Skip to content
Αρθρογραφία

Απενεργοποίηση ΑΦΜ Για Φοροδιαφυγή: Λόγοι & Άμυνα

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 1 Αυγούστου 2026

Πότε Μπορεί η Εφορία Να Αναστείλει ή Να Απενεργοποιήσει Το ΑΦΜ;

  • Η Φορολογική Διοίκηση εξακολουθεί να μπορεί να αναστείλει ή να απενεργοποιήσει τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ), πλέον βάσει του άρθρου 10 του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ, ν. 5104/2024), για ρητά απαριθμούμενους λόγους όπως η φοροδιαφυγή, η λαθρεμπορία ή η παύση δραστηριότητας.
  • Η ΣτΕ Ολ 869/2025 ακύρωσε το παλαιό καθεστώς (άρθρο 11 ν. 4174/2013 και ΠΟΛ 1200/2015) επειδή έδινε αόριστη, εν λευκώ εξουσιοδότηση στη Διοίκηση, όχι επειδή απαγόρευσε το ίδιο το μέτρο.
  • Η αναστολή διαφέρει από την απενεργοποίηση. Η αναστολή για ενδοκοινοτικές συναλλαγές (VIES) είναι στενότερο μέτρο από την ολική απενεργοποίηση.
  • Η πράξη προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, χωρίς να προηγηθεί ενδικοφανής προσφυγή.
  • Ο φορολογούμενος έχει ρητό δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του μέτρου.

Πότε μπορεί σήμερα η εφορία να αναστείλει ή να απενεργοποιήσει το ΑΦΜ;

Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να αναστείλει τη χρήση του ΑΦΜ ή να τον απενεργοποιήσει, βάσει του άρθρου 10 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024).

Το μέτρο επιβάλλεται σε ρητά απαριθμούμενες περιπτώσεις και όχι κατά την ελεύθερη κρίση της Διοίκησης, ενώ ο φορολογούμενος διατηρεί σε κάθε περίπτωση δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Στο επίκεντρο για τις επιχειρήσεις βρίσκεται η περίπτωση της φοροδιαφυγής.

Οι λόγοι αναστολής ή απενεργοποίησης του ΑΦΜ κατά το άρθρο 10 του ΚΦΔ είναι:

  • πτώχευση ή κατάσταση αφερεγγυότητας του φορολογουμένου
  • αντικειμενικά στοιχεία ότι έχει παύσει την οικονομική δραστηριότητα
  • αντικειμενικά στοιχεία ότι διαπράττει φοροδιαφυγή, λαθρεμπορία ή νοθεία προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης
  • παραβίαση, παραποίηση ή επέμβαση στη λειτουργία των φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών (ΦΗΜ)
  • δήλωση ψευδών ή ανακριβών στοιχείων για την απόκτηση του ΑΦΜ
  • πολλαπλή εγγραφή στο φορολογικό μητρώο

Η περίπτωση της φοροδιαφυγής απαιτεί «αντικειμενικά στοιχεία» και όχι απλή υπόνοια. Στην πράξη η διαπίστωση προκύπτει συνήθως έπειτα από φορολογικό έλεγχο, ο οποίος πολλές φορές στηρίζεται σε εικονικά τιμολόγια ή σε αδήλωτες ενδοκοινοτικές συναλλαγές.

Ο νόμος αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή στο ίδιο επίπεδο με τη λαθρεμπορία και τη νοθεία, γεγονός που δείχνει τη βαρύτητα του μέτρου.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η κρίση για το αν συντρέχουν «αντικειμενικά στοιχεία» φοροδιαφυγής και όχι απλή παράβαση χαμηλότερης βαρύτητας αποτελεί ζήτημα νομικής και ουσιαστικής εκτίμησης. Το δικαίωμα ανταπόδειξης ασκείται αποτελεσματικά μόνο με τεκμηρίωση κατά τα πραγματικά της υπόθεσης.

Σε τι διαφέρει η αναστολή από την απενεργοποίηση του ΑΦΜ;

Η αναστολή δεσμεύει προσωρινά τη χρήση του ΑΦΜ, ενίοτε μόνο για συγκεκριμένη κατηγορία συναλλαγών, ενώ η απενεργοποίηση θέτει τον αριθμό εκτός λειτουργίας συνολικά.

Κοινό σημείο και των δύο μέτρων είναι ότι, όσο διαρκούν, δεν επιτρέπεται δήλωση έναρξης ή μεταβολής εργασιών κατά το άρθρο 11 του ΚΦΔ, κάτι που παγώνει ουσιαστικά την επιχειρηματική κίνηση.

ΣτοιχείοΑναστολή ΑΦΜΑπενεργοποίηση ΑΦΜ
Ένταση μέτρουΠροσωρινή δέσμευση χρήσηςΘέση εκτός λειτουργίας
ΕύροςΜπορεί να είναι μερικό (π.χ. μόνο ενδοκοινοτικές συναλλαγές / VIES)Καθολικό
Δήλωση έναρξης ή μεταβολήςΔεν επιτρέπεται όσο διαρκείΔεν επιτρέπεται όσο διαρκεί
Ενδεικτική διάρκεια (άρθρο 10 παρ. 7)Τρία έτη σε πτώχευση ή αφερεγγυότητα, πέντε έτη στις λοιπές περιπτώσειςΚατά περίπτωση, με την ίδια λογική διάρκειας
ΆρσηΑπόδειξη μη συνδρομής των προϋποθέσεωνΑπόδειξη μη συνδρομής των προϋποθέσεων

Ειδική μορφή αναστολής είναι η αναστολή του ΑΦΜ για ενδοκοινοτικές συναλλαγές (VIES, το ενωσιακό σύστημα επιβεβαίωσης ΑΦΜ για σκοπούς ΦΠΑ).

Στην περίπτωση αυτή η επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί στο εσωτερικό, χάνει όμως τη δυνατότητα έγκυρων ενδοκοινοτικών συναλλαγών.

Αυτό ακριβώς το μέτρο και όχι ολική απενεργοποίηση είχε επιβληθεί στην ΙΚΕ (Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία) της υπόθεσης που έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Η εμπειρία από υποθέσεις αναστολής ΑΦΜ δείχνει ότι ο πραγματικός αντίκτυπος διαφέρει ριζικά ανάλογα με το αν πρόκειται για μερική αναστολή VIES ή για καθολική απενεργοποίηση, καθώς αλλάζει τόσο η δυνατότητα λειτουργίας όσο και ο βαθμός επείγοντος της άμυνας.

Ο ακριβής προσδιορισμός του μέτρου που επιβλήθηκε αποτελεί την πρώτη στρατηγική επιλογή, γιατί καθορίζει αν προτεραιότητα είναι η αποκατάσταση των ενδοκοινοτικών συναλλαγών ή η άρση καθολικού αποκλεισμού.

Πόσο διαρκεί η αναστολή του ΑΦΜ και πώς επανενεργοποιείται;

Η διάρκεια ορίζεται στο άρθρο 10 παρ. 7 του ΚΦΔ. Η αναστολή διαρκεί τρία έτη μετά την κήρυξη σε πτώχευση ή σε κατάσταση αφερεγγυότητας και πέντε έτη από τη διαπίστωση κάθε άλλης περίπτωσης, όπως η φοροδιαφυγή. Ειδικά για κακούργημα λαθρεμπορίας, το μέτρο διαρκεί μέχρι την παραπομπή στο ακροατήριο και, σε καταδίκη, όσο η έκτιση της ποινής.

Η επανενεργοποίηση του ΑΦΜ δεν είναι αυτόματη. Περνά από την απόδειξη ότι δεν συντρέχουν ή έχουν εκλείψει οι προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 10, με τη διαδικασία που εξειδικεύει απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Μέχρι τότε ο αποκλεισμός παραμένει ενεργός, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη λειτουργία.

Οι συνέπειες εκτείνονται και πέρα από την ίδια την επιχείρηση. Πρόσωπα που συνδέονται με φορολογούμενο του οποίου το ΑΦΜ έχει ανασταλεί ή απενεργοποιηθεί, για παράδειγμα μέτοχοι ή εταίροι με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον 33%, μπορεί να αντιμετωπίσουν απαίτηση εγγύησης κατά την έναρξη νέας επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η διάκριση μεταξύ τριετούς και πενταετούς αναστολής, καθώς και η οργάνωση του φακέλου ανταπόδειξης, διαφοροποιείται κατά περίπτωση ανάλογα με τον λόγο που θεμελίωσε το μέτρο.

Τι άλλαξε μετά την ΣτΕ Ολ 869/2025;

Η ΣτΕ Ολ 869/2025 ακύρωσε το παλαιό καθεστώς. Έκρινε ότι το άρθρο 11 παρ. 4 περ. α’ και παρ. 10 περ. δ΄ του ν. 4174/2013, κατά το μέρος που προέβλεπαν αναστολή ή απενεργοποίηση ΑΦΜ για φοροδιαφυγή, αντέκειντο στο άρθρο 43 παρ. 2 περ. β΄ του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1. Το ίδιο το μέτρο δεν κρίθηκε απαγορευμένο.

Το πρόβλημα εντοπίστηκε στον τρόπο θέσπισης. Όταν η ρύθμιση αφορά την άσκηση οικονομικής ελευθερίας, η μεταβίβαση της αρμοδιότητας σε όργανο της Διοίκησης, εν προκειμένω τον Διοικητή της ΑΑΔΕ, επιτρέπεται μόνο αν η ουσιαστική ρύθμιση διαγράφεται, έστω σε γενικές γραμμές, μέσα στον νόμο.

Το παλαιό άρθρο 11 δεν το έκανε, αφού παρείχε εν λευκώ εξουσιοδότηση, χωρίς όρια, εγγυήσεις ή τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Καθώς η αναστολή ή απενεργοποίηση του ΑΦΜ ισοδυναμεί κατ’ ουσίαν με απαγόρευση άσκησης οικονομικής δραστηριότητας, η έλλειψη αυτή ήταν καθοριστική.

Ως αποτέλεσμα, η ΠΟΛ 1200/2015, όπως τροποποιήθηκε με την ΠΟΛ 1088/2017, κρίθηκε μη νόμιμη και ανίσχυρη κατά το μέρος αυτό. Η κρίση εντάσσεται σε μια ευρύτερη σειρά αποφάσεων για την αντισυνταγματικότητα φορολογικών διατάξεων.

Ο νομοθέτης απάντησε ακριβώς σε αυτό. Το άρθρο 10 του ν. 5104/2024 επανέφερε τη ρύθμιση, μεταφέροντας πλέον τους λόγους αναστολής και απενεργοποίησης μέσα στον ίδιο τον νόμο, με πρόβλεψη διάρκειας και ρητό δικαίωμα ανταπόδειξης.

Δεν έχει, ωστόσο, κριθεί από την Ολομέλεια αν το νέο πλαίσιο καλύπτει πλήρως τις απαιτήσεις που έθεσε η 869/2025, ιδίως ως προς τις διαδικαστικές εγγυήσεις (προηγούμενη ακρόαση, αιτιολόγηση) και ως προς την αναλογικότητα.

Για πράξη που εκδίδεται υπό το νέο καθεστώς, το πεδίο αμφισβήτησης μετατοπίζεται από την ίδια την εξουσιοδότηση στην επάρκεια αυτών των εγγυήσεων και στην πραγματική συνδρομή του συγκεκριμένου λόγου.

Αν ανασταλεί ή απενεργοποιηθεί το ΑΦΜ, πώς προσβάλλεται η πράξη;

Η πράξη αναστολής ή απενεργοποίησης ΑΦΜ έχει χαρακτήρα διοικητικού μέτρου και όχι φορολογικής κύρωσης. Προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κρίσιμο δικονομικά είναι ότι δεν απαιτείται να προηγηθεί ενδικοφανής προσφυγή, όπως θα συνέβαινε σε συνήθη φορολογική διαφορά.

Η ενδικοφανής προσφυγή (άρθρο 72 του ΚΦΔ) προβλέπεται ως προϋπόθεση για προσφυγή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όχι για αίτηση ακυρώσεως. Επομένως, αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξης αναστολής, χωρίς προηγούμενη ενδικοφανή προσφυγή, ασκείται παραδεκτά.

Η προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως είναι κατ’ αρχήν εξήντα ημερών, στοιχείο που καθιστά την έγκαιρη αντίδραση κρίσιμη.

Η εμπειρία από υποθέσεις προσβολής αναστολής ΑΦΜ δείχνει ότι η επιλογή του ορθού ενδίκου βοηθήματος και η τήρηση της προθεσμίας κρίνουν την έκβαση, σε πολλές περιπτώσεις, περισσότερο από την ίδια την ουσία.

Για πράξεις που είχαν εκδοθεί υπό το παλαιό καθεστώς και εκκρεμούν, η 869/2025 αξιοποιείται ευθέως ως λόγος ακύρωσης. Για πράξεις υπό το άρθρο 10 του ν. 5104/2024, η επιχειρηματολογία στρέφεται στην αναλογικότητα, στην αιτιολογία και στην πραγματική συνδρομή του απαριθμούμενου λόγου.

Η επιλογή ενδίκου βοηθήματος, η προθεσμία και η θεμελίωση των λόγων ακύρωσης διαφοροποιείται ανάλογα με το αν η πράξη στηρίζεται στο παλαιό ή στο νέο καθεστώς, κάτι που απαιτεί νομική κρίση κατά περίπτωση.

Συχνές Ερωτήσεις

Μπορεί η επιχείρηση να λειτουργεί όσο είναι ανασταλμένο το ΑΦΜ;

Όσο διαρκεί η αναστολή ή η απενεργοποίηση δεν επιτρέπεται δήλωση έναρξης ή μεταβολής εργασιών, κατά το άρθρο 11 του ΚΦΔ. Στην πράξη αυτό παγώνει την επιχειρηματική δραστηριότητα. Αν η αναστολή αφορά μόνο τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές (VIES), η λειτουργία στο εσωτερικό μπορεί να συνεχιστεί, χάνεται όμως η δυνατότητα έγκυρων συναλλαγών με άλλα κράτη μέλη.

Πόσο διαρκεί η αναστολή ΑΦΜ για φοροδιαφυγή;

Κατά το άρθρο 10 παρ. 7 του ΚΦΔ, στις περιπτώσεις πλην πτώχευσης ή αφερεγγυότητας, όπου εντάσσεται η φοροδιαφυγή, η αναστολή διαρκεί πέντε έτη από τη διαπίστωση. Για πτώχευση ή αφερεγγυότητα η διάρκεια είναι τρία έτη. Ειδικά για κακούργημα λαθρεμπορίας, το μέτρο εκτείνεται μέχρι την παραπομπή στο ακροατήριο και, σε καταδίκη, όσο η έκτιση της ποινής.

Τι σημαίνει αναστολή ΑΦΜ για ενδοκοινοτικές συναλλαγές (VIES);

Σημαίνει ότι ο ΑΦΜ παύει να επιβεβαιώνεται ως έγκυρος για σκοπούς ΦΠΑ στο ενωσιακό σύστημα VIES. Η επιχείρηση δεν μπορεί να πραγματοποιεί έγκυρες ενδοκοινοτικές αγορές ή πωλήσεις, ενώ η εσωτερική δραστηριότητα μπορεί να συνεχίζεται. Πρόκειται για στενότερο μέτρο από την ολική απενεργοποίηση, με το οποίο ασχολήθηκε και η ΣτΕ Ολ 869/2025.

Χρειάζεται ενδικοφανής προσφυγή πριν την αίτηση ακυρώσεως;

Όχι. Η πράξη αναστολής ή απενεργοποίησης ΑΦΜ προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενδικοφανής προσφυγή του άρθρου 72 του ΚΦΔ. Η ενδικοφανής προσφυγή αφορά την προσφυγή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όχι την αίτηση ακυρώσεως. Η προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως είναι κατ’ αρχήν εξήντα ημερών.

Ισχύει ακόμη η ΣτΕ 869/2025 μετά τον νέο ΚΦΔ;

Η 869/2025 ακύρωσε διατάξεις του παλαιού ν. 4174/2013 και τις σχετικές ΠΟΛ. Παραμένει άμεσα κρίσιμη για πράξεις που εκδόθηκαν υπό εκείνο το καθεστώς και εκκρεμούν. Για πράξεις υπό το άρθρο 10 του νέου ν. 5104/2024 δεν εφαρμόζεται αυτούσια, καθώς οι λόγοι μεταφέρθηκαν στον νόμο. Το σκεπτικό της παραμένει, ωστόσο, βάση για επιχειρήματα αναλογικότητας και διαδικαστικών εγγυήσεων.

Πώς επανενεργοποιείται ΑΦΜ που έχει ανασταλεί ή απενεργοποιηθεί;

Η επανενεργοποίηση δεν είναι αυτόματη. Απαιτείται απόδειξη ότι δεν συντρέχουν ή έχουν εκλείψει οι προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 10 του ΚΦΔ, μέσω της διαδικασίας που εξειδικεύει απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ. Ο φορολογούμενος έχει ρητό δικαίωμα ανταπόδειξης, το οποίο προϋποθέτει τεκμηριωμένο φάκελο κατά τα πραγματικά της υπόθεσης.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Διάκριση μέτρου πριν από κάθε ενέργεια: Το πρώτο βήμα είναι ο ακριβής προσδιορισμός του αν επιβλήθηκε αναστολή ή απενεργοποίηση και, εφόσον πρόκειται για αναστολή, αν αφορά μόνο τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Από αυτό εξαρτάται τόσο η δυνατότητα λειτουργίας όσο και η προτεραιότητα της άμυνας.

Προθεσμία και ένδικο βοήθημα: Η πράξη προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, χωρίς ενδικοφανή προσφυγή, με προθεσμία κατ’ αρχήν εξήντα ημερών. Η καθυστέρηση περιορίζει δραστικά τις επιλογές.

Φάκελος ανταπόδειξης: Το δικαίωμα να αποδειχθεί η μη συνδρομή των προϋποθέσεων ασκείται αποτελεσματικά μόνο με τεκμηρίωση των πραγματικών, ιδίως όταν το μέτρο στηρίζεται σε «αντικειμενικά στοιχεία» φοροδιαφυγής.

Πράξεις παλαιού καθεστώτος: Όπου η αναστολή ή απενεργοποίηση στηρίχθηκε στο άρθρο 11 του ν. 4174/2013 και στην ΠΟΛ 1200/2015, η ΣτΕ Ολ 869/2025 προσφέρει ευθύ λόγο ακύρωσης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την απενεργοποίησης ΑΦΜ λόγω φοροδιαφυγής.