Skip to content
Αρθρογραφία

Μεταβίβαση Επιχείρησης με Φορολογικά Χρέη: Πότε Προσβάλλεται

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 28 Ιουνίου 2026

Πότε Ανατρέπεται η Μεταβίβαση Μεριδίων ή Επιχείρησης Οφειλέτη του Δημοσίου

Εν συντομία:

  • Το Δημόσιο μπορεί να ζητήσει τη διάρρηξη μιας μεταβίβασης (αγωγή διάρρηξης – άρθρα 939 επ. ΑΚ) όταν η φορολογική απαίτηση είχε ήδη γεννηθεί ή επέκειτο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ακόμη και χωρίς τυπικά βεβαιωμένη οφειλή.
  • Η φορολογική απαίτηση γεννιέται με το φορολογητέο γεγονός, όχι με τη βεβαίωση. Μεταβίβαση μετά την εντολή ελέγχου ή το σημείωμα διαπιστώσεων μπορεί να διαρρηχθεί.
  • Μετοχές, εταιρικά μερίδια και η ίδια η επιχείρηση αποτελούν περιουσιακά στοιχεία, οπότε η μεταβίβασή τους υπόκειται σε διάρρηξη όπως κάθε απαλλοτρίωση.
  • Σε μεταβίβαση προς συγγενή ή συγγενή – εταίρο λειτουργεί υπέρ του Δημοσίου μαχητό τεκμήριο γνώσης για ένα έτος.
  • Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται σε πέντε έτη από την κατάρτιση της πράξης, ανεξάρτητα από την παραγραφή του φορολογικού δικαιώματος.

Πότε αποκτά το Δημόσιο την ιδιότητα του δανειστή για να προσβάλει μια μεταβίβαση;

Το Δημόσιο αποκτά την ιδιότητα του δανειστή από τη στιγμή που γεννιέται η φορολογική απαίτηση, δηλαδή με την επέλευση του φορολογητέου γεγονότος και όχι με τη βεβαίωση ή τον εκτελεστό τίτλο. Αρκεί η απαίτηση να είναι γεγενημένη κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, έστω και αν τελεί υπό προθεσμία ή δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, αρκεί να γίνει ληξιπρόθεσμη μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 2038/2022).

Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική. Οι σωρευτικές προϋποθέσεις της αγωγής διάρρηξης απαιτούν, μεταξύ άλλων, γεγενημένη απαίτηση του δανειστή κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης.

Στο φορολογικό πεδίο, τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησης ταυτίζονται με τα ίδια τα φορολογητέα γεγονότα, όπως το εισόδημα που αποκτήθηκε, οι συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν, ο φόρος που έπρεπε να αποδοθεί.

Η μεταγενέστερη βεβαίωση απλώς εκκαθαρίζει και καθιστά απαιτητή μια απαίτηση που υφίσταται ήδη. Πρακτικά, ακόμη και μια μεταβίβαση που προηγείται κατά μήνες της βεβαίωσης δεν είναι ασφαλής, εφόσον τα φορολογητέα γεγονότα είχαν ήδη επέλθει κατά τον χρόνο της.

Το δικαίωμα διάρρηξης γεννιέται μάλιστα και όταν η απαίτηση του Δημοσίου προέκυψε μετά τη μεταβίβαση, εφόσον επέκειτο η γέννησή της κατά τον χρόνο εκείνο και ο οφειλέτης την γνώριζε.

Για τον επιχειρηματία που σχεδιάζει μια μεταβίβαση, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει βεβαιωμένο χρέος, αλλά αν έχουν ήδη συντελεστεί τα γεγονότα που γεννούν τη φορολογική υποχρέωση.

Προσβάλλεται μια μεταβίβαση που έγινε πριν τη βεβαίωση της οφειλής;

Ναι. Μια μεταβίβαση που τελέστηκε πριν την τυπική βεβαίωση της οφειλής μπορεί να διαρρηχθεί, εφόσον κατά τον χρόνο της είχε ήδη γεννηθεί ή επέκειτο η φορολογική απαίτηση. Ο χρόνος της μεταβίβασης σε σχέση με το στάδιο του φορολογικού ελέγχου είναι το στοιχείο που θεμελιώνει και τον δόλο του οφειλέτη, αφού αποδεικνύει τη γνώση της επερχόμενης οφειλής.

Ο φορολογικός έλεγχος εξελίσσεται σε διακριτά στάδια. Με το σημείωμα διαπιστώσεων και τον προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου (άρθρο 33 ΚΦΔ – ν. 5104/2024) ο φορολογούμενος λαμβάνει γνώση της επερχόμενης οφειλής πολύ πριν την έκδοση της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού.

Μεταβίβαση που ακολουθεί την κοινοποίηση εντολής ελέγχου, την πρόσκληση για προσκόμιση βιβλίων ή το σημείωμα διαπιστώσεων τοποθετείται χρονικά μετά τη γνώση της οφειλής.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση επιχειρηματία στον οποίο κοινοποιήθηκε σημείωμα διαπιστώσεων και ο οποίος μεταβίβασε στη συνέχεια ακίνητο ή εταιρικά μερίδια πριν η αρμόδια υπηρεσία βεβαιώσει την οφειλή, η μεταβίβαση αυτή υπόκειται σε διάρρηξη, διότι η απαίτηση είχε ήδη γεννηθεί με τα φορολογητέα γεγονότα και ο οφειλέτης γνώριζε την επικείμενη βεβαίωσή της.

Η ίδια λογική εφαρμόζεται και στον οφειλέτη για τον οποίο δεν έχει ακόμη συνταχθεί έκθεση ελέγχου που να καταλογίζει φόρους, αλλά είχε ήδη ξεκινήσει έλεγχος της επιχείρησής του ή είχαν εντοπιστεί κατά τον έλεγχο πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία. Η μεταβίβαση τοποθετείται τότε χρονικά μετά τη γνώση του ελέγχου, γεγονός που θεμελιώνει την πρόθεση αποφυγής της οφειλής.

Τα διασφαλιστικά μέτρα που λαμβάνει το Δημόσιο σε αυτές τις περιπτώσεις, καθώς και η διαδικασία σχηματισμού του φακέλου και διαβίβασής του στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, αφορούν την ιδιαίτερη διαδικασία των μέτρων διασφάλισης του Δημοσίου.

Πότε προσβάλλεται η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ή μετοχών ως καταδολιευτική;

Οι μετοχές ανώνυμης εταιρείας και τα εταιρικά μερίδια ΙΚΕ, ΕΠΕ ή προσωπικής εταιρείας αποτελούν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Η μεταβίβασή τους συνιστά απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και υπόκειται σε διάρρηξη, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις και ιδίως η γνώση του τρίτου αποκτώντος ότι η μεταβίβαση γίνεται προς βλάβη των δανειστών.

Η αποξένωση συμμετοχών εμφανίζεται με ποικίλες μορφές, όπως πώληση μεριδίων σε τρίτο, χαριστική παραχώρηση σε συγγενικό πρόσωπο, εισφορά σε νέα εταιρεία ή εικονική μεταβίβαση επιχείρησης που αποτελεί το βασικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη. Σε απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία δεν απαιτείται καν γνώση του τρίτου, ενώ σε επαχθή μεταβίβαση η γνώση πρέπει να αποδειχθεί.

Όταν η μεταβίβαση γίνεται προς σύζυγο ή συγγενή του οφειλέτη εντός των βαθμών που ορίζει ο νόμος, λειτουργεί υπέρ του Δημοσίου μαχητό τεκμήριο γνώσης του τρίτου για διάστημα ενός έτους από τη μεταβίβαση. Σε εταιρικό περιβάλλον, η μεταβίβαση μεριδίων προς συγγενή που είναι ήδη συνέταιρος, ή προς εταιρεία ελεγχόμενη από συγγενικά πρόσωπα, ενεργοποιεί την ίδια τεκμαρτή γνώση.

Η εμπειρία από υποθέσεις μεταβίβασης μεριδίων σε συγγενικό και εταιρικό περιβάλλον δείχνει ότι η οριακή διαφορά ανάμεσα σε μια έγκυρη αναδιάρθρωση και σε μια καταδολιευτική κίνηση κρίνεται από τον χρόνο, την αιτία της μεταβίβασης και την τεκμηρίωση της πραγματικής οικονομικής της λειτουργίας.

Η απόδειξη πραγματικού τιμήματος, η καταβολή του μέσω τραπεζικού συστήματος και η εμπορική λογική της μεταβίβασης είναι τα στοιχεία που αποδυναμώνουν τον ισχυρισμό περί καταδολίευσης σε μια επαχθή μεταβίβαση μεριδίων. Η αξιολόγηση γίνεται κατά περίπτωση και διαφοροποιείται ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.

Κινδυνεύει μια μεταβίβαση επιχείρησης όταν εκκρεμεί φορολογικός έλεγχος;

Η επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο αποτελεί ιδιαίτερο περιουσιακό στοιχείο και η μεταβίβασή της υπόκειται σε διάρρηξη όπως κάθε απαλλοτρίωση, όταν στερεί από το Δημόσιο τη δυνατότητα ικανοποίησης. Όταν οφειλέτης είναι η εταιρεία, ενεργοποιείται παράλληλα η προσωπική ευθύνη των διοικούντων για τα εταιρικά φορολογικά χρέη.

Η μεταβίβαση επιχείρησης μπορεί να προσβληθεί τόσο ως προς τα επιμέρους περιουσιακά στοιχεία όσο και ως προς το σύνολο, ιδίως όταν η επιχείρηση αποτελεί το βασικό ενεργητικό του οφειλέτη.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένη είναι η άτυπη ή εικονική μεταβίβαση επιχείρησης που συγκεντρώνει σχεδόν το σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη, όταν κατευθύνεται προς συγγενικό πρόσωπο και ο μεταβιβάζων εξακολουθεί στην πράξη να ελέγχει τη δραστηριότητα. Κατά τη ρευστοποίηση, η επιχείρηση αντιμετωπίζεται ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Όταν χρωστά νομικό πρόσωπο, η αποξένωση της εταιρικής περιουσίας συνδέεται με την αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων, καθώς ο διαχειριστής ή ο νόμιμος εκπρόσωπος που ευθύνεται προσωπικά για τα εταιρικά χρέη εκτίθεται σε διάρρηξη και ως προς τις δικές του μεταβιβάσεις.

Στις ομόρρυθμες εταιρείες, όπου οι εταίροι ευθύνονται εις ολόκληρον, ο καταδολιευτικός χαρακτήρας κρίνεται αυτοτελώς και αρκεί ο δόλος ενός μόνο συνοφειλέτη, χωρίς να εξετάζεται η περιουσία των υπολοίπων. Από τον χειρισμό υποθέσεων όπου η μεταβίβαση συνέπεσε με εκκρεμή έλεγχο προκύπτει ότι η ορθή στιγμή και η αιτία της κίνησης είναι καθοριστικές για το αποτέλεσμα.

Πέρα από τη διάρρηξη, ο πιστωτής μιας επιχείρησης που μεταβιβάστηκε, διαθέτει και δεύτερη οδό, τη σωρευτική αναδοχή χρέους του άρθρου 479 ΑΚ. Οι δύο επιλογές διαφέρουν ουσιωδώς ως προς τις προϋποθέσεις και το αποτέλεσμά τους.

Αγωγή διάρρηξης (άρθρα 939 επ. ΑΚ)Σωρευτική αναδοχή (άρθρο 479 ΑΚ)
ΑντικείμενοΑνατροπή της συγκεκριμένης μεταβίβασηςΕυθύνη του αποκτώντος για τα χρέη της επιχείρησης
Δόλος και γνώσηΑπαιτείται δόλος οφειλέτη και γνώση του τρίτουΔεν απαιτείται δόλος ούτε γνώση
ΑποτέλεσμαΚατάσχεση στο μεταβιβασθέν σαν να ανήκει στον οφειλέτηΕυθύνη του αποκτώντος έως την αξία των μεταβιβασθέντων

Σε πόσο χρόνο και από πότε μπορεί το Δημόσιο να ασκήσει την αγωγή διάρρηξης;

Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται με την πάροδο πέντε ετών από την απαλλοτρίωση. Η πενταετία αρχίζει από τον χρόνο κατάρτισης της καταδολιευτικής πράξης και όχι από τη μεταγραφή του συμβολαίου στην περίπτωση ακινήτου (ΑΠ 19/2024). Η προθεσμία αυτή είναι αυτοτελής και τρέχει ανεξάρτητα από τις φορολογικές παραγραφές. Για τον οφειλέτη αυτό σημαίνει ότι η πενταετία μπορεί να έχει ήδη ξεκινήσει από την υπογραφή του συμβολαίου, πριν ολοκληρωθεί η μεταγραφή του.

Ο γενικός κανόνας του άρθρου 946 ΑΚ αναλύεται στο πλαίσιο της παυλιανής αγωγής. Για τον επιχειρηματία, η σημασία του έγκειται στη συνύπαρξη δύο διαφορετικών προθεσμιών. Η πενταετία της διάρρηξης μετρά από την ημερομηνία της μεταβίβασης. Αντίθετα, το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου παραγράφεται κατά κανόνα σε πέντε έτη από τη λήξη του έτους υποβολής της δήλωσης (άρθρο 37 ΚΦΔ), ενώ η παραγραφή της είσπραξης βεβαιωμένων οφειλών ακολουθεί δικούς της κανόνες (άρθρο 50 ΚΦΔ).

Η συνύπαρξη αυτή παράγει μη προφανή αποτελέσματα. Μια μεταβίβαση που τελέστηκε πριν έξι έτη δεν μπορεί να διαρρηχθεί, ακόμη και αν η φορολογική απαίτηση παραμένει ενεργή και εισπρακτέα. Αντίστροφα, η διάρρηξη μπορεί να ασκηθεί εντός της πενταετίας ακόμη και αν η οφειλή βεβαιώθηκε πολύ αργότερα από τη μεταβίβαση. Ο ακριβής υπολογισμός κάθε προθεσμίας και η αλληλεπίδρασή τους κρίνονται κατά περίπτωση.

Συχνές Ερωτήσεις

Μπορεί το Δημόσιο να προσβάλει μεταβίβαση μεριδίων προς συγγενή ενώ εκκρεμεί έλεγχος;

Ναι. Τα μερίδια αποτελούν περιουσιακό στοιχείο και η μεταβίβασή τους συνιστά απαλλοτρίωση. Όταν ο αποκτών είναι σύζυγος ή συγγενής εντός των βαθμών του νόμου, λειτουργεί μαχητό τεκμήριο γνώσης για ένα έτος από τη μεταβίβαση. Αν η οφειλή είχε ήδη γεννηθεί ή επέκειτο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, το Δημόσιο μπορεί να ζητήσει τη διάρρηξη, ακόμη και αν δεν είχε ακόμη βεβαιωθεί.

Είναι έγκυρη η μεταβίβαση αν η οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί ακόμη;

Η μη βεβαίωση δεν προστατεύει τη μεταβίβαση. Η φορολογική απαίτηση γεννιέται με το φορολογητέο γεγονός, όχι με τη βεβαίωση. Αν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης είχαν συντελεστεί τα φορολογητέα γεγονότα ή επέκειτο η οφειλή και ο οφειλέτης τη γνώριζε, η μεταβίβαση υπόκειται σε διάρρηξη. Η εκκρεμότητα ελέγχου, με σημείωμα διαπιστώσεων ή εντολή ελέγχου, ενισχύει τον δόλο.

Διαφέρει η αγωγή διάρρηξης από την αναδοχή χρέους του άρθρου 479 ΑΚ;

Ναι, πρόκειται για δύο διαφορετικά ένδικα μέσα. Η διάρρηξη ανατρέπει τη συγκεκριμένη μεταβίβαση και απαιτεί δόλο του οφειλέτη και γνώση του τρίτου. Η σωρευτική αναδοχή του άρθρου 479 ΑΚ δεν ανατρέπει τη μεταβίβαση, αλλά καθιστά τον αποκτώντα συνυπεύθυνο για τα χρέη της επιχείρησης έως την αξία των μεταβιβασθέντων, χωρίς να απαιτείται δόλος ή γνώση.

Πέρα από τη διάρρηξη, υπάρχει ποινική ευθύνη για την καταδολίευση εις βάρος του Δημοσίου;

Ναι. Η αστική διάρρηξη και η ποινική ευθύνη είναι αυτοτελείς. Η καταδολιευτική αποξένωση περιουσίας μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, ανεξάρτητα από την τύχη της αγωγής διάρρηξης. Η ποινική διάσταση της καταδολίευσης έναντι του Δημοσίου αναλύεται χωριστά.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χρόνος μεταβίβασης έναντι ελέγχου: Το κρίσιμο σημείο δεν είναι η βεβαίωση, αλλά αν είχαν συντελεστεί τα φορολογητέα γεγονότα ή είχε ξεκινήσει ο έλεγχος (εντολή ελέγχου, πρόσκληση βιβλίων, σημείωμα διαπιστώσεων κλπ) κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Αιτία της μεταβίβασης: Στις χαριστικές μεταβιβάσεις (δωρεά, γονική παροχή) δεν απαιτείται γνώση του τρίτου, ενώ στις επαχθείς το Δημόσιο φέρει το βάρος απόδειξης της γνώσης.

Τεκμήριο συγγενικής μεταβίβασης: Η μεταβίβαση προς σύζυγο ή συγγενή ενεργοποιεί τεκμαρτή γνώση μόνο για ένα έτος. Μετά την παρέλευσή του, η γνώση αποδεικνύεται με τα κοινά μέσα.

Παραγραφή πέντε ετών: Η αγωγή διάρρηξης πρέπει να ασκηθεί εντός πενταετίας από την κατάρτιση της πράξης, προθεσμία αυτοτελής από τις φορολογικές παραγραφές προσδιορισμού και είσπραξης.

Είσπραξη μετά τη διάρρηξη: Με την τελεσίδικη διάρρηξη το Δημόσιο επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση στο μεταβιβασθέν κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την προσβολή καταδολιευτικών μεταβιβάσεων.