εικονικό τιμολόγιο είναι το φορολογικό στοιχείο που καλύπτει ανύπαρκτη ή μη πραγματική συναλλαγή. Οι δύο έννοιες συνδέονται, καθώς μια εικονική εταιρεία εκδίδει συχνά εικονικά παραστατικά, παραμένουν όμως διακριτές ως προς τις προϋποθέσεις και τις κυρώσεις, με το ζήτημα των τιμολογίων να έχει έντονη ποινική διάσταση.

Η μυστική συμμετοχή μέσω παρένθετου προσώπου είναι νόμιμη;

Η χρήση παρένθετου προσώπου για κάλυψη της πραγματικής συμμετοχής δεν είναι αυτομάτως άκυρη: η καλυπτόμενη σύμβαση μπορεί να ισχύει υπέρ του αληθούς φορέα, εφόσον τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος. Ενέχει όμως κινδύνους έναντι τρίτων που αγνοούσαν την κατάσταση, καθώς και έναντι της φορολογικής και της ασφαλιστικής διοίκησης, γι’ αυτό απαιτείται προσεκτική έγγραφη ρύθμιση των σχέσεων.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Πραγματική οργάνωση και δράση: Η ύπαρξη ουσιαστικής συναλλακτικής οργάνωσης, εγκαταστάσεων, προσωπικού και αυτοτελούς δραστηριότητας είναι το στοιχείο που διαχωρίζει μια πραγματική εταιρεία από φαινόμενο σχήμα και προστατεύει έναντι του χαρακτηρισμού της ως εικονικής.

Διάκριση από την αφανή εταιρεία: Η επιθυμία αφανούς συμμετοχής δεν οδηγεί αναγκαστικά σε εικονικότητα. Η νόμιμη οδός είναι η αφανής εταιρεία, με έγγραφη ρύθμιση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μεταξύ εμφανούς και αφανούς εταίρου.

Έγγραφη τεκμηρίωση σε σχήματα παρένθετου προσώπου: Η ταυτότητα του αληθούς φορέα και η θέληση των μερών πρέπει να αποτυπώνονται εγγράφως, ώστε να είναι δυνατή η δικαστική αναγνώριση των δικαιωμάτων του υποκρυπτόμενου προσώπου έναντι του παρενθέτου.

Έλεγχος πριν από μεταβιβάσεις προς συνδεδεμένα πρόσωπα: Μεταβιβάσεις περιουσίας ή εταιρικών συμμετοχών προς οικείους σε περίοδο οικονομικής πίεσης κινδυνεύουν με προσβολή ως εικονικές ή καταδολιευτικές, με φορολογικές και αστικές συνέπειες που κρίνονται κατά περίπτωση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με την εικονική εταιρεία.

Το Έννομο Συμφέρον Στις Εμπορικές Διαφορές

Έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία.

Περαιτέρο, έννομο συμφέρον υφίσταται όταν η αιτούμενη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσεως της υφισταμένης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλουμένου στο συμφέρον του ενάγοντος κινδύνου από αυτήν.

Κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, που είναι ουσιαστικού δικαίου, προκύπτει ότι, είναι δυνατή η αναγνώριση με αγωγή της υπάρξεως ή ανυπαρξίας έννομης σχέσεως εμπορικού δικαίου, ήτοι ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητας, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον.

Έννομη Σχέση

Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση του προσώπου που αναφέρεται σε έτερο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο.

Δεν αποτελούν έννομη σχέση, υπό την ως άνω έννοια, τα απλά πραγματικά περιστατικά ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα δίχως τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση, της οποίας ζητείται μέσω της αγωγής η προστασία.

Επίσης, δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων δίχως καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή όπου υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΠΠρΓιαν 6/2025).

Περιεχόμενο Εννόμου Συμφέροντος

Περαιτέρω, έννομο συμφέρον υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αναγνωριστική αγωγή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητουμένη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές με αυτό παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικώς, με δύναμη δεδικασμένου.

Συνεπώς, αποφάσεις που δεν διαλευκαίνουν οριστικώς την έννομη σχέση, αλλά μόνο στοιχεία ή προδικαστικά ζητήματα αυτής, δεν είναι ικανές για παραγωγή δεδικασμένου και άρα ούτε και για αναγνώριση των εν λόγω μεμονωμένων στοιχείων, διότι πρέπει να προστεθούν και έτερα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης έννομης σχέσεως. Μεμονωμένα, δηλαδή, στοιχεία της έννομης σχέσεως ή προδικαστικά αυτής στοιχεία δεν δύνανται να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής.

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο συζητήσεως της αναγνωριστικής αγωγής, και να είναι άμεσο, κατά την έννοια του άρθρου 68 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί νομική έννοια και η κρίση περί συνδρομής αυτού από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Συμφέρον Άμεσο Και Παρόν

Το έννομο συμφέρον, όπως έχει κριθεί και κατά την ερμηνεία της όμοιας διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ, πρέπει εκτός από έννομο, να είναι ατομικό του αιτούντος και άμεσο, δηλαδή το απειλούμενο με την αίτηση δικαίωμα του αιτούντος πρέπει να είναι υπαρκτό κατά την άσκηση της αίτησης (ΑΠ 55/2020)

Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης (άκυρη δικαιοπραξία κ.λπ.), προκαλείται αβεβαιότητα ως προ ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού, (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης.

Εξάλλου, παρόν είναι το έννομο συμφέρον όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες.

Τέλος, νομιμοποίηση των διαδίκων ως διακριτή, μη ταυτιζόμενη με το έννομο συμφέρον, διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το έννομο συμφέρον στις εμπορικές διαφορές και την αστική δίκη.

ΝΕΠΑ ή ΙΚΕ για Σκάφος Αναψυχής: Τα Κριτήρια Επιλογής

Πότε Συμφέρει η Σύσταση ΝΕΠΑ για Επαγγελματικό Πλοίο Αναψυχής

Εν συντομία:

  • Η ΝΕΠΑ (Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής) είναι κεφαλαιουχική εταιρεία με αποκλειστικό σκοπό την κτήση ή εκμετάλλευση επαγγελματικού πλοίου αναψυχής υπό ελληνική σημαία.
  • Συμφέρει όταν το σκάφος προορίζεται για επαγγελματική εκμετάλλευση με ναυλώσεις. Για ιδιωτική χρήση χωρίς ναυλώσεις ενδείκνυται η Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής (ΕΙΠΑ).
  • Το φορολογικό πλεονέκτημα υπάρχει μόνο όταν η ΝΕΠΑ είναι πλοιοκτήτρια: ο φόρος χωρητικότητας εξαντλεί τη φορολογία εισοδήματος. Ως διαχειρίστρια πλοίου τρίτου, φορολογείται κανονικά στα κέρδη.
  • Το ελάχιστο κεφάλαιο είναι 10.000 ευρώ και επιτρέπεται μονοπρόσωπη ΝΕΠΑ.
  • Ο νόμος απαγορεύει τη μετατροπή άλλης εταιρείας σε ΝΕΠΑ και αντίστροφα, οπότε η επιλογή μορφής πρέπει να γίνει ορθά εξαρχής.

Τι είναι η ΝΕΠΑ και πότε επιλέγεται αντί άλλης εταιρικής μορφής;

Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής (ΝΕΠΑ) είναι κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Έχει αποκλειστικό σκοπό την κτήση κυριότητας, την εκμετάλλευση ή τη διαχείριση πλοίων αναψυχής υπό ελληνική σημαία που χαρακτηρίζονται ως επαγγελματικά (άρθρα 23 επ. ν. 4926/2022).

Επιλέγεται όταν το σκάφος προορίζεται για επαγγελματική εκμετάλλευση με ναυλώσεις, όχι για ιδιωτική χρήση ούτε για δραστηριότητα πέραν του σκάφους.

Ο αποκλειστικός σκοπός είναι το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τη ΝΕΠΑ από τις κοινές εμπορικές εταιρείες. Δεν μπορεί να ασκεί άλλη δραστηριότητα πέρα από την εκμετάλλευση πλοίων αναψυχής.

Επιχειρηματίας που σχεδιάζει ναυλώσεις σκάφους αλλά και παράλληλες δραστηριότητες, όπως τουριστικές υπηρεσίες ξηράς ή εμπορία, δεν καλύπτεται από τη ΝΕΠΑ και χρειάζεται επιλογή εταιρικής μορφής με ευρύτερο σκοπό.

Η ελληνική σημαία είναι επίσης προϋπόθεση. Η ΝΕΠΑ αφορά πλοία που νηολογούνται στην Ελλάδα. Για σκάφος υπό ξένη σημαία το εταιρικό όχημα και το φορολογικό πλαίσιο διαμορφώνονται διαφορετικά.

Πότε συμφέρει η ΝΕΠΑ έναντι ΙΚΕ, ΑΕ ή ΕΙΠΑ;

Η ΝΕΠΑ συμφέρει όταν συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις:

  1. το σκάφος θα εκμεταλλεύεται επαγγελματικά με ναυλώσεις,
  2. φέρει ελληνική σημαία και
  3. επιδιώκεται το φορολογικό καθεστώς του πλοίου.

Αν το σκάφος προορίζεται για ιδιωτική χρήση, η Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής (ΕΙΠΑ) του ίδιου νόμου είναι η ενδεδειγμένη μορφή.

ΚριτήριοΝΕΠΑΕΙΠΑΙΚΕ / ΑΕ
Χρήση σκάφουςΕπαγγελματική, με ναυλώσειςΙδιωτική χρήσηΆσχετη με σκάφος ή ευρύτερη δραστηριότητα
ΣημαίαΕλληνικήΕλληνικήΔεν προϋποτίθεται
Ελάχιστο κεφάλαιο10.000 ευρώΚατά τον νόμοΙΚΕ από 1 ευρώ / ΑΕ 25.000 ευρώ
Φορολογία εισοδήματος από το πλοίοΦόρος χωρητικότητας αν πλοιοκτήτριαΔεν αποκτά επαγγελματικό εισόδημαΦόρος εισοδήματος νομικών προσώπων
Μετατροπή προς ή από τη μορφήΑπαγορεύεταιΑπαγορεύεταιΕπιτρέπεται

Το κρίσιμο διαχωριστικό είναι η χρήση του σκάφους. Επαγγελματική εκμετάλλευση με ναυλώσεις οδηγεί στη ΝΕΠΑ, ιδιωτική χρήση στην ΕΙΠΑ, ενώ δραστηριότητα πέραν του σκάφους απαιτεί μια ΙΚΕ ή ΑΕ. Το βασικό κίνητρο για τη ΝΕΠΑ είναι το φορολογικό καθεστώς του πλοίου, που αναλύεται στη συνέχεια.

Η περιορισμένη ευθύνη δεν αποτελεί από μόνη της λόγο επιλογής της ΝΕΠΑ, καθώς υπάρχει σε κάθε κεφαλαιουχική εταιρεία. Η σωστή απάντηση εξαρτάται από τον σχεδιασμό εκμετάλλευσης, τη σημαία και τη φορολογική στρατηγική των μετόχων, και κάθε σενάριο δίνει διαφορετικό αποτέλεσμα.

Πώς φορολογείται η ΝΕΠΑ και πότε τα κέρδη μένουν αφορολόγητα;

Η φορολογική μεταχείριση εξαρτάται από το αν η ΝΕΠΑ είναι πλοιοκτήτρια ή απλή διαχειρίστρια πλοίου τρίτου. Ως πλοιοκτήτρια επαγγελματικού πλοίου υπάγεται στον φόρο χωρητικότητας του ν. 27/1975, μέσω του άρθρου 65 του ν. 4926/2022, και η καταβολή του εξαντλεί κάθε υποχρέωση φόρου εισοδήματος. Ως διαχειρίστρια, φορολογείται κανονικά στα κέρδη της.

Το πλεονέκτημα των αφορολόγητων κερδών που συχνά αποδίδεται γενικά στη ΝΕΠΑ ισχύει με ακρίβεια μόνο για την πλοιοκτήτρια. Ο φόρος χωρητικότητας υπολογίζεται στους κόρους ολικής χωρητικότητας του πλοίου και όχι στα κέρδη.

Η καταβολή του εξαντλεί τη φορολογία εισοδήματος και η απαλλαγή εκτείνεται μέχρι τον μέτοχο φυσικό πρόσωπο, καθώς τα μερίσματα και οι διανομές καθαρών κερδών δεν φορολογούνται περαιτέρω.

Η ΝΕΠΑ που διαχειρίζεται ή εκμεταλλεύεται πλοίο τρίτου, χωρίς να είναι πλοιοκτήτρια, δεν υπάγεται στο ίδιο καθεστώς. Τηρεί διπλογραφικά βιβλία κατά τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα και φορολογείται με φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων στα κέρδη της.

Δύο εξαιρέσεις πρέπει να σημειωθούν. Οι αμοιβές των μελών του διοικητικού συμβουλίου υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, ανώ η απαλλαγή δεν καλύπτει τέλη και Φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίων.

Το ευνοϊκό αυτό καθεστώς για τα πλοία αναψυχής τελεί υπό επανεξέταση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει ζήτημα συμβατότητας της επέκτασης του φόρου χωρητικότητας στα σκάφη αναψυχής με το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων. Ο σχεδιασμός με ορίζοντα ετών οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι το φορολογικό πλεονέκτημα ενδέχεται να μεταβληθεί.

Πώς συστήνεται μια ΝΕΠΑ και τι κεφάλαιο απαιτείται;

Η σύσταση γίνεται με κατάρτιση καταστατικού από έναν τουλάχιστον ιδρυτή, καθώς επιτρέπεται και μονοπρόσωπη ΝΕΠΑ και καταχώρισή του στο Μητρώο ΝΕΠΑ. Η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα από την καταχώριση (άρθρα 24 επ. ν. 4926/2022). Το ελάχιστο κεφάλαιο ορίζεται σε 10.000 ευρώ, καταβλητέο ολοσχερώς σε χρήμα εντός δύο μηνών από τη σύσταση. Τα βήματα έχουν ως εξής:

  1. Κατάρτιση καταστατικού, εγγράφως ή ψηφιακά, με το υποχρεωτικό περιεχόμενο: επωνυμία, σκοπός, έδρα, ύψος κεφαλαίου, μετοχές, όργανα διοίκησης, δικαιώματα μετόχων και διαδικασία λύσης.
  2. Επιλογή επωνυμίας με τις λέξεις «ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΟΙΩΝ ΑΝΑΨΥΧΗΣ» ή το ακρωνύμιο «ΝΕΠΑ», χωρίς κίνδυνο σύγχυσης με άλλη εταιρεία.
  3. Καταχώριση του υπογεγραμμένου καταστατικού στο Μητρώο ΝΕΠΑ, από την οποία η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα.
  4. Καταβολή του κεφαλαίου σε ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα και προσκόμιση του παραστατικού στο μητρώο.

Η εμπειρία από υποθέσεις σύστασης ναυτιλιακών εταιρειών δείχνει ότι οι πιο κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται στη διατύπωση των καταστατικών ρητρών, όπως περιορισμοί στη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών, αυξημένες απαρτίες και πλειοψηφίες για συγκεκριμένες αποφάσεις, καθορισμός διάρκειας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Κάθε επιλογή δεσμεύει τη λειτουργία της εταιρείας και τη σχέση των μετόχων για χρόνια.

Ποια η ευθύνη μετόχων και μελών ΔΣ και ποιοι κίνδυνοι παραμένουν;

Για τα χρέη της ΝΕΠΑ ευθύνεται μόνο η ίδια με την περιουσία της και οι μέτοχοι δεν ευθύνονται πέραν της εισφοράς τους. Ο κανόνας αυτός, ωστόσο, δεν είναι απόλυτος. Για φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές προς το Δημόσιο, τα πρόσωπα που διοικούν την εταιρεία ευθύνονται αλληλεγγύως και προσωπικά.

Η περιορισμένη ευθύνη καλύπτει τις συμβατικές και εμπορικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Δεν καλύπτει όμως την ευθύνη των διοικούντων για τις φορολογικές οφειλές, αφού ο Πρόεδρος, ο Διευθύνων Σύμβουλος και όσοι ασκούν διοίκηση ευθύνονται προσωπικά για φόρους που δεν αποδόθηκαν. Ανάλογη υποχρέωση προκύπτει και για τις ασφαλιστικές εισφορές, καθώς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου με ποσοστό μετοχών 3% και άνω υπάγονται σε υποχρεωτική ασφάλιση.

Πέρα από τη φορολογική ευθύνη, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου φέρουν ευθύνη επιμέλειας και υποχρέωση πίστεως προς την εταιρεία. Ευθύνονται για ζημία από παράβαση των καθηκόντων τους, εκτός αν αποδείξουν ότι επέδειξαν την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία και ότι η απόφαση ελήφθη με καλή πίστη και επαρκή πληροφόρηση.

Ένας ακόμη περιορισμός αφορά τη σύνθεση των μετόχων. Επειδή η ΝΕΠΑ φέρει ελληνική σημαία, ισχύουν οι προϋποθέσεις εθνικότητας της πλοιοκτησίας. Επενδυτής από χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου πρέπει να ελέγξει αν και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να συμμετάσχει, πριν δεσμεύσει κεφάλαια.

Μπορεί μια ΙΚΕ ή ΑΕ να μετατραπεί σε ΝΕΠΑ;

Όχι. Ο ν. 4926/2022 απαγορεύει τόσο τη μετατροπή εταιρείας άλλης νομικής μορφής σε ΝΕΠΑ όσο και τη μετατροπή ΝΕΠΑ σε άλλη μορφή. Πηγές που αναφέρουν ότι επιτρέπεται η μετατροπή μιας ΙΚΕ ή ΕΠΕ σε ΝΕΠΑ στηρίζονται στο προϊσχύον καθεστώς του ν. 3182/2003, το οποίο καταργήθηκε ως προς τις σχετικές διατάξεις.

Η απαγόρευση έχει άμεση συνέπεια για τον σχεδιασμό. Επιχειρηματίας δεν μπορεί να ξεκινήσει με μια ευέλικτη ΙΚΕ και αργότερα, όταν αποκτήσει το σκάφος, να τη μετατρέψει σε ΝΕΠΑ για να επωφεληθεί από το φορολογικό καθεστώς.

Στην πρακτική αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων, η επιλογή του οχήματος πρέπει να οριστικοποιείται πριν την απόκτηση του πλοίου, με βάση τον προγραμματισμένο τρόπο εκμετάλλευσης. Λανθασμένη αρχική επιλογή σημαίνει διάλυση της μιας εταιρείας και σύσταση νέας, με το κόστος και τον χρόνο που αυτό συνεπάγεται.

Συχνές Ερωτήσεις

Πόσο κεφάλαιο χρειάζεται για τη σύσταση ΝΕΠΑ;

Το ελάχιστο εταιρικό κεφάλαιο είναι 10.000 ευρώ. Καταβάλλεται ολοσχερώς σε χρήμα εντός δύο μηνών από τη σύσταση, σε ειδικό λογαριασμό της εταιρείας σε πιστωτικό ίδρυμα.

Μπορεί ένα φυσικό πρόσωπο να ιδρύσει μονοπρόσωπη ΝΕΠΑ;

Ναι. Η ΝΕΠΑ ιδρύεται από έναν ή περισσότερους ιδρυτές και μπορεί να είναι μονοπρόσωπη. Το διοικητικό συμβούλιο απαιτεί ωστόσο τουλάχιστον τρία μέλη, μετόχους ή μη.

Ποια η διαφορά της ΝΕΠΑ από την ΕΙΠΑ;

Η ΝΕΠΑ αφορά πλοία που εκμεταλλεύονται επαγγελματικά με ναυλώσεις. Η Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής αφορά πλοία που προορίζονται για ιδιωτική χρήση. Η επιλογή εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης του σκάφους.

Πού τηρείται το Μητρώο ΝΕΠΑ;

Το Μητρώο ΝΕΠΑ τηρείται ηλεκτρονικά και σε αυτό καταχωρίζεται το καταστατικό, από το οποίο η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα. Στο ίδιο μητρώο καταχωρίζονται και οι μεταγενέστερες μεταβολές της εταιρείας.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ο αποκλειστικός σκοπός δεσμεύει: Η ΝΕΠΑ δεν μπορεί να ασκήσει δραστηριότητα πέρα από την εκμετάλλευση πλοίων αναψυχής. Επιχειρηματικός σχεδιασμός με παράλληλες δραστηριότητες απαιτεί διαφορετικό ή πρόσθετο εταιρικό όχημα.

Το φορολογικό πλεονέκτημα προϋποθέτει πλοιοκτησία: Η απαλλαγή από φόρο εισοδήματος ισχύει όταν η ΝΕΠΑ είναι πλοιοκτήτρια και καταβάλλει φόρο χωρητικότητας. Ως διαχειρίστρια πλοίου τρίτου φορολογείται κανονικά στα κέρδη της.

Η επιλογή μορφής κλειδώνει εξαρχής: Επειδή η μετατροπή προς και από τη ΝΕΠΑ απαγορεύεται, η μορφή πρέπει να επιλεγεί με βάση τον τρόπο εκμετάλλευσης πριν την απόκτηση του σκάφους.

Η περιορισμένη ευθύνη δεν καλύπτει το Δημόσιο: Για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές που δεν αποδόθηκαν, τα διοικούντα πρόσωπα ευθύνονται προσωπικά και αλληλεγγύως, ανεξάρτητα από την περιορισμένη ευθύνη της εταιρείας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ΝΕΠΑ.

Παραγραφή Τόκων Υπερημερίας Δανείου & Διαταγής Πληρωμής

Η παραγραφή τόκων ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 250 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των τόκων, ενώ κατά το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα προηγούμενα άρθρα.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται και οι τόκοι της υπερημερίας.

Η συγκεκριμένη βραχυπρόθεσμη (πενταετής) παραγραφή αρχίζει να τρέχει από την αρχή κάθε επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου έχουν παραχθεί αυτοί (τόκοι) και κατά το οποίο ο δικαιούχος μπορούσε να εγείρει αγωγή και να τους ζητήσει.

Παραγραφή Τόκων Από Διαταγή Πληρωμής

Εξάλλου, κατά το άρθρο 268 ΑΚ κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπάγεται σε συντομότερη παραγραφή.

Αξιώσεις όμως παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά, όπως οι τόκοι, και βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή.

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι κατ’ εξαίρεση του κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των με τελεσίδικη απόφαση βεβαιωθεισών αξιώσεων, όταν πρόκειται περί περιοδικής παροχής, όπως είναι οι τόκοι, εφόσον κατά την τελεσιδικία της απόφασης, που την βεβαιώνει, δεν είναι απαιτητή ως καθισταμένη μεταγενεστέρως ληξιπρόθεσμη, η περί αυτής αξίωση του κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των, με τελεσίδικη απόφαση, βεβαιωθεισών απαιτήσεων, υπόκεινται στην βραχυπρόθεσμη πενταετή παραγραφή.

Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 634 ΚΠολΔ, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή.

Τέλος, οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα σχετικά με τους λόγους διακοπής της παραγραφής προβλέπουν, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 270 ότι αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφού περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή.

Παραγραφή Τόκων Δανείου

Περαιτέρω, οι αξιώσεις εκ δανείου υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει με τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. 

Χρεώλυτρο“, κατά την έννοια των παραπάνω άρθρων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το “τοκοχρεώλυτρο“.

Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες  χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.

Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων (Ad hoc ΕιρΑκρ 44/2023).

Μόνον όμως όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (AΠ 747/2012).

Νομιμότητα Ένστασης Παραγραφής

Προσέτι, από τη διάταξη του άρθρ. 277 ΑΚ, ορίζεται ότι το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που δεν έχει προταθεί, συνάγεται ότι, όπως ο ισχυρισμός για παραγραφή της αξίωσης συνιστά ένσταση του υπόχρεου,

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 262 ΚΠολΔ και 249, 250 και 277 του ΑΚ συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένη η ένσταση πενταετούς παραγραφής περιοδικών παροχών που αναφέρονται σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις, πρέπει να εκτίθενται προς θεμελίωση της:

  • ο χρόνος γέννησης κάθε περιοδικής παροχής
  • το ύψος κάθε μιας περιοδικής παροχής ανά έτος, εφόσον οι τόκοι που συνιστούν την περιοδική παροχή δεν εξάγονται για όλη τη μελλοντική περίοδο βάσει σταθερού κεφαλαίου, διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη,
  • ο χρόνος έναρξης της παραγραφής κάθε επί μέρους παροχής για να είναι ευχερής ο προσδιορισμός του χρόνου συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής για κάθε μια από αυτές και ο χρόνος επίδοσης της διαταγής πληρωμής προκειμένου να διαπιστωθεί αν, με αφετηρία το ανωτέρω χρονικό σημείο και μέχρι της επιδόσεως της διαταγής πληρωμής, από της οποίας διακόπτεται η παραγραφή, συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής (ΑΠ 623/2011).

Σημειώνεται, τέλος, ότι και ο ισχυρισμός για διακοπή ή αναστολή της παραγραφής συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που πρέπει να προτείνει ο δικαιούχος της αξίωσης και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την παραγραφή τόκων δανείου & διαταγής πληρωμής.

Σφράγιση Τουριστικών Επιχειρήσεων: Άμυνα στις 30 Ημέρες

Πώς Αντιδρά η Τουριστική Επιχείρηση σε Απόφαση Σφράγισης

Εν συντομία:

  • Η απόφαση της Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού (Π.Υ.Τ.) συνήθως επιβάλλει δύο πράξεις μαζί: διοικητική κύρωση (πρόστιμο, ανάκληση Ε.Σ.Λ.) και το διοικητικό μέτρο της σφράγισης. Καθεμία προσβάλλεται με διαφορετικό ένδικο βοήθημα.
  • Η Επιτροπή Προσφυγών του Υπουργείου Τουρισμού κρίνει μόνο τις κυρώσεις. Η υπ’ αρ. 23200/2025 απόφαση της Υπουργού Τουρισμού (ΦΕΚ Β΄ 6312/25.11.2025) αποκλείει ρητά τη σφράγιση από την αρμοδιότητά της.
  • Η εκτέλεση της σφράγισης γίνεται εντός 30 ημερών από την έκδοση της απόφασης και τουλάχιστον 5 ημέρες μετά την κοινοποίηση. Μετά την εκτέλεση, η αίτηση αναστολής αποκλείεται κατά το άρθρο 202 παρ. 4 Κ.Δ.Δ.
  • Με τον Ν. 5170/2025 η προθεσμία εξηγήσεων τρέχει από την εγχείριση της έκθεσης ελέγχου χωρίς άλλη κλήση. Η μη εκκένωση που παρεμποδίζει τη σφράγιση επισύρει πλέον αυτοτελές πρόστιμο 20.000 ευρώ.
  • Για ειδική τουριστική υποδομή, τουριστικά γραφεία, γραφεία ενοικίασης οχημάτων και ναυλομεσιτικά, η σφράγιση αίρεται με τη συμμόρφωση, χωρίς δικαστήριο.

Τι πρέπει να κάνει η επιχείρηση μόλις παραλάβει απόφαση σφράγισης;

Η επιχείρηση οφείλει πρώτα να διακρίνει τι ακριβώς επιβάλλει η απόφαση, γιατί το πρόστιμο και η σφράγιση ακολουθούν χωριστές ένδικες διαδρομές με διαφορετικές προθεσμίες και διαφορετικό ανασταλτικό αποτέλεσμα. Στη συνέχεια μετρά την προθεσμία έως την ορισθείσα ημερομηνία εκτέλεσης, διότι μετά τη σφράγιση τα διαθέσιμα μέσα περιορίζονται δραστικά.

Το κρίσιμο σημείο είναι δικονομικό, καθώς το άρθρο 202 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζει ότι η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη πράξη έχει ήδη εκτελεστεί.

Όταν η σφραγίδα μπει στην πόρτα, η αίτηση αναστολής χάνει το αντικείμενό της και στην επιχείρηση απομένει μόνο η αίτηση αποσφράγισης και η κύρια δίκη, δηλαδή χρονικός ορίζοντας αρκετών μηνών.

Η δεύτερη διάκριση αφορά την κατηγορία στην οποία εντάσσεται η επιχείρηση, καθώς οι επτά κατηγορίες τουριστικών επιχειρήσεων δεν αντιμετωπίζονται ενιαία. Για τα καταλύματα η σφράγιση επιβάλλεται σωρευτικά με τις κυρώσεις κατά την παρ. 4 του άρθρου 7 του Ν. 4276/2014.

Για τις επιχειρήσεις της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, ο νόμος προβλέπει ρητά ότι η σφράγιση αίρεται με τη συμμόρφωση. Η ίδια πραγματική βάση, δηλαδή λειτουργία χωρίς αδειοδοτικό τίτλο, οδηγεί σε τελείως διαφορετική στρατηγική ανάλογα με το αν πρόκειται για ξενοδοχείο ή για ναυλομεσιτικό γραφείο.

ΔιαδρομήΤι προσβάλλει ή επιδιώκειΠροθεσμίαΑνασταλτικόΠότε έχει νόημα
Συμμόρφωση κατά την παρ. 6 άρθρου 7Έκδοση Ε.Σ.Λ. ή Β.Σ.Ν.Π. και αυτοδίκαιη άρση του μέτρουΠριν την εκτέλεσηΔεν απαιτείταιΕιδική τουριστική υποδομή, τουριστικά γραφεία, γραφεία ενοικίασης οχημάτων, Τ.Ε.Ο.Μ., ναυλομεσιτικά, όταν το κώλυμα είναι θεραπεύσιμο
Ενδικοφανής προσφυγή στην Επιτροπή ΠροσφυγώνΤην πράξη επιβολής διοικητικής κύρωσης (πρόστιμο, ανάκληση Ε.Σ.Λ.)30 ημέρες από την κοινοποίηση, αποκλειστική, με αναστολή 1 έως 31 ΑυγούστουΝαι, ως προς την κύρωσηΠάντα όταν υπάρχει πρόστιμο. Η παράλειψη καθιστά απαράδεκτη τη μετέπειτα δικαστική προσβολή
Αντιρρήσεις ως προς τον χρόνο εκτέλεσης στην Π.Υ.Τ.Μετάθεση της ημερομηνίας σφράγισης έως 15 ημέρεςΠριν την ορισθείσα ημερομηνίαΕκδίδεται νέα απόφαση σε αντικατάσταση της προηγούμενηςΌταν υπάρχουν πελάτες υπό κράτηση, προσωπικό ή ευπαθή προϊόντα και χρειάζεται χρόνος για την τακτοποίηση
Δικαστική αίτηση αναστολής και προσωρινή διαταγήΤην ίδια την απόφαση σφράγισηςΠριν την εκτέλεση, μαζί με το κύριο ένδικο βοήθημαΜόνο αν χορηγηθείΌταν το κώλυμα δεν θεραπεύεται άμεσα και η επιχείρηση λειτουργεί εντός τουριστικής περιόδου
Αίτηση αποσφράγισης ή προσωρινής αποσφράγισηςΆρση της ήδη εκτελεσμένης σφράγισηςΟποτεδήποτε μετά την εκτέλεσηΆνευ αντικειμένουΌταν εξέλιπαν οι λόγοι, ή για πρόσβαση στην εγκατάσταση χωρίς λειτουργία της

Πότε επιβάλλεται σφράγιση τουριστικής επιχείρησης;

Η σφράγιση δεν είναι ενιαία κύρωση με ενιαίες προϋποθέσεις. Το άρθρο 7 του Ν. 4276/2014 προβλέπει τρεις διακριτές βάσεις με διαφορετικό βαθμό δέσμευσης της Διοίκησης, ενώ η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση της Υπουργού Τουρισμού (ΦΕΚ Β΄ 1479/3.5.2019) ορίζει τη διαδικασία. Ο εντοπισμός της ορθής βάσης καθορίζει ποιοι λόγοι ακύρωσης είναι διαθέσιμοι.

Καταλύματα που λειτουργούν χωρίς Ε.Σ.Λ. ή γνωστοποίηση

Κατά την παρ. 4 του άρθρου 7, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 4582/2018, στην τουριστική επιχείρηση που λειτουργεί χωρίς Ειδικό Σήμα Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.), χωρίς Βεβαίωση Συνδρομής Νόμιμων Προϋποθέσεων (Β.Σ.Ν.Π.) ή χωρίς να έχει υποβάλει γνωστοποίηση έναρξης, επιβάλλεται σωρευτικά με τις διοικητικές κυρώσεις και το διοικητικό μέτρο της σφράγισης.

Η διάταξη καλύπτει αδιακρίτως ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και οργανωμένες κατασκηνώσεις, καθώς και σύνθετα τουριστικά καταλύματα, χωρίς διαβάθμιση ανάλογα με τη λειτουργική μορφή.

Εδώ βρίσκεται μια παρανόηση που κυκλοφορεί ευρέως. Πριν από τον Ν. 4582/2018 η διάταξη απαιτούσε να προκύπτει άμεσος κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον και να παρίσταται έκτακτη ανάγκη αποτροπής του.

Η ισχύουσα διατύπωση δεν περιέχει τέτοιον όρο. Πρακτικά, η άμυνα που στηρίζεται στο επιχείρημα ότι το ξενοδοχείο δεν δημιουργεί κανέναν κίνδυνο για το κοινό δεν βρίσκει έρεισμα στο κείμενο της παρ. 4. Ο κρίσιμος έλεγχος μετατοπίζεται στη διαπίστωση της παράβασης, στην τήρηση του τύπου και στην αρχή της αναλογικότητας κατά την επιμέτρηση.

Με τον Ν. 5170/2025 προστέθηκε τέταρτη βάση. Το νέο άρθρο 5Α του Ν. 4276/2014 προβλέπει ότι, αν διαπιστωθεί πως το κατάλυμα κατατάχθηκε σε ανώτερη κατηγορία περιβαλλοντικής απόδοσης χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις, η λειτουργία διακόπτεται και η εγκατάσταση σφραγίζεται με απόφαση του προϊσταμένου της Π.Υ.Τ. έως την προσκόμιση νέου πιστοποιητικού κατάταξης από το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος.

Η βάση αυτή λειτουργεί παράλληλα με την υποχρεωτική κατάταξη των ξενοδοχειακών μονάδων σε αστέρες, οπότε ένα κατάλυμα μπορεί να ελεγχθεί σωρευτικά ως προς δύο διαφορετικά συστήματα κατάταξης.

Ειδική τουριστική υποδομή, γραφεία και ναυλομεσιτικά

Η παρ. 6 του άρθρου 7 ρυθμίζει διαφορετικά τις εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής, όπου εντάσσονται και τα κέντρα αναζωογόνησης, τα τουριστικά γραφεία, τα γραφεία ενοικίασης αυτοκινήτων, τις επιχειρήσεις εκμίσθωσης δικύκλων άνω των 50 κ.εκ., τις Τουριστικές Επιχειρήσεις Οδικών Μεταφορών και τα ναυλομεσιτικά γραφεία.

Επιβάλλεται σωρευτικά σφράγιση και πρόστιμο 5.000 ευρώ, όμως ο νόμος προσθέτει ρητά ότι, αν η επιχείρηση εκδώσει το Ε.Σ.Λ. ή τη Β.Σ.Ν.Π. σε συμμόρφωση με τη διαπιστωθείσα παράβαση, αίρεται το διοικητικό μέτρο της σφράγισης.

Η διάταξη λειτουργεί ως αυτοδίκαιη διέξοδος και δεν έχει αντίστοιχη στα καταλύματα. Σε υποτροπή εντός του ίδιου έτους διαπίστωσης, επιβάλλεται διπλάσιο πρόστιμο και σφράγιση, ενώ σε νέα υποτροπή τριπλάσιο πρόστιμο και σφράγιση.

Καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και πισίνες εντός καταλύματος

Το κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος που λειτουργεί εντός τουριστικού καταλύματος διέπεται από την υπ’ αρ. 13387/2022 κοινή υπουργική απόφαση.

Στις διατάξεις της περί κυρώσεων ορίζεται ότι, πέραν των χρηματικών κυρώσεων, δύναται να επιβάλλεται από την αρμόδια αρχή και το διοικητικό μέτρο της διακοπής λειτουργίας με τη σφράγιση του καταστήματος, εφόσον προκύπτει άμεσος κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον και παρίσταται έκτακτη ανάγκη αποτροπής του κινδύνου αυτού.

Η συνέπεια είναι ότι το ίδιο συγκρότημα μπορεί να δεχθεί σφράγιση του εστιατορίου του υπό όρο που ελέγχεται δικαστικά ως προς τη συνδρομή του κινδύνου και ταυτόχρονα σφράγιση του ίδιου του καταλύματος όπου ο έλεγχος αυτός δεν χωρεί.

Το ποια από τις δύο βάσεις ενεργοποιείται εξαρτάται από το ποιο τμήμα της εγκατάστασης αφορά η διαπιστωθείσα παράβαση, ζήτημα που κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και όχι από τον τίτλο της απόφασης.

Η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση εφαρμόζεται οριζόντια σε όλες τις παραπάνω τις βάσεις. Στο πεδίο εφαρμογής της εμπίπτουν τα τουριστικά καταλύματα και οι εγκαταστάσεις εντός αυτών, οι λοιπές τουριστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν χωρίς Ε.Σ.Λ. ή Β.Σ.Ν.Π., καθώς και κάθε άλλη περίπτωση για την οποία η τουριστική νομοθεσία προβλέπει την κύρωση ή το μέτρο της σφράγισης. Η διαδικασία είναι κοινή, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις όμως όχι.

Ποιες προθεσμίες τρέχουν από τον έλεγχο έως την εκτέλεση;

Από τη διαπίστωση της παράβασης έως τη σφράγιση μεσολαβούν τέσσερις διακριτές προθεσμίες. Η πρώτη είναι το δεκαπενθήμερο για έγγραφες εξηγήσεις, η δεύτερη το εικοσαήμερο εντός του οποίου η Π.Υ.Τ. καλεί την επιχείρηση, η τρίτη το τριακονθήμερο εκτέλεσης της απόφασης και η τέταρτη η πενθήμερη ελάχιστη απόσταση από την κοινοποίηση.

Ο Ν. 5170/2025 άλλαξε το σημείο εκκίνησης. Με το νέο δεύτερο εδάφιο της παρ. 16 του άρθρου 7, αν οι παραβάσεις διαπιστωθούν με επιτόπιο έλεγχο, γίνεται μνεία στην έκθεση ελέγχου που εγχειρίζεται στον ελεγχόμενο για το δικαίωμά του να δώσει εξηγήσεις εντός δεκαπέντε ημερών, χωρίς να απαιτείται άλλη κλήση.

Η επιχείρηση που παραλαμβάνει έκθεση ελέγχου και περιμένει τη συστημένη επιστολή της υπ’ αρ. 7471/2019 απόφασης χάνει την προθεσμία εξηγήσεων και φτάνει στην απόφαση σφράγισης χωρίς να έχει αντικρούσει τίποτε.

Η απώλεια αυτή είναι οριστική, γιατί το άρθρο 3 παρ. 1 της υπ’ αρ. 7471/2019 απόφασης ορίζει ότι με την παρέλευση της προθεσμίας, εφόσον οι εξηγήσεις δεν υποβληθούν ή κριθούν ελλιπείς ή ανεπαρκείς, η απόφαση σφράγισης εκδίδεται υποχρεωτικά. Η Π.Υ.Τ. δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια στο σημείο αυτό. Το δεκαπενθήμερο των εξηγήσεων είναι το μοναδικό στάδιο όπου η επιχείρηση επηρεάζει το αν θα εκδοθεί καν η απόφαση.

Η προθεσμία των τριάντα ημερών και η μετάθεσή της

Η εκτέλεση της απόφασης πραγματοποιείται εντός τριάντα ημερών από την έκδοσή της και τουλάχιστον πέντε ημέρες μετά την κοινοποίηση στην Π.Υ.Τ. του αποδεικτικού ταχυδρομικής παραλαβής, του αποδεικτικού αστυνομικής επίδοσης ή του πρακτικού θυροκόλλησης.

Η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση προσθέτει έναν ενδιάμεσο μηχανισμό. Αν η Π.Υ.Τ. κρίνει βάσιμες τις αντιρρήσεις του φορέα εκμετάλλευσης ως προς τον χρόνο εκτέλεσης, η σφράγιση μετατίθεται σε χρόνο που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε ημέρες από την παραλαβή ή τη θυροκόλληση, με έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προηγούμενης.

Το παράθυρο αυτό είναι και το τελευταίο. Η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση ορίζει ότι, αν κατά τη διενέργεια της σφράγισης ο εκπρόσωπος της επιχείρησης θέσει υπόψη της επιτροπής στοιχεία που πιθανώς ακυρώνουν τους λόγους της σφράγισης, η σφράγιση εκτελείται κανονικά και τα στοιχεία αξιολογούνται στη συνέχεια από την Π.Υ.Τ.

Η επιτροπή δεν έχει εξουσία αναστολής, οπότε η προσκόμιση της εκκρεμούσας άδειας την ημέρα της εκτέλεσης δεν αποτρέπει τη σφραγίδα.

Η διατύπωση των αντιρρήσεων ως προς τον χρόνο είναι σημείο όπου η νομική κρίση αποδίδει άμεσα. Οι αντιρρήσεις δεν αφορούν την ουσία της παράβασης, αφορούν μόνο τον χρόνο, οπότε η επιχείρηση κερδίζει προθεσμία χωρίς να αποδεχθεί τίποτε επί της ουσίας.

Η εμπειρία από υποθέσεις σφράγισης τουριστικών μονάδων δείχνει ότι το δεκαπενθήμερο αυτό συχνά αρκεί για να ολοκληρωθεί εκκρεμής αδειοδοτική πράξη ή για να προσδιοριστεί η αίτηση αναστολής, όμως το αίτημα πρέπει να είναι τεκμηριωμένο με συγκεκριμένα στοιχεία και να μην εκληφθεί ως ομολογία.

Ενδικοφανής προσφυγή ή απευθείας δικαστήριο;

Η απάντηση εξαρτάται από το τι προσβάλλεται. Κατά την παρ. 16 του άρθρου 7 του Ν. 4276/2014, κατά των πράξεων επιβολής διοικητικών κυρώσεων επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών του άρθρου 4 παρ. 6 περ. δ΄ του Ν. 3270/2004.

Η υπ’ αρ. 23200/2025 απόφαση της Υπουργού Τουρισμού, που θέσπισε τον Κανονισμό λειτουργίας της Επιτροπής, οριοθέτησε ρητά την αρμοδιότητα αυτή.

Το άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού ορίζει ότι στις αρμοδιότητες της Επιτροπής δεν εμπίπτει η εξέταση αποφάσεων επιβολής διοικητικών μέτρων και προσδιορίζει ως διοικητικό μέτρο τη σφράγιση ή διακοπή λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, κολυμβητικής δεξαμενής ή τουριστικής επιχείρησης για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Το άρθρο 7 παρ. 2 προβλέπει ότι η άσκηση της προσφυγής αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, με ρητή επιφύλαξη υπέρ του άρθρου 2 παρ. 1.

Γιατί η παράλειψη της ενδικοφανούς αποκλείει το δικαστήριο

Η ενδικοφανής προσφυγή δεν είναι προαιρετική δυνατότητα. Το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών με την απόφαση 1091/2019 έκρινε ότι η πράξη της Προϊσταμένης της Π.Υ.Τ. απαραδέκτως προσβάλλεται αυτοτελώς, διότι ενσωματώθηκε, κατόπιν άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 4 παρ. 6 του Ν. 3270/2004, στην απόφαση της Επιτροπής Προσφυγών, με μόνη εκτελεστή και παραδεκτώς προσβαλλόμενη την τελευταία όπως κυρώθηκε από τον Υπουργό.

Η αντίστροφη ανάγνωση είναι εξίσου δεσμευτική, καθώς χωρίς εμπρόθεσμη ενδικοφανή δεν υπάρχει παραδεκτή δικαστική προσβολή του προστίμου.

Η Επιτροπή είναι πενταμελής, εδρεύει στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Τουρισμού και στις συνεδριάσεις της παρίσταται χωρίς δικαίωμα ψήφου μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Ένα μέλος μπορεί να ορίζεται εκπρόσωπος του οικείου συλλογικού επαγγελματικού φορέα.

Ο προσφεύγων έχει δικαίωμα να παρίσταται αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, με πρόσκληση που επιδίδεται τουλάχιστον σαράντα οκτώ ώρες πριν. Η Επιτροπή αποφαίνεται εντός τριών μηνών από την υποβολή, οι αποφάνσεις κυρώνονται από τον Υπουργό Τουρισμού για να καταστούν εκτελεστές. Κατά της κυρωτικής απόφασης χωρεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων.

Δύο λεπτομέρειες του Κανονισμού έχουν πρακτικό βάρος για τουριστική επιχείρηση. Πρώτη, οι προθεσμίες τόσο για τη Διοίκηση όσο και για τον διοικούμενο αναστέλλονται από 1 έως 31 Αυγούστου αι δεύτερη, ο Κανονισμός εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που εκκρεμούσαν προς συζήτηση κατά τη δημοσίευσή του.

Πότε έχει νόημα η αίτηση αναστολής και τι πρέπει να αποδειχθεί;

Η αίτηση αναστολής έχει νόημα μόνο πριν την εκτέλεση, γιατί το άρθρο 202 παρ. 4 Κ.Δ.Δ. αποκλείει τη χορήγησή της κατά το μέρος που η πράξη έχει ήδη εκτελεστεί.

Κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεστεί και αποδείξει ανεπανόρθωτη βλάβη από την άμεση εκτέλεση, ή αν το δικαστήριο κρίνει το ένδικο βοήθημα προδήλως βάσιμο.

Τι απορρίπτει και τι δέχεται το δικαστήριο

Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Λιβαδειάς με την απόφαση 14/2021, κρίνοντας αίτηση αναστολής κατά πράξης που επέβαλλε πρόστιμο και αναστολή λειτουργίας καταστήματος, απέρριψε τον ισχυρισμό περί πρόδηλης βασιμότητας με το σκεπτικό ότι οι λόγοι απαιτούσαν ενδελεχή έρευνα του νομικού και πραγματικού μέρους της υπόθεσης και δεν ερείδονταν σε παγιωμένη νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δέχθηκε όμως την αίτηση επί της ανεπανόρθωτης βλάβης, σταθμίζοντας συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία.

Το ίδιο Δικαστήριο, με την απόφαση 16/2021, εξειδίκευσε ότι έλαβε υπόψη τη ζημιογόνο λειτουργία της αιτούσας εταιρείας σε τρεις διαδοχικές χρήσεις, με αριθμητική παράθεση των ποσών, τη σχέση της ζημίας προς τα ακαθάριστα έσοδα και τις οφειλές προς τη Δ.Ο.Υ.

Κατέληξε ότι η αποστέρηση εσόδων κατά το διάστημα της σφράγισης παρίσταται ικανή να επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη συνιστάμενη στον ισχυρό κλονισμό της επιχείρησης σε βαθμό μη αναστρέψιμο.

Πώς τεκμηριώνεται η βλάβη σε τουριστική μονάδα

Για τουριστική μονάδα, η τεκμηρίωση αυτή δεν εξαντλείται σε φορολογικές δηλώσεις. Δίπλα στην ταμειακή διάσταση υπάρχει και η συμβατική, η οποία εκδηλώνεται σε τρία επίπεδα:

  • υφιστάμενες συμβάσεις allotment ή guarantee με tour operators που ενεργοποιούν ρήτρες αποζημίωσης,
  • εποχικό προσωπικό που δεν επανευρίσκεται εντός της περιόδου και
  • κρατήσεις μέσω πλατφορμών με αυτόματες κυρώσεις ακύρωσης.

Η κράτηση κατά ποσόστωση ή εγγυημένη κατανέμει διαφορετικά τον κίνδυνο, οπότε η ίδια σφράγιση παράγει διαφορετικού ύψους έκθεση ανάλογα με το ποια μορφή έχει υπογραφεί. Η στάθμιση του άρθρου 202 παρ. 3 περ. β΄ Κ.Δ.Δ. απαιτεί από το δικαστήριο να αντιπαραβάλει αυτή τη βλάβη προς το δημόσιο συμφέρον, οπότε η ποσοτικοποίησή της με αντίγραφα συμβάσεων και υπολογισμό των ρητρών είναι η διαφορά μεταξύ αοριστίας και απόδειξης.

Παράλληλα, το άρθρο 202 παρ. 3 περ. α΄ Κ.Δ.Δ. ορίζει ότι η αίτηση απορρίπτεται αν το κύριο ένδικο βοήθημα είναι προδήλως απαράδεκτο, ακόμη και όταν η βλάβη είναι ανεπανόρθωτη.

Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με την απόφαση 1252/2018, σε υπόθεση σφράγισης καταστήματος, υπενθύμισε ότι απαράδεκτα προσβάλλεται προπαρασκευαστική πράξη που στερείται εκτελεστού χαρακτήρα. Η επιλογή της προσβαλλόμενης πράξης προηγείται, λοιπόν, κάθε έρευνας περί βλάβης.

Πώς αίρεται η σφράγιση χωρίς δικαστήριο;

Για τις επιχειρήσεις της παρ. 6 του άρθρου 7, η άρση επέρχεται με την έκδοση του Ε.Σ.Λ. ή της Β.Σ.Ν.Π. σε συμμόρφωση με τη διαπιστωθείσα παράβαση, χωρίς δικαστική παρέμβαση. Για τα καταλύματα, η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση προβλέπει δύο διαφορετικά εργαλεία ανάλογα με το αν η σφράγιση έχει ήδη εκτελεστεί:

  • Πριν την εκτέλεση, αν παύσουν να συντρέχουν οι λόγοι και οι νόμιμες προϋποθέσεις, η διαδικασία ματαιώνεται και εκδίδεται απόφαση ανάκλησης της σφράγισης.
  • Μετά την εκτέλεση, η αποσφράγιση διενεργείται όταν αποδεδειγμένα παύσουν να συντρέχουν οι λόγοι επιβολής.

Η Π.Υ.Τ. , κατόπιν αιτήματος της επιχείρησης ή αυτεπαγγέλτως, εκδίδει απόφαση αποσφράγισης που απευθύνεται στην αστυνομική αρχή, η οποία προβαίνει στην αποσφράγιση και συντάσσει έκθεση.

Υπάρχει και τρίτη δυνατότητα, διακριτή από τις δύο προηγούμενες. Η επιχείρηση μπορεί να ζητήσει προσωρινή αποσφράγιση, εφόσον συντρέχουν αντικειμενικοί και ουσιαστικοί λόγοι και υπό την προϋπόθεση της απαγόρευσης λειτουργίας των εγκαταστάσεων κατά το χρονικό διάστημα διάρκειας της αποσφράγισης.

Το εργαλείο εξυπηρετεί την απομάκρυνση περιουσιακών στοιχείων ή την εκτέλεση των ίδιων των εργασιών που θα αποκαταστήσουν τη νομιμότητα.

Για τις έκτακτες ανάγκες δεν απαιτείται καν αίτημα. Η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση προβλέπει ότι ο εκπρόσωπος της επιχείρησης ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δύναται να εισέρχεται στη σφραγισθείσα επιχείρηση προς αντιμετώπιση ειδικών αναγκών ή έκτακτων περιστατικών, ενδεικτικά συντήρησης κτιρίων ή πλημμύρας, χωρίς να παραβιάζεται η σφράγιση.

Η επιλογή ανάμεσα στη διοικητική και τη δικαστική οδό δεν είναι πάντοτε διαζευκτική. Όταν το κώλυμα είναι θεραπεύσιμο εντός των τριάντα ημερών, η συμμόρφωση υπερέχει, γιατί εξαλείφει και τη βάση του προστίμου σε υποτροπή.

Όταν το κώλυμα εξαρτάται από πράξη τρίτης αρχής, όπως εκκρεμής Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων ή οικοδομική τακτοποίηση, η συμμόρφωση δεν ελέγχεται από την επιχείρηση και η δικαστική αναστολή γίνεται μονόδρομος.

Ποιες συνέπειες έχει η παραβίαση σφραγίδας ή η μη εκκένωση;

Η παραβίαση σφραγίδας συνιστά πλημμέλημα κατά το άρθρο 178 του Ποινικού Κώδικα, με ποινή φυλάκισης έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Η μη εκκένωση που παρεμποδίζει την ορισθείσα σφράγιση επισύρει, μετά τον Ν. 5170/2025, αυτοτελές διοικητικό πρόστιμο 20.000 ευρώ.

Η νέα παρ. 24 του άρθρου 7, που προστέθηκε με το άρθρο 27 παρ. 3 του Ν. 5170/2025, ορίζει ότι όπου προβλέπεται το διοικητικό μέτρο της σφράγισης και εφόσον η απόφαση επιβολής κοινοποιηθεί στον παραβάτη τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία επιβολής, ο παραβάτης έχει υποχρέωση εκκένωσης της εγκατάστασης.

Αν παραβιαστεί η υποχρέωση αυτή με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της σφράγισης, επιβάλλεται πρόστιμο είκοσι χιλιάδων ευρώ. Επομένως, ο ξενοδόχος που κρατά τη μονάδα ανοιχτή έως την τελευταία στιγμή ελπίζοντας σε αναβολή δεν διακινδυνεύει πλέον μόνο την εκτέλεση, διακινδυνεύει και πρόστιμο 20.000 ευρώ που σωρεύεται στα υπόλοιπα.

Ταυτόχρονα, η υποχρέωση εκκένωσης γεννάται μόνο υπό τον όρο της εικοσαήμερης προκοινοποίησης, οπότε ο ακριβής υπολογισμός των ημερών από την επίδοση έως την ορισθείσα ημερομηνία καθορίζει αν το πρόστιμο μπορεί καν να επιβληθεί.

Ως προς την ποινική διάσταση, το άρθρο 178 Π.Κ. απαιτεί ο δράστης να θραύει ή να βλάπτει τη σφραγίδα, ή να ματαιώνει τη σφράγιση, με πρόθεση και αυθαίρετα.

Συνεπώς, η αμέλεια δεν αρκεί, ενώ η ύπαρξη χορηγηθείσας προσωρινής αποσφράγισης ή δικαστικής αναστολής αναιρεί τον αυθαίρετο χαρακτήρα της πράξης. Τέλος, σε περίπτωση παραβίασης σφράγισης η Π.Υ.Τ. δεν εκδίδει νέα απόφαση, αλλά προβαίνει σε νέα εκτέλεση της αρχικώς εκδοθείσας, οπότε δεν εκκινεί νέα προθεσμία προσβολής.

Συχνές Ερωτήσεις

Η άσκηση προσφυγής στην Επιτροπή Προσφυγών σταματά τη σφράγιση;

Όχι. Το άρθρο 7 παρ. 2 του Κανονισμού της υπ’ αρ. 23200/2025 απόφασης προβλέπει ανασταλτικό αποτέλεσμα, όμως με ρητή επιφύλαξη υπέρ του άρθρου 2 παρ. 1, το οποίο εξαιρεί τα διοικητικά μέτρα από την αρμοδιότητα της Επιτροπής. Η αναστολή καλύπτει το πρόστιμο και την ανάκληση του Ε.Σ.Λ., όχι τη σφράγιση. Για τη σφράγιση απαιτείται δικαστική αίτηση αναστολής, που ασκείται παράλληλα και ανεξάρτητα από την ενδικοφανή.

Πόσο κοστίζει η ενδικοφανής προσφυγή στην Επιτροπή Προσφυγών;

Καταβάλλεται παράβολο εκατό ευρώ για κάθε προσβαλλόμενη απόφαση. Μία προσφυγή μπορεί να αφορά περισσότερες πράξεις, όμως το παράβολο υπολογίζεται ανά πράξη. Αν η επιχείρηση παραιτηθεί πριν την ημερομηνία εξέτασης ή αν η προσβαλλόμενη πράξη ανακληθεί από την εκδούσα αρχή, το παράβολο επιστρέφεται ως αχρεωστήτως καταβληθέν.

Τι γίνεται αν η απόφαση σφράγισης επιδοθεί μέσα στον Αύγουστο;

Οι προθεσμίες ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών αναστέλλονται από 1 έως 31 Αυγούστου κατά το άρθρο 6 παρ. 3 του Κανονισμού, τόσο για τη Διοίκηση όσο και για τον διοικούμενο. Η αναστολή αυτή δεν επεκτείνεται στις προθεσμίες εκτέλεσης της σφράγισης, οι οποίες διέπονται από την υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση και τρέχουν κανονικά. Η επιχείρηση κερδίζει χρόνο για την ενδικοφανή κατά του προστίμου, όχι για τη σφράγιση.

Μπορεί να ζητηθεί μετάθεση της ημερομηνίας σφράγισης;

Ναι. Η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση προβλέπει ότι, αν η Π.Υ.Τ. κρίνει βάσιμες τις αντιρρήσεις του φορέα εκμετάλλευσης ως προς τον χρόνο εκτέλεσης, η σφράγιση δύναται να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε ημέρες από την παραλαβή, την αστυνομική επίδοση ή τη θυροκόλληση. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται νέα απόφαση σε αντικατάσταση της προηγούμενης, με νέα ημερομηνία εκτέλεσης, η οποία κοινοποιείται με την ίδια διαδικασία.

Ποιος υπογράφει την έκθεση σφράγισης και τι σημαίνει η άρνηση υπογραφής;

Η σφράγιση διενεργείται από επιτροπή δύο υπαλλήλων της Π.Υ.Τ. και ενός αστυνομικού υπαλλήλου του τμήματος της περιοχής όπου εδρεύει η επιχείρηση. Η έκθεση συνυπογράφεται από τα μέλη της επιτροπής και από τον εκπρόσωπο της επιχείρησης, τον υπεύθυνο λειτουργίας ή εργαζόμενο, εφόσον το επιθυμεί. Η υπογραφή είναι προαιρετική και δεν συνιστά αποδοχή της παράβασης, ενώ η άρνηση δεν εμποδίζει την εκτέλεση. Αντίγραφο κοινοποιείται στην επιχείρηση και στην αστυνομική αρχή.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Διαχωρισμός των δύο πράξεων: Η απόφαση της Π.Υ.Τ. συνήθως περιέχει κύρωση και μέτρο μαζί. Η κύρωση προσβάλλεται ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών εντός τριάντα ημερών επί ποινή απαραδέκτου της μετέπειτα δικαστικής προσβολής, ενώ η σφράγιση προσβάλλεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Η αντιμετώπιση της απόφασης ως ενιαίας οδηγεί είτε σε απώλεια της ενδικοφανούς είτε σε καθυστέρηση της αίτησης αναστολής.

Καταγραφή της ημερομηνίας εγχείρισης της έκθεσης ελέγχου: Μετά τον Ν. 5170/2025, η δεκαπενθήμερη προθεσμία εξηγήσεων τρέχει από τη στιγμή που τα ελεγκτικά όργανα εγχειρίζουν την έκθεση, χωρίς άλλη κλήση. Η αναμονή συστημένης επιστολής που δεν θα έρθει είναι ο ταχύτερος τρόπος να χαθεί το μοναδικό στάδιο όπου η επιχείρηση αντικρούει πριν εκδοθεί κυρωτική πράξη.

Άσκηση της αίτησης αναστολής πριν την εκτέλεση: Το άρθρο 202 παρ. 4 Κ.Δ.Δ. αποκλείει την αναστολή για ό,τι έχει ήδη εκτελεστεί. Το ωφέλιμο παράθυρο ορίζεται από τις τριάντα ημέρες εκτέλεσης και τις πέντε ημέρες μετά την κοινοποίηση. Παράλληλο αίτημα προσωρινής διαταγής είναι το μόνο που καλύπτει το κενό έως τη συζήτηση.

Ποσοτικοποίηση της βλάβης με συμβατικά τεκμήρια, όχι μόνο φορολογικά: Οι αποφάσεις που δέχονται αναστολή αιτιολογούν με αριθμούς. Για τουριστική μονάδα, στα φορολογικά στοιχεία προστίθενται οι συμβάσεις με tour operators και οι ρήτρες που ενεργοποιεί η αδυναμία παροχής, το εποχικό προσωπικό και οι εκκρεμείς κρατήσεις. Η αόριστη επίκληση απώλειας εσόδων εντός σεζόν δεν επαρκεί.

Υπολογισμός των είκοσι ημερών πριν αποφασιστεί η παραμονή σε λειτουργία: Η υποχρέωση εκκένωσης της νέας παρ. 24 γεννάται μόνο αν η απόφαση κοινοποιήθηκε τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία. Το πρόστιμο των 20.000 ευρώ προϋποθέτει τη συνδρομή αυτού του όρου, οπότε ο ακριβής υπολογισμός των ημερών από την επίδοση είναι προϋπόθεση τόσο της επιβολής όσο και της αμφισβήτησής του.

Έλεγχος της νομικής βάσης πριν επιλεγεί ο λόγος ακύρωσης: Ο ισχυρισμός περί απουσίας άμεσου κινδύνου για το δημόσιο συμφέρον έχει έρεισμα στη σφράγιση καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος ή κολυμβητικής δεξαμενής, όχι στη σφράγιση καταλύματος κατά την παρ. 4 του άρθρου 7 όπως ισχύει μετά τον Ν. 4582/2018.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αφράγιση τουριστικών επιχειρήσεων και τις ενέργειες αποσφράγισης.

Το Δεδικασμένο Στις Εμπορικές Διαφορές Και Την Πολιτική Δίκη

Δεδικασμένο, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.

Περαιτέρω, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.

Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1255/2015).

Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Τούτο σημαίνει ότι εμποδίζεται το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.

Τέλος, κατά το άρθρο 332 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης,

Επενέργεια Δεδικασμένου

Η παραπάνω απαγόρευση αυτή ενεργεί με δύο τρόπους:

  • Κατ’ αρχάς ενεργεί θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη.
  • Επίσης, επενεργεί και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Εξαιρέσεις

Εξαίρεση από την παραπάνω διπλή δέσμευση δικαιολογείται, όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε υπό νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον κρίσιμο στην προηγούμενη δίκη χρόνο, κατά τον οποίο και κρίθηκε η επίδικη τότε απαίτηση.

Τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας ή όταν στη μεταγενέστερη αγωγή γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών που συντελέστηκαν σε χρόνο που ήταν αδύνατη πλέον η παραδεκτή επίκλησή τους στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης.

Αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, το δεδικασμένο ισχύει ακόμη και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη με βάση την έννομη σχέση που πρόκειται να κριθεί και στη νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει έτσι ως προδικαστικό ζήτημα.

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν μόνο από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή αν, αντίθετα, το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ’ αυτό (ΑΠ 2028/2014).

Έκταση Δεδικασμένου

Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Έννομη σχέση“, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoµες συνέπειες.

Επίσης, το δεδικασμένο, εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

Για να επεκταθεί το δεδικασμένο στο ζήτημα που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως, πρέπει το ζήτημα αυτό να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κύριου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης (ΑΠ 266/2022).

Δηλαδή, απαιτείται το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί στοιχείο – όρο του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στον οποίο θεμελιώνεται το κύριο, ουσιαστικό ή δικονομικό, ζήτημα, το δε κύριο ζήτημα (να αποτελεί) την έννομη συνέπεια του κανόνα αυτού, την οποία δέχθηκε ή απέρριψε το δικαστήριο.

Ζήτημα, που κρίθηκε “παρεμπιπτόντως“, νοείται πάντοτε έννομη σχέση (υπό την έννοια που προεκτέθηκε), δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου.

Το Δεδικασμένο Στη Διαταγή Πληρωμής

Η άσκηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ, δημιουργεί υποχρέωση του καθ’ ου η εκτέλεση-οφειλέτη να προτείνει τις κατά του τίτλου και της απαίτησης ενστάσεις του και γενικά τους ισχυρισμούς του, όπως αυτούς που αφορούν την βασιμότητα της απαίτησης ή του ύψους αυτής.

Η τελεσίδικη επί της ανακοπής απόφαση, έστω απορριπτική, αποτελεί δεδικασμένο, που δεσμεύει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, η διαταγή πληρωμής αποκτά ισχύ δεδικασμένου ως προς την επιδικασθείσα απαίτηση και στην περίπτωση που επιδοθεί δύο φορές στον οφειλέτη, και ο οφειλέτης δεν ασκήσει ανακοπή κατ’ αυτής ή αν η ασκηθείσα ανακοπή είναι εκπρόθεσμη.

Στην περίπτωση δε που η διαταγή πληρωμής αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, καθίσταται απαράδεκτη η προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, που αφορά το κύρος της βάσει αυτής εκτέλεσης, λόγων ανακοπής, οι οποίοι, παρόλο που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν με μία από τις δύο ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής ή δεν προβλήθηκαν εμπρόθεσμα ή προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν, έστω και για τυπικούς λόγους, έστω και αν υπάρχει προθεσμία προβολής (ΜΠΠ 363/2021).

Εξάλλου το απαράδεκτο ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, εκτός βέβαια αν στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή (γνήσια ένσταση).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το δεδικασμένο στις εμπορικές διαφορές και την αστική δίκη.

Πωλήσεις Και Εκθέσεις Καλλιτεχνικών Δημιουργημάτων Από Δ.Υ.

Η δυνατότητα ενός καλλιτέχνη δημοσίου υπαλλήλου (Δ.Υ.) να εκθέτει τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες ή και να πωλεί αυτές, έχει απασχολήσει κατ’ επανάληψη τον νομοθέτη, τη νομολογία και τα όργανα της Δημόσιας Διοίκησης.

Ειδικότερα απασχόλησε το ερώτημα εάν οι εκθέσεις και πωλήσεις πνευματικών δημιουργιών αποτελούν εμπορική πράξη.

Κατά συνέπεια, εάν υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ της καλλιτεχνικής δημιουργίας του δημοσίου υπαλλήλου και της άσκησης εμπορικής δραστηριότητάς, ή έργου επ’ αμοιβή.

Νομοθεσία

Σύμφωνα με τον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα (Ν. 3528/2007), όπως ισχύει σήμερα μετά την αναθεώρησή του με τον Ν. 5149/2024 ισχύουν τα εξής:

  1. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, εφόσον συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.
  2. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο (…).
  3. Δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.
Θέση Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
Προϋποθέσεις

Περαιτέρω, όπως έχει γίνει δεκτό από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) με την υπ’ αριθμ. 436/2012 Γνωμοδότηση της Ολομέλεια Διακοπών αυτού, οι προϋποθέσεις έκδοσης από τη Διοίκηση της προβλεπόμενης άδειας για άσκηση εξωυπηρεσιακής επαγγελματικής δραστηριότητας με αμοιβή, είναι σωρευτικά οι εξής:

  1. Η άδεια να αφορά σε συγκεκριμένο έργο ή εργασία, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον υπάλληλο στη αίτησή του (τόπος, χρόνος, είδος και συνθήκες απασχόλησης).
  2. Το ιδιωτικό έργο ή εργασία να συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου, θα πρέπει δηλαδή να συνάδει με το αντικείμενο της αρμοδιότητας που ασκεί, να μην συγκρούεται το ιδιωτικό συμφέρον του υπαλλήλου προς το συμφέρον της υπηρεσίας και, γενικότερα, να μη μειώνει το κύρος της.
  3. Το κατά τα ανωτέρω, εκτός του νομίμου ωραρίου λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, αιτηθέν από τον υπάλληλο ιδιωτικό έργο ή εργασία να ασκείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην παρακωλύει ή επηρεάζει την απρόσκοπτη άσκηση των καθηκόντων του και την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας του.

Ο έλεγχος της συνδρομής των κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεων εναπόκειται στην  ουσιαστική  κρίση  του  εκάστοτε  επιλαμβανόμενου  υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο, προκειμένου να αποφανθεί επί των αιτήσεων των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων, προβαίνει στην αξιολόγησή τους και κατ’ επέκταση, στην αποδοχή τους ή μη, με βάση τα, κατά περίπτωση τεθέντα ενώπιόν του πραγματικά στοιχεία (βλ και Γνμδ. Ν.Σ.Κ. 391/2010, 447/2009, 462/2008).

Η γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου προβλέπεται ως ουσιώδης τύπος της ανωτέρω διαδικασίας, αφού με αυτήν διαπιστώνεται, αφενός μεν, η συμβατότητα του έργου ή της εργασίας με την υπηρεσιακή ιδιότητα του αιτουμένου υπαλλήλου και το κύρος της υπηρεσίας, αφετέρου δε, η δυνατότητα του τελευταίου να τα εκτελέσει χωρίς να παρεμποδίζεται η ομαλή εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, καθώς και εάν μπορεί να γίνει σε τόπο και χρόνο που δεν θα επηρεάσουν τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί στα κύρια καθήκοντά του.

Ασυμβίβαστο

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ad hoc με αρ. 81/2021 Γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. αναφέρεται πως :

«…γίνεται δεκτό ότι κύριος σκοπός του καλλιτέχνη είναι η δημιουργία, με ικανοποίηση της αντίστοιχης φιλοδοξίας του, ενώ το οικονομικό μέρος είναι γι’ αυτόν παρεπόμενο στοιχείο, φέρει δε η πώληση των έργων από τον ίδιο τον δημιουργό τους και κατά την οικονομική της ακόμα πλευρά, τον χαρακτήρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ξένης προς την εμπορία.

Κατά συνέπεια, η από τον καλλιτέχνη πώληση των δικών του καλλιτεχνικών του δημιουργημάτων δεν αποτελεί εμπορική πράξη, καθόσον δεν έχει τα γνωρίσματα της εμπορικής πράξης, προσβλέποντας είτε στην χειροτεχνία, είτε στη διαμεσολάβηση»

Τα ανωτέρω ακολουθούν την παγία νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, κάνοντας μάλιστα η Γνωμοδότηση ρητή αναφορά στην με αρ. 669/1994 απόφαση του Αρείου Πάγου καθώς και στην με αρ. 953/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Η παραπάνω με αρ. 81/2021 Γνωμοδότηση κατέληξε στην εξής απάντηση προς τη Διοίκηση:

«… η από τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, κατασκευή και πώληση καλλιτεχνικών δημιουργημάτων … δεν συνιστούν άσκηση εμπορίας κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 του ΥΚ. Οι λοιπές προϋποθέσεις όμως για τη χορήγηση από τη Διοίκηση της σχετικής άδειας στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, … ανήκει στην ουσιαστική κρίση της Διοίκησης».

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την δυνατότητα καλλιτέχνη δημοσίου υπαλλήλου να εκθέτει ή να πωλεί τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες.