Skip to content

Αρθρογραφία

Η Άρνηση Εμβολιασμού Ως Λόγος Καταγγελίας Της Σύμβασης Εργασίας

απόλυση εμβολιασμός

Οι πρώτες απολύσεις για άρνηση εμβολιασμού κατά της CoViD-19 στη χώρα μας έγιναν στο Γηροκομείο της Ι. Μ. Ηλείας. Συγκεκριμένα, ο τοπικός Μητροπολίτης απέλυσε δύο εργαζόμενους που αρνήθηκαν να εμβολιαστούν. Λίγες ημέρες αργότερα ακολούθησε νέα απόλυση, για τον ίδιο λόγο, σε ιδιωτικό κέντρο φροντίδας ηλικιωμένων στην Κρήτη.

Στην Ευρώπη επίσης, ξεκίνησαν οι πρώτες απολύσεις για τον παραπάνω λόγο, με αποτέλεσμα, ελλείψει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης, να έχει ξεκινήσει μια διελκυστίνδα ανάμεσα σε εργοδότες και εργαζόμενους – αρνητές εμβολίων.

Νομικό Πλαίσιο
Σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ν. 3850/2010:

1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων (..)

5.Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων.

6. Ο εργοδότης υποχρεούται:

α) να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων (…)

7.Ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5, βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης:

α) αποφυγή των κινδύνων,

β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν,

γ) προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο (…) δ) αντικατάσταση του επικινδύνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο, ε) προγραμματισμός της πρόληψης (…), στ) καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους, ζ) προτεραιότητα στη λήψη μέτρων ομαδικής προστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατομικής προστασίας, η) προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις και θ) παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζομένους”.

Περαιτέρω, το άρθρο 662 ΑΚ ορίζει ότι:

Ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με το χώρο της καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου”.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 1568/1985:

Α. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση:

1. Να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και ο τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα (…)

4. Να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων (…)

8. Να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση (…)

Β. Οι εργαζόμενοι έχουν υποχρέωση:

1 . Να εφαρμόζουν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας (…)

3. Να διατηρούν τις διατάξεις και τους μηχανισμούς ασφάλειας...”

Τέλος, το άρθρο 7 του Π.Δ. 17/1996 προβλέπει ότι :

1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων (…)

5. Στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων.

6. Ο εργοδότης υποχρεούται:

 α) Να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγουμένης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων (…)”.

Νομολογία 

Προφανώς, λόγω του σύντομου χρόνου από την εμφάνιση των ανωτέρω περιστατικών μέχρι σήμερα, δεν έχουν εκδοθεί ακόμη δικαστικές αποφάσεις που να κρίνουν το ζήτημα. Αξίζει, ωστόσο, να σταθούμε σε δυο αποφάσεις: Την Απόφαση 2387/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας και την Απόφαση 12/2021 του Ιταλικού Δικαστηρίου του BELLUNO (Νομός Veneto), διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.

Η Απόφαση 2387/2020 του ΣτΕ

Με την με αρ. 114/25.11.2019 πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δήμου Δράμας, αποφασίστηκε η απομάκρυνση των ανεμβολίαστων νηπίων και βρεφών από

τους παιδικούς σταθμούς του Δήμου Δράμας. Οι γονείς προσέφυγαν στο ΣτΕ για την ακύρωση της απόφασης το οποίο απέρριψε την αίτηση, νομολογώντας τα εξής:

… η μέριμνα για την δημόσια υγεία αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του Κράτους, στο πλαίσιο της οποίας η Πολιτεία οφείλει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη της διάδοσης και την καταπολέμηση μεταδοτικών ασθενειών, οι οποίες συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. 

Στα μέτρα αυτά εντάσσεται και ο εμβολιασμός νηπίων και παιδιών, ο οποίος διενεργείται με σκοπό την προστασία της υγείας, συλλογικώς και ατομικώς, από τις ασθένειες καθώς και την βαθμιαία εξάλειψή τους. Το μέτρο του εμβολιασμού, καθ’ εαυτό, συνιστά σοβαρή μεν παρέμβαση στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και στην ιδιωτική ζωή του ατόμου και δη στη σωματική και ψυχική ακεραιότητα αυτού, πλην όμως συνταγματικώς ανεκτή, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 

α) ότι προβλέπεται από ειδική νομοθεσία, υιοθετούσα πλήρως τα έγκυρα και τεκμηριωμένα επιστημονικά, ιατρικά και επιδημιολογικά πορίσματα στον αντίστοιχο τομέα και 

β) ότι παρέχεται δυνατότητα εξαίρεσης από τον εμβολιασμό σε ειδικές ατομικές περιπτώσεις, για τις οποίες αυτός αντενδείκνυται.

Η ως άνω παρέμβαση, εφόσον κρίνεται, σύμφωνα με τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα, αναγκαία και πρόσφορη για την προστασία της υγείας τόσο των ίδιων των εμβολιαζομένων όσο και τρίτων (λ.χ. βρεφών που δεν έχουν ακόμη εμβολιασθεί, ατόμων που δεν επιτρέπεται για ιατρικούς λόγους να εμβολιασθούν) δεν είναι δυσανάλογη για την επίτευξη του προμνημονευθέντος συνταγματικού δημοσίου σκοπού.

Εξάλλου, η θέσπιση του επίμαχου μέτρου δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι σε εμβολιασμό υπόκεινται όλα ανεξαιρέτως τα νήπια και παιδιά, πλην εκείνων που τελούν ατομικώς σε ειδικές διαφορετικές συνθήκες, δεν επιτρέπεται δηλαδή για λόγους υγείας να εμβολιαστούν.

Αντιθέτως, θα αντέκειτο στην αρχή της ισότητας η αξίωση προσώπου να μην εμβολιαστεί, επικαλούμενο ότι δεν διατρέχει ατομικό κίνδυνο, εφόσον διαβιώνει σε ασφαλές περιβάλλον οφειλόμενο στο γεγονός ότι τα άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός του έχουν εμβολιαστεί. Άλλωστε, η εμφάνιση σε στατιστικώς πολύ μικρό αριθμό περιπτώσεων σοβαρών παρενεργειών ορισμένων εμβολίων δεν καθιστά συνταγματικώς ανεπίτρεπτη τη νομοθετική πρόβλεψη του εμβολιασμού νηπίων και παιδιών και είναι πάντως ανεκτή χάριν του δημοσίου συμφέροντος, υπό την αυτονόητη  προϋπόθεση ότι οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις ερείδονται επί εγκύρων και τεκμηριωμένων επιστημονικών δεδομένων κατά τα προεκτεθέντα. 

Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι, ενδεχομένως και κατά τις περιστάσεις, δύναται να συντρέχει περίπτωση αποζημίωσης των παθόντων από τις παρενέργειες αυτές για ζημία προκληθείσα όχι από παράνομη αλλά από νόμιμη ενέργεια του Δημοσίου.

Συνεπώς, δεδομένου ότι δεν προβάλλεται ότι ο εμβολιασμός των νηπίων για τις συγκεκριμένες ασθένειες δεν ερείδεται επί εγκύρων και τεκμηριωμένων επιστημονικών δεδομένων, ούτε προβάλλονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί σχετικά με την εξ αυτού στατιστική πιθανότητα εμφάνισης δυσανάλογου αριθμού σοβαρών παρενεργειών…”.

Η Απόφαση 12/2021 Του Δικαστηρίου Του BELLUNO

Νοσηλευτές σε δομές νοσηλείας και περίθαλψης ασθενών ηλικιωμένων στο BELLUNO του Νομού Veneto στην Ιταλία, αρνήθηκαν να εμβολιαστούν. Ο εργοδότης τους έθεσε σε αναγκαστική άδεια μετ’ αποδοχών. Εκείνοι προχώρησαν σε ασφαλιστικά μέτρα κατά του εργοδότη, ζητώντας να επανέλθουν στη δουλειά τους. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση με το σκεπτικό ότι είναι ανάγκη να προστατευτούν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι από τον ιό, λόγω της επαφής τους με τους νοσηλευόμενους και τους επισκέπτες στο κέντρο. Επιπλέον, ο εργοδότης, οφείλει να τους προστατεύσει και δεν προχώρησε σε απόλυση. Ειδικότερα:

Ο Δικαστής, έχοντας υπόψη:

Την διάταξη 2087 Αστικού Κώδικα, που ορίζει ότι “Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να υιοθετήσει στην άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας όλα τα μέτρα που, σύμφωνα με τις συνθήκες εργασίας, την εμπειρία και την τεχνική, είναι αναγκαία να προστατεύουν τη σωματική ακεραιότητα και την ηθική προσωπικότητα των εργαζομένων”. 

Ότι είναι πρόσφορο το εμβόλιο για την καταστολή των παθολογικών φαινομένων που προκαλούνται από το SARS COV 2, έχοντας καταγραφεί σημαντική μείωση των θανάτων που προκαλούνται από τον προαναφερόμενο ιό σε κατηγορίες εργαζομένων που εμβολιάστηκαν, όπως  οι εργαζόμενοι σε δομές περίθαλψης ηλικιωμένων ασθενών, σε χώρες όπως το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, όπου ο εμβολιασμός – μεταξύ άλλων- συντελέστηκε σε εκατομμύρια ατόμων. 

Ότι είναι πρόδηλο ότι οι προσφεύγοντες απασχολούνται σε επαγγελματικές δραστηριότητες  επαφής με κοινό. Θεωρώντας ωστόσο, ότι είναι φανερός ο κίνδυνος για τους προσφεύγοντες να μολυνθούν, καθώς είναι ευρέως γνωστό και επιστημονικά επιβεβαιωμένο ότι το εμβόλιο δεν αποτελεί αιτία πρόληψης- εκτός της ασθένειας- και της μόλυνσης. 

Ότι η παραμονή των προσφεύγοντων στον χώρο εργασίας τους θα είχε ως συνέπεια για τον εργοδότη την παραβίαση της υποχρέωσης του άρθρου 2087 του Ιταλικού Αστικού Κώδικα, το οποίο επιβάλλει στον εργοδότη να υιοθετήσει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων του. 

Ότι είναι πλέον ευρέως γνωστό, ότι το εμβόλιο, το οποίο διατίθεται από το κράτος συγκυριακά κυρίως στο  υγειονομικό προσωπικό και όχι σε λοιπούς εργαζόμενους, που στερούνται αυτού, αποτελεί ένα ικανό μέσο για την προστασία της σωματικής τους ακεραιότητας  συμβάλλοντας στην εξέλιξη της ασθένειας.  

Ότι αναφορικά με τα αιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα, το άρθρο 2109 του Ιταλικού Αστικού Κώδικα, ορίζει ότι ο εργαζόμενος δικαιούται κατ’ έτος αμειβόμενης άδειας αναψυχής, κατά το δυνατόν συνεχόμενης, στο χρόνο που ο εργοδότης καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις της επιχείρησης και των συμφερόντων των εργαζομένων και ότι στη συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση, έναντι του ενδεχόμενου συμφέροντος του εργαζόμενου, αυτός να επιλέξει  το χρονικό διάστημα απόλαυσης της άδειας αναψυχής του, προέχει η αναγκαιότητα τήρησης εκ μέρους του εργοδότη της διάταξης του άρθρου 2087 του Ιταλικού Αστικού Κώδικα”.

Συμπεράσματα

Κατ’ αρχάς, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη η παντελής έλλειψη νομοθετικής πρόβλεψης από τις κυβερνήσεις όλων των κρατών μελών της Ε.Ε. αναφορικά με το εξεταζόμενο ζήτημα. Ενώ, δηλαδή, με μια απλή παρέμβαση θα μπορούσε να λυθεί το θέμα οριστικά, οριοθετώντας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εμπλεκόμενων μερών (εργοδοτών και εργαζομένων) εντούτοις, για προφανείς λόγους, οι νομοθετικές εξουσίες επέλεξαν νά απέχουν και νά αφήσουν τις δικαστικές να διευθετήσουν το ζήτημα.

Η καταγγελία στις συμβάσεις εργασίας κρίνεται κατ’ αρχήν με βάση την καλή πίστη του άρθρου 281 ΑΚ το οποίο ορίζει ότι “Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος”.

Επίσης, κριτήριο του δικαστικού ελέγχου αποτελεί η διαπνέουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο (“ultima ratio”) για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων για την ικανοποίηση των επιδιωκομένων με την καταγγελία σκοπών, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο.

Επομένως, υπό το παραπάνω πρίσμα, εξετάζεται ανα περίπτωση (“ad hoc”) εαν ο εργοδότης ενεργεί εντός των ορίων του δικαιώματος ή όχι. Προφανώς άλλη αντιμετώπιση θα έχει η απόλυση ενός αρνητή του εμβολίου εργαζόμενου στην φροντίδα ηλικιωμένων και άλλη εαν ο αρνητής εργάζεται ως προπονητής ποδοσφαίρου (εξωτερικοί χώροι, μικρές ηλικίες κλπ).

Διαφορετική αντιμετώπιση μια απόλυσης θα υπάρξει στην περίπτωση που μπορεί εύκολα ο εργοδότης να εφαρμόσει τηλεργασία, ή απομόνωση του εργαζομένου στο χώρο εργασίας και άλλη εαν είναι απαραίτητη η φυσική παρουσία ή ο έντονος συγχρωτισμός.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η σύγκρουση του δικαιώματος της συναίνεσης του ατόμου για κάθε ιατρική πράξη με την υποχρέωση προστασίας της δημόσιας υγείας.

Και αυτό δεν είναι ένα θέμα που έπρεπε να αφεθεί χωρίς νομοθετική πρόβλεψη στην αποκλειστική κρίση της ΔΙκαστικής Εξουσίας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα εργατικού δικαίου.