Skip to content
Αρθρογραφία

Διαμεσολάβηση ή Δικαστήριο: Η Απόφαση της Επιχείρησης το 2026

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 5 Αυγούστου 2026

  • Η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης (ΥΑΣ) καλύπτει τις εμπορικές διαφορές τακτικής διαδικασίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου άνω των 30.000 ευρώ, τις διαφορές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και κάθε διαφορά με ισχύουσα ρήτρα διαμεσολάβησης.
  • Υποχρεωτική είναι μόνο η συνεδρία. Η συμφωνία παραμένει ελεύθερη επιλογή των μερών.
  • Για τις αγωγές που ασκούνται από την 1η Ιανουαρίου 2026, η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων δεν αναστέλλεται όσο διαρκεί η διαμεσολάβηση. Αναστέλλονται μόνο οι προθεσμίες του ουσιαστικού δικαίου, όπως η παραγραφή.
  • Αν τα μέρη υπογράψουν συμφωνητικό υπαγωγής, η υπόθεση αποσύρεται από το πινάκιο και επαναφέρεται με αίτηση στη γραμματεία και οίκοθεν κλήση.
  • Το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας αποκτά ισχύ εκτελεστού τίτλου από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου.

Πότε επιλέγεται η διαμεσολάβηση αντί της προσφυγής στο δικαστήριο;

Η διαμεσολάβηση επιλέγεται όταν η επιχείρηση αποτιμά τον χρόνο είσπραξης και τη διατήρηση της συναλλακτικής σχέσης υψηλότερα από τη δεσμευτική κρίση επί του δικαίου.

Η δικαστική οδός παραμένει αναγκαία όταν επιδιώκεται δεδικασμένο, όταν κρίνεται νομικό ζήτημα αρχής που θα επαναληφθεί σε άλλες συμβάσεις, ή όταν ο αντίδικος δεν έχει οικονομικό κίνητρο να συμφωνήσει.

Ο Ν. 4640/2019, με τον οποίο ενσωματώθηκε περαιτέρω στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2008/52/ΕΚ, δεν επιβάλλει την επίλυση της διαφοράς με διαμεσολάβηση.

Επιβάλλει μία συνεδρία ενημέρωσης και διερεύνησης, η οποία αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής. Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος δεν θίγεται, καθώς κανένα μέρος δεν υποχρεώνεται να συμβιβαστεί.

Η σύγκριση γίνεται σε χρόνο. Στην τακτική διαδικασία, οι προτάσεις κατατίθενται ενενήντα ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής, η προσθήκη και αντίκρουση εντός δεκαπέντε ημερών, η χρέωση σε δικαστή εντός δέκα ημερών και η διάταξη του άρθρου 237 παρ. 3 ΚΠολΔ εντός τριάντα ημερών από τη χρέωση.

Στη διαμεσολάβηση, η αρχική συνεδρία λαμβάνει χώρα εντός είκοσι ημερών από την αποστολή του αιτήματος στον διαμεσολαβητή και η διαδικασία ολοκληρώνεται εντός σαράντα ημερών από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, με δυνατότητα συμφωνημένης παράτασης.

Για ληξιπρόθεσμα τιμολόγια χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση, η ταχύτερη οδή παραμένει η διαταγή πληρωμής, η οποία δεν προϋποθέτει αρχική συνεδρία. Όταν η απαίτηση έχει καταστεί επισφαλής και ο οφειλέτης αμφισβητεί την οφειλή, η επιχείρηση σταθμίζει τη διαμεσολάβηση απέναντι στη δικαστική διεκδίκηση και στην εκχώρηση της απαίτησης, με κριτήριο το ποσοστό ανάκτησης που κάθε οδός αποδίδει σε εύλογο χρονικό ορίζοντα.

Σε ποιες εμπορικές διαφορές η αρχική συνεδρία δεν αποτελεί επιλογή;

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 4640/2019, στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία υπάγονται οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και ανήκουν στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εφόσον η αξία του αντικειμένου υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, οι διαφορές αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, καθώς και οι διαφορές για τις οποίες υπάρχει και ισχύει έγγραφη ρήτρα διαμεσολάβησης.

Η υπαγωγή προϋποθέτει ότι τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς. Το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι το ύψος του τιμολογίου αλλά η αξία του αντικειμένου της διαφοράς όπως αυτή προσδιορίζεται δικονομικά, γεγονός που καθιστά την παρέκταση αρμοδιότητας κρίσιμη παράμετρο ήδη κατά τη σύνταξη της σύμβασης.

Δύο εξαιρέσεις έχουν άμεση εφαρμογή στις συναλλαγές με τον δημόσιο τομέα:

  • Η παρ. 2 του ίδιου άρθρου εξαιρεί τις διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ.
  • Η παρ. 3 ορίζει ότι η προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση δεν απαλλάσσει τα μέρη από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία.

Οι δικονομικές συνέπειες είναι διπλές. Το πρακτικό περάτωσης της αρχικής συνεδρίας κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 4.

Παράλληλα, το άρθρο 3 παρ. 2 απαιτεί έγγραφη ενημέρωση του εντολέα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης, η οποία κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο ή με τις προτάσεις, επίσης επί ποινή απαραδέκτου. Πρόκειται για δύο διακριτά έγγραφα με διαφορετική νομική βάση και η παράλειψη του ενός δεν καλύπτεται από την προσκόμιση του άλλου.

Πώς αλλάζει ο χρονικός σχεδιασμός της επιχείρησης από την 1η Ιανουαρίου 2026;

Το άρθρο 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 του Ν. 5221/2025 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 5282/2026, ορίζει πλέον ρητά ότι η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων δεν αναστέλλεται κατά το διάστημα της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Η ρύθμιση καταλαμβάνει τις αγωγές που ασκούνται από την 1η Ιανουαρίου 2026.

Η πρακτική συνέπεια αφορά τον προγραμματισμό. Οι προτάσεις κατατίθενται ενενήντα ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής, ή εκατόν είκοσι ημέρες όταν η αγωγή επιδίδεται στην αλλοδαπή.

Η αρχική συνεδρία πρέπει να έχει ολοκληρωθεί και το πρακτικό να έχει συνταχθεί πριν από την καταληκτική αυτή ημερομηνία, αλλιώς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ενώ η προθεσμία έχει ήδη παρέλθει.

Ο νόμος διατηρεί διέξοδο για την περίπτωση που τα μέρη αποφασίσουν να προχωρήσουν πέραν της αρχικής συνεδρίας. Ο μηχανισμός λειτουργεί σε τρία βήματα:

  1. Οι διάδικοι υπογράφουν, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και πριν από την κατάθεση προτάσεων, συμφωνητικό υπαγωγής της διαφοράς σε διαμεσολάβηση.
  2. Ο διαμεσολαβητής που υπογράφει το συμφωνητικό ενημερώνει το δικαστήριο και η υπόθεση αποσύρεται από το πινάκιο.
  3. Αν δεν υπογραφεί πρακτικό επίτευξης συμφωνίας, η υπόθεση επαναφέρεται με αίτηση στη γραμματεία από οποιονδήποτε διάδικο. Η γραμματεία συντάσσει έκθεση κατάθεσης και προσδιορισμού δικασίμου και ενημερώνει τα μέρη με οίκοθεν κλήση, η οποία μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά.

Στο σημείο αυτό υπάρχει ερμηνευτικό ζήτημα. Το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 4640/2019 εξακολουθεί κατά γράμμα να ορίζει ότι η γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή αναστέλλει και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, ενώ το νεότερο άρθρο 237 παρ. 1 λέει το αντίθετο και παραπέμπει στο άρθρο 9 «κατά τα λοιπά».

Η ερμηνεία που επικρατεί περιορίζει την αναστολή στις προθεσμίες του ουσιαστικού δικαίου, όπως η παραγραφή και οι αποσβεστικές προθεσμίες. Η εμπειρία από υποθέσεις είσπραξης εμπορικών απαιτήσεων δείχνει ότι ο ασφαλής χειρισμός συνίσταται στην ολοκλήρωση της αρχικής συνεδρίας πολύ πριν από την προθεσμία των προτάσεων, χωρίς εξάρτηση από την ερμηνεία της αναστολής.

Διαμεσολάβηση, διαιτησία ή τακτικά δικαστήρια: πώς κρίνεται η επιλογή;

Η επιλογή κρίνεται από τρία ερωτήματα. Ποιος αποφασίζει, τι παράγεται στο τέλος και ποιος επιβαρύνεται με το κόστος. Ο διαμεσολαβητής διευκολύνει τη διαπραγμάτευση χωρίς να κρίνει, ο διαιτητής αποφασίζει δεσμευτικά, το τακτικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση με δεδικασμένο. Οι τρεις επιλογές δεν αποκλείουν η μία την άλλη και συνδυάζονται συμβατικά.

ΚριτήριοΔιαμεσολάβησηΔικαστική μεσολάβησηΔιαιτησίαΤακτικό δικαστήριο
Ποιος αποφασίζειΤα ίδια τα μέρηΤα ίδια τα μέρηΟ διαιτητήςΟ δικαστής
Ρόλος τρίτουΟυδέτερος διαπιστευμένος διαμεσολαβητήςΔικαστής ως μεσολαβητήςΚριτής της διαφοράςΚριτής της διαφοράς
ΔεσμευτικότηταΜόνο αν υπογραφεί πρακτικό συμφωνίαςΜόνο αν επιτευχθεί συμφωνίαΠλήρης, με διαιτητική απόφασηΠλήρης, με δεδικασμένο
Θεσμικός χρόνος20 ημέρες για την αρχική συνεδρία, 40 ημέρες για τη συνέχισηΟρίζεται από το δικαστήριοΚαθορίζεται από τη συμφωνία ή τον κανονισμό90 ημέρες για προτάσεις και επόμενα στάδια
Αποτέλεσμα προς εκτέλεσηΠρακτικό ως εκτελεστός τίτλος μετά την κατάθεσηΠρακτικό συμβιβασμούΔιαιτητική απόφασηΔικαστική απόφαση
ΕμπιστευτικότηταΝαι, με ρητή πρόβλεψη και χωρίς τήρηση πρακτικών στην αρχική συνεδρίαΕξαρτάται από τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίουΚαθορίζεται από τη συμφωνία ή τον κανονισμόΔημόσια συζήτηση
Σχέση με την ΥΑΣΔεν τίθεται ζήτημαΔεν απαλλάσσει, κατά το άρθρο 6 παρ. 3Η διαφορά δεν εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, οπότε δεν συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β΄Η ΥΑΣ αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης

Για τις διασυνοριακές συμβάσεις, η διεθνής εμπορική διαιτησία διέπεται πλέον από τον Ν. 5016/2023, ο οποίος αντικατέστησε τον Ν. 2735/1999. Η επιλογή διαιτητικής ρήτρας απομακρύνει τη διαφορά από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, όμως ανεβάζει το προκαταβαλλόμενο κόστος και δεσμεύει τα μέρη σε διαδικασία χωρίς ουσιαστικό δεύτερο βαθμό.

Η επιλογή ανάμεσα σε ρήτρα διαιτησίας και ρήτρα διαμεσολάβησης εξαρτάται από την αξία των τυπικών διαφορών της σχέσης, από την ταχύτητα με την οποία η επιχείρηση χρειάζεται εκτελεστό τίτλο και από το αν ο αντισυμβαλλόμενος έχει περιουσία εντός της χώρας.

Πότε αξίζει ρήτρα διαμεσολάβησης στην εμπορική σύμβαση;

Η ρήτρα διαμεσολάβησης υπάγει τη διαφορά στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία ανεξαρτήτως ποσού, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 περ. γ΄ του Ν. 4640/2019. Επιλέγεται σε σχέσεις διαρκείας όπου η διακοπή της συνεργασίας κοστίζει περισσότερο από το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή σε συμβάσεις διανομής, προμήθειας, δικαιόχρησης και παροχής υπηρεσιών με επαναλαμβανόμενη τιμολόγηση.

Η ρήτρα λειτουργεί αντίστροφα όταν η επιχείρηση χρειάζεται ταχύτατο εκτελεστό τίτλο. Σε μια σύμβαση προμήθειας με μικρές και συχνές οφειλές, η ρήτρα επιβάλλει αρχική συνεδρία ακόμη και για απαίτηση 5.000 ευρώ, όπου διαφορετικά δεν θα υπήρχε τέτοια υποχρέωση. Το αποτέλεσμα κινδυνεύει να είναι καθυστέρηση αντί για διευθέτηση.

Η διατύπωση καθορίζει το αν η ρήτρα θα λειτουργήσει. Κρίσιμα σημεία αποτελούν το πεδίο των διαφορών που καλύπτονται, η προθεσμία εντός της οποίας το επισπεύδον μέρος οφείλει να κινήσει τη διαδικασία, ο τρόπος ορισμού του διαμεσολαβητή σε περίπτωση διαφωνίας, η ρητή διατήρηση του δικαιώματος λήψης ασφαλιστικών μέτρων παράλληλα με τη διαμεσολάβηση, και η σχέση της ρήτρας με τυχόν ρήτρα παρέκτασης ή διαιτησίας στην ίδια σύμβαση.

Οι επιμέρους όροι διατυπώνονται ad hoc, καθώς μια γενικόλογη πρόβλεψη τύπου «τα μέρη θα επιχειρήσουν φιλικό διακανονισμό» δεν συνιστά ρήτρα διαμεσολάβησης κατά την έννοια του νόμου και δεν παράγει την υπαγωγή της περ. γ΄.

Στις σχέσεις με αμοιβαίες απαιτήσεις, η ρήτρα διαμεσολάβησης συνδυάζεται με ρήτρα συμψηφισμού απαιτήσεων, ώστε η διευθέτηση να αφορά το καθαρό υπόλοιπο και όχι κάθε τιμολόγιο χωριστά.

Πότε το πρακτικό διαμεσολάβησης προτιμάται έναντι δικαστικής απόφασης;

Το πρακτικό υπερέχει σε χρόνο και σε εκτελεστότητα, υστερεί σε δεδικασμένο. Κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 4640/2019, από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ’ ΚΠολΔ, εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ το απόγραφο εκδίδεται ατελώς.

Η κατάθεση παράγει και αρνητικό δικονομικό αποτέλεσμα. Μετά από αυτήν, η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη κατά το μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία, ενώ τυχόν εκκρεμής δίκη καταργείται

Δύο χρήσεις έχουν άμεση αξία για τον πιστωτή:

  • το πρακτικό χρησιμοποιείται ως τίτλος για εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, οπότε η συμφωνία τμηματικής καταβολής συνδυάζεται με εμπράγματη εξασφάλιση στο ίδιο έγγραφο και
  • όταν η συμφωνία περιλαμβάνει δικαιοπραξίες που υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον τύπο αυτόν κατά την παρ. 4.

Η υπεροχή αίρεται όταν το πρακτικό πάσχει. Ως σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, το πρακτικό ελέγχεται ως προς την εγκυρότητά του και η ακυρότητα του πρακτικού αφαιρεί κάθε δικονομικό και ουσιαστικό αποτέλεσμα. Το ζήτημα προκύπτει κατά κανόνα από έλλειψη εξουσίας διάθεσης ή από πλημμελή εκπροσώπηση του νομικού προσώπου, δηλαδή από τα ίδια σημεία που ελέγχονται ήδη κατά την αρχική συνεδρία.

Πώς προβάλλεται το απαράδεκτο όταν ο ενάγων παρέλειψε την αρχική συνεδρία;

Το απαράδεκτο προτείνεται ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο. Με την ΑΠ 654/2024, ο λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή παρότι δεν είχε προηγηθεί η διαδικασία του Ν. 4640/2019 απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, επειδή στο αναιρετήριο δεν αναφερόταν ότι ο ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η δικονομική συνέπεια για τον εναγόμενο είναι συγκεκριμένη. Η παράλειψη προβολής του απαραδέκτου στον πρώτο βαθμό, ή η προβολή του χωρίς επαναφορά με λόγο έφεσης, εξουδετερώνει τον ισχυρισμό οριστικά. Η επιχείρηση που αμύνεται κινδυνεύει να χάσει ένα δικονομικό πλεονέκτημα το οποίο υπήρχε ήδη από την κατάθεση της αγωγής.

Από την άλλη πλευρά, η παράλειψη δεν οδηγεί πάντοτε σε απαράδεκτο. Με την ΑΠ 1279/2025 κρίθηκε ότι το Εφετείο ορθώς απέρριψε λόγο έφεσης περί μη προσκόμισης του ενημερωτικού εγγράφου του άρθρου 3 παρ. 2, καθώς η ενάγουσα το προσκόμισε στον πρώτο βαθμό κατόπιν κλήτευσης από τη γραμματεία κατ’ άρθρο 227 ΚΠολΔ, και η έγγραφη ενημέρωση προηγούνταν χρονικά τόσο της κατάθεσης της αγωγής όσο και της συζήτησης, οπότε εκπληρώθηκε ο σκοπός του νόμου.

Οι δύο αποφάσεις διαγράφουν διαφορετικά περιθώρια. Η θεραπεία μέσω του άρθρου 227 ΚΠολΔ αφορά το ενημερωτικό έγγραφο του δικηγόρου, το οποίο συντάσσεται μονομερώς.

Το πρακτικό της αρχικής συνεδρίας του άρθρου 7 παρ. 4 προϋποθέτει την τήρηση ολόκληρης διαδικασίας με τη σύμπραξη τρίτου, οπότε η δυνατότητα εκ των υστέρων κάλυψης είναι στενότερη. Η ορθή απάντηση διαφοροποιείται κατά περίπτωση, ανάλογα με το ποιο από τα δύο έγγραφα λείπει και σε ποιο στάδιο εντοπίζεται η έλλειψη.

Συχνές Ερωτήσεις

Πότε πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η αρχική συνεδρία σε σχέση με τις προτάσεις;

Πριν από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων, δηλαδή πριν από την ενενηκοστή ημέρα μετά τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής, ή την εκατοστή εικοστή όταν η αγωγή επιδίδεται στην αλλοδαπή. Για τις αγωγές που ασκούνται από την 1η Ιανουαρίου 2026, η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται όσο τρέχει η διαμεσολάβηση, οπότε ο προγραμματισμός γίνεται με αφετηρία την ημερομηνία των προτάσεων και όχι με αφετηρία τη διαδικασία της συνεδρίας.

Μπορεί η αρχική συνεδρία να γίνει μετά την άσκηση της αγωγής;

Ναι. Ο νόμος συνδέει την υποχρέωση με το παραδεκτό της συζήτησης και όχι με την κατάθεση του δικογράφου. Το πρακτικό της συνεδρίας κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις, οπότε η συνεδρία μπορεί να διεξαχθεί και μετά την άσκηση της αγωγής, εφόσον προηγηθεί χρονικά της κατάθεσης των προτάσεων.

Τι συνέπειες έχει η μη προσέλευση του αντιδίκου;

Η διαδικασία δεν ματαιώνεται. Ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό στο οποίο αναγράφεται υποχρεωτικά ο τρόπος γνωστοποίησης και η συμμετοχή ή μη των μερών, και το πρακτικό αυτό επιτρέπει τη συζήτηση της αγωγής. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει στο μέρος που δεν προσήλθε χρηματική ποινή από 100 έως 500 ευρώ.

Χρειάζεται εξουσιοδότηση για την παράσταση εκπροσώπου εταιρείας;

Ναι, όταν δεν παρίσταται ο ίδιος ο νόμιμος εκπρόσωπος. Το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 4640/2019 απαιτεί εξουσιοδότηση με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου. Απλή εσωτερική εντολή ή ηλεκτρονικό μήνυμα δεν καλύπτει την απαίτηση.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ημερολόγιο με αφετηρία τις προτάσεις: Ο προγραμματισμός ξεκινά από την καταληκτική ημερομηνία κατάθεσης προτάσεων και υπολογίζει προς τα πίσω τις είκοσι ημέρες της αρχικής συνεδρίας, ώστε το πρακτικό να υπάρχει πριν από την προθεσμία.

Δύο έγγραφα, όχι ένα: Το ενημερωτικό έγγραφο του άρθρου 3 παρ. 2 και το πρακτικό περάτωσης του άρθρου 7 παρ. 4 είναι διακριτά και απαιτούνται σωρευτικά όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις.

Ρήτρα με μηχανισμό: Η ρήτρα διαμεσολάβησης προσδιορίζει πεδίο, προθεσμία εκκίνησης, τρόπο ορισμού διαμεσολαβητή και ρητή διατήρηση των ασφαλιστικών μέτρων.

Ασφαλιστικά μέτρα παράλληλα: Η υπαγωγή σε διαμεσολάβηση δεν εμποδίζει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία διατηρούν την περιουσία του οφειλέτη διαθέσιμη όσο διαρκεί η διαπραγμάτευση.

Εξασφάλιση μέσα στο πρακτικό: Όταν η συμφωνία προβλέπει τμηματική καταβολή, η ταυτόχρονη πρόβλεψη εγγραφής υποθήκης μετατρέπει το πρακτικό από υπόσχεση σε εξασφαλισμένο τίτλο.

Έλεγχος αρμοδιότητας πριν από τη ρήτρα: Η υπαγωγή στην αρχική συνεδρία εξαρτάται από την καθ’ ύλην αρμοδιότητα και την αξία του αντικειμένου, οπότε κάθε ρήτρα παρέκτασης στη σύμβαση αξιολογείται μαζί με τη ρήτρα διαμεσολάβησης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για την διαμεσολάβηση στις εμπορικές διαφορές.