Skip to content

Αρθρογραφία

Διάκριση Συμβάσεων Σε Διοικητικές Και Ιδιωτικές

Η Δικαιοδοσία Των Δικαστηρίων

Νομικό Πλαίσιο

Σύμφωνα με το άρθρο 94 του Συντάγματος, ορίζεται ότι:

στο Συμβούλιο της Επικράτειας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται ο ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει.

σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια.

Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια. Περαιτέρω αποκλείει από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και το αντίστροφο.

Επιτρέπει όμως σε αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικό δικαστήρια ή αντιστρόφως (ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 18/2009, ΑΠ 741/2017).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε άλλων και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών (ή “Δημόσιων“) συμβάσεων, δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αυτής αξίωση, από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται.

Η σύμβαση είναι διοικητική, αν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: 
  1. ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ., 
  2. με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και
  3. ο συμβατικός δεσμός διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες, οι οποίες προσδίδουν υπερέχουσα θέση στο συμβαλλόμενο Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου – δηλαδή θέση η οποία δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό – και οι οποίες προκύπτουν είτε από το νομοθετικό καθεστώς, το οποίο διέπει τη σύμβαση, είτε από τους όρους της οικείας διακηρύξεως είτε από το ίδιο το περιεχόμενο της συμβάσεως.

(Έτσι ΑΕΔ 7/2019, 17/2017, 21/2009, 6/2007, 10/2003, 3/1999, 21/1997, ΣτΕ 3507/2015, 987/2011, 3740/2012, 3683/2008, 1372/2007, 3193/2006, 2247/1999, 1886/1996, 1031/1995).

Θεωρείται δε ότι παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και παρέχουν υπερέχουσα θέση στο Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., οι διατάξεις ή οι ρήτρες εκείνες, που παρέχουν στα ανωτέρω, (Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ.), τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν τα συμφέροντά τους, επιβάλλοντας κυρώσεις για παραβάσεις της σύμβασης ή γενικότερα, επεμβαίνοντας μονομερώς προς διαμόρφωση του συμβατικού δεσμού (ΑΠ 222/2018, ΑΠ 1082/2008, ΕφΑθ 470/2017).

Κατ’ άλλη άποψη, για να έχει υπερέχουσα θέση το συμβαλλόμενο Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου πρέπει οι προσδίδουσες σε αυτό την εν λόγω θέση ρήτρες όχι μόνον να περιλαμβάνονται στη σύμβαση, αλλά και να προβλέπονται από το κανονιστικό καθεστώς που διέπει αυτήν (Έτσι ΑΕΔ 2/2017, 1/2016, 11/2013, 3/2012, 28/2011, 21/2009, 6/2007, ΣτΕ 804/2018, 1989/2014, 3267/2013, ΑΠ 210/2016).

Και τούτο διότι δεν μπορούν να τεθούν σε σύμβαση που συνάπτει το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ρήτρες που δεν προβλέπονται στο κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση , ενόψει της απορρέουσας από το Σύνταγμα και διέπουσας το σύνολο της διοικητικής δράσεως αρχής της νομιμότητας της Διοίκησης – υπό την έννοια ότι η Διοίκηση μπορεί να προβεί σε εκείνες μόνο τις ενέργειες οι οποίες προβλέπονται από τον νόμο – εν αντιθέσει με την διέπουσα τις μεταξύ ιδιωτών σχέσεις και απορρέουσα από το άρθρο 361 του Αστικού Κώδικα αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΣτΕ 1208/2011).

Συνέπειες Χαρακτηρισμού

Αντίθετα με τα ανωτέρω, συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα ως άνω τρία γνωρίσματα είναι ιδιωτικές. Επομένως και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, είτε ερείδονται στην ίδια τη σύμβαση (πχ αδικοπραξία ή ακυρότητα) είτε σε αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, του ΟΤΑ ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δοθέντος ότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο, τον ΟΤΑ ή το ΝΠΔΔ, από την οποία σχέση ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αλλά υφίσταται σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 7/2017, ΑΕΔ 2/2016, ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 12/2013, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 18/2009, ΑΠ 348/2017, ΑΠ 1358/2015). 

Με άλλα λόγια, ο χαρακτήρας της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικής είναι κρίσιμος για τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας, δοθέντος ότι στην πρώτη περίπτωση για όλες τις διαφορές που αναφύονται επ’ αφορμή και στα πλαίσια της διοικητικής σύμβασης, ανεξαρτήτως της νομικής τους θεμελίωσης, δημιουργείται δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, της ιδιωτικής δηλαδή σύμβασης, δημιουργείται για τις ίδιες διαφορές, επίσης ανεξαρτήτως της νομικής τους θεμελίωσης, ακόμα, δηλαδή, και αν αυτές θεμελιώνονται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. 

Με βάση τα παραπάνω, η ουσιαστική διάκριση των ιδιωτικών από τις διοικητικές διαφορές απέκτησε μετά τον Ν. 1406/1983 και επίκαιρο δικονομικό αντίκρισμα. Η αβεβαιότητα μεταφέρθηκε πλέον στο επίπεδο οριοθέτησης της δικαιοδοσίας πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων.

Η νομολογία τεκμηριώνει την ιδιότητα μιας διαφοράς ως ιδιωτικής με κριτήριο την υποκείμενη σχέση ή αιτία και όχι με βάση τον χαρακτήρα των διοικητικών ενεργειών, υπάγοντας στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων αμφίβολων περιπτώσεων, και τις διαφορές από σύμβαση εκτέλεσης δημοσίου έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ Ν.Π.Δ.Δ. και ιδιώτη και διέπεται από τη νομοθεσία εκτέλεσης δημοσίων έργων, εφόσον το έργο δεν προορίζεται να εξυπηρετήσει δημόσιο σκοπό.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα δημοσίων συμβάσεων.