Skip to content

Αρθρογραφία

Η Ευθύνη Των Εταιρειών Ταχυμεταφοράς – Courier / Last Mile

ευθύνη courier

Η ευθύνη των εταιρειών ταχυμεταφοράς (courier, last mile κλπ) ορίζεται κατά κύριο λόγο στις νομοθετικές διατάξεις περί οδικής μεταφοράς πραγμάτων.

Το νομικό πλαίσιο των συμβάσεων οδικής μεταφοράς εντός της χώρας ρυθμίζεται από τον Εμπορικό Νόμο (ΕμπΝ) του 1835. Το αντίστοιχο για τις διεθνείς μεταφορές, περιγράφεται στην Διεθνή Σύμβαση Χερσαίας Μεταφοράς (CMR). Εφόσον η τελευταία έχει κυρωθεί με νόμο, οι διατάξεις της μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά, όπου το εσωτερικό δίκαιο δεν ρυθμίζει συγκεκριμένο ζήτημα και υπάρχει ανάγκη προς τούτο.

Έκταση Ευθύνης

Πρωταρχικό είναι το ζήτημα της έκτασης της (εγγυητικής) ευθύνης του ενδιάμεσου ή μεσολαβούντος παραγγελιοδόχου οδικής μεταφοράς πραγμάτων (εταιρειών ταχυμεταφορών).

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 90 επ. και 95 επ. του ΕμπΝ, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς πραγμάτων οδικώς αναλαμβάνει, δια συμβάσεως με τον παραγγελέα, δηλαδή συνήθως τον αποστολέα (φορτωτή), να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα, ό,τι απαιτείται για την πραγμάτωση της μεταφοράς που αυτός (παραγγελέας) του αναθέτει, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη με αυτόν σύμβασης για την εκτέλεση της μεταφοράς.

Εκτός από τον παραγγελιοδόχο, που μεριμνά για την όλη μεταφορά, είναι δυνατόν η μέριμνα για τμήμα αυτής ή για την τελική παραλαβή των πραγμάτων να ανατεθεί σε ενδιάμεσο (μεσολαβούντα) παραγγελιοδόχο ή σε παραγγελιοδόχο παραλαβής. Αυτός συμβάλλεται με τον αρχικό παραγγελιοδόχο και, (κατ΄ αντίθεση προς τον απλό πράκτορα) ενεργεί για λογαριασμό μεν του αρχικού παραγγελιοδόχου στο δικό του όμως όνομα. 

Τόσο ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς όσο και ο ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος, προς τον οποίο εξομοιώνεται και ο παραγγελιοδόχος παραλαβής, ευθύνονται εγγυητικώς, για κάθε καθυστέρηση, φθορά ή απώλεια των μεταφερόμενων πραγμάτων, ανεξαρτήτως πταίσματός τους, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο ή αν “υπήρξεν ακαταμάχητος δύναμις” (άρθρο 97 ΕμπΝ).

Δικαιώματα Παραλήπτη

Εξάλλου ο παραλήπτης των πραγμάτων νομιμοποιείται να στραφεί απ΄ ευθείας όχι μόνο κατά του αρχικού παραγγελιοδόχου, βάσει της σύμβασης παραγγελίας μεταφοράς, ως γνήσιας υπέρ αυτού (παραλήπτη) σύμβασης, αλλά και κατά του ενδιάμεσου παραγγελιοδόχου. Διότι και η μεταξύ αυτού και του αρχικού παραγγελιοδόχου σύμβαση, με την οποία αυτός ανέλαβε τη μέριμνα για τμήμα της μεταφοράς ή για την παραλαβή, έχει επίσης το χαρακτήρα γνήσιας υπέρ τρίτου, ήτοι του παραλήπτη, σύμβασης (άρθρο 411 ΑΚ). 

Διάκριση ευθύνης αποστολέα και εταιρειών, έναντι του παραλήπτη

Η έκταση όμως της ευθύνης του αποστολέα και του μεταφορές έναντι του παραλήπτη δεν συμπίπτει. Ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς είναι υπεύθυνος για την καθυστέρηση, απώλεια ή φθορά που συνέβη σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής και κατά την παραλαβή, έστω κι αν τμήμα της μεταφοράς ή η παραλαβή έγιναν με τη φροντίδα ενδιάμεσου παραγγελιοδόχου ή παραγγελιοδόχου μεταφοράς. 

Διότι, κατ΄ απόκλιση από ό,τι προβλέπεται για την ευθύνη του εντολοδόχου ένεκα πράξεων του υποκατασταθέντος στην εκτέλεση της εντολής (άρθρο 716 ΑΚ), το άρθρο 98 του ΕμπΝ καθιερώνει ρητά ευθύνη του αρχικού παραγγελιοδόχου και για τις πράξεις του ενδιάμεσου παραγγελιοδόχου. Δεν ισχύει όμως ο κανόνας αυτός και αντιστρόφως. 

Δεν καθιερώνεται, δηλαδή, ευθύνη του ενδιάμεσου παραγγελιοδόχου ή παραγγελιοδόχου παραλαβής για καθυστέρηση, απώλεια ή φθορά των μεταφερόμενων πραγμάτων η οποία είχε λάβει χώρα πριν από το τμήμα της μεταφοράς που αυτός έχει αναλάβει ή, εφόσον πρόκειται για παραγγελιοδόχο παραλαβής, πριν από την περιέλευση των πραγμάτων στον τόπο προορισμού τους προκειμένου αυτός να μεριμνήσει για την εν γένει παραλαβή των πραγμάτων. 

Τέτοια έκταση της ευθύνης του ενδιάμεσου παραγγελιοδόχου και του παραγγελιοδόχου παραλαβής θα ήταν πέραν της σύμβασης που αυτός συνήψε και του έργου που ανέλαβε, αφού αναφέρεται σε τόπο και χρόνο που προηγείται της δικής του πρωτοβουλίας, επιμέλειας και ευθύνης (Ολ. Α.Π. 33/1998).

Αντίθετη Άποψη

Στο Ανώτατο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, υπήρξε ισχυρή μειοψηφία ως προς τα ανωτέρω αναφερόμενα. Οι μειοψηφούντες αρεοπαγίτες υποστήριξαν ότι στις οδικές μεταφορές, εκτός από τον αποστολέα, τον παραλήπτη και τις αντίστοιχες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, εμπλέκονται πλείονα πρόσωπα, όπως ο μεταφορέας, οι διαδοχικοί μεταφορείς, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο ενδιάμεσος ή μεσολαβών παραγγελιοδόχος μεταφοράς και οι υπ΄ αυτών προστηθέντες, όπως ο υπομεταφορέας, πράκτορας, υποπράκτορας, οδηγοί των οχημάτων κλπ. Η ευθύνη εκάστου από τα πρόσωπα αυτά έναντι του δικαιούχου της αποζημίωσης για την απώλεια ή καταστροφή των μεταφερομένων πραγμάτων δεν ρυθμίζεται ενιαίως. 

Η με το ν. 559/1997 κυρωθείσα Διεθνής Σύμβαση της Γενεύης για την οδική μεταφορά πραγμάτων (C.M.R.) ρυθμίζει μόνο τις σχέσεις του μεταφορέα και του αποστολέα των πραγμάτων. Γίνεται όμως δεκτό ότι η ευθύνη των λοιπών προσώπων, εκτός του μεταφορέα και των προστηθέντων, είναι εγγυητική υφιστάμενη καθ΄ο μέτρο υφίσταται και η ευθύνη του μεταφορέα (ΑΠ 303/1992), κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της διεθνούς αυτής Συμβάσεως, αφού η ευθύνη των εν λόγω προσώπων, που δεν έχουν την ιδιότητα του μεταφορέα, ρυθμίζεται κατ΄ αρχήν από το εσωτερικό δίκαιο, που ενδέχεται να μην έχει ρητή πρόβλεψη

Ανάλογη με τη σχέση αρχικού παραγγελιοδόχου μεταφοράς και ενδιάμεσου παραγγελιοδόχου μεταφοράς είναι η σχέση μεταξύ μεταφορέα και διαδοχικού μεταφορέα. Για την τελευταία στο άρθρο 34 της ως άνω Συμβάσεως ορίζεται ότι επί μεταφοράς, διεπομένης επί μοναδικού συμβολαίου, όπως η προκείμενη, αν αυτή εκτελεστεί υπό διαδοχικών οδικών μεταφορέων, έκαστος εξ αυτών θα είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση ολόκληρης της (μεταφορικής) εργασίας, του δευτέρου μεταφορέως και εκάστου επομένου τοιούτου καθισταμένων συμβαλλομένων στο συμβόλαιο μεταφοράς, δυνάμει των όρων του δελτίου παραδόσεως, λόγω αποδοχής υπ΄ αυτών των εμπορευμάτων και του δελτίου παραδόσεως. 

Η αλληλέγγυος εγγυητική ευθύνη του διαδοχικού μεταφορέα με τον αρχικό μεταφορέα προσήκει και για την ευθύνη του ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου μεταφοράς, που ενεργεί μεν στο όνομά του για λογαριασμό του αποστολέα, εκτελεί όμως ανάλογη εργασία με αυτήν του διαδοχικού μεταφορέα σε σχέση με τον αρχικό παραγγελιοδόχο.

Συνεπώς, αφού στο εσωτερικό δίκαιο δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη που να ρυθμίζει το είδος και την έκταση της ευθύνης του ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου μεταφοράς έναντι του δικαιούχου της αποζημιώσεως από την απώλεια ή την καταστροφή των πραγμάτων, πρέπει να τύχει ανάλογης εφαρμογής η ως άνω διάταξη. 

Αντίθετη λύση δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 98 του ΕμπΝ, στο οποίο ορίζεται ότι ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς είναι υπεύθυνος των πράξεων του μεσολαβούντος παραγγελιοδόχου, προς τον οποίο απευθύνει τις πραγματείες. Τούτο γιατί η διάταξη αυτή δεν αποκλείει αντίστοιχη ευθύνη του ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου μεταφοράς, που μπορεί να προκύπτει από άλλες διατάξεις, αμέσως ή αναλόγως εφαρμοζόμενες, όπως η ανωτέρω.

Συμπέρασμα

Από τα προαναφερθέντα και όσα ορίζονται στις διατάξεις του ΕμπΝ προκύπτει ότι αυτός που ζημιώθηκε από μια μεταφορά πραγμάτων οδικώς εντός της Ελληνικής Επικράτειας, (π.χ. ο κύριος ή ο έχων συμφέρον η ευθύνη για τα μεταφερόμενα πράγματα όπως και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς) μπορεί να έχει αξιώσεις εναντίον του μεταφορέα που θεμελιώνονται:

  • αφ’ ενός στις παραπάνω διατάξεις του ΕμπΝ, δηλαδή από την ενδοσυμβατική ευθύνη της σύμβασης μεταφοράς) και 
  • αφ’ ετέρου στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, ήτοι από την εξωσυμβατική ευθύνη, που συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του από εκείνον (μεταφορέα) προστηθέντος για την μη εκπλήρωση της οφειλόμενης από τη σύμβαση μεταφοράς παροχής υπηρεσιών κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 107 του ΕμπΝ πάσα κατά του παραγγελιοδόχου και του αγωγιάτη αγωγή περί απώλειας ή βλάβη των πραγματειών παραγράφεται μετά από έξι μήνες από της ημέρας καθ’ ην η μετακόμιση των πραγμάτων έπρεπε να γίνει αν πρόκειται περί απώλειας ή περί αβαρίας.

Εξάλλου, και ο προστηθείς οδηγός από το μεταφορέα έχει ευθύνη προς αποζημίωση του ίδιου παθόντος εις ολόκληρον με τον προστήσαντα αυτόν μεταφορέα, αλλά μόνο αδικοπρακτική (εξωσυμβατική), αφού δε συνδέεται αυτός στη σύμβαση μεταφοράς με τον ζημιωθέντα δικαιούχο των πραγμάτων. 

Η εν λόγω αξίωση κατά του προστηθέντος του μεταφορέα στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, υπόκειται στην από το άρθρο 937 Α.Κ. πενταετή παραγραφή και όχι στην από το άρθρο 107 του Εμπ. Ν. εξάμηνη παραγραφή, στην οποία υπόκεινται μόνο οι κατά τον μεταφορέα αξιώσεις από τη σύμβαση μεταφοράς (Α.Π. 1538/2002).

Ασφάλιση Εταιρειών Ταχυμεταφορών

Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, ανακύπτει το ζήτημα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των εμπλεκομένων σε σύμβαση μεταφοράς μερών, στα πλαίσια της ασφαλιστικής κάλυψης.

Από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 με την οποία ορίζεται ότι: “Εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε” συνάγεται ότι ο ασφαλιστής που κατέβαλε το ασφάλισμα, λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και του ασφαλισμένου κώδικα, υποκαθίσταται αυτοδικαίως (ex lege) στη θέση στην οποία βρισκόταν ο ζημιωθείς ασφαλισμένος έναντι του ζημιώσαντος τρίτου, ο οποίος έναντι του ασφαλιστή έχει τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα, όπως και έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς να είναι αναγκαίο να μεσολαβήσει η εκχώρηση της σχετικής αποζημιωτικής αξίωσης από τον ζημιωθέντα ασφαλισμένο προς τον ασφαλιστή. 

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ίδιου Ν. 2496/1997 “ο λήπτης της ασφάλισης, μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση για λογαριασμό δικό του ή τρίτου”, κατά δε τη διάταξη του άρθ. 11 παρ. η του Ν. 2496/1997 “ο λήπτης της ασφάλισης ζημιών μπορεί να ασφαλίσει κάθε περιουσία για τη διατήρηση της οποίας έχει έννομο συμφέρον και η οποία απειλείται από ασφαλιστικό κίνδυνο”. 

Τέλος, κατά τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 4 του άρθ. 20 του Ν. 2496/1997 “η ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων περιλαμβάνει τις ζημιές που προκαλούνται από όλους τους κινδύνους του δεν έχουν εξαιρεθεί από τους οποίους απειλώνται τα πράγματα, κατά το χρονικό διάστημα από την εκ μέρους του μεταφορέα άσκηση του δικαιώματος διάθεσης αυτών με σκοπό τη μεταφορά, μέχρι την απώλεια τους εξαιτίας τερματισμού της μεταφοράς με οποιονδήποτε τρόπο. Ο ασφαλιστής ευθύνεται κι αν ο κίνδυνος επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια του μεταφορέα ή των προστηθέντων του. Βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η αξία των πραγμάτων όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου“. 

Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων του Ν. 2496/1997 και εκείνων των άρθρων 90 επ. και 95 του ΕμπΝ που αναφέρονται παραπάνω προκύπτει ότι ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς πραγμάτων που έχει αυτοτελή αστική ευθύνη απέναντι στον παραγγελέα της μεταφοράς, οποιοσδήποτε και αν είναι αυτός, για την ασφαλή διατήρηση των μεταφερομένων πραγμάτων και καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταφοράς, έχει αυτοτελές έννομο συμφέρον για την ασφάλιση της ατομικής του αυτής αστικής ευθύνης

Στην περίπτωση δε επέλευσης της οικείας ασφαλιστικής περίπτωσης, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς με την ιδιότητα του αντισυμβαλλόμενου στην ασφαλιστική σύμβαση κάλυψης της ευθύνης του, και κατά την έννοια του λήπτη της ασφάλισης (άρθρο 1 του Ν. 2496/1997), μπορεί να ζητήσει από τον ασφαλιστή της καταβολή του ασφαλίσματος και πριν ακόμη ο παραγγελέας των μεταφερομένων πραγμάτων ασκήσει κατά του αντισυμβαλλομένου του παραγγελιοδόχου μεταφοράς τις αντίστοιχες αξιώσεις του. 

Στην ακραία δε περίπτωση, που ο παραγγελέας των μεταφερομένων πραγμάτων ή ο οποιοσδήποτε άλλος δικαιούχος τους είχε ασφαλίσει και εκείνος ατομικά τα μεταφερόμενα πράγματα και εισέπραξε από άλλη πηγή το ασφάλισμα, δημιουργείται αντίστοιχη ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς που εισέπραξε το συμφωνημένο ασφάλισμα για την επιστροφή του στον καταβάλλοντα ασφαλιστή κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 επί του ΑΚ).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με το δίκαιο μεταφορών.