Πότε Ο Όρος Στη Σύμβαση Διανομής Οδηγεί Σε Πρόστιμο Ανταγωνισμού
- Η πλήρης απαγόρευση προβολής των προϊόντων σε πλατφόρμες σύγκρισης τιμών συνιστά περιορισμό ιδιαίτερης σοβαρότητας. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού την έχει τιμωρήσει δύο φορές, με πρόστιμα 111.521 και 954.485 ευρώ.
- Δεν απαιτείται πρόθεση βλάβης του ανταγωνισμού ούτε γραπτή συμφωνία. Αρκεί ο όρος να εφαρμόζεται και ο αποδέκτης να συμμορφώνεται, έστω σιωπηρά.
- Το ανώτατο όριο του 10% επί του κύκλου εργασιών είναι οροφή. Το πρόστιμο υπολογίζεται από τα έσοδα της σχετικής αγοράς επί τα έτη της παράβασης, με προσαύξηση αποτροπής 15% έως 25%.
- Η ίδια πρακτική ενεργοποιεί παράλληλα αγωγές αποζημίωσης τρίτων, λόγο αποκλεισμού από δημόσιους διαγωνισμούς και, σε διαγωνιστικές διαδικασίες, ποινική ευθύνη.
- Ορισμένοι περιορισμοί επιτρέπονται. Η διαφορά μεταξύ επιτρεπτού ποιοτικού κριτηρίου και απαγορευμένου αποκλεισμού κρίνεται στη διατύπωση της ρήτρας.
Πότε ο όρος διανομής που επιβάλλει μια επιχείρηση στους πελάτες της γίνεται απαγορευμένη σύμπραξη;
Ο όρος γίνεται απαγορευμένη σύμπραξη όταν περιορίζει την εμπορική αυτονομία του αντισυμβαλλομένου κατά τρόπο που το άρθρο 1 του ν. 3959/2011 χαρακτηρίζει περιορισμό του ανταγωνισμού.
Δεν απαιτείται γραπτή συμφωνία ούτε πρόθεση βλάβης. Αρκεί ο όρος να εφαρμόζεται στην πράξη και ο αποδέκτης να συμμορφώνεται, έστω και σιωπηρά.
Η διάταξη απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και τις εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού.
Δεν διακρίνει ανάμεσα σε επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται μεταξύ τους και σε επιχειρήσεις που βρίσκονται σε διαφορετικό στάδιο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής.
Η διάκριση αυτή έχει πρακτική σημασία. Οι οριζόντιες συμπράξεις αφορούν ανταγωνιστές που συντονίζονται μεταξύ τους. Οι κάθετες συμπράξεις αφορούν τη σχέση προμηθευτή και διανομέα, δηλαδή την καθημερινή εμπορική πραγματικότητα κάθε επιχείρησης που διαθέτει τα προϊόντα της μέσω τρίτων. Οι συμβάσεις διανομής εμπίπτουν στη δεύτερη κατηγορία.
Για τις κάθετες σχέσεις ισχύει ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/720, γνωστός ως Κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία για τις κάθετες συμφωνίες. Λειτουργεί ως ασφαλής λιμένας, δηλαδή, εφόσον το μερίδιο αγοράς κάθε μέρους δεν υπερβαίνει το 30% και η συμφωνία δεν περιέχει κανέναν από τους περιορισμούς του άρθρου 4, η απαγόρευση δεν εφαρμόζεται.
Το άρθρο 4 απαριθμεί τους περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας (hardcore restrictions). Η παρουσία έστω ενός από αυτούς στη σύμβαση αναιρεί την απαλλαγή για ολόκληρη τη συμφωνία.
Επιτρέπεται η απαγόρευση πώλησης ή προβολής μέσω επιγραμμικών πλατφορμών;
Η πλήρης απαγόρευση προβολής των προϊόντων σε πλατφόρμες σύγκρισης τιμών δεν επιτρέπεται. Συνιστά περιορισμό ιδιαίτερης σοβαρότητας κατά το άρθρο 4 στοιχείο (ε) του Κανονισμού 2022/720, δηλαδή περιορισμό της αποτελεσματικής χρήσης του διαδικτύου από τον αγοραστή.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού την έχει τιμωρήσει δύο φορές σε τρία χρόνια, με πρόστιμα που κλιμακώθηκαν από τις εκατόν έντεκα χιλιάδες στις εννιακόσιες πενήντα τέσσερις χιλιάδες ευρώ.
Η πρώτη υπόθεση αφορούσε προμηθευτή καλλυντικών που διέθετε τα προϊόντα του κατά κύριο λόγο μέσω φαρμακείων. Με την απόφαση 824/2023 η Ολομέλεια της Αρχής διαπίστωσε ότι η εταιρεία είχε απαγορεύσει εξ ολοκλήρου στους λιανοπωλητές της την προώθηση των προϊόντων μέσω επιγραμμικών διαύλων σύγκρισης τιμών.
Η απαγόρευση κάλυπτε τόσο τις πλατφόρμες που παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες σύγκρισης τιμών όσο και τα εργαλεία σύγκρισης τιμών πλατφορμών με διττή λειτουργία, δηλαδή εκείνων που λειτουργούν ταυτόχρονα ως μηχανή σύγκρισης και ως διαδικτυακή αγορά. Η πρακτική διήρκεσε από τις 29 Μαρτίου 2021 έως τις 31 Μαρτίου 2023 και το πρόστιμο ανήλθε σε 111.521,13 ευρώ.
Η δεύτερη υπόθεση δείχνει την κατεύθυνση. Με την απόφαση 913/2026 επιβλήθηκε μειωμένο πρόστιμο 954.485 ευρώ σε εισαγωγέα σχολικών ειδών και επώνυμων ειδών ένδυσης και υπόδησης.
Οι συμβάσεις με τους λιανοπωλητές περιόριζαν τη δυνατότητά τους να επιλέγουν ελεύθερα τρόπους διάθεσης μέσω διαδικτύου, με δύο διακριτούς όρους:
- πλήρη απαγόρευση χρήσης ιστοσελίδων σύγκρισης τιμών και
- απαγόρευση χρήσης διαφημιστικών υπηρεσιών σε μηχανές αναζήτησης.
Η αφορμή και για τις δύο έρευνες προήλθε από την κλαδική έρευνα της Αρχής για το ηλεκτρονικό εμπόριο. Η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού διεξήγαγε επιτόπιο έλεγχο στην έδρα των εταιρειών και απέστειλε ερωτηματολόγια στις ίδιες τις πλατφόρμες. Το αποδεικτικό υλικό δεν προήλθε από καταγγελία ανταγωνιστή αλλά από τα ίδια τα συμβατικά κείμενα.
Και στις δύο περιπτώσεις η Αρχή απέκλεισε ρητά κάθε διέξοδο. Ο περιορισμός δεν καλύπτεται από την ομαδική απαλλαγή του Κανονισμού, δεν πληροί τις προϋποθέσεις ατομικής απαλλαγής των άρθρων 1 παρ. 3 του ν. 3959/2011 και 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ και δεν εμπίπτει στον ασφαλή λιμένα των συμφωνιών ήσσονος σημασίας. Το μερίδιο αγοράς του προμηθευτή είναι αδιάφορο.
Η εμπειρία από υποθέσεις κάθετων περιορισμών δείχνει ότι ο όρος αυτός σπάνια μπαίνει με πρόθεση παράβασης. Συνήθως προέρχεται από τη λογική της προστασίας της τιμής και της εικόνας του σήματος, ιδίως σε δίκτυα που στηρίζονται στη συμβουλευτική πώληση. Η λογική αυτή δεν αναγνωρίζεται ως δικαιολογητική βάση όταν ο περιορισμός είναι ολικός.
Ποιοι όροι διανομής επιτρέπονται και ποιοι θεωρούνται σοβαροί;
Ο διαχωρισμός δεν γίνεται με κριτήριο την εμπορική σκοπιμότητα αλλά με τον κατάλογο του άρθρου 4 του Κανονισμού 2022/720. Επιτρέπονται τα ποιοτικά κριτήρια επιλεκτικής διανομής και, υπό προϋποθέσεις, η απαγόρευση συγκεκριμένης διαδικτυακής αγοράς.
Απαγορεύονται ο καθορισμός της τιμής μεταπώλησης και ο ολικός αποκλεισμός διαύλων που επιτρέπουν στον καταναλωτή να εντοπίσει το προϊόν.
| Όρος στη σύμβαση διανομής | Χαρακτηρισμός | Νομική βάση | Συνέπεια |
|---|---|---|---|
| Καθορισμός τιμής μεταπώλησης, ελάχιστης ή δεσμευτικής | Ιδιαίτερης σοβαρότητας | Άρθρο 4 στοιχ. (α) Καν. 2022/720 | Απώλεια απαλλαγής, πρόστιμο |
| Ανώτατη ή συνιστώμενη τιμή, χωρίς μηχανισμό επιβολής | Επιτρεπτός | Άρθρο 4 στοιχ. (α), εξαίρεση | Καλύπτεται από την απαλλαγή |
| Πλήρης απαγόρευση προβολής σε πλατφόρμες σύγκρισης τιμών | Ιδιαίτερης σοβαρότητας | Άρθρο 4 στοιχ. (ε), αποφάσεις ΕΑ 824/2023 και 913/2026 | Απώλεια απαλλαγής, πρόστιμο |
| Απαγόρευση διαφήμισης σε μηχανές αναζήτησης | Ιδιαίτερης σοβαρότητας | Άρθρο 4 στοιχ. (ε), απόφαση ΕΑ 913/2026 | Απώλεια απαλλαγής, πρόστιμο |
| Απαγόρευση χρήσης συγκεκριμένης διαδικτυακής αγοράς σε επιλεκτικό δίκτυο | Επιτρεπτός υπό όρους | ΔΕΕ C-230/16 Coty Germany | Απαιτεί αντικειμενικά και ενιαία εφαρμοζόμενα κριτήρια |
| Ποιοτικά κριτήρια για το ηλεκτρονικό κατάστημα του διανομέα | Επιτρεπτός | Καν. 2022/720, κριτήρια επιλεκτικής διανομής | Πρέπει να είναι ανάλογα των κριτηρίων φυσικού καταστήματος |
| Διπλή τιμολόγηση σε βάρος των διαδικτυακών πωλήσεων | Επιτρεπτός υπό όρους | Καν. 2022/720 | Παράνομος αν στοχεύει σε παρεμπόδιση του διαδικτυακού καναλιού |
| Απαγόρευση παθητικών πωλήσεων εκτός εδάφους | Ιδιαίτερης σοβαρότητας | Άρθρο 4 στοιχ. (β) έως (δ) | Απώλεια απαλλαγής, πρόστιμο |
Η διαφορά μεταξύ της τρίτης και της πέμπτης γραμμής του πίνακα είναι η καρδιά του ζητήματος. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2017 στην υπόθεση C-230/16 Coty Germany, έκρινε ότι ρήτρα η οποία απαγορεύει στους εξουσιοδοτημένους διανομείς προϊόντων πολυτελείας να χρησιμοποιούν κατά τρόπο εμφανή τρίτες πλατφόρμες για τις διαδικτυακές πωλήσεις μπορεί να είναι σύμφωνη με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, εφόσον αποσκοπεί στη διατήρηση της εικόνας πολυτελείας, εφαρμόζεται ενιαία και δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου.
Η ρήτρα αυτή αφορά το κανάλι πώλησης. Η απαγόρευση σύγκρισης τιμών αφορά τη δυνατότητα του καταναλωτή να εντοπίσει το ηλεκτρονικό κατάστημα του διανομέα.
Η πρώτη περιορίζει το πού πωλείται το προϊόν, η δεύτερη το αν μπορεί να βρεθεί. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού χαρακτήρισε τη δεύτερη ως παρεμπόδιση της αποτελεσματικής χρήσης του διαδικτύου.
Στην πράξη η διαχωριστική γραμμή δοκιμάζεται στη διατύπωση. Ρήτρα που θέτει ποιοτικές προδιαγραφές παρουσίασης του προϊόντος σε κάθε δίαυλο διαφέρει από ρήτρα που αποκλείει ονομαστικά μια κατηγορία διαύλων, ακόμη και αν η εμπορική πρόθεση είναι η ίδια.
Η σύνταξη του όρου απαιτεί εξέταση κατά περίπτωση, με βάση τη φύση του προϊόντος, τη δομή του δικτύου και τον τρόπο λειτουργίας της συγκεκριμένης πλατφόρμας.
Πότε η επαφή με ανταγωνιστή στοιχειοθετεί εναρμονισμένη πρακτική;
Η εναρμονισμένη πρακτική στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αμοιβαία επαφή μεταξύ ανταγωνιστών και συνακόλουθη συμπεριφορά στην αγορά. Ο νόμος τεκμαίρει τη σύνδεση των δύο στοιχείων, ακόμη και όταν η επαφή υπήρξε μία και μοναδική. Η σιωπηρή αποδοχή αρκεί για τον καταλογισμό συμμετοχής, χωρίς να απαιτείται εφαρμογή των συμφωνηθέντων.
Η έννοια περιλαμβάνει δύο στοιχεία μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια. Το υποκειμενικό συνίσταται στην εκδήλωση βούλησης εναρμόνισης και προϋποθέτει τη διαπίστωση αμοιβαίων επαφών.
Το αντικειμενικό συνίσταται στη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην αγορά, χωρίς να απαιτείται η συμπεριφορά αυτή να επιφέρει συγκεκριμένο περιοριστικό αποτέλεσμα.
Η προϋπόθεση της αμοιβαιότητας πληρούται και όταν η αποκάλυψη μελλοντικών προθέσεων γίνεται μονομερώς, εφόσον ο αποδέκτης δεν εξέφρασε επιφύλαξη ή αντίρρηση.
Η απλή παρουσία σε συνάντηση όπου συζητήθηκαν τιμές, χωρίς δημόσια διαφοροποίηση, αποτελεί επαρκή απόδειξη συμμετοχής.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η συμφωνία αλλά η πληροφορία. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024 στην υπόθεση C-298/22 Banco BPN/BIC Português, έκρινε ότι η επαναλαμβανόμενη και αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών πιστωτικών ιδρυμάτων για τρέχοντα και μελλοντικά περιθώρια επιτοκίου συνιστά αφ’ εαυτής περιορισμό του ανταγωνισμού εξ αντικειμένου. Η ανταλλαγή εξεταζόταν αυτοτελώς, χωρίς να συνοδεύεται από συμφωνία τιμών.
Η απόφαση αυτή μετατοπίζει το όριο. Επιχειρήσεις που ανταλλάσσουν στοιχεία σε επίπεδο κλαδικού συνδέσμου, κοινής μελέτης αγοράς ή άτυπης επικοινωνίας μεταξύ στελεχών εκτίθενται ακόμη και αν καμία τιμή δεν συμφωνήθηκε ποτέ.
Καθοριστικό είναι αν οι πληροφορίες αφορούν μελλοντική εμπορική συμπεριφορά και αν είναι εξατομικευμένες αντί για συγκεντρωτικές και ιστορικές.
Πόσο είναι το πρόστιμο και πώς υπολογίζεται;
Το ανώτατο όριο του 10% επί του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών είναι οροφή, όχι αφετηρία. Το βασικό ποσό ορίζεται σε ποσοστό έως 30% των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης στη σχετική αγορά, υπολογίζεται αθροιστικά για κάθε έτος της παράβασης και προσαυξάνεται με σταθερό ποσό αποτροπής μεταξύ 15% και 25%, ανεξάρτητα από τη διάρκεια.
Η αρμοδιότητα πηγάζει από το άρθρο 25 παρ. 1 περ. δ του ν. 3959/2011, το οποίο επιτρέπει την επιβολή προστίμου σε επιχειρήσεις που υπέπεσαν στην παράβαση είτε εκ προθέσεως είτε εξ αμελείας. Η άγνοια δεν λειτουργεί απαλλακτικά. Λειτουργεί μόνο ως ελαφρυντική περίσταση, εφόσον αποδειχθεί.
Η μεθοδολογία περιγράφεται στις κατευθυντήριες γραμμές υπολογισμού προστίμων της Επιτροπής Ανταγωνισμού, οι οποίες εκδόθηκαν στις 7 Ιουλίου 2022 δυνάμει των άρθρων 25 και 25Β του νόμου, όπως διαμορφώθηκε με τον ν. 4886/2022.
| Στάδιο υπολογισμού | Μέγεθος |
|---|---|
| Βασικό ποσό | Έως 30% των ακαθάριστων εσόδων στη σχετική αγορά, ανά έτος παράβασης, αθροιστικά |
| Ποσό αποτροπής | 15% έως 25% των ακαθάριστων εσόδων, ανεξαρτήτως διάρκειας |
| Επιβαρυντικές περιστάσεις | Υποτροπή έως +100%, άρνηση συνεργασίας, ηγετικός ρόλος |
| Ελαφρυντικές περιστάσεις | Παύση μετά την πρώτη παρέμβαση, αμέλεια, περιορισμένη εμπλοκή, αποζημιώσεις σε συναινετικό διακανονισμό |
| Ανώτατο όριο | 10% του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών, σε όμιλο ο κύκλος εργασιών του ομίλου |
Η τάξη μεγέθους για μεσαίες επιχειρήσεις προκύπτει από τις πρόσφατες αποφάσεις. Με την απόφαση 901/2026 επιβλήθηκαν πρόστιμα 387.498 και 95.000 ευρώ σε δύο εταιρείες προμήθειας ζωοτροφών για καθορισμό τιμών μεταπώλησης.
Οι εταιρείες παρακολουθούσαν τις λιανικές τιμές των συνεργατών τους σε πλατφόρμες σύγκρισης τιμών και απηύθυναν οχλήσεις προσαρμογής, στις οποίες οι λιανοπωλητές συμμορφώνονταν.
Η υπόθεση ξεκίνησε από μήνυμα στην πλατφόρμα ανώνυμης παροχής πληροφοριών της Αρχής και ακολούθησε επιτόπιος έλεγχος τον Νοέμβριο του 2024.
Το εύρος 95.000 έως 954.485 ευρώ στις τέσσερις υποθέσεις της τελευταίας τριετίας δείχνει ότι το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι ο συνολικός τζίρος αλλά τα έσοδα από τα προϊόντα που καλύπτει ο παράνομος όρος, πολλαπλασιασμένα επί τα έτη ισχύος του.
Ένας όρος που παρέμεινε σε τυποποιημένη σύμβαση για πέντε χρόνια κοστίζει πενταπλάσια από τον ίδιο όρο που αποσύρθηκε μετά τον πρώτο χρόνο.
Ποιος πληρώνει και πως κινδυνεύει η επιχείρηση πέρα από το πρόστιμο;
Το πρόστιμο βαρύνει την επιχείρηση που τέλεσε την παράβαση και, υπό προϋποθέσεις, εις ολόκληρον τη μητρική της. Πέρα από τη διοικητική κύρωση, η ίδια πρακτική ενεργοποιεί αγωγές αποζημίωσης από τρίτους, λόγο αποκλεισμού από δημόσιους διαγωνισμούς και, όταν αφορά διαγωνιστική διαδικασία, ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων.
Ο καταλογισμός στη μητρική στηρίζεται στο τεκμήριο ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής όταν αυτή κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της θυγατρικής. Το τεκμήριο είναι μαχητό.
Με την απόφαση 1626/2019 το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών δέχθηκε προσφυγή ακύρωσης ως προς την επιβολή προστίμων σε απώτερη μητρική εταιρεία, κρίνοντας ότι δεν προέκυψε αποφασιστική επιρροή επί της εμπορικής συμπεριφοράς των ελληνικών θυγατρικών, οι οποίες είχαν δράσει αυτοτελώς.
Σε ομίλους με πολυεπίπεδη δομή, η τεκμηρίωση της επιχειρησιακής αυτοτέλειας της θυγατρικής είναι το σημείο όπου κρίνεται η έκταση της έκθεσης. Η τεκμηρίωση αυτή προετοιμάζεται πριν από την έρευνα, όχι κατά τη διάρκειά της.
Η αστική διάσταση προκύπτει από τον ν. 4529/2018, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία 2014/104/ΕΕ. Κάθε πρόσωπο που ζημιώθηκε από παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού δικαιούται πλήρη αποζημίωση, που περιλαμβάνει θετική και αποθετική ζημία με τόκους.
Η αξίωση είναι ανεξάρτητη από το αν αρχή ανταγωνισμού έχει ήδη διαπιστώσει την παράβαση, ενώ η διαπιστωτική απόφαση δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.
Οι λιανοπωλητές που υπέστησαν τον περιορισμό αποκτούν έτσι έτοιμη βάση αγωγής, ζήτημα που εξετάζεται παράλληλα με τις αξιώσεις από αθέμιτο ανταγωνισμό.
Για επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε δημόσιες συμβάσεις προστίθεται δεύτερη συνέπεια. Η διαπιστωμένη παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού αποτελεί λόγο αποκλεισμού κατά το άρθρο 73 του ν. 4412/2016, ζήτημα που ελέγχεται συστηματικά στο στάδιο της προδικαστικής προσφυγής.
Η επιχείρηση που πλήρωσε το πρόστιμο μπορεί να βρεθεί εκτός αγοράς για διάστημα που υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική επιβάρυνση.
Η ποινική διάσταση περιορίζεται σε διαγωνιστικές διαδικασίες. Το άρθρο 395 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα τιμωρεί με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή όποιον σε προκηρύξεις δημοσίων έργων ή προμήθειες του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εμποδίζει με εναρμονισμένες πρακτικές ή συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων τον ελεύθερο συναγωνισμό.
Η ευθύνη εδώ δεν βαρύνει το νομικό πρόσωπο αλλά τα φυσικά πρόσωπα που ενήργησαν, ζήτημα που συνδέεται με τη γενικότερη ευθύνη για αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές.
Τι κάνει η επιχείρηση όταν συνεργάτης απειλεί με καταγγελία στην Επιτροπή Ανταγωνισμού;
Η απειλή καταγγελίας δεν καθορίζει τον κίνδυνο. Καθοριστική είναι η αυτοαξιολόγηση των συμβατικών όρων και η άμεση παύση όσων εμπίπτουν στο άρθρο 4 του Κανονισμού 2022/720. Η Αρχή κινείται αυτεπαγγέλτως, από κλαδικές έρευνες και από ανώνυμες πληροφορίες, οπότε η αποχώρηση του συγκεκριμένου συνεργάτη δεν εξαλείφει τον κίνδυνο.
Η πρώτη ενέργεια είναι ο εντοπισμός του πραγματικού εύρους. Ο όρος συνήθως βρίσκεται σε τυποποιημένη σύμβαση που έχει υπογραφεί από πολλούς λιανοπωλητές, σε τιμοκαταλόγους, σε εμπορική αλληλογραφία ή σε προφορικές οδηγίες πωλητών.
Στις υποθέσεις 824/2023 και 913/2026 το αποδεικτικό υλικό προήλθε από τα ίδια τα συμβατικά κείμενα και από τα ευρήματα του επιτόπιου ελέγχου, όχι από τη μαρτυρία του παραπονούμενου.
Η δεύτερη ενέργεια αφορά τη διάρκεια. Επειδή το βασικό ποσό υπολογίζεται αθροιστικά ανά έτος παράβασης, κάθε μήνας που ο όρος παραμένει σε ισχύ προσθέτει στην τελική επιβάρυνση.
Η παύση της παράβασης μετά την πρώτη παρέμβαση της Αρχής αναγνωρίζεται ρητά ως ελαφρυντική περίσταση, ενώ η οικειοθελής παύση πριν από κάθε παρέμβαση περιορίζει τη βάση υπολογισμού.
Η τρίτη απόφαση είναι η δυσκολότερη. Αν η παράβαση είναι υπαρκτή και τεκμηριωμένη, η επιχείρηση σταθμίζει αν θα αναμείνει την εξέλιξη ή αν θα κινηθεί προς την Αρχή.
Τα διαθέσιμα εργαλεία, δηλαδή η αυτοκαταγγελία μέσω του προγράμματος επιείκειας και η διαδικασία διευθέτησης διαφορών, έχουν διαφορετικές προϋποθέσεις και διαφορετικό κόστος σε δικαιώματα άμυνας. Και οι έξι υποθέσεις κάθετων συμπράξεων της τελευταίας τετραετίας ολοκληρώθηκαν με διευθέτηση.
Η εμπειρία από υποθέσεις ενώπιον της Αρχής δείχνει ότι η αυθόρμητη επικοινωνία με τον παραπονούμενο συνεργάτη, χωρίς προηγούμενη νομική αξιολόγηση, παράγει συχνά γραπτό υλικό που επιβεβαιώνει την ύπαρξη και την εφαρμογή του όρου. Η διατύπωση κάθε απάντησης σε τέτοια όχληση κρίνεται με το δεδομένο ότι θα αναγνωστεί από την Αρχή.
Συχνές Ερωτήσεις
Αρκεί η προφορική οδηγία προς τον διανομέα ή απαιτείται συμβατικός όρος;
Αρκεί η προφορική οδηγία. Ο νόμος καλύπτει τις εναρμονισμένες πρακτικές ακριβώς για να αποτρέψει τη διαφυγή μέσω άτυπων συνεννοήσεων. Στην υπόθεση των ζωοτροφών η παράβαση θεμελιώθηκε σε οχλήσεις προσαρμογής τιμών προς τους μεταπωλητές, στις οποίες εκείνοι συμμορφώνονταν, χωρίς να απαιτηθεί ρητή συμβατική ρήτρα.
Επηρεάζει το μερίδιο αγοράς τον χαρακτηρισμό του όρου;
Όχι, όταν πρόκειται για περιορισμό ιδιαίτερης σοβαρότητας. Το μερίδιο αγοράς κάτω του 30% ενεργοποιεί την ομαδική απαλλαγή μόνο εφόσον η συμφωνία δεν περιέχει όρο του άρθρου 4 του Κανονισμού 2022/720. Στην απόφαση 824/2023 η Αρχή απέκλεισε ρητά τόσο την ομαδική και την ατομική απαλλαγή όσο και τον ασφαλή λιμένα των συμφωνιών ήσσονος σημασίας.
Τι διαφορά έχει η απαγόρευση πώλησης σε διαδικτυακή αγορά από την απαγόρευση σύγκρισης τιμών;
Η πρώτη περιορίζει το κανάλι πώλησης και μπορεί να επιτραπεί σε επιλεκτικό δίκτυο με αντικειμενικά και ενιαία κριτήρια, σύμφωνα με την υπόθεση C-230/16. Η δεύτερη περιορίζει τη δυνατότητα του καταναλωτή να εντοπίσει το ηλεκτρονικό κατάστημα του διανομέα και αντιμετωπίζεται ως παρεμπόδιση της αποτελεσματικής χρήσης του διαδικτύου.
Παραγράφεται η αξίωση της Αρχής για παλαιό όρο που έχει ήδη αποσυρθεί;
Η απόσυρση του όρου δεν εξαλείφει την παράβαση για το διάστημα που ίσχυσε. Στην απόφαση 824/2023 η πρακτική είχε τερματιστεί στις 31 Μαρτίου 2023 και το πρόστιμο επιβλήθηκε τον Ιούλιο του ίδιου έτους, υπολογισμένο επί της διετούς διάρκειας. Η οικειοθελής παύση περιορίζει τη βάση υπολογισμού και λειτουργεί ελαφρυντικά, χωρίς να αίρει την ευθύνη.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Ο ολικός αποκλεισμός διαύλου είναι το κρίσιμο σημείο: η πλήρης απαγόρευση προβολής σε πλατφόρμες σύγκρισης τιμών ή σε μηχανές αναζήτησης χαρακτηρίζεται περιορισμός ιδιαίτερης σοβαρότητας και αναιρεί την απαλλαγή για ολόκληρη τη σύμβαση, ανεξάρτητα από μερίδιο αγοράς.
Η διάρκεια πολλαπλασιάζει το πρόστιμο: το βασικό ποσό υπολογίζεται αθροιστικά ανά έτος παράβασης. Όρος που παρέμεινε επί πενταετία σε τυποποιημένη σύμβαση κοστίζει πολλαπλάσια από τον ίδιο όρο που αποσύρθηκε εντός του πρώτου έτους.
Η άγνοια δεν απαλλάσσει: το άρθρο 25 παρ. 1 περ. δ του ν. 3959/2011 προβλέπει πρόστιμο και για παραβάσεις εξ αμελείας. Η αμέλεια λειτουργεί μόνο ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση.
Ο έλεγχος ξεκινά χωρίς καταγγελία: και οι δύο υποθέσεις απαγόρευσης πλατφορμών προήλθαν από την κλαδική έρευνα για το ηλεκτρονικό εμπόριο, ενώ η υπόθεση των ζωοτροφών από ανώνυμη πληροφορία. Η διευθέτηση με τον παραπονούμενο συνεργάτη δεν κλείνει τον φάκελο.
Η έκθεση δεν τελειώνει στο πρόστιμο: η διαπιστωτική απόφαση δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια σε αγωγές αποζημίωσης κατά τον ν. 4529/2018, θεμελιώνει λόγο αποκλεισμού από δημόσιες συμβάσεις και, σε διαγωνισμούς, ενεργοποιεί το άρθρο 395 του Ποινικού Κώδικα.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τα πρόστιμα ανταγωνισμού.