Εν συντομία:
- Για διαταγές πληρωμής που εκδίδονται από 1.1.2026, οι αντιρρήσεις κατά του κύρους τους και κατά της απαίτησης προβάλλονται αποκλειστικά με ανακοπή των άρθρων 632 ή 633 ΚΠολΔ. Το νέο άρθρο 933 τις κηρύσσει απαράδεκτες κατά το στάδιο της εκτέλεσης.
- Το άρθρο 45 του ν. 5282/2026 κατάργησε την παρ. 6 του άρθρου 632, η οποία επέτρεπε τη σώρευση της ανακοπής κατά της διαταγής με ανακοπή κατά των πράξεων εκτέλεσης.
- Ως αντιστάθμισμα, η ανακοπή του άρθρου 633 μπορεί πλέον να ασκηθεί και πριν από τη δεύτερη επίδοση, με δυνατότητα αναστολής σε πρώτο και δεύτερο βαθμό.
- Για τον εταιρικό δανειολήπτη, ο οποίος δεν απολαμβάνει την προστασία της καταναλωτικής νομοθεσίας, οι δικονομικοί λόγοι που αφορούν το εκκαθαρισμένο της απαίτησης αποκτούν δυσανάλογο βάρος.
- Το διαχρονικό δίκαιο παραμένει ανοιχτό για διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν έως 31.12.2025 και εκτελούνται μετά την 1.1.2026.

Πότε πρέπει να ασκηθεί ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής μετά την 1.1.2026;
Η ανακοπή ασκείται εντός δεκαπέντε εργασίμων ημερών από την πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, απομένει η ανακοπή του άρθρου 633, η οποία μετά τον ν. 5221/2025 μπορεί να ασκηθεί ήδη πριν από τη δεύτερη επίδοση. Μετά την εξάντληση των δύο αυτών δυνατοτήτων, οι αντιρρήσεις κατά της διαταγής πληρωμής δεν προβάλλονται πουθενά αλλού.
Η διαφορά με το προϊσχύσαν καθεστώς είναι ποιοτική. Μέχρι την 31.12.2025 η αδράνεια στο δεκαπενθήμερο ήταν σε μεγάλο βαθμό επανορθώσιμη, καθώς ο οφειλέτης μπορούσε να προβάλει τους ίδιους λόγους αργότερα, όταν η επισπεύδουσα κοινοποιούσε επιταγή προς πληρωμή, μέσω της ανακοπής του άρθρου 933. Το νέο άρθρο 933, όπως διαμορφώθηκε με τον ν. 5221/2025 και συμπληρώθηκε με τον ν. 5264/2025, έκλεισε τον δρόμο αυτόν.
Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι η αξιολόγηση της διαταγής πληρωμής μετατοπίζεται χρονικά στο σημείο όπου η επιχείρηση διαθέτει τη λιγότερη πληροφορία.
Κατά την πρώτη επίδοση η οφειλέτρια εταιρεία σπανίως έχει στη διάθεσή της το πλήρες αντίγραφο των εγγράφων που προσκομίστηκαν στον εκδότη της διαταγής, ενώ η προθεσμία τρέχει ήδη.
Η ανάκτηση των εγγράφων αυτών και η αξιολόγηση της επάρκειάς τους κατά τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ αποτελεί την πρώτη ενέργεια που καθορίζει το σύνολο της άμυνας.
Πρόσθετος παράγοντας από την 1η Μαΐου 2026 είναι ότι η έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν γίνεται πλέον από δικαστή αλλά από πιστοποιημένο δικηγόρο οριζόμενο από τους δικηγορικούς συλλόγους. Ο χρόνος από την αίτηση έως τον εκτελεστό τίτλο συντομεύεται, χωρίς αντίστοιχη επιμήκυνση της προθεσμίας άμυνας.
Τι διακινδυνεύει η επιχείρηση που περιμένει την επιταγή προς πληρωμή;
Διακινδυνεύει το σύνολο των ουσιαστικών της αντιρρήσεων. Το νέο άρθρο 933 ΚΠολΔ ορίζει ότι όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες τόσο οι αντιρρήσεις που αφορούν την εγκυρότητά της όσο και εκείνες που αφορούν την ίδια την απαίτηση.
Απομένουν μόνο δύο εξαιρέσεις:
- οι οψιγενείς ισχυρισμοί που δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και
- όσοι στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα ασκητό και με κύρια αγωγή.
Η δεύτερη εξαίρεση προστέθηκε με τον ν. 5264/2025, ύστερα από παρεμβάσεις της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων. Έχει σημασία μεγαλύτερη από όσο υποδηλώνει η διατύπωσή της.
Καλύπτει τυπικά περιπτώσεις όπως ο συμψηφισμός με ανταπαίτηση ασκητή αυτοτελώς ή αξιώσεις που θεμελιώνονται σε αδικοπραξία της πιστώτριας.
Η οριοθέτησή της όμως δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί νομολογιακά, οπότε η υπαγωγή συγκεκριμένου ισχυρισμού σε αυτήν παραμένει κρίση που εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
Η ανακοπή του άρθρου 933 δεν καταργήθηκε. Συρρικνώθηκε σε όσα αφορούν την ίδια την εκτελεστική διαδικασία, δηλαδή ελαττώματα της επιταγής προς πληρωμή, της κατάσχεσης, της περιγραφής του κατασχεθέντος, της διαδικασίας του πλειστηριασμού και της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας.
Η διάκριση αυτή είναι λεπτή στην πράξη. Ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων δεν νομιμοποιείται να επισπεύσει την εκτέλεση αφορά την εκτελεστική διαδικασία και παραμένει προβλητός.
Ο ισχυρισμός ότι η ίδια εταιρεία δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής αφορά το κύρος του τίτλου και έχει πλέον αποκλειστεί.
Γιατί δεν σωρεύεται πλέον ανακοπή κατά διαταγής με ανακοπή κατά της εκτέλεσης;
Διότι καταργήθηκε η διάταξη που την επέτρεπε. Το άρθρο 45 του ν. 5282/2026 κατήργησε την παρ. 6 του άρθρου 632 ΚΠολΔ, η οποία όριζε ότι με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακύρωσης των πράξεων εκτέλεσης που ενεργούνται με βάση αυτήν, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ.
Η σώρευση, που επί δεκαετία αποτελούσε την τυπική δικογραφική επιλογή, έχασε τη νομοθετική της βάση.
Χρονικά η κατάργηση αυτή ήρθε δεύτερη. Η σώρευση είχε ήδη απολέσει το πρακτικό της περιεχόμενο από την 1.1.2026, όταν το νέο άρθρο 933 απέκλεισε τους λόγους κατά της διαταγής πληρωμής από τη δίκη της εκτέλεσης. Το ένα δικόγραφο που συγκέντρωνε αμφότερες τις ανακοπές έπαψε να έχει αντικείμενο πριν πάψει να έχει έρεισμα.
Σημείο που απαιτεί προσοχή στη διατύπωση είναι ότι ο νομοθέτης δεν όρισε ρητά τη σώρευση ως απαράδεκτη. Το ζήτημα αν το δικαστήριο οφείλει σε κάθε περίπτωση να διατάξει χωρισμό των δικογράφων ή αν κρίνει κατά τις γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 218 τέθηκε ρητά κατά τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία και δεν απαντήθηκε.
Η προσεκτική πρακτική είναι η κατάθεση χωριστών δικογράφων, ώστε τυχόν χωρισμός να μην επηρεάσει προθεσμίες ή αρμοδιότητα.
Ανακοπή 632, ανακοπή 633 ή ανακοπή 933: ποια επιλέγεται και πότε;
Η επιλογή καθορίζεται από το χρονικό σημείο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία και όχι από το είδος των αντιρρήσεων. Μετά την πρώτη επίδοση επιλέγεται η ανακοπή του άρθρου 632.
Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής και έως δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από τη δεύτερη επίδοση, επιλέγεται η ανακοπή του άρθρου 633. Η ανακοπή του άρθρου 933 απομένει μόνο για ελαττώματα της ίδιας της εκτέλεσης.
| Στοιχείο | Ανακοπή 632 ΚΠολΔ | Ανακοπή 633 ΚΠολΔ | Ανακοπή 933 ΚΠολΔ |
|---|---|---|---|
| Αφετηρία | Πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής | Δεύτερη επίδοση, με δυνατότητα άσκησης και πριν από αυτήν | Επίδοση της επιταγής προς πληρωμή ή επιμέρους πράξη εκτέλεσης |
| Προθεσμία | Δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες | Δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από τη δεύτερη επίδοση | Κατά τα άρθρα 934 επ., ανάλογα με την προσβαλλόμενη πράξη |
| Λόγοι κατά του κύρους του τίτλου | Ναι, στο σύνολό τους | Ναι, εφόσον δεν ασκήθηκε ανακοπή 632 | Απαράδεκτοι, πλην οψιγενών και αυτοτελών δικαιωμάτων |
| Λόγοι κατά της απαίτησης | Ναι | Ναι | Απαράδεκτοι, με τις ίδιες εξαιρέσεις |
| Λόγοι κατά πράξεων εκτέλεσης | Όχι, μετά την κατάργηση της παρ. 6 | Όχι | Ναι, αποκλειστικό πεδίο |
| Αίτηση αναστολής | Ναι, κατά το άρθρο 632 παρ. 3 | Ναι, νέα δυνατότητα σε πρώτο και δεύτερο βαθμό | Κατά το άρθρο 938 |
Η επιλογή ανάμεσα στην άμεση άσκηση ανακοπής 632 και στην αναμονή του παραθύρου του 633 δεν είναι ουδέτερη. Η άσκηση στο πρώτο δεκαπενθήμερο εξασφαλίζει χρόνο για τη δίκη της αναστολής προτού η επισπεύδουσα οργανώσει την εκτέλεση.
Η αναμονή δίνει περισσότερο χρόνο συγκέντρωσης εγγράφων, με το τίμημα ότι η εκτέλεση ενδέχεται να έχει ήδη ξεκινήσει. Η στάθμιση εξαρτάται από τη ρευστότητα της επιχείρησης, την ύπαρξη λογαριασμών δεκτικών κατάσχεσης και τη διαπραγματευτική σχέση με την πιστώτρια.
Ποιοι λόγοι ανακοπής παραμένουν διαθέσιμοι σε εταιρικό δανειολήπτη;
Παραμένουν κυρίως οι δικονομικοί λόγοι που αφορούν την επάρκεια της έγγραφης απόδειξης και το εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Η εταιρεία που δανείζεται δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, οπότε το οπλοστάσιο του ελέγχου καταχρηστικών γενικών όρων κατά τον ν. 2251/1994 δεν της είναι διαθέσιμο με τον ίδιο τρόπο. Η άμυνα μετατοπίζεται σε όσα προκύπτουν από τα ίδια τα έγγραφα της αίτησης.
Η βάση είναι δικονομική. Κατά την ΑΠ 637/2024, το δικαστήριο της ανακοπής εξετάζει αποκλειστικά αν αποδεικνύεται η απαίτηση από τα έγγραφα που είχαν επισυναφθεί στην αίτηση έκδοσης, χωρίς να επιτρέπεται απόδειξη με νέα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται στη δίκη της ανακοπής.
Η ίδια απόφαση δέχεται ότι όταν οι λόγοι είναι μόνο τυπικοί, η διαταγή ακυρώνεται άνευ ετέρου, χωρίς να καθίσταται αντικείμενο της δίκης η ύπαρξη της απαίτησης.
Η πιστώτρια δηλαδή διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει κατόπιν τακτική αγωγή, οπότε το δεδικασμένο από την ευδοκίμηση τυπικού λόγου είναι περιορισμένο.
Το εκκαθαρισμένο της απαίτησης και ο ανατοκισμός
Ο πιο συχνά προβαλλόμενος λόγος σε τραπεζικές διαταγές πληρωμής είναι ότι η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη, επειδή δεν προκύπτει το ύψος των κεφαλαιοποιημένων τόκων.
Η ΜΠρΑθ 140/2024 δέχθηκε τον λόγο αυτόν, κρίνοντας ότι ο υπολογισμός των τόκων που προκύπτουν από εξαμηνιαίο ανατοκισμό είναι σύνθετος και για τον λόγο αυτό τα σχετικά ποσά πρέπει να μνημονεύονται ρητά, διαφορετικά ο οφειλέτης δεν μπορεί να τα αντικρούσει.
Η αναιρετική νομολογία είναι όμως αισθητά αυστηρότερη προς τον ανακόπτοντα. Στην ΑΠ 1273/2024, υπόθεση με πίστωση δι’ ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού προς ανώνυμη εταιρεία και εγγυήτριες, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής και μπορεί να εξαχθεί από τα επισυναπτόμενα έγγραφα.
Δέχθηκε επίσης ότι όταν το κατάλοιπο έχει αναγνωριστεί από τον οφειλέτη, δεν απαιτείται παράθεση των επιμέρους κονδυλίων του λογαριασμού.
Η ίδια απόφαση απέρριψε τον λόγο περί ανεκκαθάριστου ως αόριστο, με το σκεπτικό ότι η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του χρεωστικού καταλοίπου, χωρίς προσβολή συγκεκριμένων επιμέρους κονδυλίων και χωρίς αναφορά του παρανόμως επιδικασθέντος ποσού, δεν αρκεί.
Η κρίση αυτή ευθυγραμμίζεται με την ΑΠ 161/2020, όπου κρίθηκε ότι για την πληρότητα του ισχυρισμού περί ανεκκαθάριστης απαίτησης είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός των κατ’ ιδίαν αμφισβητούμενων κονδυλίων, ελλείψει του οποίου, ο λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος και αυτεπαγγέλτως.
Η πρακτική συνέπεια είναι διπλή.
- Πρώτον, ο λόγος περί ανατοκισμού απαιτεί λογιστική επεξεργασία της κίνησης του λογαριασμού πριν από τη σύνταξη του δικογράφου, ώστε να προσδιοριστούν τα προσβαλλόμενα κονδύλια κατά ποσό.
- Δεύτερον, ακόμη και όταν ευδοκιμήσει, η ακυρότητα κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα του αντίστοιχου ποσού και όχι της διαταγής στο σύνολό της.
Η προσδοκία ολικής ακύρωσης βάσει και μόνο της αοριστίας των τόκων είναι στη συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων υπερβολική. Η παραγραφή των τόκων υπερημερίας λειτουργεί συχνά αποτελεσματικότερα ως ένσταση περιορισμού του επιδικασθέντος ποσού.
Η εμπειρία από υποθέσεις εταιρικού δανεισμού δείχνει ότι το πιο παραγωγικό σημείο ελέγχου δεν είναι το επιτόκιο αλλά η αλυσίδα των εγγράφων, δηλαδή αν προσκομίστηκε η αρχική σύμβαση, κάθε πρόσθετη πράξη, το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που καλύπτει ολόκληρη την περίοδο και, στις μεταβιβασμένες απαιτήσεις, η τεκμηρίωση της διαδοχής.
Κενό σε οποιονδήποτε κρίκο πλήττει την έγγραφη απόδειξη του συνόλου κατά τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ.
Η θέση του εγγυητή
Στον εταιρικό δανεισμό οι διαταγές πληρωμής στρέφονται τυπικά και κατά των εγγυητών, φυσικών προσώπων ή συνδεδεμένων εταιρειών.
Η ΑΠ 1273/2024 δέχθηκε ότι το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας μπορεί να παρέχει εγγύηση υπέρ τρίτου χωρίς να απαιτείται σχετικός καταστατικός όρος, εφόσον με την πράξη εξυπηρετείται ή προάγεται ο εταιρικός σκοπός, κρίνοντας ότι η κοινή έδρα, η κοινή δομή και η συγγενική σύνθεση των διοικήσεων θεμελίωναν τέτοιο συμφέρον.
Ο έλεγχος της εξουσιοδότησης του υπογράφοντος και της έκτασης των παραιτήσεων από τις ενστάσεις των άρθρων 853 επ. ΑΚ αποτελεί διακριτό πεδίο λόγων ανακοπής, με αποτέλεσμα που διαφοροποιείται κατά περίπτωση ανάλογα με το περιεχόμενο του πρακτικού και του καταστατικού.
Πότε χορηγείται αναστολή και τι αλλάζει με το νέο άρθρο 633;
Η αναστολή χορηγείται εφόσον πιθανολογείται ευδοκίμηση της ανακοπής και κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης. Η ουσιώδης μεταβολή είναι ότι το δικαίωμα αναστολής επεκτάθηκε και στην ανακοπή του άρθρου 633, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό χωρίς περιορισμό, ενώ προηγουμένως δεν προβλεπόταν καθόλου.
Πρόκειται για το αντιστάθμισμα που ο νομοθέτης θέσπισε έναντι της συρρίκνωσης της ανακοπής του άρθρου 933.
Ο ν. 5282/2026 πρόσθεσε δικονομική ευχέρεια στην παρ. 3 του άρθρου 632, καθώς η αίτηση αναστολής μπορεί να κριθεί από τον δικαστή της περιφέρειας του πρωτοδικείου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά.
Η ρύθμιση απαντά σε πρακτικό πρόβλημα των μεγάλων πρωτοδικείων, όπου ο χρόνος προσδιορισμού της αναστολής συχνά υπερέβαινε τον χρόνο έναρξης της εκτέλεσης.
Παρά τα παραπάνω, το αντιστάθμισμα δεν καλύπτει κάθε περίπτωση. Αν η αίτηση αναστολής απορριφθεί επειδή δεν πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης, ή αν η δίκη της αναστολής προχωρήσει βραδύτερα από την εκτέλεση, ο οφειλέτης βρίσκεται χωρίς ενδιάμεση προστασία και χωρίς δυνατότητα προβολής των λόγων του στη δίκη του άρθρου 933.
Στο διάστημα έως την εκδίκαση της ανακοπής, η προσωρινή διαταγή επί της αίτησης αναστολής αποκτά βαρύτητα δυσανάλογη του συνοπτικού χαρακτήρα της.
Ποιο δίκαιο εφαρμόζεται σε διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε πριν την 1.1.2026;
Το ζήτημα δεν έχει λυθεί νομοθετικά με σαφήνεια και αποτελεί σήμερα το πιο επίμαχο σημείο εφαρμογής. Οι μεταβατικές διατάξεις ορίζουν αφενός ότι οι νέες ρυθμίσεις καταλαμβάνουν αιτήσεις για έκδοση διαταγών πληρωμής που κατατίθενται από 1.1.2026 και αφετέρου ότι οι διατάξεις περί εκτέλεσης εφαρμόζονται σε επιταγές που επιδίδονται μετά την ίδια ημερομηνία. Οι δύο κανόνες συγκρούονται όταν παλαιά διαταγή πληρωμής εκτελείται με νέα επιταγή.
Η σύγκρουση δεν είναι θεωρητική. Αφορά κάθε διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε έως 31.12.2025 και επιδόθηκε προς εκτέλεση αργότερα. Το ερώτημα είναι αν ο οφειλέτης, ο οποίος υπό το καθεστώς έκδοσης του τίτλου διέθετε τη δυνατότητα προβολής των λόγων του με ανακοπή 933, τη διατηρεί ή αν στερείται αναδρομικά ένα δικονομικό μέσο που υπολόγιζε.
Η κριτική που έχει διατυπωθεί από τη δικηγορική κοινότητα εστιάζει ακριβώς στην έλλειψη ρητής ρύθμισης του σημείου αυτού, το οποίο δεν θεραπεύτηκε ούτε με τον ν. 5282/2026.
Στην πράξη τα δικαστήρια εξακολουθούν να εφαρμόζουν το προϊσχύσαν καθεστώς σε εκκρεμείς υποθέσεις. Η ΜΠρΑθ 431/2026 δέχθηκε ως παραδεκτή, κατά τα άρθρα 218 παρ. 1 και 632 παρ. 6 ΚΠολΔ, τη σώρευση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής για απαίτηση από σύμβαση δανείου με ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή, επί ανακοπής που είχε ασκηθεί το 2022.
Ομοίως η ΜΠρΑθ 1144/2025 έκρινε παραδεκτή τη σώρευση με βάση τις ίδιες διατάξεις. Οι αποφάσεις αυτές δεν αναιρούν τη νέα ρύθμιση, καταδεικνύουν όμως ότι για ένα διάστημα θα συνυπάρχουν δύο δικονομικά καθεστώτα ανάλογα με τον χρόνο άσκησης.
Έως ότου διαμορφωθεί σταθερή νομολογιακή θέση, η ασφαλής επιλογή για τίτλους της μεταβατικής περιόδου είναι η άσκηση ανακοπής στο συντομότερο διαθέσιμο χρόνο, ώστε το ερώτημα του διαχρονικού δικαίου να μην τεθεί καθόλου.
Συχνές ερωτήσεις
Ποια είναι η προθεσμία της ανακοπής και πώς υπολογίζεται;
Η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 632 είναι δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, με αφετηρία την επομένη της επίδοσης. Για οφειλέτη που διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής η προθεσμία επιμηκύνεται. Ο χαρακτηρισμός των ημερών ως εργασίμων και ο ακριβής προσδιορισμός της αφετηρίας από την έκθεση επίδοσης είναι το πρώτο σημείο που ελέγχεται σε κάθε υπόθεση.
Τι σημαίνει δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής;
Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της πρώτης ανακοπής, ο δανειστής μπορεί να επιδώσει εκ νέου τη διαταγή πληρωμής. Από τη δεύτερη αυτή επίδοση εκκινεί νέα προθεσμία δεκαπέντε εργασίμων ημερών για ανακοπή κατά το άρθρο 633. Μετά τον ν. 5221/2025 η ανακοπή αυτή μπορεί να ασκηθεί ήδη και πριν από τη δεύτερη επίδοση. Η άπρακτη πάροδος και της δεύτερης προθεσμίας προσδίδει στη διαταγή πληρωμής ισχύ δεδικασμένου.
Υπάρχει υπόδειγμα ανακοπής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί;
Η ανακοπή δεν έχει τυποποιήσιμο περιεχόμενο. Οι λόγοι της οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης και κάθε λόγος που δεν περιλήφθηκε στο δικόγραφο χάνεται οριστικά, ενώ αόριστος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος και αυτεπαγγέλτως κατά την ΑΠ 161/2020. Η σύνταξη προϋποθέτει προηγούμενη αξιολόγηση των εγγράφων που προσκομίστηκαν για την έκδοση, καθώς σε αυτά και μόνο περιορίζεται ο έλεγχος του δικαστηρίου.
Τι γίνεται αν η επιχείρηση έχει ήδη λάβει επιταγή προς πληρωμή;
Ελέγχεται πρώτα αν η προθεσμία του άρθρου 633 έχει παρέλθει. Αν δεν έχει, η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ασκείται άμεσα. Αν έχει παρέλθει, οι αντιρρήσεις περιορίζονται σε ελαττώματα της εκτελεστικής διαδικασίας, σε οψιγενείς ισχυρισμούς και σε όσους στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα ασκητό με κύρια αγωγή.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Ημερομηνία επίδοσης πριν από κάθε άλλη ενέργεια: Η έκθεση επίδοσης καθορίζει ποιο από τα τρία ένδικα βοηθήματα είναι ακόμη διαθέσιμο. Ο υπολογισμός των δεκαπέντε εργασίμων ημερών γίνεται πριν από την αξιολόγηση της ουσίας, διότι η ουσία δεν έχει σημασία αν το χρονικό παράθυρο έχει κλείσει.
Ανάκτηση του φακέλου της αίτησης: Ο έλεγχος του δικαστηρίου περιορίζεται στα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση έκδοσης, χωρίς δυνατότητα συμπλήρωσης στη δίκη της ανακοπής κατά την ΑΠ 637/2024. Η πληρότητα της αλυσίδας των εγγράφων αξιολογείται πριν διατυπωθεί οποιοσδήποτε λόγος.
Ποσοτικοποίηση των προσβαλλόμενων κονδυλίων: Ο λόγος περί ανεκκαθάριστης απαίτησης απαιτεί προσδιορισμό των αμφισβητούμενων ποσών κατά κονδύλιο. Η γενική αμφισβήτηση του καταλοίπου απορρίπτεται ως αόριστη και η ακυρότητα κονδυλίου πλήττει μόνο το αντίστοιχο ποσό.
Χωριστά δικόγραφα αντί σώρευσης: Μετά την κατάργηση της παρ. 6 του άρθρου 632, η κατάθεση ενιαίου δικογράφου κινδυνεύει να οδηγήσει σε χωρισμό με απρόβλεπτες συνέπειες στις προθεσμίες. Η κατάθεση χωριστών δικογράφων αποφεύγει το ζήτημα.
Αίτηση αναστολής ταυτόχρονα με την ανακοπή: Η δυνατότητα αναστολής επεκτάθηκε και στην ανακοπή του άρθρου 633. Η απόρριψή της όμως αφήνει τον οφειλέτη χωρίς εναλλακτική οδό, οπότε η τεκμηρίωση του κινδύνου βλάβης απαιτεί συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία και όχι γενική επίκληση.
Τίτλοι της μεταβατικής περιόδου: Για διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν έως 31.12.2025, το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου παραμένει ανοιχτό. Η άσκηση ανακοπής στο συντομότερο διαθέσιμο χρόνο αποτρέπει την ανάγκη να κριθεί.
Εγγυητές και εταιρικός σκοπός: Όταν εγγυήτρια είναι συνδεδεμένη εταιρεία, ελέγχεται η εξουσιοδότηση του υπογράφοντος και η έκταση των παραιτήσεων από τις ενστάσεις των άρθρων 853 επ. ΑΚ. Η απουσία καταστατικού όρου δεν αρκεί από μόνη της, εφόσον προάγεται ο εταιρικός σκοπός.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής.