Skip to content
Αρθρογραφία

Κατάσχεση Ακινήτου: Ανακοπή 933 ΚΠολΔ Για Δυσαναλογία

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 26 Αυγούστου 2026

Εν συντομία:

  • Η δυσαναλογία ανάμεσα στην αξία του κατασχεθέντος ακινήτου και στην απαίτηση θεμελιώνει αυτοτελή λόγο ανακοπής κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, με βάση τα άρθρα 951 παρ. 2 ΚΠολΔ, 281 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ.
  • Η επιλογή αιτήματος είναι κρίσιμη. Η επίκληση του άρθρου 951 παρ. 2 οδηγεί σε περιορισμό της κατάσχεσης, η επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ σε ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης.
  • Τα Πρωτοδικεία διίστανται ως προς τον οφειλέτη που διαθέτει ένα μόνο ακίνητο. Η ΜΠρΑθ 551/2025 απορρίπτει τον λόγο, οι ΜΠρΑθ 3003/2025 και ΜΠρΙωαννίνων 280/2025 τον δέχονται ρητά.
  • Η προθεσμία είναι σαράντα πέντε ημέρες από την κατάσχεση. Η αμφισβήτηση της εκτίμησης αντιμετωπίζεται διαφορετικά, με τη διορθωτική ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ.
  • Από την 1η Ιανουαρίου 2026 ο λόγος αποκτά πρόσθετο βάρος για τον εγγυητή επιχειρηματία, επειδή το νέο άρθρο 933 παρ. 4 απέκλεισε τις αντιρρήσεις κατά της διαταγής πληρωμής στο στάδιο της εκτέλεσης.

Πότε ακυρώνεται η κατάσχεση ακινήτου ως δυσανάλογη και πότε διατάσσεται μόνο περιορισμός της;

Η κατασχετήρια έκθεση ακυρώνεται όταν η σχέση ανάμεσα στην αξία του ακινήτου και στην απαίτηση καθιστά το μέτρο μη ανεκτό κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Περιορισμός διατάσσεται όταν η κατάσχεση εκτείνεται σε περισσότερα στοιχεία από όσα χρειάζονται για την ικανοποίηση του δανειστή, κατά το άρθρο 951 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ποιο από τα δύο θα κρίνει το δικαστήριο εξαρτάται από το αίτημα της ανακοπής, ενώ συχνά η διάκριση αυτή περνά συχνά απαρατήρητη, επειδή και οι δύο διατάξεις υπηρετούν την ίδια αρχή. Οι συνέπειές τους όμως αποκλίνουν ριζικά:

  • Ο περιορισμός διατηρεί την εκτελεστική διαδικασία σε ισχύ και τη συρρικνώνει, οπότε ο πλειστηριασμός προχωρά για μικρότερο αντικείμενο ή για μικρότερο ποσό.
  • Η ακύρωση εξαφανίζει την ίδια την κατασχετήρια έκθεση, οπότε ο δανειστής υποχρεώνεται να ξεκινήσει από την αρχή με νέα εντολή προς εκτέλεση.

Στη ΜΠρΑθ 1400/2025, το δικαστήριο ακύρωσε τόσο την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης όσο και την ίδια την εντολή προς εκτέλεση του πληρεξουσίου δικηγόρου της επισπεύδουσας, κατά το μέρος που έδινε εντολή κατάσχεσης στο συγκεκριμένο διαμέρισμα.

Η ακύρωση της εντολής έχει πρακτική σημασία, γιατί αφαιρεί το έρεισμα κάθε μεταγενέστερης πράξης που θα στηριζόταν σε αυτήν.

Η επιλογή του αιτήματος γίνεται με το δικόγραφο, καθώς ο ανακόπτων που ζητά μόνο περιορισμό δεν μπορεί να πετύχει ακύρωση, ενώ η ανακοπή που ζητά μόνο ακύρωση κινδυνεύει να απορριφθεί ολικά, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η δυσαναλογία θεραπεύεται με ηπιότερη επέμβαση.

Ποια νομική βάση επιλέγεται: 951 παρ. 2 ΚΠολΔ, 281 ΑΚ ή 116 ΚΠολΔ;

Οι τρεις διατάξεις λειτουργούν συμπληρωματικά. Το άρθρο 951 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελεί τη ρητή δικονομική αποτύπωση της αρχής, ενώ τα άρθρα 281 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ συνιστούν τη γενική της βάση. Η σωρευτική επίκλησή τους καλύπτει και τις δύο θεωρητικές αφετηρίες που έχουν αναγνωριστεί στη νομολογία.

Το άρθρο 951 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης.

Η ΜΠρΑθ 551/2025 το χαρακτηρίζει ως έκφανση της γενικής αρχής περί απαγόρευσης καταχρηστικής διαδικαστικής συμπεριφοράς, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή της υπερβολικής καταπίεσης του οφειλέτη.

Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ προσθέτει και το στοιχείο της θυσίας. Η ΜΠρΙωαννίνων 280/2025 διακρίνει δύο σκέλη ελέγχου. Συγκεκριμένα:

  • Το πρώτο είναι η αναγκαιότητα ή αρχή του ηπιότερου μέσου, η οποία παραβιάζεται όταν η αξίωση μπορεί να ικανοποιηθεί με κατάσχεση άλλου στοιχείου μικρότερης αξίας.
  • Το δεύτερο είναι η αναλογικότητα υπό στενή έννοια, η οποία παραβιάζεται όταν το μέτρο εμφανίζεται ως εξαιρετικής σκληρότητας και υπερβαίνει τα ανεκτά όρια θυσίας του συγκεκριμένου οφειλέτη.

Το άρθρο 116 ΚΠολΔ επιβάλλει στους διαδίκους την τήρηση των χρηστών ηθών και της καλής πίστης κατά τη διεξαγωγή της δίκης. Η επίκλησή του απαντά στην αντίρρηση ότι το άρθρο 281 ΑΚ αφορά ουσιαστικά δικαιώματα, ενώ η επίσπευση εκτέλεσης αποτελεί δικονομική ευχέρεια.

Η ΜΠρΑθ 362/2024, εφάρμοσε σωρευτικά και τις δύο διατάξεις, κρίνοντας την κατάσχεση καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ και ταυτόχρονα καταχρηστική στο πλαίσιο του άρθρου 951 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πόση δυσαναλογία απαιτείται και με ποια στοιχεία αποδεικνύεται;

Ο νόμος δεν θέτει αριθμητικό όριο. Οι αποφάσεις που δέχθηκαν τον λόγο κινούνται σε σχέσεις από τρεις έως εξήντα φορές. Το βάρος πέφτει στην αντιπαραβολή της εμπορικής αξίας του κατασχεθέντος με το ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, όπως αυτό προκύπτει από την εντολή προς εκτέλεση. Το συνολικό ύψος του χρέους αποτελεί χωριστό μέγεθος.

ΑπόφασηΠοσό κατάσχεσηςΕκτίμηση ακινήτουΣχέσηΈκβαση
ΜΠρΙωαννίνων 280/2025κάτω των 16.000 ευρώτουλάχιστον 53.000 ευρώυπερτριπλάσιαΑκύρωση κατασχετήριας έκθεσης
ΜΠρΑθ 1400/202520.000 ευρώ90.000 ευρώτετραπλάσιαΑκύρωση εντολής και έκθεσης
ΜΠρΑθ 362/202433.476,26 ευρώ218.440 ευρώεξαπλάσιαΑκύρωση κατασχετήριας έκθεσης
ΔΠΑ 3208/20204.082,75 ευρώ250.000 ευρώάνω των εξήνταΑκύρωση έκθεσης διοικητικής εκτέλεσης

Η αντιπαράθεση δείχνει ότι η σχέση από μόνη της δεν λειτουργεί ως όριο. Στη ΜΠρΙωαννίνων 280/2025 η αναλογία ήταν η χαμηλότερη του πίνακα και ο λόγος έγινε δεκτός.

Αυτό που διαμορφώνει την κρίση, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι τα πραγματικά περιστατικά που πλαισιώνουν την αναλογία, δηλαδή η ηλικία του οφειλέτη, η χρήση του ακινήτου, η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων και η στάση του δανειστή.

Η ΜΠρΑθ 551/2025 προσθέτει έναν επιπλέον κανόνα υπολογισμού: Όταν ο οφειλέτης βαρύνεται με περισσότερα χρέη και προβλέπονται αναγγελίες άλλων δανειστών, λαμβάνονται υπόψη και οι απαιτήσεις αυτές, ώστε να κριθεί αν υπάρχει πράγματι δυνατότητα ικανοποίησης του κατάσχοντος.

Όταν οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις εξαντλούν το αναμενόμενο πλειστηρίασμα, η αρχική εικόνα της δυσαναλογίας μεταβάλλεται, επειδή η αξία του ακινήτου παύει να υπερκαλύπτει το σύνολο όσων θα ικανοποιηθούν από αυτό.

Η εμπειρία από υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε εταιρικά ακίνητα δείχνει ότι η αδυναμία τεκμηρίωσης εντοπίζεται στην πλευρά της αξίας, όταν ο ανακόπτων επικαλείται την αντικειμενική αξία ή αγγελίες πώλησης ενώ το δικαστήριο σταθμίζει την εκτίμηση της κατασχετήριας έκθεσης.

Στη ΜΠρΑθ 362/2024 η επισπεύδουσα δεν εξέθεσε με τις προτάσεις της ότι υπάρχει άλλη περιουσία με αξία εγγύτερη στην απαίτηση, στοιχείο που το δικαστήριο συνυπολόγισε υπέρ του ανακόπτοντος.

Τι συμβαίνει όταν το ακίνητο είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη;

Η απάντηση διαφέρει ανάλογα με το δικαστήριο. Η ΜΠρΑθ 551/2025 δέχεται ότι η κατάσχεση μοναδικού περιουσιακού στοιχείου δεν είναι άκυρη, ακόμη και αν υπάρχει εμφανής δυσαναλογία ανάμεσα στην αξία του και στην εκτελούμενη αξίωση.

Η ΜΠρΑθ 3003/2025 δέχεται το αντίθετο ρητά, κρίνοντας ότι η ακυρότητα επέρχεται έστω και αν δεν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία δεκτικά κατάσχεσης.

Η αντίφαση αυτή, αντιστοιχεί με τα κριτήρια ελέγχου που περιγράφει η ΜΠρΙωαννίνων 280/2025:

  • Όποιο δικαστήριο εστιάζει στην αρχή του ηπιότερου μέσου καταλήγει αναγκαστικά στο ότι, χωρίς εναλλακτικό περιουσιακό στοιχείο, ηπιότερο μέσο δεν υπάρχει.
  • Όποιο δικαστήριο εστιάζει στην αναλογικότητα υπό στενή έννοια εξετάζει τη θυσία του οφειλέτη αυτοτελώς, ανεξάρτητα από το τι άλλο διαθέτει.

Η διακύμανση αυτή καταδεικνύει ότι η νομολογία διαφοροποιείται κατά περίπτωση, ανάλογα με το δικαστήριο που θα δικάσει την ανακοπή και με τη διατύπωση του δικογράφου.

Ανακοπή που στηρίζεται αποκλειστικά στην ύπαρξη άλλων, μικρότερης αξίας στοιχείων απορρίπτεται ενώπιον δικαστηρίου που ακολουθεί τη δεύτερη άποψη, επειδή δεν έχει εκτεθεί καθόλου το στοιχείο της θυσίας.

Ανακοπή που αναπτύσσει και τα δύο σκέλη ευσταθεί και υπό τις δύο ερμηνείες. Η ΜΠρΑθ 3003/2025, μάλιστα, απέρριψε ένσταση αοριστίας της επισπεύδουσας, η οποία υποστήριζε ότι ο ανακόπτων όφειλε να προσδιορίσει συγκεκριμένα με ποιο ηπιότερο μέσο θα ικανοποιούνταν η απαίτηση.

Όταν ο οφειλέτης είναι επιχείρηση σε λειτουργία, η νομοθεσία κατονομάζει εναλλακτικά μέτρα. Η αναγκαστική διαχείριση των άρθρων 1034 επ. ΚΠολΔ ικανοποιεί τον δανειστή από τα εισοδήματα χωρίς εκποίηση, ενώ η κατάσχεση της επιχείρησης ως συνόλου υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου κατά το άρθρο 1023 ΚΠολΔ.

Η ύπαρξη τέτοιων εναλλακτικών, ενισχύει το πρώτο σκέλος του ελέγχου με τρόπο που δεν διαθέτει ο οφειλέτης φυσικό πρόσωπο.

Πότε ο λόγος ασκείται με ανακοπή 933 και πότε με τη διορθωτική του 954 παρ. 4 ΚΠολΔ;

Η αμφισβήτηση της επιλογής του κατασχεθέντος ασκείται με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης.

Η αμφισβήτηση της εκτίμησης και της τιμής πρώτης προσφοράς ασκείται με τη διορθωτική ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4, τριάντα εργάσιμες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό. Η σύγχυση των δύο οδηγεί σε απόρριψη χωρίς εξέταση της ουσίας.

ΣτοιχείοΑνακοπή 933 ΚΠολΔΔιορθωτική ανακοπή 954 παρ. 4 ΚΠολΔ
Τι προσβάλλεταιΗ επιλογή του κατασχεθέντος ως δυσανάλογου μέσουΗ περιγραφή, η εκτίμηση και η τιμή πρώτης προσφοράς
ΠροθεσμίαΣαράντα πέντε ημέρες από την κατάσχεση, κατά το άρθρο 934 παρ. 1 περ. αΤριάντα εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού
ΔιαδικασίαΠεριουσιακές διαφορές, άρθρο 937 παρ. 3 ΚΠολΔΑσφαλιστικά μέτρα, άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ
ΑίτημαΑκύρωση της κατασχετήριας έκθεσης ή περιορισμός της κατάσχεσηςΔιόρθωση της έκθεσης και του αποσπάσματος
Αποτέλεσμα σε επιτυχίαΗ κατάσχεση αίρεται. Ο δανειστής μπορεί να επιβάλει νέαΟ πλειστηριασμός προχωρά με διορθωμένα στοιχεία

Η οριοθέτηση προκύπτει από την ίδια τη διάταξη. Το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον ν. 5221/2025, ορίζει ρητά ότι ελαττώματα ή ελλείψεις που μπορούν να διορθωθούν με τη διορθωτική ανακοπή δεν προβάλλονται παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933.

Η ΜΠρΑθ 3003/2025 εφάρμοσε τον κανόνα σε υπόθεση κατάσχεσης ακινήτων, όπου η ανακόπτουσα αμφισβητούσε την εκτίμηση με αγγελίες πώλησης παρόμοιων ακινήτων, δεχόμενη ότι η διόρθωση της εμπορικής αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς επιτυγχάνεται μόνο με την ανακοπή του άρθρου 954 ΚΠολΔ.

Η ίδια απόφαση δέχθηκε ωστόσο ότι η ανταπόδειξη υψηλότερης εμπορικής αξίας παραμένει χρήσιμη μέσα στην ανακοπή του άρθρου 933, όχι ως αίτημα διόρθωσης αλλά ως απόδειξη της δυσαναλογίας.

Το ίδιο στοιχείο, δηλαδή, εξυπηρετεί δύο διαφορετικούς σκοπούς ανάλογα με τη διάταξη στην οποία εντάσσεται. Η διάκριση αυτή απαιτεί προσεκτική διατύπωση, γιατί από αυτήν κρίνεται αν ο λόγος θα εξεταστεί ή θα απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος.

Παράλληλα λειτουργούν εργαλεία που δεν υποκαθιστούν τον λόγο της δυσαναλογίας. Η ανατροπή της κατάσχεσης κατά το άρθρο 1019 ΚΠολΔ στηρίζεται αποκλειστικά στην πάροδο του χρόνου και δεν ελέγχει καμία πλημμέλεια.

Η αναστολή του πλειστηριασμού παύει προσωρινά την πρόοδο χωρίς να θίγει το κύρος, ενώ επί κατάσχεσης ακινήτου το άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ την αποκλείει στον πρώτο βαθμό.

Ο υπολογισμός της τιμής πρώτης προσφοράς όταν συντρέχουν περισσότεροι δικαιούχοι, όπως στην περίπτωση της ψιλής κυριότητας, ακολουθεί επίσης τον δρόμο του άρθρου 954 παρ. 4.

Τι άλλαξε για τον εγγυητή διαχειριστή και το επαγγελματικό ακίνητο μετά την 1η Ιανουαρίου 2026;

Ο εγγυητής επιχειρηματίας δεν διαθέτει την προστασία της πρώτης κατοικίας στην οποία στηρίχθηκαν οι παραπάνω αποφάσεις. Παράλληλα, το νέο άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ απέκλεισε τις αντιρρήσεις κατά της εγκυρότητας της διαταγής πληρωμής και κατά της απαίτησης στο στάδιο της εκτέλεσης. Η δυσαναλογία παραμένει, αλλά μόνο επειδή πλήττει την πράξη της κατάσχεσης και όχι τον τίτλο.

Το άρθρο 933 παρ. 4, όπως διαμορφώθηκε με τον ν. 5221/2025 και συμπληρώθηκε με τον ν. 5264/2025, κηρύσσει απαράδεκτες τις αντιρρήσεις που αφορούν την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, καθώς και εκείνες που αφορούν την απαίτηση, με εξαίρεση τους οψιγενείς ισχυρισμούς και όσους στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα ασκητό με κύρια αγωγή. Οι λόγοι που παραμένουν διαθέσιμοι περιορίζονται στα ελαττώματα της ίδιας της εκτελεστικής διαδικασίας.

Στην κατηγορία αυτή ανήκει και ο λόγος της δυσαναλογίας. Η επιλογή του κατασχεθέντος αποτελεί πράξη της εκτέλεσης, όχι στοιχείο του τίτλου, οπότε ο έλεγχός της δεν θίγεται από τον περιορισμό.

Ο οφειλέτης που έχασε την προθεσμία της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής διατηρεί επομένως ένα από τα λίγα επιχειρήματα που παραμένουν διαθέσιμα.

Στην ΜΠρΑθ 1400/2025, η ανακόπτουσα ήταν εγγυήτρια και η κατάσχεση επιβλήθηκε στη μοναδική της κατοικία για 20.000 ευρώ, ενώ διέθετε και άλλα ακίνητα.

Ο δε πρωτοφειλέτης είχε ήδη υποβάλει αίτηση υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών με τη συναίνεση της ίδιας. Το δικαστήριο συνυπολόγισε την εκκρεμή συλλογική ρύθμιση ως στοιχείο που καθιστούσε την ατομική επίσπευση καταχρηστική.

Η εμπειρία από υποθέσεις εκτέλεσης κατά εγγυητών δείχνει ότι το κρίσιμο έγγραφο είναι η εντολή προς εκτέλεση, όχι η ίδια η διαταγή πληρωμής. Η εντολή προσδιορίζει το ποσό για το οποίο επισπεύδεται η κατάσχεση, το οποίο συχνά αποτελεί μέρος μόνο της συνολικής απαίτησης.

Η αντιπαράθεση αυτού του ποσού με την αξία του ακινήτου, αντί του συνολικού χρέους, είναι το στοιχείο που αναδεικνύει τη δυσαναλογία. Η έκταση της εγγυητικής ευθύνης, όπως διαμορφώνεται από τις επιμέρους ρήτρες παραίτησης του εγγυητή, καθορίζει το ποσό που ο δανειστής δικαιούται να επισπεύσει, οπότε ο έλεγχος ξεκινά από τη σύμβαση εγγύησης.

Πώς κρίνεται ο λόγος όταν επισπεύδει το Δημόσιο ή ο ΕΦΚΑ;

Η διοικητική εκτέλεση δεν ακολουθεί τον ΚΠολΔ. Το ένδικο βοήθημα είναι η ανακοπή του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και αρμόδια είναι τα διοικητικά δικαστήρια.

Ο λόγος της αναλογικότητας ευσταθεί, με διαφορετική διατύπωση, καθως λειτουργεί ως όριο της διακριτικής ευχέρειας της Αρχής κατά την επιλογή του αναγκαστικού μέτρου και του αντικειμένου του.

Στη ΔΠΑ 3208/2020, με επισπεύδον το ΚΕΑΟ Αθήνας για οφειλή ασφαλιστικών εισφορών, το δικαστήριο ακύρωσε πρώτα την έκθεση κατά το μέρος που αφορούσε ποσό 53.252,70 ευρώ, οπότε η εναπομείνασα οφειλή περιορίστηκε σε 4.082,75 ευρώ. Στη συνέχεια ακύρωσε το μέτρο συνολικά επειδή το κατασχεθέν είχε εκτιμηθεί σε 250.000 ευρώ.

Το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα εξής:

  1. η επιλογή του μέτρου ανήκει μεν στη διοίκηση, αλλά η διακριτική της ευχέρεια έχει ως όριο τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
  2. το ακίνητο αποτελούσε την κύρια κατοικία του ανακόπτοντος και το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε.
  3. η Αρχή δεν προέβαλε ούτε απέδειξε ότι εξέτασε πριν από την κατάσχεση αν η είσπραξη μπορούσε να επιδιωχθεί με λιγότερο επαχθή μέτρα.

Η αντιδιαστολή με την πολιτική εκτέλεση διαφοροποιείται στις προθεσμίες και στο αρμόδιο δικαστήριο. Η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 217 δεν αναστέλλει την εκτέλεση, οπότε απαιτείται χωριστή αίτηση αναστολής, ενώ η κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού από τη φορολογική διοίκηση κρίνεται με διαφορετικούς λόγους, με πρώτο τη νόμιμη κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης.

Συχνές Ερωτήσεις

Ποιοι λόγοι ανακοπής κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ παραμένουν διαθέσιμοι σήμερα;

Παραμένουν οι λόγοι που αφορούν την εκτελεστική διαδικασία, δηλαδή ελαττώματα της επιταγής προς εκτέλεση, της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού, καθώς και η νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Όταν ο τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις κατά της εγκυρότητάς της και κατά της απαίτησης είναι απαράδεκτες κατά το άρθρο 933 παρ. 4, με εξαίρεση τους οψιγενείς ισχυρισμούς και όσους στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα. Η δυσαναλογία της κατάσχεσης ανήκει στην πρώτη κατηγορία.

Τι διαφορά έχει η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ από την ανακοπή του άρθρου 933;

Η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ζητά διόρθωση και όχι ακύρωση. Αφορά την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς, κατατίθεται τριάντα εργάσιμες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό και δικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ. Ελαττώματα που μπορούν να θεραπευτούν με αυτήν δεν προβάλλονται παραδεκτώς με ανακοπή του άρθρου 933.

Προβάλεται ο λόγος της δυσαναλογίας κατά εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων;

Προβάλεται κανονικά. Στη ΜΠρΑθ 362/2024 επισπεύδουσα ήταν εταιρεία διαχείρισης με τίτλο διαταγή πληρωμής και η κατασχετήρια έκθεση ακυρώθηκε λόγω δυσαναλογίας. Ο λόγος αυτός είναι διακριτός από τον ισχυρισμό περί έλλειψης νομιμοποίησης της διαχειρίστριας, ο οποίος μετά την ΟλΑΠ 1/2023 δεν ευδοκιμεί στη γενική του μορφή.

Ακυρώνεται η επιταγή προς εκτέλεση μαζί με την κατάσχεση;

Όχι κατά κανόνα. Ο λόγος της δυσαναλογίας πλήττει την επιλογή του κατασχεθέντος, οπότε το αίτημα στρέφεται κατά της κατασχετήριας έκθεσης. Στη ΜΠρΑθ 1400/2025 ακυρώθηκε επιπλέον η εντολή προς εκτέλεση, αλλά μόνο κατά το μέρος που έδινε εντολή κατάσχεσης στο συγκεκριμένο ακίνητο, όχι στο σύνολό της.

Ποιο κόστος συνεπάγεται η ανακοπή και ποιος το φέρει;

Η ανακοπή δικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με τα συνήθη δικαστικά έξοδα και την αμοιβή του πληρεξουσίου. Σε περίπτωση μερικής νίκης τα έξοδα κατανέμονται ή συμψηφίζονται, όπως στη ΜΠρΑθ 362/2024, όπου η καθ’ ης καταδικάστηκε σε μέρος μόνο των εξόδων της ανακόπτουσας.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ημερομηνία της κατάσχεσης: Η προθεσμία των σαράντα πέντε ημερών του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α τρέχει από την ημέρα της κατάσχεσης και όχι από την επίδοση της έκθεσης. Ο υπολογισμός γίνεται πριν από κάθε αξιολόγηση της ουσίας, γιατί η ουσία δεν εξετάζεται σε περίπτωση εκπροθέσμου.

Ποσό εντολής, όχι συνολικό χρέος: Η δυσαναλογία μετριέται με βάση το ποσό για το οποίο δόθηκε η εντολή προς εκτέλεση. Η αντιπαράθεση με το συνολικό ύψος της οφειλής παράγει μικρότερη αναλογία και αποδυναμώνει το επιχείρημα.

Σώρευση επιχειρημάτων στο δικόγραφο: Ο λόγος αναπτύσσεται σωρευτικά ως παραβίαση της αρχής του ηπιότερου μέσου και ως παραβίαση της αναλογικότητας υπό στενή έννοια. Δικόγραφο που στηρίζεται μόνο στο πρώτο επιχείρημα απορρίπτεται όταν ο οφειλέτης διαθέτει ένα μόνο ακίνητο.

Έλεγχος βαρών πριν από τον υπολογισμό: Κατά τη ΜΠρΑθ 551/2025, οι απαιτήσεις των δανειστών που αναμένεται να αναγγελθούν συνυπολογίζονται στη στάθμιση. Το πιστοποιητικό βαρών δείχνει ποιες εγγραφές μπορούν να μετατραπούν σε αναγγελίες, οπότε αναζητείται πριν από κάθε υπολογισμό.

Χωριστό δικόγραφο για την εκτίμηση: Αμφισβήτηση της εμπορικής αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς κατατίθεται ως ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, τριάντα εργάσιμες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό. Η ενσωμάτωσή της στην ανακοπή του άρθρου 933 οδηγεί σε απόρριψη του λόγου αυτού ως νόμω αβάσιμου.

Καμία αναστολή στον πρώτο βαθμό επί ακινήτου: Το άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ αποκλείει την αναστολή πριν από την απόρριψη της ανακοπής και την άσκηση ενδίκου μέσου. Ο σχεδιασμός της άμυνας δεν στηρίζεται στην προσδοκία ότι η κατάθεση της ανακοπής θα σταματήσει τον πλειστηριασμό.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την ακύρωση κατάσχεσης λόγω παραβίασης της αναλογικότητας.