Skip to content
Αρθρογραφία

Άκυρη ή Ακυρώσιμη Απόφαση ΑΕ: Ποια Προσβολή Χωρεί

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 3 Ιουνίου 2026

Πότε και Πώς Προσβάλλεται Ελαττωματική Απόφαση Οργάνου ΑΕ

Περιληπτικά:

  • Η κατηγορία του ελαττώματος καθορίζει την προσβολή: ακυρώσιμη (άρθρο 137 του Ν. 4548/2018), άκυρη (άρθρο 138) ή ανυπόστατη (άρθρο 139).
  • Η ακυρωσία επέρχεται μόνο με διαπλαστική αγωγή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών.
  • Η ακυρότητα προβάλλεται με αναγνωριστική αγωγή ή και αυτεπαγγέλτως, εντός ενός έτους. Μετά την πάροδο του έτους ακόμη και η άκυρη απόφαση θεραπεύεται (ΑΠ 214/2022).
  • Νομιμοποιείται ο μέτοχος με 2% που δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε ρητά, καθώς και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Κάτω του ποσοστού αυτού απομένει μόνο αξίωση αποζημίωσης.
  • Για τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου ισχύει χωριστό καθεστώς (άρθρο 95) με προθεσμία έξι μηνών.

Πότε μια απόφαση ΑΕ είναι άκυρη, ακυρώσιμη ή ανυπόστατη;

Η διάκριση εξαρτάται από τη βαρύτητα του ελαττώματος:

  • Ακυρώσιμη κατά το άρθρο 137 του Ν. 4548/2018 είναι η απόφαση που λήφθηκε με τρόπο αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικό.
  • Άκυρη κατά το άρθρο 138 είναι η απόφαση χωρίς νόμιμη σύγκληση ή με περιεχόμενο αντίθετο στον νόμο.
  • Ανυπόστατη κατά το άρθρο 139 είναι η απόφαση που λήφθηκε με ψήφους προσώπων χωρίς μετοχική ιδιότητα.

Η σημασία της ταξινόμησης είναι πρακτική, όχι θεωρητική, καθώς κάθε κατηγορία ανοίγει διαφορετική δικονομική οδό και θέτει διαφορετική προθεσμία. Δύο αποφάσεις που μπορεί να φαίνονται όμοιες, είναι πιθανό να ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και να απαιτούν εντελώς διαφορετικό χειρισμό.

Η άκυρη απόφαση προϋποθέτει σοβαρό ελάττωμα. Άκυρη είναι η απόφαση όταν δεν υπήρξε καθόλου σύγκληση της συνέλευσης ή όταν το περιεχόμενό της αντίκειται στον νόμο ή το καταστατικό.

Αντίθετα, η πλημμελής μεν αλλά υπαρκτή σύγκληση οδηγεί σε ακυρωσία και όχι σε ακυρότητα. Η ακυρώσιμη απόφαση καλύπτει τα ελαττώματα του τρόπου λήψης, μεταξύ των οποίων η μη παροχή πληροφοριών για θέματα της ημερήσιας διάταξης (άρθρο 141) και η καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας.

Η ανυπόστατη απόφαση δεν φέρει καν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 226/2022). Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου στην ψηφοφορία συμμετείχαν στο σύνολό τους πρόσωπα χωρίς μετοχική ιδιότητα, ή όπου το πρακτικό χωρίς συνεδρίαση δεν υπογράφηκε από όλους τους μετόχους.

Όταν το διοικητικό συμβούλιο έχει εκλεγεί με ανυπόστατη ή άκυρη απόφαση, θεωρείται ότι η εταιρεία στερείται διοίκησης και διορίζεται προσωρινό διοικητικό συμβούλιο (ΑΠ 547/2019).

ΚατηγορίαΤυπικός λόγοςΕίδος αγωγήςΠροθεσμίαΝομιμοποίηση
Ακυρώσιμη (άρθρο 137)Μη νόμιμος τρόπος λήψης, κατάχρηση πλειοψηφίας, μη παροχή πληροφοριώνΔιαπλαστική (ακύρωσης)4 μήνεςΜέτοχος 2% που δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε, μέλος ΔΣ
Άκυρη (άρθρο 138)Παντελής έλλειψη σύγκλησης, περιεχόμενο αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικόΑναγνωριστική1 έτοςΚάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον, αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο
Ανυπόστατη (άρθρο 139)Ψήφοι μη μετόχων, πρακτικό χωρίς συνεδρίαση χωρίς όλους τους μετόχουςΑναγνωριστικήΚαταρχήν απρόθεσμηΚάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον

Ποια οδός χωρεί: αγωγή ακύρωσης ή αναγνώριση ακυρότητας;

Η οδός εξαρτάται από την κατηγορία και η επιλογή της απαιτεί νομική κρίση. Η ακυρωσία επέρχεται μόνο με τελεσίδικη διαπλαστική απόφαση, δηλαδή απόφαση που μεταβάλλει τη νομική κατάσταση. Δεν μπορεί να προβληθεί με ένσταση, ούτε παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο άλλης δίκης, ούτε εξωδίκως. Αντίθετα, η ακυρότητα αναγνωρίζεται με αναγνωριστική αγωγή, μπορεί να προβληθεί και παρεμπιπτόντως, ενώ το δικαστήριο τη λαμβάνει και αυτεπαγγέλτως υπόψη.

Η πρακτική συνέπεια της διάκρισης είναι ουσιώδης. Η ακυρώσιμη απόφαση παράγει πλήρως τα αποτελέσματά της έως ότου ακυρωθεί με δικαστική απόφαση. Η άκυρη απόφαση πάσχει από την αρχή, με αποτέλεσμα η αναγνωριστική αγωγή απλώς να διαπιστώνει μια προϋπάρχουσα κατάσταση.

Η αρμοδιότητα και η διαδικασία ταυτίζονται και για τις δύο μορφές. Η αγωγή εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και στρέφεται κατά της εταιρείας (άρθρο 137 παρ. 7). Η δυσκολία δεν βρίσκεται στην αρμοδιότητα αλλά στην ορθή υπαγωγή του ελαττώματος στην ορθή κατηγορία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μη προφανούς υπαγωγής είναι η καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, η οποία, αν και αποτελεί ελάττωμα του περιεχομένου, υπάγεται από τον νόμο στην ακυρωσία (άρθρο 137 παρ. 2) και όχι στην ακυρότητα. Λάθος επιλογή δικονομικού οχήματος οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής, ανεξάρτητα από το βάσιμο της ουσιαστικής αιτίασης.

Μέχρι πότε προσβάλλεται η απόφαση και πότε θεραπεύεται;

Η αγωγή ακύρωσης ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών από τη λήψη της απόφασης ή, αν αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ). Για την ακυρότητα η αποκλειστική προθεσμία είναι ένα έτος. Σημειώνεται ότι «αποκλειστική» είναι η προθεσμία που δεν αναστέλλεται ούτε διακόπτεται και της οποίας η παρέλευση αποσβέννυει το δικαίωμα.

Το κρίσιμο σημείο για τον θιγόμενο μέτοχο είναι ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί ουδέτερα. Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης θεραπεύεται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας. Έκτοτε, ακόμη και η εξ ορισμού άκυρη απόφαση, παγιώνεται και δεν προσβάλλεται πλέον (ΑΠ 214/2022). Έως τη συμπλήρωση του έτους, η εταιρεία δεν μπορεί να αποκρούσει την επίκληση της ακυρότητας ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα.

Η εμπειρία από υποθέσεις προσβολής αποφάσεων γενικής συνέλευσης δείχνει ότι κρίσιμη είναι η έγκαιρη τήρηση της προθεσμίας. Η τετράμηνη προθεσμία της ακυρωσίας εκπνέει, συχνά πριν ο θιγόμενος μέτοχος ολοκληρώσει τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού και τη νομική τεκμηρίωση.

Ποιος μέτοχος νομιμοποιείται να ζητήσει την ακύρωση;

Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει ο μέτοχος που κατέχει το 2% του κεφαλαίου, εφόσον δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, καθώς και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου χωριστά. Ο μέτοχος που δεν συγκεντρώνει το ποσοστό αυτό δεν νομιμοποιείται προς ακύρωση, διατηρεί όμως αξίωση αποζημίωσης κατά της εταιρείας.

Η προϋπόθεση της εναντίωσης είναι λεπτή. Η αντίθεση πρέπει να είναι ρητή: η απλή αρνητική ψήφος δεν θεωρείται κατ’ ανάγκη εναντίωση, εφόσον δεν συνοδεύεται από σαφή δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η εμπειρία από εταιρικές διαφορές δείχνει ότι η απουσία ρητής εναντίωσης στα πρακτικά αρκεί για να κριθεί απαράδεκτη μια, κατά τα άλλα, βάσιμη αγωγή ακύρωσης.

Για τους μετόχους που υπολείπονται του ορίου του 2%, ο νόμος προβλέπει εναλλακτική προστασία αντί της ακύρωσης. Μπορούν να αξιώσουν από την εταιρεία αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν (άρθρο 137 παρ. 4). Αξίωση αποζημίωσης διατηρείται και όταν η απόφαση τελικά ακυρώθηκε. Η μειοψηφία διαθέτει και άλλα μέσα ελέγχου, όπως ο έκτακτος έλεγχος της εταιρείας, που μπορούν να αναδείξουν τις πλημμέλειες πριν φτάσει η υπόθεση στο στάδιο της προσβολής.

Πότε αποκλείεται ή θεραπεύεται η προσβολή της απόφασης;

Η ακυρωσία αποκλείεται όταν η ίδια η γενική συνέλευση επικυρώσει με νεότερη απόφαση την πλημμελή, διορθώνοντας ή αποκαθιστώντας το ελάττωμα που αποτελούσε τον λόγο της. Στην περίπτωση αυτή παύει η δυνατότητα ακύρωσης, διατηρείται όμως αξίωση αποζημίωσης για τους ζημιωθέντες. Δεν θεμελιώνει ακυρωσία η αντίθεση της απόφασης σε εσωτερικό κανονισμό ή σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων.

Η δυνατότητα της συνέλευσης να διορθώνει ή να ανακαλεί τις αποφάσεις της λειτουργεί ως μηχανισμός θεραπείας που μπορεί να εξουδετερώσει μια εκκρεμή προσβολή. Πρόκειται για διακριτή ενέργεια από τη δικαστική προσβολή, με δικές της προϋποθέσεις και συνέπειες.

Ο νόμος αποκλείει ρητά την ακυρωσία σε σειρά επιμέρους περιπτώσεων:

  • όταν συμμετείχαν στη συνέλευση πρόσωπα χωρίς δικαίωμα αλλά η συμμετοχή τους δεν ήταν αποφασιστική για την απαρτία ή την πλειοψηφία,
  • όταν πρόκειται για ακυρότητα ή ακυρωσία επιμέρους ψήφων που δεν ήταν αποφασιστικές,
  • όταν υπάρχουν αοριστίες του πρακτικού που δεν εμποδίζουν τη διάγνωση του περιεχομένου της απόφασης και
  • όταν το ελάττωμα της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για τη σύγκληση δεν στέρησε από τους μετόχους έγκαιρη και επαρκή πληροφόρηση (άρθρο 137 παρ. 5).

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η σχέση με τη μετοχική συμφωνία (shareholders’ agreement, SHA). Η παραβίαση της εξωεταιρικής αυτής συμφωνίας γεννά συμβατικές αξιώσεις μεταξύ των μερών, χωρίς να θίγει το κύρος της εταιρικής απόφασης (ΑΠ 1448/2014). Η συνύπαρξη του εταιρικού με το συμβατικό επίπεδο παράγει μη προφανές αποτέλεσμα, καθώς μια απόφαση μπορεί να είναι έγκυρη εταιρικά αλλά να συνεπάγεται παράβαση συγκεκριμένης ρήτρας της μετοχικής συμφωνίας, με συμβατικές συνέπειες παράλληλες προς την εταιρική εγκυρότητα.

Πώς προσβάλλεται απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου;

Άκυρη είναι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της οποίας το περιεχόμενο αντίκειται στον νόμο ή το καταστατικό (άρθρο 95). Άκυρη είναι και η απόφαση που λήφθηκε με μη νόμιμο τρόπο, εκτός αν λήφθηκε ομόφωνα από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παρόντα ή νομίμως εκπροσωπούμενα. Την ακυρότητα προβάλλουν, εντός έξι μηνών, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου καθώς και τρίτοι, μέτοχοι ή μη, με προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον.

Η εξάμηνη προθεσμία εκκινεί από την καταχώριση της απόφασης στο ΓΕΜΗ, για όσες αποφάσεις υποβάλλονται σε δημοσιότητα, άλλως από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή η δυνατότητα επίκλησης της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. Η ομοφωνία θεραπεύει μόνο τα ελαττώματα του τρόπου λήψης, όχι τα ελαττώματα του περιεχομένου.

Σε αντίθεση με τη γενική συνέλευση, το άρθρο 95 δεν προβλέπει την κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας ως αυτοτελή λόγο ελαττωματικότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου. Πριν από κάθε προσβολή σταθμίζεται η προστασία των τρίτων, καθώς οι άκυρες και ακυρώσιμες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου δεν αντιτάσσονται έναντι καλόπιστων τρίτων για πράξεις καθ’ υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή για περιορισμούς της εξουσίας του οργάνου, σύμφωνα με τις αρχές της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132.

Όργανο και είδοςΠροθεσμίαΣημείο εκκίνησης
Γενική συνέλευση, ακυρωσία (άρθρο 137)4 μήνεςΛήψη ή καταχώριση στο ΓΕΜΗ
Γενική συνέλευση, ακυρότητα (άρθρο 138)1 έτοςΛήψη ή καταχώριση στο ΓΕΜΗ
Διοικητικό συμβούλιο (άρθρο 95)6 μήνεςΚαταχώριση στο ΓΕΜΗ ή στο βιβλίο πρακτικών

Συχνές Ερωτήσεις

Αρκεί η αρνητική ψήφος για να προσβληθεί η απόφαση;

Όχι πάντα. Το άρθρο 137 απαιτεί ο μέτοχος είτε να μην παρέστη είτε να έχει αντιταχθεί στην απόφαση. Η αντίθεση πρέπει να είναι ρητή και να καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η απλή αρνητική ψήφος, χωρίς σαφή δήλωση εναντίωσης, ενδέχεται να μην επαρκεί για τη θεμελίωση της νομιμοποίησης προς άσκηση της αγωγής ακύρωσης.

Τι συμβαίνει αν περάσει η τετράμηνη προθεσμία;

Η προθεσμία των τεσσάρων μηνών για την ακυρωσία είναι αποκλειστική. Μετά την εκπνοή της η απόφαση δεν ακυρώνεται πλέον. Αν το ελάττωμα συνιστά λόγο ακυρότητας, η προθεσμία είναι ένα έτος. Μετά την παρέλευση και αυτού, ακόμη και η άκυρη απόφαση θεραπεύεται (ΑΠ 214/2022) και δεν προσβάλλεται.

Μπορεί μια άκυρη απόφαση να θεραπευτεί με τον χρόνο;

Ναι. Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης θεραπεύεται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας και έκτοτε το δικαίωμα προσβολής αποσβέννυται. Έως τότε το δικαστήριο λαμβάνει την ακυρότητα και αυτεπαγγέλτως υπόψη και η εταιρεία δεν μπορεί να αποκρούσει την επίκλησή της ως καταχρηστική (ΑΠ 214/2022).

Η αντίθεση της απόφασης σε εξωεταιρική συμφωνία θεμελιώνει ακύρωση;

Όχι. Λόγος ακυρωσίας ή ακυρότητας είναι η αντίθεση στον νόμο ή το καταστατικό, όχι σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων ή σε εσωτερικό κανονισμό. Η παραβίαση της μετοχικής συμφωνίας γεννά συμβατικές αξιώσεις μεταξύ των μερών, χωρίς να θίγει το κύρος της εταιρικής απόφασης έναντι της εταιρείας (ΑΠ 1448/2014).

Ποιο δικαστήριο δικάζει την αγωγή ακύρωσης;

Η αγωγή ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και στρέφεται κατά της εταιρείας (άρθρο 137 παρ. 7). Η άσκηση της αγωγής και η δικαστική απόφαση που ακυρώνει την εταιρική απόφαση υποβάλλονται σε δημοσιότητα και ισχύουν έναντι όλων, με προστασία των καλόπιστων τρίτων.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χαρακτηρισμός του ελαττώματος πρώτα: Η ταξινόμηση της απόφασης ως ακυρώσιμης, άκυρης ή ανυπόστατης προηγείται κάθε ενέργειας, διότι καθορίζει την αγωγή και την προθεσμία. Λανθασμένος χαρακτηρισμός οδηγεί σε απόρριψη.

Προθεσμία ως πρώτη προτεραιότητα: Η τετράμηνη και η ετήσια προθεσμία είναι αποκλειστικές. Η συγκέντρωση των αποδεικτικών και η σύνταξη της αγωγής ξεκινούν αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης, ώστε να μην εκπνεύσει το δικαίωμα.

Ρητή εναντίωση στα πρακτικά: Ο μέτοχος που διαφωνεί φροντίζει να καταχωριστεί σαφής δήλωση εναντίωσης, ώστε να διασφαλίσει τη νομιμοποίησή του προς προσβολή.

Διάκριση ακύρωσης από ανάκληση: Η δικαστική προσβολή διαφέρει από την ανάκληση της απόφασης από την ίδια τη συνέλευση. Η επιλογή μεταξύ τους είναι στρατηγική και εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Στάθμιση συνεπειών για τρίτους: Πριν από κάθε προσβολή εκτιμώνται οι συνέπειες σε καλόπιστους τρίτους που συναλλάχθηκαν βάσει της απόφασης, καθώς η ακύρωση ισχύει έναντι όλων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ελαττωματικές αποφάσεις των οργάνων της Ανώνυμης Εταιρείας.