Skip to content
Αρθρογραφία

Κατάσχεση Λογαριασμού Από ΔΟΥ & ΕΦΚΑ: Ανακοπή ή Ρύθμιση;

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 23 Ιουλίου 2026

Πότε Ευσταθεί Η Ανακοπή Κατά Κατάσχεσης Του Δημοσίου Για Μη Κοινοποίηση Της Ατομικής Ειδοποίησης

Σε συντομία:

  • Η κατάσχεση από ΔΟΥ ή ΑΑΔΕ και η αντίστοιχη κατάσχεση του ΕΦΚΑ μέσω ΚΕΑΟ προσβάλλεται με ανακοπή του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ο συχνότερος αποτελεσματικός λόγος είναι ότι η Αρχή δεν αποδεικνύει έγκυρη και έγκαιρη κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης.
  • Η παράλειψη κοινοποίησης δεν ακυρώνει αυτόματα την εκτέλεση. Για κατάσχεση χρημάτων και απαιτήσεων, δηλαδή για δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού, η ειδοποίηση υπερημερίας δεν απαιτείται καν. Ο λόγος στηρίζεται στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 του Συντάγματος).
  • Το βάρος απόδειξης της κοινοποίησης το φέρει η Αρχή. Εσωτερικές εκτυπώσεις και πίνακες οφειλετών δεν αρκούν.
  • Η ανακοπή δεν αναστέλλει την εκτέλεση. Απαιτείται χωριστή αίτηση αναστολής, η οποία συχνά χορηγείται υπό τον όρο καταβολής μηνιαίων δόσεων.
  • Η επιλογή μεταξύ ρύθμισης της οφειλής και ανακοπής κρίνεται από την ύπαρξη πραγματικής πλημμέλειας, το ύψος του χρέους και την ταμειακή ροή της επιχείρησης.

Πότε ακυρώνεται η κατάσχεση της εφορίας ή του ΕΦΚΑ;

Η κατάσχεση που επιβάλλει η ΔΟΥ ή η ΑΑΔΕ κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ – ν.4978/2022) και η αντίστοιχη κατάσχεση του ΕΦΚΑ μέσω του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) ακυρώνεται με ανακοπή του άρθρου 217 ΚΔΔ, εφόσον διαπιστωθεί διαδικαστική ή ουσιαστική πλημμέλεια.

Ο συχνότερος και ισχυρότερος λόγος είναι η αδυναμία της Αρχής να αποδείξει ότι κοινοποίησε νόμιμα και εγκαίρως την ταμειακή βεβαίωση, στερώντας τη δυνατότητα προηγούμενης δικαστικής προστασίας.

Η ανακοπή του άρθρου 217 στρέφεται κατά των πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης. Οι κατηγορίες που ορίζει ο νόμος είναι η πράξη ταμειακής βεβαίωσης, η κατασχετήρια έκθεση, το πρόγραμμα πλειστηριασμού και η έκθεση πλειστηριασμού.

Πρόκειται για ένδικο βοήθημα ουσίας, καθώς το διοικητικό δικαστήριο ελέγχει τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσιαστική βασιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης, πάντοτε εντός των ορίων των λόγων που προβάλλονται. Η κατάσχεση δεν καταπίπτει από μόνη της. Απαιτείται σαφής, τεκμηριωμένος λόγος ακύρωσης.

Δικαίωμα άσκησης έχει όποιος έχει έννομο συμφέρον, δηλαδή άμεσο, προσωπικό και ενεστώς. Στην πράξη πρόκειται για τον οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε το μέτρο, ενίοτε και για τρίτο του οποίου θίγονται δικαιώματα από την κατάσχεση.

Γιατί η μη κοινοποίηση δεν ακυρώνει αυτόματα και πότε τελικά ακυρώνει;

Η διάχυτη αντίληψη ότι κάθε παράλειψη κοινοποίησης ακυρώνει την κατάσχεση είναι νομικά ανακριβής. Ο ΚΕΔΕ, στο άρθρο 7, προβλέπει ατομική ειδοποίηση υπερημερίας τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τα αναγκαστικά μέτρα, ρυθμίζει όμως ρητά ότι για την κατάσχεση χρημάτων ή χρηματικών απαιτήσεων στα χέρια του υπόχρεου ή τρίτου η ειδοποίηση αυτή δεν απαιτείται.

Ο λόγος που πράγματι ευδοκιμεί είναι συνταγματικός. Το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κατοχυρώνουν το δικαίωμα προηγούμενης δικαστικής προστασίας.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η τυπική παράλειψη ενός εγγράφου, αλλά αν ο οφειλέτης έλαβε εγκαίρως γνώση της ταμειακής βεβαίωσης, δηλαδή της πράξης που σηματοδοτεί την έναρξη της εκτέλεσης σε βάρος του, ώστε να μπορέσει να προσφύγει πριν από την κατάσχεση.

Η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων διακρίνει τη γνώση της οφειλής εν ευρεία εννοία, δηλαδή απλώς ότι υπάρχει χρέος, από τη γνώση εν στενή εννοία, δηλαδή της ίδιας της ταμειακής βεβαίωσης που ανοίγει τον δρόμο της αναγκαστικής είσπραξης.

Μόνο η δεύτερη έχει σημασία. Ο τρόπος με τον οποίο η φορολογική διοίκηση θεωρεί ότι επήλθε αυτή η γνώση αναλύεται στην ηλεκτρονική κοινοποίηση των πράξεων μέσω του μαχητού τεκμηρίου.

Έτσι, η ακύρωση δεν προκύπτει επειδή λείπει ένα χαρτί, αλλά επειδή η Αρχή δεν μπορεί να τεκμηριώσει ότι ο πολίτης ενημερώθηκε τη στιγμή που ξεκινούσε η εκτέλεση.

Όταν η φορολογική διοίκηση, υπό τον φόρτο εργασίας ή από αμέλεια, παρακάμπτει στάδια της εκτελεστικής διαδικασίας, οι πράξεις της καθίστανται ακυρώσιμες.

Ποιος φέρει το βάρος απόδειξης της κοινοποίησης;

Το βάρος απόδειξης της νόμιμης κοινοποίησης το φέρει η Αρχή, όχι ο οφειλέτης. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η φορολογική διοίκηση ή το ΚΕΑΟ οφείλει να προσκομίσει έκθεση επίδοσης, απόδειξη παραλαβής συστημένης επιστολής ή τεκμηριωμένη ηλεκτρονική πρόσβαση του οφειλέτη στο περιεχόμενο της πράξης.

Η εμπειρία από υποθέσεις ανακοπών κατά κατασχέσεων του Δημοσίου δείχνει ότι η Αρχή συχνά επικαλείται εσωτερικές εκτυπώσεις της μερίδας του οφειλέτη ή τον πίνακα με τίτλο «Φορολογούμενοι με χρέη». Τέτοια στοιχεία πιστοποιούν, το πολύ, τη σύνταξη της πράξης, όχι όμως και την κοινοποίησή της.

Η προσκόμιση εκτυπωμένων σελίδων του ηλεκτρονικού αρχείου της επισπεύδουσας αρχής δεν αποδεικνύει ότι το έγγραφο περιήλθε στον παραλήπτη. Χωρίς αποδεικτικό της πραγματικής επίδοσης ή της ηλεκτρονικής πρόσβασης, ο λόγος ακύρωσης παραμένει ισχυρός.

Η κοινοποίηση αυτή γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ – ν.5104/2024), το οποίο, για την αποστολή με συστημένη επιστολή, καθιερώνει μαχητό τεκμήριο γνώσης μετά την παρέλευση δεκαπέντε ημερών όταν η διεύθυνση του παραλήπτη βρίσκεται στην Ελλάδα και τριάντα ημερών όταν βρίσκεται στο εξωτερικό.

Ως μαχητό, το τεκμήριο ανατρέπεται με αντίθετη απόδειξη. Ο οφειλέτης διατηρεί τη δυνατότητα να αμφισβητήσει ότι έλαβε πράγματι γνώση εντός της προθεσμίας, ερμηνεία που τα διοικητικά δικαστήρια συνδέουν με το άρθρο 20 του Συντάγματος.

Δεσμευμένος τραπεζικός λογαριασμός: τι αλλάζει στη στρατηγική;

Στη δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού η κατάσχεση επιβάλλεται εις χείρας τρίτου, δηλαδή στα χέρια της τράπεζας. Εδώ η ειδοποίηση υπερημερίας δεν απαιτείται εκ του νόμου. Ο οφειλέτης δεν μπορεί, επομένως, να ζητήσει ακύρωση απλώς και μόνο επειδή δεν προηγήθηκε τέτοια ειδοποίηση.

Η άμυνα μετατοπίζεται, αφού ο λόγος στρέφεται στο αν κοινοποιήθηκε νόμιμα η υποκείμενη ταμειακή βεβαίωση, καθώς και σε τυχόν άλλες πλημμέλειες της διαδικασίας, όπως η παραγραφή της απαίτησης ή σφάλματα στην κατασχετήρια έκθεση.

Ο λογαριασμός δεσμεύεται ακαριαία και για ολόκληρο το ποσό, γεγονός που ασκεί έντονη πίεση για γρήγορη απόφαση. Ακριβώς αυτή η πίεση καθιστά κρίσιμη τη διάκριση ανάμεσα στην πραγματική νομική πλημμέλεια και την απλή δυσαρέσκεια για το μέτρο. Η επιλογή ανάμεσα στην προσβολή και τη ρύθμιση εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης, όχι από γενικούς κανόνες.

Ανακοπή ή ρύθμιση; Πώς επιλέγεται η στρατηγική

Απέναντι σε μια κατάσχεση υπάρχουν δύο βασικοί δρόμοι, οι οποίοι δεν αλληλοαποκλείονται χρονικά:

  • Ο πρώτος είναι η υπαγωγή σε ρύθμιση, που οδηγεί σε αποδέσμευση του λογαριασμού αλλά προϋποθέτει αποδοχή της οφειλής.
  • Ο δεύτερος είναι η ανακοπή του άρθρου 217 ΚΔΔ, που στοχεύει στην ακύρωση, εφόσον υπάρχει πραγματική πλημμέλεια.

Η επιλογή κρίνεται από την ύπαρξη βάσιμου λόγου, το ύψος της οφειλής και την ανάγκη άμεσης απελευθέρωσης ρευστότητας.

ΚριτήριοΡύθμιση και αποδέσμευσηΑνακοπή 217 ΚΔΔ και αναστολή
Τι επιτυγχάνειΆμεση αποδέσμευση λογαριασμού με υπαγωγή σε πρόγραμμα δόσεωνΑκύρωση της κατάσχεσης, εφόσον διαπιστωθεί πλημμέλεια
Τι προϋποθέτειΑποδοχή της οφειλής ως νόμιμηςΎπαρξη λόγου ακύρωσης, όπως πλημμελής κοινοποίηση ή παραγραφή
ΧρόνοςΤαχεία, διοικητική διαδικασίαΔικαστική διαδικασία με αναμονή εκδίκασης
Κόστος και ρίσκοΚαταβολή δόσεων, χωρίς αμφισβήτηση του χρέουςΔικαστικά έξοδα, με κίνδυνο απόρριψης αν ο λόγος δεν ευσταθεί
Πότε ενδείκνυταιΌταν η οφειλή δεν αμφισβητείται και προέχει η ρευστότηταΌταν υπάρχει τεκμηριωμένη πλημμέλεια στην εκτέλεση

Η εμπειρία από υποθέσεις εκτέλεσης του Δημοσίου δείχνει ότι η βιαστική υπαγωγή σε ρύθμιση, πριν αξιολογηθεί ο λόγος κοινοποίησης, μπορεί να ερμηνευθεί ως έμμεση παραδοχή γνώσης και να αποδυναμώσει μεταγενέστερη ανακοπή.

Πέραν της κοινοποίησης, λόγο ακύρωσης ή περιορισμού μπορούν να θεμελιώσουν και τα ακατάσχετα όρια μισθού και σύνταξης, ενώ όταν η αμφισβήτηση αφορά την ίδια την οφειλή και όχι την εκτέλεση, η προσβολή μετατοπίζεται στο προηγούμενο στάδιο μέσω της ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της ΔΕΔ.

Πώς αναστέλλεται η εκτέλεση όσο εκκρεμεί η ανακοπή;

Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει, από μόνη της, την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Αυτό ορίζει ρητά ο ΚΔΔ. Για να ανασταλεί το μέτρο όσο εκκρεμεί η ανακοπή, απαιτείται χωριστή αίτηση αναστολής, η οποία εκδικάζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 200 έως 205.

Η αίτηση γίνεται δεκτή μόνο αν ο αιτών επικαλεστεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμήσει ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο.

Στην πράξη τα δικαστήρια σταθμίζουν και το δημόσιο συμφέρον της είσπραξης, με αποτέλεσμα να χορηγούν συχνά την αναστολή υπό όρους.

Χαρακτηριστική είναι η ΔΠΑ (Συμβ) 430/2021, με την οποία το δικαστήριο ανέστειλε κατάσχεση εις χείρας τράπεζας υπό τον όρο καταβολής μηνιαίας δόσης εκατό ευρώ, σταθμίζοντας τη βιωσιμότητα της επιχείρησης έναντι της ανάγκης είσπραξης δημοσίων εσόδων.

Σε περίπτωση διαπίστωσης μη συμμόρφωσης του αιτούντος προς τον όρο αυτό, η ισχύς της αναστολής αίρεται αυτοδικαίως και η προσβαλλόμενη πράξη καθίσταται αμέσως εκτελεστή.

Η αναστολή, επομένως, λειτουργεί ως προσωρινή προστασία με αντιστάθμισμα, συνήθως τη σταδιακή καταβολή μέρους της οφειλής.

Ποιο δικαστήριο και σε ποια προθεσμία;

Κατά κανόνα αρμόδια είναι τα διοικητικά δικαστήρια, ενώπιον των οποίων ασκείται η ανακοπή του άρθρου 217, με κατά τόπον αρμοδιότητα που ορίζεται στο άρθρο 218 ΚΔΔ.

Ωστόσο, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να μεταβληθεί ανάλογα με το κατασχεμένο αντικείμενο και την υποκείμενη σχέση, ζήτημα που απαιτεί νομική κρίση και διαφοροποιείται κατά περίπτωση.

Όταν η κατάσχεση αφορά ακίνητο, το βάρος συχνά μετατοπίζεται στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία αναπτύσσεται στην ακύρωση κατάσχεσης ακινήτου ως χωριστός λόγος. Παράλληλα, η αναγκαστική εκτέλεση για ιδιωτικές απαιτήσεις ακολουθεί τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και όχι τον ΚΕΔΕ.

Εκεί το αντίστοιχο εργαλείο, η ανατροπή της κατάσχεσης, λειτουργεί με διαφορετικές προϋποθέσεις και προθεσμίες. Οι προθεσμίες της ανακοπής και της αίτησης αναστολής είναι σύντομες και εξαρτώνται από τον χρόνο επίδοσης ή γνώσης της πράξης, γεγονός που καθιστά την έγκαιρη αξιολόγηση κρίσιμη.

Συχνές Ερωτήσεις

Πώς γίνεται η άρση της κατάσχεσης λογαριασμού από την εφορία;

Υπάρχουν δύο τρόποι. Η υπαγωγή σε ρύθμιση οδηγεί σε διοικητική αποδέσμευση του λογαριασμού, με το κόστος της αποδοχής της οφειλής. Η δικαστική οδός περνά από την ανακοπή του άρθρου 217 ΚΔΔ σε συνδυασμό με αίτηση αναστολής, η οποία μπορεί να διατάξει την άρση του μέτρου, εφόσον τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη βλάβη ή προδήλως βάσιμη ανακοπή.

Μπορεί η εφορία να κατάσχει χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση;

Για κατάσχεση χρημάτων και απαιτήσεων, όπως ο τραπεζικός λογαριασμός, ο ΚΕΔΕ δεν απαιτεί προηγούμενη ειδοποίηση υπερημερίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κατάσχεση είναι νόμιμη: η Αρχή εξακολουθεί να οφείλει να έχει κοινοποιήσει νόμιμα την υποκείμενη ταμειακή βεβαίωση, διαφορετικά η πράξη είναι ακυρώσιμη.

Η ρύθμιση της οφειλής αναιρεί την ανακοπή;

Δεν την αναιρεί αυτομάτως, μπορεί όμως να την αποδυναμώσει. Η υπαγωγή σε ρύθμιση αντιμετωπίζεται ενίοτε ως ένδειξη γνώσης της οφειλής. Κρίσιμη παραμένει η διάκριση μεταξύ γνώσης της ύπαρξης του χρέους και γνώσης της ταμειακής βεβαίωσης εν στενή εννοία, στην οποία και εστιάζει ο έλεγχος του δικαστηρίου.

Ισχύουν όρια στην κατάσχεση μισθού ή σύνταξης;

Ναι. Ο νόμος προβλέπει ακατάσχετα όρια για μισθούς και συντάξεις, τα οποία λειτουργούν ως αυτοτελής λόγος περιορισμού ή ακύρωσης, ανεξάρτητος από το ζήτημα της κοινοποίησης. Η εφαρμογή τους εξαρτάται από το ύψος των αποδοχών και το είδος του λογαριασμού στον οποίο κατατίθενται.

Πόσος χρόνος υπάρχει για την ανακοπή και την αναστολή;

Οι προθεσμίες είναι σύντομες και υπολογίζονται από τον χρόνο επίδοσης ή γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης. Δεδομένου ότι ο δεσμευμένος λογαριασμός παράγει άμεσες συνέπειες, η αξιολόγηση του φακέλου και η κατάθεση των δικογράφων πρέπει να γίνουν χωρίς καθυστέρηση, ώστε να μη χαθεί το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Άμεση αίτηση του διοικητικού φακέλου: Πρώτη ενέργεια είναι η πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης, ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχουν αποδεικτικά επίδοσης της ταμειακής βεβαίωσης ή απλώς εσωτερικές εκτυπώσεις της Αρχής.

Διάκριση ταμειακής βεβαίωσης από ειδοποίηση υπερημερίας: Στη δέσμευση λογαριασμού η πράξη δεν στηρίζεται στην ειδοποίηση υπερημερίας, που δεν απαιτείται, αλλά στην κοινοποίηση της υποκείμενης ταμειακής βεβαίωσης.

Η αναστολή έχει όρους: Η χορήγηση αναστολής συνοδεύεται συχνά από όρο καταβολής δόσεων. Η μη τήρηση του όρου αίρει την αναστολή αυτοδικαίως.

Αξιολόγηση πριν από τη ρύθμιση: Η υπαγωγή σε ρύθμιση πριν εξεταστεί ο λόγος κοινοποίησης μπορεί να κλείσει τον δρόμο της ακύρωσης. Η σειρά των κινήσεων έχει σημασία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ακύρωση κατάσχεσης εφορίας ή ΕΦΚΑ σε τραπεζικό λογαριασμό.