932 Αστικού Κώδικα
Το άρθρο 937 Α.Κ. ορίζει ότι “η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημιά και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, σε κάθε περίπτωση όμως η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.
Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης“.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται το θέμα της έναρξης του χρόνου της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία, κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και όχι αφότου γεννήθηκε η αξίωση και έγινε δικαστικώς επιδιώξιμη.
Με τη δεύτερη θεσπίζεται μία πρόσθετη, επικουρική, παραγραφή, με σκοπό την εξυπηρέτηση της βεβαιότητας του δικαίου με τη θέσπιση ενός ανώτατου ορίου διάρκειας της εκκρεμότητας των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία, ανεξάρτητα αν ο παθών έμαθε ή όχι τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, με αφετηρία άλλο σταθερότερο, χρονικό σημείο, το χρόνο τέλεσης της πράξης που προκάλεσε τη ζημία και με χρονική διάρκεια είκοσι ετών από τον χρόνο αυτό.
Ως χρόνος τέλεσης της πράξης, από τον οποίο αρχίζει να τρέχει η εικοσαετής αυτή παραγραφή, νοείται η παράνομη συμπεριφορά καθεαυτή του υπαιτίου (θετική ενέργεια ή παράλειψη) και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο, πέρα από την εκδήλωση της συμπεριφοράς καθεαυτή, εκδηλώνεται και το αποτέλεσμα, δηλαδή η επέλευση της ζημίας.
Επομένως, η παραγραφή αυτή μπορεί να αρχίσει, κατ’ απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, ακόμα και πριν από την εμφάνιση της ζημίας, η οποία ενδέχεται να επέλθει μετά την τέλεση της αδικοπραξίας.
Προϋποθέσεις εφαρμογής
Εξάλλου, δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της προς αποζημίωση αστικής απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη. Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:
- η αδικοπραξία πρέπει να αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως, ούτε και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής διώξεως το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξης και
- η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμώρηση της αξιόποινης πράξης πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή. Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νόμο, αναλόγως, ποινική παραγραφή, όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθαρίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ. ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου.
Ειδικότερα, επί πλημμελημάτων η παραγραφή ανέρχεται σε 5 έτη, ενώ επί κακουργημάτων, για τα οποία δεν προβλέπεται ποινή ισόβιας κάθειρξης, ανέρχεται σε 15 έτη και αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ.
Εξάλλου, για τη διακρίβωση αν, προκειμένου περί πλημμελημάτων ή κακουργημάτων, είναι ή όχι μακρότερη η ποινική παραγραφή σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν συνυπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 113 Π.Κ. μέγιστο διάστημα της αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και το οποίο ανέρχεται σε 3 έτη για τα πλημμελήματα και 5 έτη για τα κακουργήματα (ΑΠ 415/2015).
Πράγματι, ο νομοθέτης της παρ. 2 του άρθρου 937 Α.Κ. αναφερόμενος στην μακρότερη ποινική παραγραφή, προδήλως αποβλέπει στην προβλεπόμενη “in abstracto” ποινική παραγραφή, άνευ συνυπολογισμού σε αυτήν και του διαστήματος της αναστολής (Ολ. ΑΠ 21/2003).
Απιστία
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 390 του ΠΚ, “Όποιος κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης προκαλεί εν γνώσει βέβαιη ζημία στην περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή”.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος της απιστίας είναι η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού κατά την υπ’ αυτού επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας, που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία, από πρόθεση επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική.
Συρροή Με Απάτη
Σύμφωνα με τα παραπάνω, το έγκλημα αυτό της απιστίας διαφέρει από εκείνο της απάτης, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 386 του ίδιου Κώδικα, διότι, ακριβώς, απάτη υπάρχει, όταν ο δράστης με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο παράνομο περιουσιακό όφελος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, παραπλανά τον παθόντα σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση, από την οποία προέρχεται η ζημία.
Εφόσον δε τα στοιχεία των εγκλημάτων αυτών δεν ταυτίζονται, υφίσταται αληθής πραγματική συρροή τούτων. Αν όμως τα εγκλήματα αυτά της απιστίας και απάτης συνδέονται με ενότητα σκοπού και συμπεριφοράς του δράστη, που εκδηλώνεται και με την προσβολή του ίδιου έννομου αγαθού και η παραπλάνηση που πραγματοποιείται με τη μεταγενέστερη πράξη της απάτης γίνεται για την συγκάλυψη της προηγηθείσας πράξεως της απιστίας, τότε η συρροή τούτων είναι φαινόμενη και όχι αληθής και η μεταγενέστερη πράξη της απάτης είναι μη τιμωρητή υστέρα πράξη, εκτός μόνον αν με αυτή (απάτη) προκαλείται νέα αυτοτελής ζημία, ανεξάρτητη από τη ζημία που προηγήθηκε με την απιστία, ή επαυξάνεται η τελευταία, οπότε υπάρχει πραγματική και όχι φαινόμενη συρροή των ως άνω εγκλημάτων.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με αποζημίωση μετόχων.