Skip to content
Αρθρογραφία

Αλληλόχρεος Λογαριασμός Ή Απλά Τιμολόγια: Τι Εξυπηρετεί

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 16 Ιουλίου 2026

Πότε Ο Ανοιχτός Λογαριασμός Με Πελάτη Είναι Πράγματι Αλληλόχρεος

Εν συντομία:

  • Ο αλληλόχρεος λογαριασμός προϋποθέτει δυνατότητα χρεοπιστώσεων και από τα δύο μέρη. Όταν ο ένας είναι πάντα πιστωτής και ο άλλος πάντα οφειλέτης, πρόκειται για απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνει η σύμβαση.
  • Ο ανοιχτός λογαριασμός που τηρούν οι περισσότερες επιχειρήσεις με πελάτες ή προμηθευτές, με τιμολόγια και πληρωμές έναντι, δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή.
  • Μέσα στον αλληλόχρεο, κάθε τιμολόγιο αποβάλλει την αυτοτέλειά του. Παύει να διεκδικείται με διαταγή πληρωμής, να εκχωρείται, να προεξοφλείται και να συμψηφίζεται χωριστά.
  • Το αντάλλαγμα είναι το κατάλοιπο: νέα απαίτηση με εικοσαετή παραγραφή κατά το άρθρο 249 ΑΚ, αντί για πενταετή ανά τιμολόγιο κατά το άρθρο 250 αρ. 1 ΑΚ.
  • Κάθε μέρος κλείνει οριστικά τον λογαριασμό οποτεδήποτε με καταγγελία. Πριν από αυτό δεν γεννάται δικαστικά επιδιώξιμη αξίωση για το κατάλοιπο.

Πότε εξυπηρετεί ο αλληλόχρεος λογαριασμός με πελάτη ή προμηθευτή;

Ο αλληλόχρεος λογαριασμός εξυπηρετεί όταν η ροή των δοσοληψιών είναι πράγματι αμφίδρομη και η εμπορική σχέση διαρκής. Τότε αντικαθιστά δεκάδες αυτοτελείς απαιτήσεις με ένα κατάλοιπο εικοσαετούς παραγραφής και απαλλάσσει από την ξεχωριστή παρακολούθηση κάθε παραστατικού. Σε μονόδρομη τιμολόγηση δεν συστήνεται καν έγκυρα, όσο και αν τα μέρη τον ονομάσουν έτσι στο συμφωνητικό τους.

Η απόφαση αυτή δεν αφορά λογιστική ευκολία. Αφορά το πώς θα εισπραχθεί η οφειλή αν η σχέση διαταραχθεί.

Ο προμηθευτής που υπάγει τα τιμολόγιά του σε αλληλόχρεο λογαριασμό δεν μπορεί να ζητήσει διαταγή πληρωμής για ένα ανεξόφλητο τιμολόγιο. Πρέπει πρώτα να κλείσει οριστικά τον λογαριασμό και μετά να διεκδικήσει το κατάλοιπο. Δεν μπορεί ούτε να εκχωρήσει τη μεμονωμένη απαίτηση σε τράπεζα, ούτε να την προεξοφλήσει.

Σε αντάλλαγμα, το κατάλοιπο αξιώνεται είκοσι χρόνια αντί για πέντε. Οι επιμέρους ενστάσεις του οφειλέτη για κάθε τιμολόγιο χωριστά περιορίζονται επίσης δραστικά μετά την αναγνώρισή του.

Το ερώτημα, δηλαδή, δεν είναι αν ο αλληλόχρεος λογαριασμός ταιριάζει ή όχι στην επιχείρηση, αλλά ποιο από τα δύο σενάρια είναι πιθανότερο: μια σχέση που θα διαρκέσει και θα εκκαθαριστεί στο τέλος, ή μια σχέση όπου θα χρειαστεί ταχεία είσπραξη συγκεκριμένων τιμολογίων.

Η επιλογή τοποθετείται μέσα στη συνολική εξασφάλιση εμπορικών απαιτήσεων, όπου κάθε εργαλείο εξυπηρετεί διαφορετικό κίνδυνο.

ΚριτήριοΑλληλόχρεος λογαριασμόςΑπλός δοσοληπτικός λογαριασμός
Αυτοτέλεια κονδυλίουΧάνεται με την καταχώρισηΔιατηρείται πλήρως
Διαταγή πληρωμής ανά τιμολόγιοΔεν χωρείΧωρεί
Προϋπόθεση διεκδίκησηςΟριστικό κλείσιμο του λογαριασμούΑπλή λήξη της προθεσμίας πληρωμής
ΠαραγραφήΕικοσαετής στο κατάλοιπο (249 ΑΚ)Πενταετής ανά τιμολόγιο (250 αρ. 1 ΑΚ)
Εκχώρηση και προεξόφλησηΔεν χωρεί σε μεμονωμένο κονδύλιοΧωρεί ελεύθερα
ΣυμψηφισμόςΕνσωματωμένος, όχι αυτοτελήςΧωρεί κατά τα άρθρα 440 επ. ΑΚ
Απόδειξη στο δικαστήριοΑναγνώριση καταλοίπου ή πλήρης κίνησηΤο παραστατικό και η αποδοχή του
Νόμιμη προϋπόθεσηΔυνατότητα χρεοπιστώσεων εκατέρωθενΚαμία

Πότε ο ανοιχτός λογαριασμός δεν είναι αλληλόχρεος αλλά απλός δοσοληπτικός;

Όταν από τη φύση της σύμβασης ο ένας καθίσταται μόνο πιστωτής και ποτέ οφειλέτης, δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός.

Κρίσιμο είναι να μην είναι εκ των προτέρων γνωστό ποιος από τους συμβαλλομένους θα βρεθεί οφειλέτης και ποιος πιστωτής κατά την τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών, όπως έκρινε ο Άρειος Πάγος στην ΑΠ 587/2024.

Το σημείο αυτό ανατρέπει την πιο διαδεδομένη παρανόηση στις εμπορικές σχέσεις. Ο λογαριασμός που τηρεί ο προμηθευτής στα βιβλία του και ονομάζει «ανοιχτό» ή «τρεχούμενο» απεικονίζει, κατά τους κανόνες της λογιστικής, τις τμηματικές καταβολές του πελάτη έναντι των τιμολογίων. Αυτό δεν είναι αλληλόχρεος λογαριασμός αλλά απλός δοσοληπτικός.

Ο ίδιος ο χαρακτηρισμός των μερών δεν δεσμεύει το δικαστήριο. Στην ΑΠ 195/2022 κρίθηκε ότι συμβάσεις πίστωσης οι οποίες, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που τους έδωσε η τράπεζα, λειτούργησαν ως τοκοχρεωλυτικά δάνεια, εξυπηρετήθηκαν με απλό δοσοληπτικό λογαριασμό. Το ίδιο κριτήριο εφαρμόζεται και στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων.

Στην ΑΠ 1607/2022 η προμηθεύτρια ήταν πάντοτε πιστώτρια και η πελάτισσα πάντοτε οφειλέτης. Ο λογαριασμός κρίθηκε απλός δοσοληπτικός και τα επιμέρους τιμολόγια διατήρησαν την αυτοτέλειά τους.

Στην ΑΠ 678/2025 ο αγοραστής εξοπλισμού επιχείρησε το αντίστροφο, δηλαδή να χαρακτηριστεί ο λογαριασμός αλληλόχρεος ώστε να προκύψει από την κίνησή του ολοσχερής εξόφληση. Ο ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθώς η πωλήτρια τηρούσε στα βιβλία της απλό δοσοληπτικό λογαριασμό.

Η εμπειρία από υποθέσεις είσπραξης εμπορικών απαιτήσεων δείχνει ότι ο χαρακτηρισμός στο συμφωνητικό σπάνια αντιστοιχεί στην πραγματική ροή των δοσοληψιών. Η διαφορά αναδεικνύεται συνήθως μόνο όταν η σχέση φτάσει στο δικαστήριο. Ούτε αρκεί η τήρηση λογαριασμού κατά τους κανόνες της λογιστικής για να θεμελιωθεί αλληλόχρεος, όπως επισημαίνεται στην ΑΠ 1693/2023.

Ποιες συναλλαγές καθιστούν τον λογαριασμό αλληλόχρεο και πώς κατοχυρώνονται;

Αρκεί η δυνατότητα χρεοπιστώσεων και από τα δύο μέρη, όχι η πραγματική τους άσκηση. Είναι αδιάφορο αν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού έγιναν αποστολές και από τις δύο πλευρές, που παράγουν αμοιβαίο αλληλόχρεο λογαριασμό, ή μόνο από τη μία, οπότε πρόκειται για απλό ή ετεροσκελή αλληλόχρεο, σύμφωνα με την ΑΠ 1049/2020. Η δυνατότητα όμως πρέπει να προκύπτει από τη φύση της σχέσης.

Το τι σημαίνει αυτό στην πράξη αναδείχτηκε στην ΑΠ 1323/2012. Εκεί, η αγοράστρια δεν χρεωνόταν απλώς με το τίμημα των προϊόντων. Πιστωνόταν επίσης με προκαταβολές για μελλοντικές αγορές, με επιστροφές ελαττωματικών ή ακατάλληλων εμπορευμάτων, με έξοδα συνδιαφήμισης των προϊόντων και με εκπτώσεις και πρόσθετες παροχές εφόσον επιτύγχανε τους στόχους πωλήσεων. Η ροή ήταν πράγματι αμφίδρομη και ο λογαριασμός κρίθηκε αλληλόχρεος, παρότι είχε συμφωνηθεί προφορικά.

Οι διατάξεις που στηρίζουν τη σύμβαση είναι τα άρθρα 361, 873 και 874 του Αστικού Κώδικα, το άρθρο 112 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, το άρθρο 669 του Εμπορικού Νόμου και τα άρθρα 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, το οποίο εξακολουθεί να ισχύει ως προς τα άρθρα αυτά. Καμία από τις διατάξεις αυτές δεν ορίζει έγγραφο τύπο.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο όπου η διατύπωση καθορίζει το αποτέλεσμα. Η ρήτρα υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό χρειάζεται κατά περίπτωση σύνταξη που να ορίζει ποιες κατηγορίες απαιτήσεων εισέρχονται και ποιες μένουν εκτός, ποια είναι η περιοδικότητα του κλεισίματος και πώς γνωστοποιείται το προσωρινό υπόλοιπο.

Επιχείρηση που θέλει να διατηρήσει τη δυνατότητα ταχείας είσπραξης για ορισμένες παραδόσεις εξαιρεί ρητά τα σχετικά παραστατικά. Επιχείρηση που τα αφήνει όλα μέσα δεσμεύεται συνολικά.

Τι χάνει η επιχείρηση όταν το τιμολόγιο εισέλθει στον λογαριασμό;

Το κονδύλιο αποβάλλει την αυτοτέλειά του από τη στιγμή της καταχώρισης. Παύει να επιδιώκεται, να διατίθεται και να συμψηφίζεται χωριστά. Απαιτητό γίνεται μόνο το κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο. Η απώλεια είναι τετραπλή και κάθε σκέλος της αντιστοιχεί σε ένα εργαλείο που η επιχείρηση θεωρεί δεδομένο. Συγκεκριμένα:

  1. η διαταγή πληρωμής από τιμολόγιο παύει να είναι διαθέσιμη για το μεμονωμένο παραστατικό.
  2. η εκχώρηση της απαίτησης δεν χωρεί σε κονδύλιο που έχει χάσει την αυτοτέλειά του.
  3. ως συνέπεια του προηγούμενου, η χρηματοδότηση μέσω factoring, δηλαδή πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, στηρίζεται στη μεταβίβαση συγκεκριμένων τιμολογίων και δεν λειτουργεί πάνω σε κονδύλια αλληλόχρεου.
  4. ο συμψηφισμός εμπορικών απαιτήσεων ως αυτοτελές διαπλαστικό δικαίωμα δεν προτείνεται, καθώς η αντιπαραβολή γίνεται ήδη μέσα στον λογαριασμό.

Ακόμη και τα αξιόγραφα ακολουθούν την ίδια τύχη. Οι απαιτήσεις από επιταγή ή άλλους πιστωτικούς τίτλους που καταχωρίζονται στον λογαριασμό αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους, με συνέπεια να μην μπορεί να ασκηθεί χωριστά η απαίτηση από τον τίτλο.

Αν η είσπραξη τελικά δεν επιτευχθεί, η πιστωτική εγγραφή ακυρώνεται με αντίθετη εγγραφή, τον αντιλογισμό ή αντιπέρασμα, όπως αναλύει η ΑΠ 1453/2007.

Η δικονομική συνέπεια είναι η βαρύτερη, καθώς μόνο μετά το οριστικό κλείσιμο μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικά η απόδοση του καταλοίπου.

Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή χρειάζεται είτε προσδιορισμό του ποσού της αναγνώρισης κατά τα άρθρα 873 και 874 ΑΚ, είτε, αν αναγνώριση δεν υπάρχει, παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων από τα οποία προκύπτει το κατάλοιπο, σύμφωνα με την ΑΠ 573/2024. Επιχείρηση που δεν έχει κρατήσει καθαρή κίνηση λογαριασμού για ολόκληρη τη σχέση, διακινδυνεύει να χαρακτηριστεί η αγωγή ως αόριστη.

Πότε κλείνει ο λογαριασμός και ποιος τον κλείνει;

Κάθε μέρος μπορεί οποτεδήποτε, με καταγγελία, να θεωρήσει ότι ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου δικαιούται να το απαιτήσει αμέσως.

Περιοδικά, ο λογαριασμός κλείνει κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όχι όμως σε διαστήματα μικρότερα του τριμήνου. Και τα δύο ορίζονται στο άρθρο 112 ΕισΝΑΚ.

Επειδή ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει τη μονομερή καταγγελία, δεν είναι άκυρη ούτε η αντίστοιχη συμβατική ρήτρα. Δεν εμπίπτει στην ακυρότητα του άρθρου 372 ΑΚ ως δήθεν ανάθεση του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση του ενός μέρους, όπως δέχεται η ΑΠ 546/2024.

Όριο θέτει μόνο το άρθρο 281 ΑΚ, με την παρατήρηση ότι η βλάβη του οφειλέτη, έστω και μεγάλη, δεν καθιστά από μόνη της την καταγγελία καταχρηστική, παρά μόνο σε συνδυασμό με άλλες περιστάσεις.

Το περιοδικό κλείσιμο δεν λύνει τη σύμβαση ούτε γεννά απαίτηση για απόδοση του υπολοίπου. Το υπόλοιπο μπορεί, προς λογιστική τακτοποίηση, να αναγνωριστεί κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ και τότε αποτελεί το πρώτο κονδύλιο της νέας περιόδου.

Η συνέπεια είναι ότι μετά το οριστικό κλείσιμο, η αγωγή δεν χρειάζεται να παραθέσει τα κονδύλια των περιόδων που καλύπτονται από αναγνώριση, παρά μόνο εκείνα από την τελευταία αναγνώριση και έπειτα.

Η αναγνώριση του χρέους είναι επομένως το σημείο όπου κρίνεται το βάρος της απόδειξης. Με το τελικό κατάλοιπο εξομοιώνεται και η πλασματική αναγνώριση, η οποία επέρχεται σε εκτέλεση έγκυρης σχετικής συμφωνίας, με την παρέλευση εύλογης προθεσμίας που τίθεται στον οφειλέτη χωρίς αυτός να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου.

Η εμπειρία από υποθέσεις καταγγελίας διαρκών εμπορικών σχέσεων δείχνει ότι η ρήτρα σιωπηρής αποδοχής του υπολοίπου, όταν λείπει, αφήνει τον πιστωτή να αποδεικνύει κάθε κονδύλιο μιας δεκαετίας.

Ποια παραγραφή τρέχει για το κατάλοιπο και ποια για το τιμολόγιο;

Το κατάλοιπο του οριστικά κλεισμένου λογαριασμού είναι νέα απαίτηση και υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, όχι στην πενταετή του άρθρου 250 αρ. 1 ΑΚ. Στην πενταετία υπόκεινται μόνο οι αξιώσεις των εμπόρων για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων. Το κατάλοιπο δεν είναι τίμημα εμπορεύματος.

Τη διάκριση έκρινε ρητά η ΑΠ 792/2018, απορρίπτοντας ένσταση παραγραφής κατά διαταγής πληρωμής για οριστικό κατάλοιπο. Το αποτέλεσμα είναι ότι το ίδιο ποσό οφειλής, ανάλογα με τον νομικό χαρακτηρισμό του λογαριασμού, αξιώνεται είτε εντός πέντε είτε εντός είκοσι ετών. Και ο χαρακτηρισμός δεν εξαρτάται από τη βούληση των μερών αλλά από την πραγματική δομή της σχέσης.

Η επέκταση καλύπτει και τον εγγυητή. Στην ίδια εικοσαετή παραγραφή υπόκειται η αξίωση του δικαιούχου του καταλοίπου έναντι εκείνου που εγγυήθηκε υπέρ του πρωτοφειλέτη, ο οποίος υποχρεούται στην πληρωμή εκτός αν από την έγγραφη σύμβαση προκύπτει σχετικός περιορισμός.

Όταν η πιστωτική σχέση περιλαμβάνει και εγγυημένες και μη εγγυημένες απαιτήσεις, η προσωπική εγγύηση καλύπτει με ασφάλεια μόνο ό,τι αντιστοιχεί σε χωριστά τηρούμενο λογαριασμό.

Η στρατηγική συνέπεια για την επιχείρηση που έχει ήδη ανείσπρακτα τιμολόγια είναι η εξής:

  • Αν ο λογαριασμός είναι πράγματι αλληλόχρεος, ο χρόνος δεν πιέζει με τον ίδιο τρόπο, αλλά η διεκδίκηση απαιτεί προηγούμενη καταγγελία και πλήρη τεκμηρίωση της κίνησης.
  • Αν είναι απλός δοσοληπτικός, κάθε τιμολόγιο έχει τη δική του πενταετία και το παλαιότερο ίσως έχει ήδη παραγραφεί.

Η ορθή απάντηση προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά της κάθε σχέσης και όχι από τον τίτλο της σύμβασης.

Συχνές Ερωτήσεις

Πώς λειτουργεί ο αλληλόχρεος λογαριασμός μεταξύ εμπόρων;

Τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν να μην επιδιώκουν μεμονωμένα τις αμοιβαίες απαιτήσεις τους αλλά να τις καταχωρίζουν σε κοινό λογαριασμό ως κονδύλια χρέωσης και πίστωσης. Τα κονδύλια αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και αποσβένονται κατά το μέρος που καλύπτονται. Μοναδική απαίτηση απομένει το κατάλοιπο που προκύπτει από την αντιπαραβολή τους κατά το κλείσιμο. Από την ημέρα του κλεισίματος το κατάλοιπο είναι αυτοδικαίως τοκοφόρο.

Χρειάζεται έγγραφη σύμβαση για να υπάρξει αλληλόχρεος λογαριασμός;

Ο νόμος δεν απαιτεί έγγραφο τύπο. Στην ΑΠ 1323/2012 κρίθηκε αλληλόχρεος λογαριασμός που είχε συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ δύο εμπορικών εταιρειών, με βάση τις πραγματικές αμοιβαίες χρεοπιστώσεις που αποδείχθηκαν. Η απουσία εγγράφου όμως μεταθέτει ολόκληρο το βάρος στην απόδειξη της συναλλακτικής πρακτικής, ενώ η έγγραφη ρήτρα υπαγωγής οριοθετεί εκ των προτέρων τι εισέρχεται στον λογαριασμό.

Πότε το τραπεζικό όριο κίνησης λειτουργεί ως αλληλόχρεος λογαριασμός;

Χαρακτήρα αλληλόχρεου έχει η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, όπου ο πιστούχος κάνει χρήση του ορίου και ταυτόχρονα μειώνει την οφειλή του. Δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, όπου οι δόσεις είναι προκαθορισμένες κατά χρόνο και ποσό, κάθε δόση διατηρεί την ατομικότητά της και δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο, όπως διακρίνει η ΑΠ 1385/2024. Η διάκριση κρίνεται από τους συμβατικούς όρους και τη λειτουργία, όχι από την ονομασία.

Ποια παραγραφή ισχύει για απαίτηση από αλληλόχρεο λογαριασμό;

Εικοσαετής, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, με αφετηρία το οριστικό κλείσιμο. Η πενταετία του άρθρου 250 αρ. 1 ΑΚ αφορά τις αξιώσεις των εμπόρων για χορηγηθέντα εμπορεύματα ή εκτελεσθείσες εργασίες, δηλαδή τα μεμονωμένα τιμολόγια, όχι το κατάλοιπο που προκύπτει από την εκκαθάριση. Την ίδια εικοσαετή παραγραφή ακολουθεί και η αξίωση κατά του εγγυητή του καταλοίπου.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έλεγχος ροής πριν από τον χαρακτηρισμό: Πριν υπαχθεί μια σχέση σε αλληλόχρεο λογαριασμό, εξετάζεται αν υπάρχει πραγματική δυνατότητα χρεοπιστώσεων και από τις δύο πλευρές. Προκαταβολές, επιστροφές, εκπτώσεις στόχων και αμοιβαία τιμολόγηση υπηρεσιών τη θεμελιώνουν. Καθαρή σχέση πώλησης με πληρωμές έναντι δεν την θεμελιώνει.

Ρητή οριοθέτηση του περιεχομένου: Η ρήτρα υπαγωγής προσδιορίζει ποιες κατηγορίες απαιτήσεων εισέρχονται στον λογαριασμό και ποιες εξαιρούνται. Παραστατικά για τα οποία η επιχείρηση θέλει να διατηρήσει διαταγή πληρωμής ή δυνατότητα προεξόφλησης μένουν εκτός με ρητή πρόβλεψη.

Πρόβλεψη για τη γνωστοποίηση του υπολοίπου: Η συμφωνία ορίζει πώς γνωστοποιείται το περιοδικό υπόλοιπο και μέσα σε ποια εύλογη προθεσμία τεκμαίρεται η αποδοχή του. Χωρίς αυτή, το βάρος απόδειξης της κίνησης ολόκληρης της σχέσης παραμένει στον πιστωτή.

Τήρηση πλήρους κίνησης από την πρώτη ημέρα: Το αρχείο των χρεοπιστωτικών κονδυλίων είναι το μόνο αποδεικτικό υλικό όταν λείπει αναγνώριση καταλοίπου. Επιχείρηση που εκκινεί αλληλόχρεο λογαριασμό χωρίς οργανωμένη λογιστική παρακολούθηση αναλαμβάνει δικονομικό κίνδυνο.

Καταγγελία με τεκμηρίωση: Το οριστικό κλείσιμο γίνεται οποτεδήποτε, αλλά η αιφνίδια καταγγελία σε πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια του αντισυμβαλλομένου, ιδίως όταν οι απαιτήσεις καλύπτονται ήδη από ασφάλειες, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Η καταγραφή των λόγων προηγείται της καταγγελίας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τον αλληλόχρεο λογαριασμό.