Skip to content
Αρθρογραφία

Ζημία Από Επενδυτικά Προϊόντα: Πότε Ευθύνεται Η Τράπεζα

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 31 Ιουλίου 2026

Εν συντομία:

  • Η αξίωση δεν κρίνεται από το μέγεθος της ζημίας αλλά από τέσσερα κριτήρια, δηλαδή τον χαρακτήρα της σύμβασης, το δηλωθέν επενδυτικό προφίλ, την κατηγοριοποίηση του πελάτη και την αιτιώδη συνάφεια.
  • Η υποχρέωση καταλληλότητας γεννάται μόνο από σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Σε σύμβαση εκτέλεσης εντολών ο έλεγχος είναι στενότερος.
  • Μετά τον Ν. 4512/2018 το νομικό πρόσωπο δεν είναι καταναλωτής και χάνει την αντιστροφή του βάρους απόδειξης του άρθρου 8 Ν. 2251/1994.
  • Η ΑΠ 1945/2024 δέχθηκε αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης για σύνθετο ομόλογο και όμως απέρριψε την αναίρεση, επειδή η ζημία αποδόθηκε σε απρόβλεπτο γεγονός της αγοράς και το προφίλ του επενδυτή κρίθηκε έμπειρο.

Πότε η ζημία εταιρείας από επενδυτικό προϊόν γεννά αξίωση κατά τράπεζας ή ΕΠΕΥ;

Αξίωση αποζημίωσης γεννάται όταν η ζημία συνδέεται αιτιωδώς με παράβαση συγκεκριμένης υποχρέωσης ενημέρωσης, έρευνας ή καταλληλότητας του παρόχου. Δεν γεννάται όταν η ζημία προκύπτει από δυσμενή εξέλιξη της αγοράς.

Ο νόμος επιβάλλει επιμέλεια κατά τη διαμόρφωση της πληροφόρησης και της σύστασης. Δεν εγγυάται την απόδοση της επένδυσης ούτε τη διατήρηση του αρχικού κεφαλαίου. Η διάκριση αυτή είναι το σημείο όπου απορρίπτονται οι περισσότερες αγωγές επιχειρήσεων.

Ο Άρειος Πάγος έχει διατυπώσει την αρχή με σαφήνεια, καθώς στόχος των υποχρεώσεων που βαρύνουν τις τράπεζες και τις Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης αλλά η καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής (ΑΠ 1945/2024).

Στην πράξη η αξίωση της επιχείρησης περνά από τέσσερις διαδοχικούς ελέγχους:

  • Ο πρώτος αφορά τον χαρακτήρα της σύμβασης, ο οποίος καθορίζει ποια υποχρέωση υπήρχε.
  • Ο δεύτερος αφορά το επενδυτικό προφίλ όπως το δήλωσε η ίδια η επιχείρηση.
  • Ο τρίτος αφορά την κατηγοριοποίησή της ως πελάτη και την ιδιότητα του καταναλωτή.
  • Ο τέταρτος αφορά τη σύνδεση της συγκεκριμένης απώλειας με τη συγκεκριμένη παράλειψη.

Αποτυχία σε οποιονδήποτε από τους τέσσερις ελέγχους οδηγεί σε απόρριψη, ακόμη και όταν η παράβαση είναι δεδομένη.

Η γενική αδικοπρακτική ευθύνη τραπεζών λειτουργεί ως υπόβαθρο, όμως στις επενδυτικές υπηρεσίες οι ειδικοί κανόνες μετατοπίζουν το κέντρο βάρους της δίκης από την παρανομία στην απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας.

Πώς κρίνεται ο χαρακτήρας της σύμβασης και γιατί καθορίζει την υποχρέωση καταλληλότητας;

Η υποχρέωση καταλληλότητας γεννάται μόνο από σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Σε σύμβαση εκτέλεσης εντολών ο πάροχος οφείλει ενημέρωση για τη φύση και τους κινδύνους του προϊόντος και έλεγχο συμβατότητας, όχι εξατομικευμένη σύσταση. Ο χαρακτηρισμός δεν προκύπτει από τον τίτλο του εντύπου αλλά από τις επιμέρους ρήτρες του.

Στην ΑΠ 1945/2024 η επίδικη σύμβαση ήταν σύμβαση εκτέλεσης επενδυτικών εντολών, με αντικείμενο την εκτέλεση ειδικών εντολών και τη φύλαξη του χαρτοφυλακίου.

Το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν περιλαμβανόταν η διαχείριση του χαρτοφυλακίου ούτε η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Η διαπίστωση αυτή μετέθεσε τη συζήτηση από την καταλληλότητα της σύστασης στην επάρκεια της ενημέρωσης για το προϊόν.

Για την επιχείρηση που εξετάζει αν έχει αξίωση, ο πρώτος φάκελος που ελέγχεται είναι ο συμβατικός. Η ύπαρξη ρήτρας κατά την οποία ο πελάτης δηλώνει ότι κάθε εντολή αποτελεί απόρροια ελεύθερης επιλογής του και δεν εξαρτάται από γνώμες ή συστάσεις του παρόχου δεν είναι διακοσμητική.

Καθορίζει ποιο νομικό μέτρο θα εφαρμοστεί. Η αξιολόγηση της ρήτρας αυτής απαιτεί συνδυασμό του γραπτού κειμένου με την πραγματική συμπεριφορά των μερών, όπως τη μεταφορά του πελάτη σε εξειδικευμένο τμήμα ή τη συνάντηση με στέλεχος ιδιωτικής τραπεζικής.

Τύπος σύμβασηςΤι οφείλει ο πάροχοςΤι ελέγχει το δικαστήριο
Παροχή επενδυτικών συμβουλώνΕξατομικευμένη σύσταση κατάλληλη για τον πελάτη, αξιολόγηση καταλληλότηταςΑν η σύσταση ταίριαζε στο προφίλ του πελάτη και στο αντικείμενο της επένδυσης
Διαχείριση χαρτοφυλακίουΛήψη επενδυτικών αποφάσεων με διακριτική ευχέρεια, αξιολόγηση καταλληλότηταςΑν η σύνθεση του χαρτοφυλακίου κινήθηκε εντός του συμφωνημένου πλαισίου
Εκτέλεση ή λήψη και διαβίβαση εντολώνΕκτέλεση της εντολής, ενημέρωση για τη φύση και τους κινδύνους, αξιολόγηση συμβατότηταςΑν δόθηκε εντολή και αν η ενημέρωση για το συγκεκριμένο προϊόν ήταν επαρκής

Ποιο πλαίσιο ίσχυε κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης;

Η επιλογή του εφαρμοστέου πλαισίου γίνεται με βάση τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, όχι τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Για συμβάσεις έως την 1η Νοεμβρίου 2007 εφαρμόζεται ο Κανονισμός Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ (ΚΔΕΠΕΥ), που κυρώθηκε με την υπουργική απόφαση 12263/Β.500/11-4-1997 κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2396/1996. Τα άρθρα 1 έως 31 του νόμου αυτού καταργήθηκαν από την 1η Νοεμβρίου 2007 με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007.

Για την ενδιάμεση περίοδο εφαρμόζεται ο Ν. 3606/2007, με τον οποίο μεταφέρθηκε η Οδηγία 2004/39/ΕΚ, καθώς και η απόφαση 1/452/1.11.2007 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Για συμβάσεις από την 3η Ιανουαρίου 2018 εφαρμόζεται ο Ν. 4514/2018, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2014/65/ΕΕ (MiFID II, δηλαδή η δεύτερη οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων), σε συνδυασμό με τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/565. Ο ΚΔΕΠΕΥ εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε παλαιές υποθέσεις ως καταργημένο πλέον κείμενο, όπως ρητά δέχεται η ΜονΕφΑθ 1721/2023.

Τέλος, όλες τις περιόδους διατρέχει η Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/31.10.2002, η οποία έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου.

Πότε το δηλωθέν επενδυτικό προφίλ ανατρέπει την αξίωση της επιχείρησης;

Ο πάροχος δικαιούται να βασίζεται στην πληροφόρηση που του έδωσε ο πελάτης, εκτός αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πληροφόρηση αυτή ήταν καταφανώς παρωχημένη, ανακριβής ή ελλιπής.

Η ρύθμιση βρίσκεται στο άρθρο 55 παρ. 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/565 και προϋπήρχε στο άρθρο 14 παρ. 3 της απόφασης 1/452/1.11.2007. Το ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε στέλεχος της επιχείρησης λειτουργεί στη δίκη εναντίον της.

Στην ΑΠ 1945/2024 η ενάγουσα είχε συμπληρώσει έγγραφο αξιολόγησης συμβατότητας δηλώνοντας σημαντική επενδυτική εμπειρία, τακτική παρακολούθηση του κλάδου, συχνή κατάρτιση συναλλαγών σε διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα και κατανόηση των συνδεόμενων κινδύνων.

Το Εφετείο συνεκτίμησε τη δήλωση αυτή με το ιστορικό συναλλαγών, δηλαδή τοποθετήσεις σε μετοχές δεκάδων εταιρειών μεσαίας και μικρής κεφαλαιοποίησης, επαναλαμβανόμενες αγορές μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με ρητή ένδειξη ότι οι αποδόσεις δεν είναι εγγυημένες και συνεργασία με περισσότερες τράπεζες. Κατέληξε ότι το προφίλ δεν ήταν συντηρητικού αποταμιευτή.

Για ένα νομικό πρόσωπο ο κίνδυνος εντείνεται. Το προφίλ συντίθεται από το ιστορικό συναλλαγών της εταιρείας, από τη σύνθεση των διαθεσίμων της, στην οποία συχνά περιλαμβάνονται μερίδια ΟΣΕΚΑ και ETF, καθώς και από τις δηλώσεις όποιου υπέγραψε.

Το επιχείρημα του παρόχου δεν είναι πάντως αναντίρρητο. Οι Κατευθυντήριες Γραμμές ESMA35-43-1163 ορίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για να ελέγχουν την αξιοπιστία, την ακρίβεια και τη συνέπεια των πληροφοριών που συλλέγουν και ότι παραμένουν υπεύθυνες για την εξασφάλιση επαρκών πληροφοριών.

Όταν το ιστορικό συναλλαγών του λογαριασμού διαψεύδει τη δήλωση του ερωτηματολογίου, η επίκληση του άρθρου 55 παρ. 3 εξασθενεί.

Όταν το ερωτηματολόγιο συμπληρώθηκε από μέλος του διοικητικού συμβουλίου, η υπόθεση αποκτά και δεύτερο επίπεδο, καθώς ενεργοποιείται το ζήτημα της ευθύνης των μελών του διοικητικού συμβουλίου έναντι της εταιρείας.

Πώς η κατηγοριοποίηση κατά MiFID II και η απώλεια της ιδιότητας καταναλωτή περιορίζουν την προστασία του νομικού προσώπου;

Το άρθρο 1α του Ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά τον Ν. 4512/2018, περιορίζει την έννοια του καταναλωτή στο φυσικό πρόσωπο που ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική δραστηριότητά του. Η εταιρεία εξέρχεται από το πεδίο εφαρμογής και χάνει το ευνοϊκό αποδεικτικό καθεστώς του άρθρου 8.

Η απώλεια αυτή είναι ουσιώδης. Κατά το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994, στη μορφή που εφάρμοσε η ΑΠ 1945/2024 για τον κρίσιμο χρόνο της υπόθεσης, ο ζημιωθείς αποδεικνύει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας.

Χωρίς την ιδιότητα του καταναλωτή, η επιχείρηση επιστρέφει στο άρθρο 914 ΑΚ και αποδεικνύει η ίδια και την υπαιτιότητα. Διατηρεί πάντως τον έλεγχο των γενικών όρων συναλλαγών του άρθρου 2, ο οποίος μετά τον Ν. 4512/2018 καταλαμβάνει και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Παράλληλα λειτουργεί ένα δεύτερο φίλτρο. Το Παράρτημα ΙΙ του Ν. 4514/2018 αντιμετωπίζει ως επαγγελματία πελάτη την επιχείρηση που πληροί δύο από τα τρία προβλεπόμενα μεγέθη, μεταξύ των οποίων σύνολο ισολογισμού 20.000.000 ευρώ και καθαρός κύκλος εργασιών 40.000.000 ευρώ, με το τρίτο να αφορά τα ίδια κεφάλαια.

Μικρότερες επιχειρήσεις μπορούν να ζητήσουν την ίδια μεταχείριση, οπότε ο πάροχος αποστέλλει γραπτή προειδοποίηση που διευκρινίζει τις προστασίες και τα δικαιώματα αποζημίωσης που ενδέχεται να απολέσουν. Η επιστολή αυτή, όταν υπάρχει στον φάκελο, είναι από τα ισχυρότερα έγγραφα της άμυνας.

Κατηγορία πελάτηΠώς προκύπτειΤι μεταβάλλεται
Ιδιώτης πελάτηςΚάθε πελάτης που δεν πληροί τα κριτήρια του επαγγελματίαΙσχύει το πλήρες πλαίσιο πληροφόρησης και προστασίας
Επαγγελματίας πελάτης ανά κατηγορίαΠλήρωση δύο από τα τρία μεγέθη του Παραρτήματος ΙΙΤεκμαίρεται ότι διαθέτει εμπειρία, γνώσεις και εξειδίκευση ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις
Επαγγελματίας πελάτης κατόπιν αιτήματοςΓραπτό αίτημα και τήρηση της διαδικασίας του Παραρτήματος ΙΙΠαραίτηση από προστασίες, μετά από γραπτή προειδοποίηση του παρόχου
Επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενοςΠεριοριστικά οριζόμενες κατηγορίες αντισυμβαλλομένωνΤο πλαίσιο κανόνων δεοντολογίας εφαρμόζεται στο μικρότερο εύρος

Πότε διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος και η αξίωση απορρίπτεται παρά την παράβαση;

Η διαπίστωση παράβασης δεν αρκεί. Όταν η απώλεια προκύπτει από γεγονός που ήταν απρόβλεπτο με κάθε μέτρο επιμέλειας κατά τον χρόνο της επένδυσης, η αιτιώδης συνάφεια δεν καταφάσσεται και η αγωγή απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη. Το αποτέλεσμα αυτό δεν εξαρτάται από την πολυπλοκότητα του προϊόντος ούτε από την έκταση της υποχρέωσης ενημέρωσης.

Η ΑΠ 1945/2024 είναι το καθαρότερο παράδειγμα. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι τα ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους, οπότε ο πάροχος υπέχει ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης, όπως έχει κρίνει και η ΑΠ 1899/2022.

Δέχθηκε επίσης ότι η Πράξη 2501/31.10.2002 απαιτεί ειδική επί σύνθετων ομολόγων πληροφόρηση προς συναλλασσομένους οποιασδήποτε προελεύσεως και βαθμού εμπειρίας.

Και όμως η αγωγή απορρίφθηκε. Το δικαστήριο απέδωσε τη μείωση της αξίας του τίτλου και την αντικατάσταση της εγγύησης με κοινές μετοχές στην ελληνική χρηματοπιστωτική κρίση και στην Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 45/5.12.2015, κρίνοντας το γεγονός απρόβλεπτο με κάθε μέτρο επιμέλειας κατά τον χρόνο της αγοράς.

Η ζημία δεν συνδέθηκε αιτιωδώς με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος για τα οποία υπήρχε η υποχρέωση ενημέρωσης.

Η πρακτική συνέπεια για την επιχείρηση είναι ότι η αγωγή πρέπει να απομονώνει μηχανισμό ζημίας ο οποίος συνδέεται με το πληροφοριακό έλλειμμα και όχι με την αγορά.

Τέτοιοι μηχανισμοί είναι, ενδεικτικά, ότι η επιχείρηση δεν θα είχε τοποθετηθεί καθόλου αν γνώριζε την απουσία ημερομηνίας λήξης, ή ότι θα είχε ρευστοποιήσει σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο.

Το ποιος μηχανισμός προβάλλεται, εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και κρίνεται πριν από την κατάθεση, όχι στις προτάσεις ή την προσθήκη.

Ποια έγγραφα κρίνουν την υπόθεση και πώς αποκτώνται;

Την υπόθεση κρίνουν το ερωτηματολόγιο καταλληλότητας ή συμβατότητας, η δήλωση καταλληλότητας, τα ενημερωτικά έντυπα του προϊόντος, τα περιοδικά ενημερωτικά σημειώματα του λογαριασμού και τα αρχεία τηλεφωνικών και ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Τα τελευταία τηρούνται από τον πάροχο επί πενταετία και χορηγούνται στον πελάτη κατόπιν αιτήματος, με δυνατότητα επέκτασης έως επτά έτη εφόσον το ζητήσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Η προθεσμία τήρησης μεταβάλλει τον σχεδιασμό. Η επιχείρηση που εξετάζει τοποθέτηση παλαιότερη της πενταετίας κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς την καταγραφή της συνομιλίας στην οποία διατυπώθηκε η σύσταση, δηλαδή χωρίς το μόνο έγγραφο που θα μπορούσε να μετατρέψει μια σύμβαση εκτέλεσης εντολών σε σχέση παροχής συμβουλών.

Η εμπειρία από υποθέσεις ευθύνης παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών δείχνει ότι το αίτημα χορήγησης των αρχείων διατυπώνεται εγγράφως πριν από κάθε άλλη ενέργεια, γιατί μετά την πάροδο της περιόδου τήρησης το αποδεικτικό κενό δεν καλύπτεται με άλλο μέσο.

Χρήσιμη είναι και η αντίστροφη ανάγνωση. Στην ΑΠ 1945/2024 ο πάροχος απέδειξε την τηλεφωνική εντολή με εσωτερικό παραστατικό που δεν έφερε την υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου. Το έγγραφο λήφθηκε υπόψη κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ ως αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου και εκτιμήθηκε ελεύθερα.

Τα τριμηνιαία ενημερωτικά σημειώματα, εξάλλου, χρησιμοποιήθηκαν για να αποδειχθεί ότι η πελάτης γνώριζε τις διακυμάνσεις της τιμής. Κάθε έγγραφο που στέλνει ο πάροχος στην επιχείρηση και μένει αναπάντητο μπορεί να λειτουργήσει ως τεκμήριο γνώσης.

Πώς επιλέγεται η βάση της αγωγής και πώς αποφεύγεται η απόρριψή της ως αόριστης;

Η επιλογή μεταξύ ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής βάσης καθορίζει την παραγραφή, τα αποδεικτέα και τα κονδύλια. Συρροή των δύο βάσεων είναι δυνατή όταν η ίδια συμπεριφορά θα ήταν παράνομη ακόμη και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση. Η αδικοπρακτική βάση απαιτεί εξειδίκευση των περιστατικών, αλλιώς απορρίπτεται ως αόριστη.

ΣτοιχείοΕνδοσυμβατική βάσηΑδικοπρακτική βάση
Νομικό θεμέλιοΗ σύμβαση σε συνδυασμό με τα άρθρα 288 και 330 ΑΚΤα άρθρα 914 και 919 ΑΚ
ΠαραγραφήΕικοσαετία κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφόσον η αξίωση δεν εμπίπτει σε ειδικότερη κατηγορία του άρθρου 250 ΑΚΠενταετία από τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου, εικοσαετία από την πράξη, κατά το άρθρο 937 ΑΚ
ΑποδεικτέαΗ συμβατική υποχρέωση και η πλημμελής εκπλήρωσή τηςΗ παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, με εξειδίκευση των περιστατικών
Χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβηςΚατά κανόνα δεν οφείλεταιΠροβλέπεται στο άρθρο 932 ΑΚ, με την αναγνώρισή της υπέρ νομικού προσώπου να κρίνεται κατά περίπτωση

Η διαδικαστική διάσταση αποδεικνύεται συχνά κρισιμότερη από την ουσιαστική. Στην ΑΠ 1945/2024 το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την αδικοπρακτική βάση ως αόριστη.

Οι ενάγοντες δεν άσκησαν έφεση, οπότε το κεφάλαιο αυτό δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο και ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Η μερική ήττα σε πρώτο βαθμό δεν διορθώνεται στον Άρειο Πάγο.

Η εμπειρία από υποθέσεις ευθύνης παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών δείχνει ότι η στρατηγική επιλογή γίνεται πριν από τη σύνταξη του δικογράφου και λαμβάνει υπόψη δύο ακόμη παραμέτρους.

  • Η πρώτη είναι η παραγραφή των αξιώσεων και ιδίως το χρονικό σημείο από το οποίο θεωρείται ότι η επιχείρηση έμαθε τη ζημία.
  • Η δεύτερη είναι η εισπραξιμότητα, δηλαδή αν ο εναγόμενος έχει ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, ζήτημα που κρίνει αν η δίκη έχει οικονομικό νόημα όταν ο πάροχος δεν είναι συστημική τράπεζα.

Αφαιρούνται από την αποζημίωση τα τοκομερίδια που εισπράχθηκαν;

Η ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους απαιτεί αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του οφέλους. Τα τοκομερίδια προέρχονται από την παραχώρηση του κεφαλαίου στον εκδότη και όχι από την απώλειά του, οπότε η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται και το όφελος δεν συνυπολογίζεται στη ζημία.

Η ένσταση θεμελιώνεται σε δύο σωρευτικές προϋποθέσεις. Απαιτείται

  1. να ήταν το ζημιογόνο γεγονός πρόσφορο να παραγάγει το όφελος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, καθώς και
  2. ο καταλογισμός του οφέλους να μην αντίκειται στην καλή πίστη.

Η πρώτη προϋπόθεση ελλείπει όταν το όφελος προέκυψε από παρεμβολή έκτακτων περιστατικών.

Επειδή πρόκειται για ένσταση του εναγομένου, τα στοιχεία της βάσης της προτείνονται και αποδεικνύονται από τον ίδιο. Η θέση ότι τα τοκομερίδια δεν αφαιρούνται προκύπτει από τη δογματική των παραπάνω προϋποθέσεων και όχι από ρητή νομοθετική ρύθμιση, οπότε τεκμηριώνεται ανά υπόθεση με βάση τους όρους του συγκεκριμένου τίτλου.

Όταν ο τίτλος προέβλεπε κυμαινόμενη απόδοση συνδεδεμένη με δείκτες, η επιχείρηση οφείλει να αναμένει διαφορετική μεταχείριση από εκείνη που ισχύει σε σταθερό επιτόκιο.

Συχνές Ερωτήσεις

Ευθύνεται η τράπεζα αν η επένδυση έχασε αξία λόγω κρίσης της αγοράς;

Κατά κανόνα όχι. Η υποχρέωση του παρόχου αφορά την ενημέρωση, την έρευνα και την καταλληλότητα της σύστασης, όχι την απόδοση της επένδυσης. Όταν η απώλεια αποδίδεται σε γεγονός απρόβλεπτο κατά τον χρόνο της τοποθέτησης, η αιτιώδης συνάφεια διακόπτεται. Στην ΑΠ 1945/2024 η αγωγή απορρίφθηκε για αυτόν τον λόγο, παρότι το δικαστήριο δέχθηκε αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης για το συγκεκριμένο σύνθετο ομόλογο.

Δεσμεύει την επιχείρηση το ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε στέλεχός της;

Ναι, στον βαθμό που ο πάροχος δικαιούται να βασιστεί σε αυτό. Το άρθρο 55 παρ. 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/565 του επιτρέπει να στηριχθεί στην πληροφόρηση του πελάτη, εκτός αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ήταν καταφανώς παρωχημένη, ανακριβής ή ελλιπής. Η επιχείρηση που δήλωσε σημαντική εμπειρία και κατανόηση κινδύνων δυσκολεύεται να υποστηρίξει στη δίκη το αντίθετο.

Μπορεί εταιρεία να επικαλεστεί τον νόμο για την προστασία του καταναλωτή;

Μετά τον Ν. 4512/2018 όχι ως προς τον γενικό ορισμό, καθώς το άρθρο 1α του Ν. 2251/1994 περιορίζει τον καταναλωτή στο φυσικό πρόσωπο που ενεργεί εκτός επιχειρηματικής δραστηριότητας. Παραμένει διαθέσιμος ο έλεγχος των γενικών όρων συναλλαγών του άρθρου 2, ο οποίος καταλαμβάνει και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Για συμβάσεις που καταρτίστηκαν υπό το προηγούμενο καθεστώς εφαρμόζεται ο τότε ευρύτερος ορισμός.

Πόσο χρόνο έχει η επιχείρηση για να ασκήσει την αγωγή;

Εξαρτάται από τη βάση. Η αδικοπρακτική αξίωση παραγράφεται σε πενταετία από τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου και σε κάθε περίπτωση σε εικοσαετία από την πράξη, κατά το άρθρο 937 ΑΚ. Η ενδοσυμβατική υπάγεται στην εικοσαετία του άρθρου 249 ΑΚ. Ανεξάρτητα από την παραγραφή, η πενταετής υποχρέωση τήρησης των αρχείων επικοινωνιών θέτει πραγματικό όριο στη συγκέντρωση αποδείξεων.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ο συμβατικός φάκελος ανοίγει πρώτος: Πριν από κάθε αξιολόγηση της ουσίας εντοπίζεται ο τύπος της σύμβασης και οι ρήτρες περί ελεύθερης επιλογής του πελάτη, γιατί από αυτές κρίνεται αν υπήρχε υποχρέωση καταλληλότητας ή μόνο ενημέρωσης.

Αίτημα για τα αρχεία επικοινωνιών εντός της πενταετίας: Η καταγραφή της συνομιλίας στην οποία διατυπώθηκε η σύσταση είναι το έγγραφο που μπορεί να αναχαρακτηρίσει τη σχέση. Μετά την πάροδο της περιόδου τήρησης δεν αναπληρώνεται.

Το ερωτηματολόγιο ελέγχεται πριν από την αγωγή: Οι δηλώσεις εμπειρίας και ανοχής κινδύνου που υπέγραψε στέλεχος της επιχείρησης καθορίζουν τη γραμμή άμυνας του παρόχου και πρέπει να είναι γνωστές στον πληρεξούσιο από την πρώτη συνάντηση.

Η κατηγοριοποίηση επαληθεύεται στα βιβλία: Η πλήρωση δύο εκ των τριών μεγεθών του Παραρτήματος ΙΙ του Ν. 4514/2018 μεταβάλλει το επίπεδο προστασίας. Ο έλεγχος γίνεται στους ισολογισμούς της κρίσιμης χρήσης, όχι της τρέχουσας.

Ο μηχανισμός ζημίας διατυπώνεται ρητά στο δικόγραφο: Η αγωγή προσδιορίζει πώς η συγκεκριμένη παράλειψη οδήγησε στη συγκεκριμένη απώλεια. Αόριστη αδικοπρακτική βάση απορρίπτεται και, χωρίς έφεση κατά της μερικής απόρριψης, το κεφάλαιο δεν μεταβιβάζεται στον δεύτερο βαθμό.

Η εισπραξιμότητα προηγείται της κατάθεσης: Όταν ο εναγόμενος δεν είναι συστημικό πιστωτικό ίδρυμα, ελέγχεται η ύπαρξη ασφαλιστηρίου επαγγελματικής ευθύνης και τα όριά του πριν αναληφθεί το κόστος της δίκης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ευθύνη της τράπεζας από επενδυτικό προϊόν.