Skip to content
Αρθρογραφία

Ανατροπή Κατάσχεσης 1019 ΚΠολΔ: Ο Υπολογισμός Του Έτους

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 13 Αυγούστου 2026

Πότε Χάνεται Η Κατάσχεση Ακινήτου Και Ποιος Χρόνος Δεν Μετράει Στην Ενιαύσια Προθεσμία

Εν συντομία:

  • Η ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 1019 ΚΠολΔ δεν είναι ημερολογιακή. Από αυτήν αφαιρούνται τόσο οι ρητές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 όσο και όσες έχει δεχθεί η νομολογία κατ’ αναλογία, με κριτήριο τη νομική ή πραγματική αδυναμία του επισπεύδοντος.
  • Το πιο αμφισβητούμενο σημείο είναι το υποχρεωτικό επτάμηνο μεταξύ κατάσχεσης και πλειστηριασμού. Το Εφετείο Αθηνών το εξαιρεί ενώ μέρος της πρωτοβάθμιας νομολογίας το προσμετρά. Η διαφορά μετακινεί το περιθώριο ανατροπής κατά επτά μήνες.
  • Αρμόδιο δεν είναι πλέον το Ειρηνοδικείο. Μετά τον νέο δικαστικό χάρτη η αίτηση απευθύνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου της κατάσχεσης.
  • Η ανατροπή ενεργεί για το μέλλον. Πλειστηριασμός που διενεργείται μετά από αυτήν δεν είναι αυτοδικαίως άκυρος και ισχύει εαν δεν προσβληθεί εμπρόθεσμα.

Πότε ανατρέπεται η κατάσχεση και ποιο δικαστήριο αποφασίζει σήμερα;

Η κατάσχεση ανατρέπεται όταν δεν ακολουθήσει πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος από την επιβολή της ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, εφόσον το ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον.

Η ανατροπή δεν επέρχεται αυτοδικαίως. Απαγγέλλεται με διαπλαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ.

Η αρμοδιότητα άλλαξε στις 16 Σεπτεμβρίου 2024. Με τον ν. 5108/2024 ενοποιήθηκε ο πρώτος βαθμός δικαιοδοσίας και καταργήθηκαν τα Ειρηνοδικεία, ενώ με το άρθρο 49 παρ. 4 του ν. 5134/2024 η αρμοδιότητα του άρθρου 1019 ΚΠολΔ μεταφέρθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο.

Η νομολογία εφαρμόζει πλέον τη νέα ρύθμιση ρητά, όπως στη ΜΠρΑθ 395/2025 και στη ΜΠρΑθ 5694/2024, οι οποίες επικαλούνται τη διάταξη «σε συνδυασμό με το άρθρο 49 παρ. 4 ν. 5134/2024».

Το δικαστήριο δεν ασκεί διακριτική ευχέρεια. Ερευνά μόνο αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και, εφόσον έχει παρέλθει ο νόμιμος χρόνος, υποχρεούται να διατάξει την ανατροπή, όπως δέχθηκε η ΑΠ 1531/1995, στην οποία παραπέμπει η νεότερη νομολογία των Μονομελών Πρωτοδικείων.

Κρίσιμο είναι το σημείο από το οποίο παράγονται τα αποτελέσματα. Η απόφαση έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, δηλαδή μεταβάλλει η ίδια τη νομική κατάσταση χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ενέργεια.

Η ΜονΕφΛαρ 463/2023 δέχθηκε ότι καταργεί την εκτελεστική διαδικασία ex nunc, δηλαδή για το μέλλον και από τον χρόνο έκδοσής της, ενώ οι έννομες συνέπειες που είχαν ήδη επέλθει διατηρούνται. Αναδρομική εξάλειψη των συνεπειών της κατάσχεσης δεν επιτρέπεται σύμφωνα με τη διάταξη.

Έννομο συμφέρον διαθέτουν, πέραν του καθ’ ου, οι λοιποί δανειστές του ανεξάρτητα από τον τίτλο τους, ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου και ο ίδιος ο επισπεύδων, ο οποίος συνήθως αποβλέπει στην ευχέρεια επιβολής νέας κατάσχεσης.

Ποια χρονικά διαστήματα αφαιρούνται από την ενιαύσια προθεσμία;

Η προθεσμία εκκινεί από την επομένη της κατάσχεσης, αλλά δεν μετριέται ημερολογιακά. Η παράγραφος 2 του άρθρου 1019 ΚΠολΔ απαριθμεί ρητές εξαιρέσεις χωρίς να χρησιμοποιεί περιοριστική διατύπωση, οπότε η νομολογία δέχεται αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις όπου ο δανειστής βρίσκεται σε νομική ή πραγματική αδυναμία συνέχισης της εκτέλεσης.

Ο θεσμός αποβλέπει στην επίσπευση της εκτέλεσης και στην αποφυγή μακροχρόνιας δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, ώστε το κατασχεμένο να επανενταχθεί στον κύκλο των συναλλαγών, όπως επισημαίνει η ΕιρΛαυρίου 6/2021.

Χρονικό διάστημαΑφαιρείταιΒάση
Από την έκδοση απόφασης κατά το άρθρο 966 παρ. 3 και 4 μέχρι τον νέο πλειστηριασμόΝαι1019 παρ. 2, ρητή εξαίρεση
Αναστολή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία βεβαιωμένη συμβολαιογραφικάΝαι1019 παρ. 2, ρητή εξαίρεση
1 έως 31 ΑυγούστουΝαι1019 παρ. 2, ρητή εξαίρεση
Νομοθετική αναστολή πλειστηριασμών, όπως τα μέτρα για την πανδημία ή για πυρόπληκτες περιοχέςΝαιΑναλογία, ΕιρΙστιαίας 40/2022
Αναστολή ατομικών διώξεων λόγω πτώχευσηςΝαιΑναλογία, ΜονΕφΑθ 2761/2026
Από την πρωτόδικη απόφαση που ακύρωσε την κατάσχεση έως την εξαφάνισή της κατ’ έφεσηΝαιΑναλογία, ΜονΕφΑθ 2761/2026
Μετά από απόφαση επί ανακοπής διόρθωσης του άρθρου 954 παρ. 4ΌχιΕιρΚρωπίας 1/2012, ΕιρΚρωπίας 603/2012
Τετράμηνη προθεσμία αποποίησης κληρονομίαςΌχιΕιρΚρωπίας 603/2012
Μεταξύ ματαιωθέντος και νέου πλειστηριασμού ελλείψει πλειοδοτώνΑμφισβητούμενοΥπέρ: ΕιρΚρωπίας 1/2012. Κατά: ΕιρΙστιαίας 40/2022

Η ΕιρΙστιαίας 40/2022, που αφορούσε πλειστηριασμό ξενοδοχειακής μονάδας για οφειλές από επιχειρηματικά δάνεια, το δικαστήριο αφαίρεσε τους μήνες Αυγούστους των ετών 2019, 2020 και 2021, τα διαστήματα αναστολής των κοινών υπουργικών αποφάσεων για την πανδημία, το διάστημα αναστολής για τις πυρόπληκτες περιοχές της Βόρειας Εύβοιας και τέσσερις ημέρες αναστολής λόγω χιονόπτωσης, συνολικά 14 μήνες και 26 ημέρες.

Από τους 34 μήνες και 11 ημέρες που είχαν μεσολαβήσει απέμειναν 19 μήνες και 15 ημέρες ενεργού χρόνου, οπότε η αίτηση έγινε δεκτή.

Επομένως, καθε αναστολή στηρίζεται σε διαφορετική νομική βάση, ορισμένες προκύπτουν από κανονιστικές πράξεις περιορισμένης χρονικής ισχύος και άλλες από δικαστικές αποφάσεις με δική τους έναρξη και λήξη και απαιτούν ακριβή υπολογισμό.

Προσμετράται το επτάμηνο μεταξύ κατάσχεσης και πλειστηριασμού;

Στο ερώτημα αυτό η νομολογία δίνει δύο αντίθετες απαντήσεις. Το άρθρο 954 παρ. 2 περ. ε’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στα ακίνητα μέσω του άρθρου 993 παρ. 2, ορίζει ότι η ημέρα του πλειστηριασμού προσδιορίζεται υποχρεωτικά επτά μήνες μετά την περάτωση της κατάσχεσης και πάντως όχι μετά την παρέλευση οκτώ μηνών.

Η ρύθμιση εισήχθη με τον ν. 4335/2015 και διατηρήθηκε με τον ν. 4842/2021. Το αν το διάστημα αυτό μετράει στην ενιαύσια προθεσμία μετακινεί το χρονικό διάστημα ανατροπής από 12 σε περίπου 19 μήνες.

Η νομολογιακή γραμμή που εξαιρεί το επτάμηνο

Η ΜονΠρΘεσ 11987/2021 δέχθηκε ότι κατά τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 954 παρ. 2 περ. ε’, 993 παρ. 2 και 1019 ΚΠολΔ, το διάστημα των επτά μηνών «δεν προσμετράται στην ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς αυτή δεν μπορεί να αρχίζει νωρίτερα από την αναγκαστική παρέλευση των επτά μηνών από την ημερομηνία της κατάσχεσης, κατά την οποία ο επισπεύδων βρίσκεται σε εκ του νόμου αδράνεια».

Την ίδια θέση επανέλαβε η ΜονΕφΑθ 2761/2026, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε διατάξει την ανατροπή και απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ο υπολογισμός του Εφετείου δείχνει τον τρόπο υπολογισμού. Από την επομένη της κατάσχεσης, την 1η Νοεμβρίου 2024, έως τη συζήτηση της αίτησης πρωτοδίκως στις 11 Φεβρουαρίου 2026 είχαν μεσολαβήσει 468 ημέρες.

Το δικαστήριο αφαίρεσε 223 ημέρες για το επτάμηνο και 31 ημέρες για τον Αύγουστο του 2025, συνολικά 254. Απέμειναν 214 ημέρες ενεργού χρόνου, διάστημα μικρότερο του έτους, οπότε η ενιαύσια προθεσμία δεν είχε συμπληρωθεί.

Η γραμμή που προσμετρά το επτάμηνο και το κριτήριο της προβλεψιμότητας

Η ΕιρΙστιαίας 40/2022 έκρινε ρητά ότι οι προθεσμίες των άρθρων 954 παρ. 2 περ. ε’ και 973 παρ. 1 εδ. β’ «δεν συνιστούν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, νέες τυπικές περιπτώσεις νομικής αδυναμίας συνέχισης της εκτελεστικής διαδικασίας».

Το κοινό γνώρισμα όλων των εξαιρέσεων, με μόνη τη διαφοροποίηση του Αυγούστου, είναι ότι ο επισπεύδων δεν μπορούσε να προβλέψει εκ των προτέρων ούτε την επέλευσή τους ούτε τη διάρκειά τους. Το επτάμηνο, αντιθέτως, είναι απολύτως προβλέψιμο από την πρώτη ημέρα και ενσωματώνεται στον σχεδιασμό του δανειστή.

Η πρακτική συνέπεια είναι ότι η ίδια αίτηση, με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ευδοκιμεί ή απορρίπτεται ανάλογα με το ποια ερμηνεία ακολουθεί το εκάστοτε δικαστήριο. Η δευτεροβάθμια κρίση ενισχύει τη μία πλευρά, χωρίς όμως να δεσμεύει τα λοιπά πρωτοβάθμια δικαστήρια, τα οποία εξακολουθούν να κρίνουν αυτοτελώς.

Από την πρακτική σε υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης, η επιλογή δεν αφορά τόσο το πότε κατατίθεται η αίτηση όσο τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνεται το ιστορικό της.

Αίτηση που παραθέτει ημερολογιακά μόνο τη διαφορά μεταξύ κατάσχεσης και συζήτησης απορρίπτεται ενώπιον δικαστηρίου που αφαιρεί το επτάμηνο. Αίτηση που τεκμηριώνει διάστημα προς διάστημα τη μη ενεργοποίηση του επισπεύδοντος γίνεται δεκτή και με τις δύο ερμηνείες.

Πώς επηρεάζουν οι δηλώσεις συνέχισης του άρθρου 973 τον υπολογισμό;

Κάθε ματαίωση πλειστηριασμού προσθέτει νέα υποχρεωτική αναμονή. Κατά το άρθρο 973 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η νέα ημέρα ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντός δύο μηνών από τη δήλωση συνέχισης και πάντως όχι μετά την παρέλευση τριών μηνών. Σε διαδικασία με τρεις διαδοχικές δηλώσεις συνέχισης, τα διαστήματα αυτά αθροίζονται σε έως εννέα μήνες.

Το νομικό ερώτημα είναι ταυτόσημο με εκείνο του επταμήνου και οι δύο γραμμές παραμένουν οι ίδιες. Η ΕιρΙστιαίας 40/2022 αντιμετωπίζει ενιαία τις δύο προθεσμίες και τις προσμετρά, ενώ η ΜονΠρΘεσ 11987/2021 τις εξαιρεί με το ίδιο σκεπτικό της εκ του νόμου αδράνειας.

Χωριστό ζήτημα αποτελεί το διάστημα μεταξύ του ματαιωθέντος και του νέου πλειστηριασμού όταν η ματαίωση οφείλεται σε έλλειψη πλειοδοτών. Η ΕιρΚρωπίας 1/2012 το αφαιρεί, ενώ η ΕιρΙστιαίας 40/2022 δηλώνει ρητά ότι δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή.

Από την πρακτική σε εκκρεμείς πλειστηριασμούς επιχειρηματικών ακινήτων, η διαφορά αυτή είναι που συνήθως κρίνει την έκβαση, καθώς οι διαδοχικές ματαιώσεις ελλείψει πλειοδοτών αθροίζουν περισσότερο χρόνο από κάθε άλλη αιτία καθυστέρησης.

Με τον ν. 5221/2025, τόσο η δήλωση συνέχισης από τον επισπεύδοντα όσο και η δήλωση συνέχισης καθ’ υποκατάσταση από τρίτο δανειστή, επιδίδονται πλέον υποχρεωτικά στον καθ’ ου η εκτέλεση, ενώ προηγουμένως αρκούσε η ανάρτηση στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων.

Ο οφειλέτης που παλαιότερα διαπίστωνε την επανεκκίνηση της διαδικασίας μόνο εφόσον παρακολουθούσε το Δελτίο, σήμερα λαμβάνει ημερομηνία και αφετηρία υπολογισμού.

Παράλληλα, το άρθρο 42 του ν. 5282/2026 αναδιατύπωσε το άρθρο 995 παρ. 1 ΚΠολΔ, τάσσοντας προθεσμία επίδοσης της κατασχετήριας έκθεσης την επομένη της κατάσχεσης, όταν ο καθ’ ου κατοικεί στον δήμο όπου αυτή έγινε, αλλιώς εντός οκτώ ημερών, με ρητή ακυρότητα σε περίπτωση παράλειψης.

Η ρύθμιση δεν αφορά ευθέως το άρθρο 1019, επηρεάζει όμως το χρονικό σημείο περάτωσης της κατάσχεσης, δηλαδή την αφετηρία από την οποία μετρώνται όλα τα υπόλοιπα.

Ανατροπή, ακύρωση ή αναστολή: ποια βάση σε ποια περίπτωση;

Οι νομικές βάσεις δεν είναι εναλλάξιμες. Η ανατροπή προσβάλλει τον χρόνο χωρίς να ελέγχει πλημμέλεια, η ανακοπή προσβάλλει την πλημμέλεια χωρίς να ελέγχει τον χρόνο, η αναστολή παύει προσωρινά την πρόοδο χωρίς να θίγει το κύρος και η άρση αφορά ασφαλιστικό μέτρο και όχι μέσο εκτέλεσης. Η επιλογή λάθους βάσης οδηγεί σε απόρριψη χωρίς εξέταση της ουσίας.

ΕργαλείοΤι προσβάλλειΠροθεσμία άσκησης
Ανατροπή, άρθρο 1019Την κατάσχεση λόγω παρόδου χρόνουΚαμία, αρκεί να μην έχει ολοκληρωθεί ο πλειστηριασμός
Ανακοπή, άρθρο 933Πλημμέλεια πράξης εκτέλεσης, όπως η παραβίαση της αναλογικότηταςΣτάδια του άρθρου 934
Αναστολή πλειστηριασμούΜόνο την πρόοδο, όχι το κύροςΔεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν τον πλειστηριασμό
Άρση ή ανάκληση ασφαλιστικού μέτρουΤη συντηρητική κατάσχεση, όχι την αναγκαστικήΚατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας

Η σχέση ανατροπής και ανακοπής έχει μία συνέπεια με πρακτική βαρύτητα. Το δικαστήριο που δικάζει ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν κρίνει παρεμπιπτόντως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1019.

Ο ανακόπτων που ζητεί ακύρωση επικαλούμενος ότι είχε παρέλθει η ενιαύσια προθεσμία οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει δικαστική απόφαση που ανέτρεψε την κατάσχεση. Χωρίς αυτήν, ο λόγος δεν εξετάζεται.

Η αντίστροφη σειρά έχει επίσης σημασία. Η κατάσχεση που πάσχει δεν είναι αυτοδικαίως άκυρη και εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα μέχρι να ακυρωθεί δικαστικά, οπότε παραμένει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 1019.

Αν όμως έχει ήδη εκδοθεί απόφαση που ακυρώνει την κατασχετήρια έκθεση, η κατάσχεση θεωρείται ανύπαρκτη και η αίτηση ανατροπής στερείται αντικειμένου.

Διαφορετικό πλαίσιο ισχύει όταν την εκτέλεση επισπεύδει το Δημόσιο. Η κατάσχεση από ΔΟΥ ή ΕΦΚΑ διέπεται από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και προσβάλλεται με ανακοπή του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, χωρίς αντίστοιχο θεσμό ανατροπής λόγω παρόδου χρόνου.

Τι ισχύει για πλειστηριασμό που διενεργήθηκε μετά την ανατροπή;

Ο πλειστηριασμός που διενεργείται μετά τη δημοσίευση της απόφασης ανατροπής πάσχει δικονομικά, επειδή έγινε σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υπήρχε πλέον κατάσχεση.

Δεν είναι όμως αυτοδικαίως άκυρος. Όπως δέχθηκε η ΑΠ 1508/2018, εφόσον δεν προσβληθεί με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, ισχυροποιείται και καθίσταται απρόσβλητος.

Η γνωστοποίηση της απόφασης ακολουθεί δική της διαδικασία. Το δικαστήριο τη διαβιβάζει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος οφείλει να απόσχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια και να ζητήσει την εγγραφή σχετικής σημείωσης στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι επήλθε έναντι όλων από τη δημοσίευση.

Η απόφαση δεν διατάσσει διαγραφή. Στις ΕιρΚρωπίας 1/2012 και 603/2012 απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα να διαταχθεί ο αρμόδιος υπάλληλος να εξαλείψει την κατάσχεση από το κτηματολόγιο, με το σκεπτικό ότι η απόφαση απλώς διατάσσει την ανατροπή, η οποία ισχύει έναντι όλων, χωρίς να περιλαμβάνει διαταγή διαγραφής. Αίτηση που σωρεύει τέτοιο αίτημα απορρίπτεται κατά το μέρος αυτό.

Η ανατροπή συμπαρασύρει τις αναγγελίες των δανειστών που αναγγέλθηκαν με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης, μόνο εφόσον οι προθεσμίες του άρθρου 1019 παρ. 1 έχουν συμπληρωθεί και ως προς αυτούς, με αφετηρία τον χρόνο της αναγγελίας τους.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης όταν στη διαδικασία μετέχουν περισσότεροι δανειστές με διαφορετικές ημερομηνίες αναγγελίας, καθώς η επιτυχής ανατροπή έναντι του επισπεύδοντος αφήνει ενδεχομένως ενεργή τη δέσμευση υπέρ άλλου.

Στην περίπτωση εταιρείας, όπου η κατάσχεση επιχείρησης μπορεί να συνυπάρχει με κατασχέσεις επιμέρους στοιχείων, ο έλεγχος γίνεται χωριστά για κάθε δέσμευση.

Συχνές Ερωτήσεις

Ποια είναι η διαδικασία της ανατροπής κατάσχεσης;

Κατατίθεται αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Η αίτηση πρέπει να εκθέτει τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, τις ημερομηνίες των πλειστηριασμών που ματαιώθηκαν και τα διαστήματα που κατά τον αιτούντα προσμετρώνται. Δεν υπόκειται σε προθεσμία, αρκεί να μην έχει ολοκληρωθεί η εκτελεστική διαδικασία ούτε να έχει ακυρωθεί η κατάσχεση.

Ανατρέπεται κατάσχεση εις χείρας τρίτου;

Το άρθρο 1019 ΚΠολΔ συνδέει την ανατροπή αποκλειστικά με τη μη διενέργεια πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού μέσα στις προθεσμίες που τάσσει. Στην κατάσχεση απαιτήσεων εις χείρας τρίτου η ικανοποίηση επέρχεται μέσω της δήλωσης του τρίτου και της αναγκαστικής εκχώρησης, χωρίς να μεσολαβεί πλειστηριασμός, οπότε το χρονικό σημείο αναφοράς της διάταξης απουσιάζει.

Ισχύει ανατροπή κατάσχεσης του Δημοσίου ή κατά τον ΚΕΔΕ;

Το άρθρο 1019 ΚΠολΔ ρυθμίζει την αναγκαστική εκτέλεση για ιδιωτικές απαιτήσεις. Η διοικητική εκτέλεση για δημόσια έσοδα διέπεται από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και δεν προβλέπει αντίστοιχο θεσμό ανατροπής λόγω αδράνειας της Αρχής. Η άμυνα εκεί στηρίζεται στην ανακοπή του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, με λόγους όπως η πλημμελής κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης ή η παραγραφή.

Τι διαφορά έχει η ανατροπή από την άρση κατάσχεσης λόγω εξόφλησης;

Η ανατροπή δεν εξετάζει καθόλου την ύπαρξη ή το ύψος της οφειλής. Στηρίζεται αποκλειστικά στην πάροδο του χρόνου και αφήνει την απαίτηση άθικτη, επιτρέποντας στον δανειστή να επιβάλει νέα κατάσχεση. Η εξόφληση αποσβένει την ίδια την απαίτηση και θεμελιώνει λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης, με διαφορετικό δικόγραφο, διαφορετική προθεσμία και διαφορετικό αποδεικτικό βάρος.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χρονολόγιο πριν από κάθε αξιολόγηση: Πριν συνταχθεί η αίτηση καταρτίζεται πίνακας με την ημερομηνία περάτωσης της κατάσχεσης, κάθε ορισθείσα ημερομηνία πλειστηριασμού, κάθε δήλωση συνέχισης και κάθε διάστημα αναστολής με το έγγραφο που το τεκμηριώνει. Χωρίς αυτόν, ο υπολογισμός δεν αντέχει σε αντίκρουση.

Το επτάμηνο κρίνεται: Η αίτηση διατυπώνεται ώστε να ευσταθεί και υπό τις δύο νομολογιακές γραμμές. Ιστορικό που στηρίζεται μόνο στην ημερολογιακή διαφορά κατάσχεσης και συζήτησης απορίπτεται αν το δικαστήριο αφαιρέσει το επτάμηνο.

Έλεγχος αρμοδιότητας πριν την κατάθεση: Αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο και όχι το Ειρηνοδικείο. Υποδείγματα και παλαιότερα κείμενα που κυκλοφορούν εξακολουθούν να απευθύνονται σε καταργημένο δικαστήριο.

Χωριστός υπολογισμός ανά αναγγελία: Όταν έχουν αναγγελθεί δανειστές με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης, οι προθεσμίες μετρώνται και για καθέναν χωριστά από τον χρόνο της αναγγελίας του. Ανατροπή έναντι του επισπεύδοντος δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη αποδέσμευση του ακινήτου.

Το αίτημα διαγραφής δεν σωρεύεται: Αίτημα να διαταχθεί το κτηματολόγιο ή το υποθηκοφυλακείο να εξαλείψει την εγγραφή απορρίπτεται ως μη νόμιμο. Το αιτητικό περιορίζεται στην ανατροπή και στη γνωστοποίηση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Ανατροπή δεν σημαίνει απαλλαγή: Η απαίτηση παραμένει και ο δανειστής μπορεί να επιβάλει νέα κατάσχεση την επομένη ημέρα. Για την επιχείρηση που κερδίζει την ανατροπή, το όφελος είναι χρόνος και όχι εξάλειψη του χρέους, οπότε το διάστημα αυτό αξιοποιείται για ρύθμιση ή για αμφισβήτηση του ίδιου του τίτλου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ανατροπή κατάσχεσης.