Πότε Η Μεταφορά Χρημάτων Σε Κοινό Λογαριασμό Φορολογείται Ως Άτυπη Δωρεά
Εν συντομία:
- Η ιδιότητα του συνδικαιούχου παρέχει δικαίωμα ανάληψης έναντι της τράπεζας και δεν αποδεικνύει κυριότητα επί των χρημάτων. Όποιος μετακινεί ποσό από κοινό λογαριασμό χωρίς να έχει συνεισφέρει στο υπόλοιπο, κινδυνεύει με καταλογισμό φόρου άτυπης δωρεάς.
- Το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ ισχύει μόνο για τα πρόσωπα της Α’ κατηγορίας συγγένειας και μόνο όταν το ποσό μεταφέρεται μέσω χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Εκτός τραπεζικού συστήματος ο φόρος υπολογίζεται αυτοτελώς με 10%, 20% ή 40% από το πρώτο ευρώ.
- Ελλείψει στοιχείων για διαφορετική αναλογία, τα διαθέσιμα του κοινού λογαριασμού επιμερίζονται ισομερώς στους συνδικαιούχους και ο καταλογισμός γίνεται επί του μεριδίου των υπολοίπων.
- Η δήλωση υποβάλλεται εντός έξι μηνών από την παράδοση. Η παράλειψη επιμηκύνει την προθεσμία του Δημοσίου στα δεκαπέντε έτη.
Πότε η μεταφορά μεταξύ κοινών λογαριασμών χαρακτηρίζεται άτυπη δωρεά;
Η μεταφορά χαρακτηρίζεται άτυπη δωρεά όταν συντρέχουν τρία στοιχεία σωρευτικά. Αύξηση της περιουσίας του λήπτη, αντίστοιχη μείωση της περιουσίας εκείνου από τον οποίο προέρχεται το ποσό και απουσία ανταλλάγματος.
Η αναγραφή ενός προσώπου ως συνδικαιούχου δεν αρκεί για να θεμελιώσει ότι τα χρήματα ανήκουν σε αυτόν, όταν δεν τεκμηριώνεται η προέλευσή τους ούτε η συμβολή του στη δημιουργία του υπολοίπου.
Η νομική βάση βρίσκεται στο άρθρο 34 παρ. 1 περ. β του Ν. 2961/2001, κατά το οποίο σε φόρο υπόκειται η κτήση που προέρχεται από κάθε παροχή, παραχώρηση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, έστω και αν δεν καταρτίστηκε έγγραφο.
Ο χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, κατά το άρθρο 39 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι ο χρόνος παράδοσης του ποσού όταν λείπει συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Η απόφαση ΔΕΔ 2215/2025 δείχνει πώς εφαρμόζεται ο κανόνας στην πράξη. Φορολογούμενος μετέφερε 240.000 ευρώ από κοινό λογαριασμό, στον οποίο συνδικαιούχοι ήταν ο ίδιος, ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή του, σε λογαριασμό ταμιευτηρίου με δικαιούχους τον ίδιο και τη σύζυγό του.
Ο έλεγχος επιμέρισε το ποσό στους τέσσερις συνδικαιούχους, αναλογούντος 60.000 ευρώ σε καθέναν, ενώ καταλόγισε ως άτυπη δωρεά τα 180.000 ευρώ που αντιστοιχούσαν στους λοιπούς τρεις. Η ενδικοφανής προσφυγή απορρίφθηκε και οι τρεις πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού επικυρώθηκαν.
Δύο στοιχεία της υπόθεσης έχουν αυτοτελή σημασία:
- Πρώτον, οι πράξεις εκδόθηκαν τον Μάρτιο του 2025 και αφορούσαν το έτος φορολογίας 2013.
- Δεύτερον, η υπόθεση είχε ήδη περάσει δύο φορές από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, η οποία είχε ακυρώσει τις αρχικές πράξεις για τυπικές πλημμέλειες, μεταξύ των οποίων παράβαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης.
Η επιτυχής προβολή τυπικών λόγων καθυστέρησε τον καταλογισμό χωρίς να τον αποτρέψει.
Όταν ο έλεγχος εντοπίζει αδυναμία τεκμηρίωσης της πηγής χωρίς να στοιχειοθετεί χαριστική αιτία, το ζήτημα μετατοπίζεται στην αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, όπου κρίνεται η προέλευση του κεφαλαίου αντί για τον λόγο της μετακίνησης.
Πώς διενεργείται η δωρεά ώστε να διατηρηθεί το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ;
Το αφορολόγητο διατηρείται όταν ο δωρεοδόχος ανήκει στην Α’ κατηγορία της φορολογικής κλίμακας και το ποσό μεταφέρεται μέσω χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Κάθε χρηματική δωρεά που διενεργείται εκτός τραπεζικού συστήματος φορολογείται αυτοτελώς από το πρώτο ευρώ.
Ο κανόνας βρίσκεται στο άρθρο 44 παρ. 1 του Ν. 2961/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 56 του Ν. 4839/2021. Η ρύθμιση καταλαμβάνει πράξεις από την 1η Οκτωβρίου 2021.
Το ποσό των 800.000 ευρώ φορολογείται με μηδενικό συντελεστή και δεν αποτελεί απαλλασσόμενο ποσό, ενώ στην υπερβάλλουσα αξία επιβάλλεται ενιαίος συντελεστής 10%.
Στην Α’ κατηγορία του άρθρου 29 παρ. 1 υπάγονται ο σύζυγος, το πρόσωπο που έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών, οι κατιόντες πρώτου βαθμού, οι κατιόντες εξ αίματος δευτέρου βαθμού και οι ανιόντες εξ αίματος πρώτου βαθμού.
Εκτός του πεδίου αυτού, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου επιβάλλει αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 10% για την Α’ κατηγορία, 20% για τη Β’ και 40% για τη Γ’, χωρίς αφορολόγητο όριο.
Η διαφορά μεταξύ των δύο παραγράφων είναι ολόκληρο το αφορολόγητο και κρίνεται από τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκαν τα χρήματα.
Μια ρύθμιση της ίδιας εγκυκλίου χρειάζεται χρονική οριοθέτηση. Η παράγραφος 5.4 της εγκυκλίου Ε. 2077/2022 δέχεται ως μεταφορά μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και την ανάληψη ποσού από ατομικό ή κοινό λογαριασμό του δωρητή με κατάθεση του ίδιου ποσού εντός τριών εργάσιμων ημερών σε λογαριασμό του δωρεοδόχου.
Η ρύθμιση αυτή, που εισήχθη με το άρθρο 175 του Ν. 4972/2022, καταλαμβάνει αποκλειστικά πράξεις που πραγματοποιήθηκαν από την 1η Οκτωβρίου 2021 έως και την 9η Σεπτεμβρίου 2022. Για μεταγενέστερες δωρεές απαιτείται απευθείας μεταφορά μέσω του ιδρύματος.
| Διαδρομή του ποσού | Φορολογική μεταχείριση |
|---|---|
| Από ατομικό λογαριασμό του δωρητή σε λογαριασμό του δωρεοδόχου | Εντός αφορολογήτου, εφόσον ο δωρεοδόχος ανήκει στην Α’ κατηγορία |
| Από κοινό λογαριασμό του δωρητή σε λογαριασμό του δωρεοδόχου ή σε κοινό του δωρεοδόχου με τον δωρητή ή τρίτο | Εντός αφορολογήτου, με την επιφύλαξη του επιμερισμού μεταξύ των συνδικαιούχων του λογαριασμού προέλευσης |
| Έκδοση τραπεζικής επιταγής με χρέωση λογαριασμού του δωρητή | Εντός αφορολογήτου, με ημερομηνία δωρεάς την κατάθεση της επιταγής |
| Αποπληρωμή πιστωτικής κάρτας του τέκνου με χρέωση λογαριασμού του γονέα | Εντός αφορολογήτου κατά την Ε. 2077/2022 |
| Ανάληψη μετρητών και κατάθεση εντός τριών εργάσιμων ημερών | Εντός αφορολογήτου μόνο για πράξεις από 1.10.2021 έως 9.9.2022 |
| Παράδοση μετρητών χωρίς τραπεζική διαδρομή | Αυτοτελής φορολόγηση 10%, 20% ή 40% χωρίς αφορολόγητο |
Η παράγραφος 5.13 της ίδιας εγκυκλίου καλύπτει τις διαδοχικές δωρεές μεταξύ προσώπων της Α’ κατηγορίας όταν το τελικό αποτέλεσμα είναι δωρεά προς πρόσωπο που δεν ανήκει σε αυτήν, όπως η διαδρομή από τέκνο προς γονέα και από εκείνον προς άλλο τέκνο.
Ο σχεδιασμός της διαδρομής πριν από την κίνηση των χρημάτων έχει μετρήσιμο φορολογικό αποτέλεσμα, καθώς η ίδια οικονομική παροχή μπορεί να μείνει αφορολόγητη ή να φορολογηθεί με 40% ανάλογα με το ποιος λογαριασμός χρεώνεται και ποιος πιστώνεται.
Τι πρέπει να αποδείξει η εφορία και τι ο ελεγχόμενος;
Το βάρος απόδειξης της χωρίς αντάλλαγμα παροχής, για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο, βαρύνει τη φορολογική αρχή. Επειδή η απόδειξη αυτή είναι δυσχερής, γίνεται δεκτή η συναγωγή τεκμηρίου δωρεάς μεταξύ προσώπων που συνδέονται με συγγενικό ή συζυγικό δεσμό, υπό δύο προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και να αιτιολογούνται ειδικά.
- Η πρώτη προϋπόθεση είναι ο αιτιολογημένος αποκλεισμός κάθε άλλης πηγής προέλευσης των χρημάτων κατά το ποσό που λογίζεται ότι αυξήθηκε η περιουσία του φερόμενου ως δωρεοδόχου, ή τουλάχιστον των πηγών που ο ίδιος επικαλείται.
- Η δεύτερη είναι η αιτιολογημένη διαπίστωση ότι η οικονομική κατάσταση του φερόμενου ως δωρητή επέτρεπε σε αυτόν δωρεά αντίστοιχου ύψους.
Η θέση αυτή αναπαράγεται στην απόφαση ΔΕΔ 1359/2021, η οποία προσθέτει ότι προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 34 είναι η αληθής και όχι μόνο κατά το φαινόμενο απόκτηση περιουσιακών στοιχείων από τον δωρεοδόχο.
Πώς επιμερίζεται το υπόλοιπο μεταξύ των συνδικαιούχων;
Στη φορολογία κεφαλαίου ισχύει το τεκμήριο της ισομερούς κατανομής των διαθεσίμων του κοινού λογαριασμού προς τον αριθμό των συνδικαιούχων.
Όποιος επικαλείται διαφορετική αναλογία οφείλει να την αποδείξει. Στη ΔΕΔ 2215/2025 ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η αδελφή του ουδέποτε είχε εισφέρει στον λογαριασμό και ότι ο επιμερισμός διά τεσσάρων ήταν εσφαλμένος.
Ο ισχυρισμός δεν έγινε δεκτός, επειδή δεν συνοδεύτηκε από στοιχεία που να ανατρέπουν το τεκμήριο.
Στο στάδιο της αμφισβήτησης η κατανομή αντιστρέφεται. Κατά το άρθρο 77 του Ν. 5104/2024, όποιος αμφισβητεί πράξη προσδιορισμού φόρου με ενδικοφανή προσφυγή φέρει το βάρος απόδειξης της πλημμέλειάς της.
Η διάκριση αυτή καθορίζει τη διατύπωση των λόγων, καθώς η αμφισβήτηση της αιτιολογίας του ελέγχου προβάλλεται με άλλο τρόπο από την ανατροπή της πραγματικής βάσης της πράξης.
Η εμπειρία από υποθέσεις καταλογισμού φόρου άτυπης δωρεάς δείχνει ότι η σειρά με την οποία προβάλλονται οι ισχυρισμοί κρίνει την έκβαση, γιατί ο τυπικός λόγος που ευδοκιμεί οδηγεί σε επανάληψη της διαδικασίας και όχι σε οριστική απαλλαγή, ενώ ο ουσιαστικός λόγος που δεν προβλήθηκε στο διοικητικό στάδιο δύσκολα ευδοκιμεί αργότερα.
Η ιεράρχηση απαιτεί νομική κρίση επί των πραγματικών της υπόθεσης, επειδή ο ίδιος φάκελος μπορεί να στηρίξει είτε ακύρωση για ελλιπή αιτιολογία είτε ανατροπή του επιμερισμού, με διαφορετικό όμως αποδεικτικό υλικό σε κάθε κατεύθυνση.
Τα ζητήματα αυτά τίθενται μέσα στα στάδια των φορολογικών ελέγχων. Η εμπρόθεσμα δηλωθείσα άτυπη δωρεά λειτουργεί και ως στοιχείο κάλυψης τεκμηρίων, όπως και η ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών.
Πότε η ανάληψη από συνδικαιούχο παραμένει αφορολόγητη και πότε όχι;
Η ανάληψη από συνδικαιούχο κοινού λογαριασμού που φέρει τον όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932 περιέρχεται σε αυτόν ελεύθερη από κάθε φόρο κληρονομίας ή τέλος.
Η απαλλαγή εξαντλείται όμως στην ίδια την ανάληψη. Η μεταγενέστερη διάθεση του ποσού κρίνεται αυτοτελώς και μπορεί να στοιχειοθετήσει άτυπη δωρεά.
Ο Ν. 5638/1932 ρυθμίζει την ενοχική σχέση με την τράπεζα. Κάθε συνδικαιούχος έχει αυτοτελές και άμεσο δικαίωμα να αναλάβει το σύνολο του υπολοίπου, ακόμη και μετά τον θάνατο των λοιπών, ενώ οι κληρονόμοι εκείνου που απεβίωσε δεν αποκτούν δικαίωμα επί της κατάθεσης.
Παράλληλα με τη σχέση αυτή υπάρχει η εσωτερική σχέση μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου δικαιούχου, η οποία μπορεί να είναι δωρεά, δάνειο, εντολή ή εταιρεία.
Το άρθρο 117 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα αναγνωρίζει ρητά ότι με την κατάθεση μπορεί να συντελεστεί δωρεά, την οποία κρίνει ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας.
Το κρίσιμο σημείο διατυπώθηκε στη ΔΕΔ 1359/2021. Η ειδική φορολογική πρόνοια του Ν. 5638/1932 εκπληρώνεται με την απόδοση των χρημάτων σε οποιονδήποτε δικαιούχο άσκησε το δικαίωμα ανάληψης.
Από το σημείο αυτό και μετά ο δεσμός με τις ειδικές διατάξεις αποκόπτεται και λειτουργούν ακώλυτα οι διατάξεις του Ν. 2961/2001.
Στην υπόθεση εκείνη, ποσά προερχόμενα από συντάξεις της μητέρας, τα οποία είχαν κατατεθεί σε κοινό λογαριασμό με την κόρη, χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση τιμήματος αγοράς αγροτεμαχίου από τα τέκνα. Η ΔΕΔ δέχθηκε ότι η αξιοποίηση αυτή συνιστά νέα αυτοτελή πράξη, η οποία φορολογείται ως άτυπη δωρεά.
Η αυτοτελής αξίωση κάθε συνδικαιούχου έναντι της τράπεζας παράγει συνέπειες και εκτός φορολογίας, όπως στην κατάσχεση κοινού λογαριασμού από δανειστή ενός μόνο από αυτούς, όπου όμως εφαρμόζονται εντελώς διαφορετικά κριτήρια.
Πώς κρίνονται οι κινήσεις μεταξύ κοινού λογαριασμού και οικογενειακής επιχείρησης;
Οι κινήσεις μεταξύ οικογενειακού λογαριασμού και επιχείρησης κρίνονται κατά την αιτία τους. Δάνειο, ταμειακή διευκόλυνση, εισφορά κεφαλαίου, αμοιβή ή δωρεά.
Όταν η αιτία δεν προκύπτει από έγγραφα και από τις εγγραφές στα βιβλία, ο έλεγχος επιλέγει τον χαρακτηρισμό που στηρίζεται στα διαθέσιμα στοιχεία. Ο χαρακτηρισμός αυτός σπανίως ευνοεί τον ελεγχόμενο.
Στην ατομική επιχείρηση το ζήτημα είναι οξύτερο, επειδή δεν υπάρχει διακριτή νομική προσωπικότητα και η επιχειρηματική περιουσία ταυτίζεται με την ατομική.
Όταν ο επιχειρηματίας τροφοδοτεί την επιχείρησή του από κοινό λογαριασμό που τηρεί με τον σύζυγο ή τους γονείς, το ποσό εξετάζεται σε δύο επίπεδα:
- Πρώτα στη σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων, όπου κρίνεται αν υπάρχει χαριστική αιτία.
- Έπειτα στη σχέση με την επιχείρηση, όπου κρίνεται αν πρόκειται για κεφάλαιο ή για έσοδο. Η αδυναμία απάντησης στο πρώτο ερώτημα οδηγεί σε φόρο δωρεάς ανεξάρτητα από την απάντηση στο δεύτερο.
Στις κεφαλαιουχικές εταιρείες η διαδρομή αποτυπώνεται καθαρότερα στα βιβλία, χωρίς αυτό να περιορίζει τον κίνδυνο καταλογισμού. Εισφορά κεφαλαίου ή δάνειο εταίρου που χρηματοδοτείται από οικογενειακό κοινό λογαριασμό μεταφέρει το ερώτημα στους συνδικαιούχους του λογαριασμού προέλευσης.
Ο χαρακτηρισμός της ροής ως δανείου προϋποθέτει έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και αποτύπωση των δόσεων ή της επιστροφής σε κινήσεις λογαριασμών, ενώ η απλή εγγραφή σε δοσοληπτικό λογαριασμό λειτουργεί υποστηρικτικά.
Η σωστή απάντηση διαφοροποιείται κατά περίπτωση, ανάλογα με τον χρόνο της ροής, την ύπαρξη επιστροφής και τη ρευστότητα της επιχείρησης κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Παρόμοιο πρόβλημα εμφανίζεται σε κάθε παροχή χωρίς αντάλλαγμα μέσα σε οικογενειακό επιχειρηματικό σχήμα. Η παραχώρηση χρήσης εξοπλισμού ή χώρου με σύμβαση χρησιδανείου ενέχει τον ίδιο κίνδυνο επαναχαρακτηρισμού από τη φορολογική αρχή, με τη διαφορά ότι εκεί το διακύβευμα είναι το τεκμαρτό εισόδημα και όχι ο φόρος δωρεάς.
Η εμπειρία από υποθέσεις ελέγχου οικογενειακών επιχειρήσεων δείχνει ότι ο διαχωρισμός των λογαριασμών προηγείται χρονικά του ελέγχου και δεν αναπληρώνεται εκ των υστέρων, καθώς τα πραγματικά περιστατικά που τεκμηριώνουν την αιτία κάθε ροής παύουν να είναι διαθέσιμα μετά την πάροδο ετών.
Ποια είναι η προθεσμία δήλωσης και τι κοστίζει η παράλειψη;
Υπόχρεος σε δήλωση είναι ο δωρεοδόχος, κατά το άρθρο 85 παρ. 2 του Ν. 2961/2001. Η δήλωση υποβάλλεται μέσα σε έξι μήνες από την παράδοση του χρηματικού ποσού, κατά το άρθρο 86 παρ. 3, όταν δεν καταρτίστηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η παράλειψη υποβολής επιμηκύνει την προθεσμία του Δημοσίου στα δεκαπέντε έτη, ενώ η ανακριβής δήλωση την περιορίζει στα δέκα.
Οι προθεσμίες ορίζονται στο άρθρο 102 παρ. 1 του Ν. 2961/2001 και διαφέρουν ανάλογα με τη μορφή της παράβασης.
| Περίπτωση | Αφετηρία | Διάρκεια |
|---|---|---|
| Ανακριβής δήλωση | Τέλος του έτους υποβολής της δήλωσης | Δέκα έτη |
| Παράλειψη δήλωσης ολόκληρης ή μέρους της περιουσίας | Τέλος του έτους λήξης της προθεσμίας υποβολής | Δεκαπέντε έτη |
| Εικονικότητα του συμβολαίου | Τέλος του έτους σύνταξης του συμβολαίου | Δεκαπέντε έτη |
| Επιβολή προστίμου | Τέλος του έτους τέλεσης της παράβασης | Δέκα έτη |
Η διάκριση αυτή έχει άμεση οικονομική συνέπεια. Η άτυπη δωρεά που δηλώθηκε, έστω και ανακριβώς, κλείνει σε δέκα έτη. Η άτυπη δωρεά που δεν δηλώθηκε ποτέ παραμένει ελέγξιμη για δεκαπέντε. Στη ΔΕΔ 2215/2025 ο συνδυασμός αυτός επέτρεψε την έκδοση πράξεων το 2025 για κίνηση του 2013.
Το χρονικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 102 δεν είναι απεριόριστο. Κατά την ΠΟΛ. 1199/2017, οι προθεσμίες του άρθρου αυτού καταλαμβάνουν τις φορολογικές υποχρεώσεις που γεννήθηκαν έως και την 31η Δεκεμβρίου 2014, ενώ για μεταγενέστερες εφαρμόζεται ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, όπου η βασική προθεσμία είναι πενταετής και επιμηκύνεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις των νέων στοιχείων.
Ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου καθεστώτος προηγείται κάθε άλλου ισχυρισμού, επειδή καθορίζει αν η χρήση είναι καν ελέγξιμη.
Συχνές Ερωτήσεις
Πότε φορολογείται η μεταφορά χρημάτων από κοινό λογαριασμό σε ατομικό;
Φορολογείται όταν ο λήπτης δεν αποδεικνύει ότι συνέβαλε στη δημιουργία του υπολοίπου και το ποσό περιέρχεται στην αποκλειστική του διάθεση χωρίς αντάλλαγμα. Ελλείψει στοιχείων για διαφορετική αναλογία, ο έλεγχος επιμερίζει τα διαθέσιμα ισομερώς στους συνδικαιούχους και καταλογίζει φόρο επί των μεριδίων που αναλογούν στους υπολοίπους. Η μεταφορά μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου, ως μοναδικού δικαιούχου και στα δύο, δεν παράγει δωρεά.
Ο συνδικαιούχος τραπεζικού λογαριασμού φορολογείται για το σύνολο του υπολοίπου;
Όχι κατά κανόνα. Η ιδιότητα του συνδικαιούχου παρέχει δικαίωμα ανάληψης έναντι της τράπεζας και δεν προσδιορίζει από μόνη της την κυριότητα. Το ποσό που ενδέχεται να θεωρηθεί δωρεά προς αυτόν είναι το μερίδιο των λοιπών συνδικαιούχων, όπως προκύπτει από τον ισομερή επιμερισμό ή από τα στοιχεία που αποδεικνύουν διαφορετική συνεισφορά.
Δωρεά χρημάτων σε τρίτο πρόσωπο, ποιος συντελεστής ισχύει;
Το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ καλύπτει μόνο την Α’ κατηγορία. Για πρόσωπα της Β’ κατηγορίας, όπως τα αδέλφια, ο συντελεστής είναι 20%. Για πρόσωπα της Γ’ κατηγορίας, όπου εντάσσεται και κάθε τρίτος χωρίς συγγένεια, ο συντελεστής είναι 40%. Ο φόρος υπολογίζεται αυτοτελώς και χωρίς αφορολόγητο όριο.
Τι ισχύει για συνδικαιούχο σε λογαριασμό θανόντος;
Όταν η κατάθεση φέρει τον όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, το υπόλοιπο περιέρχεται στους επιζώντες συνδικαιούχους ελεύθερο από φόρο κληρονομίας και οι κληρονόμοι του θανόντος δεν αποκτούν δικαίωμα επί αυτού. Η απαλλαγή αφορά την ανάληψη. Η μεταγενέστερη αξιοποίηση των χρημάτων από τον επιζώντα κρίνεται αυτοτελώς και μπορεί να στοιχειοθετήσει άτυπη δωρεά, εφόσον ο ίδιος δεν είχε συνεισφέρει στη δημιουργία του υπολοίπου.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Τεκμηρίωση συνεισφοράς πριν από την κίνηση: Ο συνδικαιούχος που πρόκειται να μεταφέρει ποσό συγκεντρώνει πρώτα τα στοιχεία που δείχνουν τη δική του συνεισφορά στο υπόλοιπο, δηλαδή εκκαθαριστικά, βεβαιώσεις αποδοχών και κινήσεις πιστώσεων. Η τεκμηρίωση αυτή είναι το στοιχείο που ανατρέπει τον ισομερή επιμερισμό.
Επιλογή διαδρομής λογαριασμών: Η ίδια οικονομική παροχή μπορεί να μείνει αφορολόγητη ή να φορολογηθεί από το πρώτο ευρώ ανάλογα με τον λογαριασμό που χρεώνεται και τον λογαριασμό που πιστώνεται. Η διαδρομή σχεδιάζεται πριν από την εντολή προς την τράπεζα και όχι μετά.
Δήλωση εντός εξαμήνου: Η προθεσμία του άρθρου 86 παρ. 3 του Ν. 2961/2001 τρέχει από την παράδοση του ποσού. Η εμπρόθεσμη δήλωση περιορίζει την παραγραφή στα δέκα έτη και καθιστά το ποσό χρησιμοποιήσιμο για την κάλυψη τεκμηρίων.
Διαχωρισμός εταιρικών από οικογενειακές ροές: Η χρηματοδότηση της επιχείρησης από κοινό οικογενειακό λογαριασμό ανοίγει δύο ξεχωριστά ερωτήματα, ένα προς τους συνδικαιούχους και ένα προς την εταιρεία. Η χρήση ξεχωριστού λογαριασμού για τις επιχειρηματικές ροές κλείνει το πρώτο πριν καν τεθεί.
Έγγραφο βέβαιης χρονολογίας για κάθε δάνειο: Ο χαρακτηρισμός ροής ως δανείου ή ταμειακής διευκόλυνσης απαιτεί έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και τραπεζική αποτύπωση των δόσεων ή της επιστροφής. Η εγγραφή σε δοσοληπτικό λογαριασμό λειτουργεί υποστηρικτικά και όχι αυτοτελώς.
Διατήρηση αρχείου για δεκαπέντε έτη: Όταν η δήλωση δεν υποβλήθηκε, η υπόθεση παραμένει ανοικτή για δεκαπέντε έτη. Τα τραπεζικά παραστατικά που θα τεκμηρίωναν την πηγή ή τη συνεισφορά χρειάζεται να διαφυλάσσονται για αντίστοιχο διάστημα, καθώς οι τράπεζες δεν χορηγούν αναλυτικές κινήσεις για τόσο παλαιές περιόδους.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη φορολογία δωρεών σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς.