Πότε Χρειάζεται Ασφαλιστήριο Αστικής Ευθύνης Η Επιχείρηση Και Τι Ελέγχεται Πριν Υπογραφεί
Εν συντομία:
- Δεν υπάρχει οριζόντια υποχρέωση ασφάλισης αστικής ευθύνης για κάθε επιχείρηση. Η υποχρέωση προκύπτει ανά δραστηριότητα, από χωριστές διατάξεις με διαφορετικά ελάχιστα όρια και διαφορετικό αρμόδιο φορέα.
- Όταν η ασφάλιση είναι υποχρεωτική, το άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 δίνει στον ζημιωθέντα τρίτο ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η εφαρμογή της προϋποθέτει την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 26 παρ. 5.
- Ο ασφαλιστικός νόμος προστατεύει τον ασφαλισμένο μέσω του άρθρου 33 παρ. 1, εξαιρεί όμως ρητά τις ασφαλίσεις που συνάπτονται για επαγγελματικούς λόγους. Η επιχείρηση δεσμεύεται από απαλλακτικές ρήτρες που δεν θα δέσμευαν ιδιώτη.
- Στην προαιρετική ασφάλιση ο ζημιωθείς δεν στρέφεται ευθέως κατά του ασφαλιστή. Η επιχείρηση μεταφέρει το βάρος στη δίκη με προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή.
- Ο Ν. 5170/2025 επιβάλλει ασφάλιση αστικής ευθύνης στα ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης χωρίς να ορίζει όρια ή εύρος κάλυψης.
Πότε είναι υποχρεωτική εκ του νόμου η ασφάλιση αστικής ευθύνης της επιχείρησης;
Η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι υποχρεωτική μόνο όπου ειδική διάταξη την επιβάλλει για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Δεν υπάρχει οριζόντια υποχρέωση για κάθε επιχείρηση ούτε ενιαίο νομοθετικό καθεστώς.
Κάθε υποχρέωση πηγάζει από χωριστό νόμο, με δικά της ελάχιστα όρια, δικό της αρμόδιο υπουργείο και δική της διαδικασία παρακολούθησης. Το πρώτο ερώτημα αφορά το αν η δραστηριότητα εμπίπτει σε κάποια από τις ειδικές αυτές διατάξεις. Η επιλογή κάλυψης έρχεται δεύτερη.
Ο ισχύων κατάλογος υποχρεωτικών ασφαλίσεων που τηρεί η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος, στην έκδοση Ιανουαρίου 2026, καταγράφει δεκάδες διακριτές περιπτώσεις.
Καλύπτουν δραστηριότητες τόσο ανόμοιες μεταξύ τους όσο η λειτουργία υδατοδρομίου, η χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, η διοργάνωση οργανωμένων ταξιδίων, οι μονάδες ψυχικής υγείας, οι κλινικές μελέτες φαρμάκων και η οδική βοήθεια οχημάτων.
Τρία παραδείγματα δείχνουν πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζει ο νομοθέτης την ίδια υποχρέωση.
- Για τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή η Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος 230/2/17.06.2024 ορίζει ελάχιστο όριο 1.564.610 ευρώ ανά απαίτηση και 2.315.610 ευρώ συνολικά κατ’ έτος, ενώ θέτει και ανώτατο ποσό απαλλαγής του ασφαλιστή στα 23.480 ευρώ.
- Για τους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές που διενεργούν ελέγχους ολοκλήρωσης επενδυτικών σχεδίων υπαγόμενων στους αναπτυξιακούς νόμους, το άρθρο 2 του Ν. 4635/2019 απαιτεί κάλυψη τουλάχιστον 1.000.000 ευρώ ανά συμβάν και 5.000.000 ευρώ ετησίως.
- Για τα ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης, το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 5170/2025 επιβάλλει ασφάλιση χωρίς να αναφέρει κανένα ποσό.
Διαφέρει επίσης ο τρόπος ελέγχου. Σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπεται συστηματική παρακολούθηση από τα επιμελητήρια, ενώ το άρθρο 265 του Ν. 5222/2025 θέσπισε ηλεκτρονική υποβολή των στοιχείων του ασφαλιστηρίου επαγγελματικής αστικής ευθύνης.
Σε άλλες, όπως στη βραχυχρόνια μίσθωση, ο έλεγχος γίνεται μόνο κατά περίπτωση, χωρίς καθολικό μηχανισμό. Η διαφορά αυτή καθορίζει πόσο γρήγορα εντοπίζεται η μη συμμόρφωση, όχι όμως και τις αστικές συνέπειές της.
Τι αλλάζει νομικά όταν η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ή προαιρετική;
Η διάκριση καθορίζει ποιος μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή. Στην προαιρετική ασφάλιση, ο ζημιωθείς τρίτος δεν αποκτά ίδια αξίωση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Στην υποχρεωτική, το άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 του παρέχει ευθεία αξίωση η οποία εκτείνεται πέρα από το συμφωνημένο ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση επιβάλλεται από τον νόμο.
Η δεύτερη αυτή δυνατότητα δεν λειτουργεί αυτόματα. Κατά την ΑΠ 746/2020, εφόσον δεν έχει εκδοθεί η κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 26 παρ. 5, η οποία προσδιορίζει την υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο που δέχεται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, οι διατάξεις περί ευθείας αξίωσης του τρίτου δεν εφαρμόζονται.
Η ίδια απόφαση παραπέμπει σε σειρά προγενέστερων κρίσεων προς την ίδια κατεύθυνση. Πρακτικά, η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει αξίωση του ζημιωθέντος απευθείας κατά της ασφαλιστικής εταιρείας.
Όπου η ευθεία αξίωση ενεργοποιείται, μεταβάλλεται και η δικονομική θέση του ασφαλιστή. Το άρθρο 26 παρ. 2 δεν του επιτρέπει να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου τις ενστάσεις που θα μπορούσε να προβάλει έναντι του ασφαλισμένου του, ενώ κατά την παράγραφο 3 γεγονός που οδηγεί στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης αντιτάσσεται στον τρίτο μόνο μετά την πάροδο ενός μηνός από την κοινοποίησή του στην αρμόδια υπηρεσία.
Την ίδια λογική αποτυπώνει και η ΑΠ 678/2021 για την ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα: οι όροι αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή περιλαμβάνονται εγκύρως στο ασφαλιστήριο, χωρίς όμως να μπορούν να θεμελιώσουν ένσταση κατά του τρίτου που ζημιώθηκε.
| Κριτήριο | Υποχρεωτική εκ του νόμου | Προαιρετική |
|---|---|---|
| Νομική βάση της υποχρέωσης | Ειδική διάταξη ανά δραστηριότητα | Ελεύθερη επιλογή της επιχείρησης |
| Αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου | Ευθεία αξίωση κατά το άρθρο 26 παρ. 1, εφόσον έχει εκδοθεί η ΚΥΑ του άρθρου 26 παρ. 5 | Καμία ίδια αξίωση, μόνο πλαγιαστική άσκηση της αξίωσης του ασφαλισμένου |
| Ενστάσεις του ασφαλιστή έναντι του τρίτου | Δεν αντιτάσσονται οι ενστάσεις κατά του ασφαλισμένου | Αντιτάσσονται πλήρως, καθώς ο τρίτος ασκεί την ίδια αξίωση |
| Ελάχιστα όρια κάλυψης | Οριζόμενα από την ειδική διάταξη, με σημαντικές εξαιρέσεις όπου ο νόμος σιωπά | Διαμορφώνονται συμβατικά |
| Συνέπεια απουσίας ασφάλισης | Διοικητικές κυρώσεις και, κατά περίπτωση, αδυναμία νόμιμης άσκησης της δραστηριότητας | Καμία κύρωση, η ζημία βαρύνει εξ ολοκλήρου την επιχείρηση |
Γιατί η επιχείρηση προστατεύεται λιγότερο από τον ασφαλισμένο ιδιώτη;
Το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 κηρύσσει άκυρη κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος.
Ο ασφαλιστικός νόμος αποκτά έτσι χαρακτήρα ημιαναγκαστικού δικαίου, δηλαδή δικαίου από το οποίο επιτρέπεται παρέκκλιση μόνο υπέρ του ασφαλισμένου. Ο ίδιος όμως κανόνας φέρει δύο ρητές εξαιρέσεις, οι οποίες αφορούν ακριβώς τον επιχειρηματία.
Η πρώτη εξαίρεση συνίσταται στις ειδικές διατάξεις που επιτρέπουν αντίθετη συμφωνία όταν ο λήπτης της ασφάλισης ενεργεί για επαγγελματικούς λόγους. Πρόκειται για τα άρθρα 7 παρ. 3 και 7 παρ. 6, 14 παρ. 4, 18 παρ. 4 και 19 παρ. 5.
Κοινό τους στοιχείο είναι η κάλυψη κινδύνων που πηγάζουν από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου. Ο ημιαναγκαστικός χαρακτήρας του νόμου, όπως τον διατυπώνει η ΑΠ 1542/2018, ισχύει «αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό». Στην επαγγελματική ασφάλιση ορίζεται.
Η δεύτερη εξαίρεση αφορά τέσσερις κατονομαζόμενες μορφές εμπορικής ασφάλισης:
- τη μεταφορά πραγμάτων,
- την πίστωση,
- την εγγύηση και
- τη θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.
Επί ασφάλισης πίστωσης, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου 14/2013 έκρινε ότι συμφωνείται εγκύρως ειδικός όρος κατά τον οποίο η παράλειψη έγγραφης γνωστοποίησης της ασφαλιστικής περίπτωσης εντός ορισμένης προθεσμίας απαλλάσσει τον ασφαλιστή ανεξάρτητα από το αν η παράλειψη προκάλεσε ζημία σε αυτόν.
Η κρίση αυτή δεσμεύει για τις τέσσερις αυτές κατηγορίες. Δεν μεταφέρεται αυτούσια στην ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης, η οποία στηρίζεται στην πρώτη εξαίρεση.
Το εύρος της πρώτης εξαίρεσης είναι ευρύτερο από όσο φαίνεται. Κατά την ΑΠ 783/2019, η δυνατότητα διεύρυνσης των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ. 6 εδ. α έχει ευρεία διατύπωση, εντάσσεται στις γενικές διατάξεις του νόμου και καταλαμβάνει ποικίλες απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων κινδύνων.
Η επιχείρηση που υπογράφει ασφαλιστήριο επαγγελματικής ευθύνης έχει συνεπώς μπροστά της γνήσια διαπραγμάτευση περιεχομένου. Ο νομοθετικά εγγυημένος πυρήνας που θα προστάτευε έναν ιδιώτη λείπει. Η πραγματική έκταση της κάλυψης διαμορφώνεται ad hoc, με όρους συνταγμένους για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Ποιες ρήτρες του ασφαλιστηρίου κρίνουν αν θα καταβληθεί το ασφάλισμα;
Τρεις κατηγορίες όρων κρίνουν στην πράξη την καταβολή:
- Η πρώτη οριοθετεί τον καλυπτόμενο κίνδυνο.
- Η δεύτερη επιβάλλει προθεσμίες και υποχρεώσεις ενημέρωσης.
- Η τρίτη περιγράφει τις περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή.
Οι δύο τελευταίες παράγουν τις περισσότερες αρνήσεις καταβολής, επειδή ενεργοποιούνται από συμπεριφορά της ίδιας της ασφαλισμένης επιχείρησης μετά την επέλευση της ζημίας.
Ως προς τις προθεσμίες, η ΑΠ 697/2023 υπενθυμίζει ότι ο λήπτης της ασφάλισης οφείλει να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή εντός οκτώ ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης.
Στην επαγγελματική ασφάλιση, το ασφαλιστήριο συχνά συνδέει την παράβαση της προθεσμίας με απαλλαγή, αξιοποιώντας τη δυνατότητα του άρθρου 7 παρ. 6.
Η επιχείρηση που πληροφορείται μια αξίωση μέσω εξωδίκου ή αγωγής και καθυστερεί να τη διαβιβάσει στον ασφαλιστή της κινδυνεύει να χάσει την κάλυψη για λόγο άσχετο με την ουσία της υπόθεσης.
Οι απαλλακτικές ρήτρες δεν λειτουργούν όμως σιωπηρά. Στην υπόθεση της ΑΠ 783/2019, όπου ο επίδικος κίνδυνος αφορούσε υπεξαίρεση, το δικαστήριο κατέληξε ότι, ελλείψει συμφωνίας των μερών για απαλλαγή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται.
Η διεύρυνση των απαλλαγών προϋποθέτει ρητή διατύπωση. Ο έλεγχος επεκτείνεται συνεπώς στο αν η κάθε εξαίρεση καταλαμβάνει, με τη διατύπωση που φέρει, τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης απαίτησης.
Το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2496/1997 απαιτεί όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία.
Η διάταξη αυτή αποτελεί το βασικό εργαλείο αμφισβήτησης ασαφών εξαιρέσεων, λειτουργεί όμως ως έλεγχος διατύπωσης, με περιορισμένη εμβέλεια στο ίδιο το περιεχόμενο της κάλυψης. Παράλληλα, το δικαίωμα υπαναχώρησης από την ασφαλιστική σύμβαση παρέχει διέξοδο μόνο σε πρώιμο στάδιο και υπό προϋποθέσεις.
Η εμπειρία από υποθέσεις άρνησης καταβολής ασφαλίσματος σε επαγγελματικές καλύψεις δείχνει ότι η κρίσιμη διαφωνία σπάνια αφορά την ύπαρξη της ζημίας.
Αφορά τον χαρακτηρισμό της ως καλυπτόμενης. Ο χαρακτηρισμός κρίνεται από τη διατύπωση δύο ή τριών γραμμών του ασφαλιστηρίου, τις οποίες τα μέρη είτε διαπραγματεύθηκαν κατά τη σύναψη είτε προσπέρασαν.
Πώς στρέφεται ο ζημιωθείς τρίτος κατά του ασφαλιστή και πώς αμύνεται η επιχείρηση;
Εκτός υποχρεωτικής ασφάλισης, ο ζημιωθείς δεν διαθέτει ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή. Το άρθρο 25 του Ν. 2496/1997 ορίζει ότι η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και την ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, γεννά όμως δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου. Ο τρίτος στρέφεται κατά της επιχείρησης, όχι κατά της ασφαλιστικής εταιρείας της.
Η μόνη έμμεση οδός είναι η πλαγιαστική άσκηση της αξίωσης. Κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, στο οποίο αναφέρεται και η ΑΠ 84/2024, οι δανειστές ασκούν τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί. Η οδός αυτή προϋποθέτει αδράνεια της ασφαλισμένης επιχείρησης και δεν παρακάμπτει τις ενστάσεις που ο ασφαλιστής διαθέτει έναντί της.
Η επιχείρηση από την πλευρά της μεταφέρει το βάρος στον ασφαλιστή μέσα στην ίδια δίκη. Το άρθρο 88 ΚΠολΔ επιτρέπει την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή, δηλαδή εκείνου που υποχρεούται σε αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος, με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατά την ΑΠ 2100/2022, για το παραδεκτό της προσεπίκλησης απαιτείται ο προσεπικαλών να ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου υφίσταται έννομη σχέση, από νόμο ή σύμβαση, που του παρέχει δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση ήττας. Χρειάζονται δηλαδή δύο έννομες σχέσεις, η επίδικη και εκείνη που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή, με τη δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη.
Ο μηχανισμός αυτός έχει χρονικό όριο. Η προσεπίκληση ασκείται μέσα στη δίκη και όχι μετά την έκδοση της απόφασης, οπότε η επιλογή του χρόνου καθορίζει αν η ασφαλιστική κάλυψη θα λειτουργήσει στην ίδια διαδικασία ή θα απαιτήσει δεύτερη.
Η εμπειρία από υποθέσεις όπου συνυπάρχουν αξιώσεις για εργατικό ατύχημα και για διαφυγόν κέρδος δείχνει ότι το ασφαλιστήριο μπορεί να καλύπτει το ένα κονδύλιο και όχι το άλλο, με αποτέλεσμα η παρεμπίπτουσα αγωγή να χρειάζεται διαφορετική θεμελίωση ανά αιτούμενο κεφάλαιο.
Πώς επιλέγονται όρια κάλυψης όταν ο νόμος δεν τα ορίζει;
Ορισμένες υποχρεωτικές ασφαλίσεις ορίζουν ρητά ελάχιστα ποσά ανά απαίτηση και ετησίως. Άλλες δεν ορίζουν κανένα. Στη δεύτερη περίπτωση, το ύψος της κάλυψης αποτελεί απόφαση της ίδιας της επιχείρησης, με μέτρο τη μέγιστη εύλογα προβλέψιμη αξίωση τρίτου από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και όχι το χαμηλότερο διαθέσιμο ασφάλιστρο.
Η βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων αποτελεί το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 5170/2025 απαιτεί τα ακίνητα που μισθώνονται βραχυχρόνια να διαθέτουν ασφάλιση έναντι αστικής ευθύνης για ζημίες ή ατυχήματα που μπορεί να προκληθούν, με ισχύ από την 1η Οκτωβρίου 2025 κατά το άρθρο 34 του ίδιου νόμου. Ο νόμος, ωστόσο, δεν ορίζει πλαίσιο κάλυψης, ούτε ελάχιστα όρια, ούτε όρους ή εξαιρέσεις.
Η υπ’ αρ. 19231/19.09.2025 εγκύκλιος του Υπουργείου Τουρισμού, που εξειδίκευσε τις προδιαγραφές του άρθρου 3, προσέθεσε μία μόνο απαίτηση: το ασφαλιστήριο πρέπει να έχει συναφθεί με νομίμως αδειοδοτημένη ασφαλιστική επιχείρηση, εγγεγραμμένη στο σχετικό μητρώο της Τράπεζας της Ελλάδος. Ποσά δεν τέθηκαν ούτε εκεί.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων προκύπτει ένα ζήτημα που δεν έχει ακόμη απαντηθεί νομολογιακά. Το άρθρο 26 παρ. 1 δίνει στον τρίτο ευθεία αξίωση «μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική».
Όταν ο νόμος που θεσπίζει την υποχρέωση δεν ορίζει τέτοιο όριο, το περιεχόμενο της αξίωσης παραμένει απροσδιόριστο, ενώ ελλείπει και η κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 26 παρ. 5 που θα ενεργοποιούσε τον μηχανισμό. Ο ιδιοκτήτης συμμορφώνεται τυπικά με μια υποχρέωση της οποίας η αστική εμβέλεια δεν έχει προσδιοριστεί.
Η επιλογή του ορίου κρίνεται, επομένως, κατά περίπτωση, με βάση το περιεχόμενο της δραστηριότητας. Καθοριστικά είναι το είδος της πιθανότερης ζημίας, ο κύκλος των προσώπων που εκτίθενται σε αυτήν και η ύπαρξη παράλληλων βάσεων ευθύνης.
Επιχείρηση που διαθέτει προϊόντα στην αγορά φέρει και ευθύνη παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα, ενώ σε ανώνυμη εταιρεία μπορεί να ενεργοποιηθεί παράλληλα και η αδικοπρακτική ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου, την οποία το εταιρικό ασφαλιστήριο ενδέχεται να μην καλύπτει.
Συχνές Ερωτήσεις
Ποιος νόμος επιβάλλει υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης στις επιχειρήσεις;
Δεν υπάρχει ένας νόμος. Η υποχρέωση θεσπίζεται ανά δραστηριότητα από χωριστές διατάξεις, καθεμία με δικό της αρμόδιο υπουργείο, δικά της όρια και δική της διαδικασία ελέγχου. Ο Ν. 2496/1997 δεν επιβάλλει την ασφάλιση, ρυθμίζει τις συνέπειες όταν αυτή επιβάλλεται από άλλη διάταξη, κυρίως μέσω του άρθρου 26. Ο έλεγχος γίνεται επομένως ανά κλάδο και ανά συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Τι καλύπτει η ασφάλιση αστικής ευθύνης κατά τον νόμο;
Κατά το άρθρο 25 του Ν. 2496/1997, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και την ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, οι οποίες γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη. Η διάταξη ορίζει το εξωτερικό πλαίσιο. Το τι πράγματι καλύπτεται προκύπτει από τους όρους και τις εξαιρέσεις του συγκεκριμένου ασφαλιστηρίου.
Τι ισχύει για την υποχρεωτική ασφάλιση στα ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης;
Το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 5170/2025 απαιτεί ασφάλιση έναντι αστικής ευθύνης για ζημίες ή ατυχήματα, με ισχύ από την 1η Οκτωβρίου 2025. Ο νόμος δεν καθορίζει όρια κάλυψης, εύρος ή εξαιρέσεις. Η εγκύκλιος 19231/19.09.2025 του Υπουργείου Τουρισμού πρόσθεσε μόνο την απαίτηση το ασφαλιστήριο να έχει συναφθεί με νομίμως αδειοδοτημένη ασφαλιστική επιχείρηση. Ο προσδιορισμός του ποσού επαφίεται στον ιδιοκτήτη.
Από τι εξαρτάται νομικά το κόστος του ασφαλίστρου;
Το ασφάλιστρο διαμορφώνεται ελεύθερα και δεν ρυθμίζεται από τον ασφαλιστικό νόμο. Οι νομικά κρίσιμες μεταβλητές που το επηρεάζουν είναι το ασφαλιστικό ποσό, το ύψος της απαλλαγής και το εύρος των εξαιρέσεων. Σε ορισμένες υποχρεωτικές ασφαλίσεις ο νομοθέτης παρεμβαίνει και στην απαλλαγή. Για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, η Πράξη 230/2/17.06.2024 της Τράπεζας της Ελλάδος θέτει ανώτατο ποσό απαλλαγής 23.480 ευρώ.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Πρώτος έλεγχος στη δραστηριότητα, όχι στο προϊόν: Πριν από κάθε συζήτηση κάλυψης, ελέγχεται αν η συγκεκριμένη δραστηριότητα εμπίπτει σε ειδική διάταξη που επιβάλλει ασφάλιση. Η απάντηση καθορίζει ελάχιστα όρια, διαδικασία ελέγχου και τη θέση του ζημιωθέντος τρίτου.
Η υποχρεωτικότητα δεν ισοδυναμεί με ευθεία αξίωση: Η ευθεία αξίωση του άρθρου 26 παρ. 1 προϋποθέτει την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 5. Χωρίς αυτήν, ο τρίτος παραμένει στις γενικές διατάξεις κατά της επιχείρησης.
Οι εξαιρέσεις διαβάζονται πριν από τις καλύψεις: Στην επαγγελματική ασφάλιση το άρθρο 7 παρ. 6 επιτρέπει διεύρυνση των απαλλαγών του ασφαλιστή. Ο κατάλογος εξαιρέσεων καθορίζει το πραγματικό περιεχόμενο της κάλυψης περισσότερο από τον κατάλογο καλύψεων.
Η προθεσμία γνωστοποίησης καταγράφεται ως εσωτερική διαδικασία: Η οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 7 συνδυάζεται συχνά με συμβατικό όρο απαλλαγής. Ορίζεται συγκεκριμένο πρόσωπο που παραλαμβάνει εξώδικα και αγωγές και τα διαβιβάζει στον ασφαλιστή.
Η προσεπίκληση σχεδιάζεται με την κατάθεση των προτάσεων: Η μεταφορά του βάρους στον ασφαλιστή κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ γίνεται εντός της εκκρεμούς δίκης. Καθυστέρηση οδηγεί σε δεύτερη, χωριστή διαδικασία κατά της ασφαλιστικής εταιρείας.
Το όριο κάλυψης ορίζεται από τη μέγιστη πιθανή αξίωση: Όπου ο νόμος σιωπά, όπως στη βραχυχρόνια μίσθωση, το ποσό κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση το περιεχόμενο της δραστηριότητας και τις παράλληλες βάσεις ευθύνης.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά την ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης της επιχείρησής σας.