Πώς υπολογίζεται νόμιμα μια μείωση τιμής πριν την ανακοίνωση
Περιληπτικά:
- Κάθε ανακοίνωση μείωσης τιμής (ποσοστό, διαγραμμένη τιμή, «προσφορά», «Black Friday») ενεργοποιεί την υποχρέωση αναγραφής προγενέστερης τιμής του άρθρου 9ι ν. 2251/1994, που προστέθηκε με τον ν. 5111/2024.
- Προγενέστερη τιμή είναι η χαμηλότερη τιμή των τριάντα ημερών πριν τη μείωση. Το ίδιο το ποσοστό έκπτωσης υπολογίζεται πάνω σε αυτήν, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ στην υπόθεση C-330/23.
- Οι συνδυαστικές προσφορές (1+1), οι πραγματικά προσωπικές εκπτώσεις και οι συγκρίσεις με τιμές καταλόγου δεν απαιτούν προγενέστερη τιμή, υπόκεινται όμως στους κανόνες των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών.
- Η τεχνητή αύξηση τιμής πριν την έκπτωση, οι ψευδείς ισχυρισμοί περιορισμένης διάρκειας και τα σκοτεινά μοτίβα στις διαδικτυακές καμπάνιες κρίνονται παραπλανητικά.
- Αρμόδια αρχή για τις ανακοινώσεις μείωσης τιμής είναι η ΔΙ.Μ.Ε.Α., με κυρώσεις του άρθρου 13α ν. 2251/1994 που φθάνουν έως το ένα εκατομμύριο ευρώ.
Πότε μια ανακοίνωση συνιστά μείωση τιμής που ενεργοποιεί τον κανόνα της προγενέστερης τιμής;
Ο κανόνας της προγενέστερης τιμής εφαρμόζεται σε κάθε ανακοίνωση ότι ο έμπορος έχει μειώσει την τιμή που χρεώνει για ένα προϊόν ή μια υπηρεσία.
Καλύπτει την αναγραφή ποσοστού (πχ «έκπτωση 20%»), συγκεκριμένου ποσού (πχ «10 ευρώ έκπτωση»), νέας τιμής δίπλα σε διαγραμμένη παλαιότερη, καθώς και κάθε διατύπωση τύπου «προσφορά», «εκπτωτική τιμή» ή «Black Friday» που δημιουργεί την εντύπωση μείωσης. Δεν εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει μείωση, αλλά σύγκριση ή προσωπικό όφελος.
Η υποχρέωση πηγάζει από το άρθρο 9ι ν. 2251/1994, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 5111/2024 και ενσωματώνει στο ελληνικό δίκαιο το άρθρο 6α της Οδηγίας 98/6/ΕΚ για την αναγραφή των τιμών, όπως προστέθηκε με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2161. Πρόκειται για διαφορετικό πλαίσιο από τους κανόνες περί δίκαιων τιμών στο δίκαιο του ανταγωνισμού, οι οποίοι αφορούν τη σχέση μεταξύ επιχειρήσεων και όχι την ενημέρωση του καταναλωτή.
Κρίσιμη είναι η πραγματική τιμή πώλησης, δηλαδή η τιμή στην οποία ο έμπορος προσέφερε όντως το προϊόν και όχι η τιμή κτήσης ή μια θεωρητική «κανονική» τιμή. Όταν ένα κατάστημα αναγράφει, για παράδειγμα, «έκπτωση 20%», χρησιμοποιώντας ως βάση την τιμή αγοράς του εμπορεύματος, η ανακοίνωση είναι μη νόμιμη, καθώς τόσο η τιμή αναφοράς όσο και η νέα τιμή πρέπει να αφορούν τιμές πώλησης προς τον καταναλωτή.
Αντίθετα, ορισμένες πρακτικές δεν συνιστούν ανακοίνωση μείωσης τιμής. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι γενικοί ισχυρισμοί προώθησης που συγκρίνουν την τιμή του πωλητή με τιμές άλλων εμπόρων χωρίς να επικαλούνται μείωση, τα προγράμματα επιβράβευσης πελατών και οι προσφορές υπό όρους όπου ο καταναλωτής αποκτά ένα επιπλέον αγαθό.
Η οριοθέτηση δεν είναι πάντα προφανής, καθώς το αν μια συγκεκριμένη διατύπωση δημιουργεί «εντύπωση μείωσης» κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση τη συνολική παρουσίαση της ανακοίνωσης και αυτή ακριβώς η αξιολόγηση καθορίζει αν ενεργοποιείται ή όχι η υποχρέωση αναγραφής προγενέστερης τιμής.
Πώς υπολογίζεται νόμιμα η προγενέστερη τιμή κατά τον κανόνα των τριάντα ημερών;
Προγενέστερη τιμή είναι η χαμηλότερη τιμή που εφάρμοσε πραγματικά ο έμπορος κατά το διάστημα των τριάντα ημερών πριν από την εφαρμογή της μείωσης. Δεν είναι η αρχική τιμή χωρίς διαγραφές ούτε η συνιστώμενη τιμή καταλόγου. Κρίσιμη είναι η χαμηλότερη πραγματικά προσφερόμενη τιμή στο τριακονθήμερο, ανεξάρτητα από το αν συνήφθη πώληση σε αυτήν.
Το σημείο που μεταβλήθηκε ουσιωδώς με τη νομολογία, αφορά τον τρόπο υπολογισμού της ίδιας της μείωσης. Στην υπόθεση C-330/23 (Aldi Süd), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε (26 Σεπτεμβρίου 2024) ότι, όταν ένας έμπορος ανακοινώνει μείωση με τη μορφή ποσοστού ή με διαφημιστική δήλωση που προβάλλει συμφέρουσα τιμή, η μείωση αυτή πρέπει να υπολογίζεται με βάση τη χαμηλότερη τιμή των τριάντα ημερών.
Δεν αρκεί δηλαδή απλώς να αναγράφεται κάπου η προγενέστερη τιμή. Αν το ποσοστό υπολογιστεί πάνω σε υψηλότερη τιμή ενώ η πραγματική προγενέστερη ήταν χαμηλότερη, η ανακοίνωση είναι παραπλανητική και απαγορεύεται. Στην υπόθεση που έκρινε το ΔΕΕ, η τιμή ενός προϊόντος ήταν επί εβδομάδες σταθερή, με μία μόνο εβδομάδα χαμηλότερης τιμής στο ενδιάμεσο και η διαφήμιση παρουσίαζε τη μείωση σε σχέση με την υψηλότερη τιμή.
Η εμπειρία από υποθέσεις εμπορικών πρακτικών δείχνει ότι το συχνότερο σφάλμα στην πράξη είναι ακριβώς αυτό, ο υπολογισμός, δηλαδή, του ποσοστού επί μιας τιμής καταλόγου ή μιας προηγούμενης υψηλότερης τιμής, αντί της χαμηλότερης τιμής του τριακονθημέρου.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι επαναλαμβανόμενες προσφορές για το ίδιο προϊόν, όπου η τιμή αναφοράς ουσιαστικά μειώνεται σε κάθε νέα ανακοίνωση. Για παράδειγμα, αν ένας έμπορος προσέφερε ένα προϊόν με τιμή αναφοράς τα 1.000 ευρώ και μειωμένη τιμή τα 800 ευρώ και επιθυμεί λίγες ημέρες αργότερα νέα προσφορά, η νέα τιμή αναφοράς είναι πλέον τα 800 ευρώ, καθώς αυτή είναι η χαμηλότερη τιμή του προηγούμενου τριακονθημέρου. Δεν μπορεί να ανατρέξει εκ νέου στα 1.000 ευρώ ούτε να παρουσιάσει τα 800 ευρώ ως νέα μείωση.
Οι τιμές προσφοράς μικρής διάρκειας, ακόμη και μίας ημέρας, προσμετρώνται κανονικά στον υπολογισμό της επόμενης τιμής αναφοράς.
Πώς λειτουργεί ο κανόνας στις προοδευτικές μειώσεις και στις τακτικές εκπτώσεις;
Όταν η τιμή μειώνεται προοδευτικά κατά τη διάρκεια διαστήματος έως εξήντα ημερών, ως προγενέστερη τιμή νοείται η τιμή που ίσχυε πριν από την πρώτη από τις διαδοχικές μειώσεις.
Έτσι, ένας έμπορος που εφαρμόζει διαδοχικές μειώσεις, όπως συμβαίνει συνήθως στις τακτικές εκπτωτικές περιόδους, δεν χρειάζεται να αναπροσαρμόζει την τιμή αναφοράς σε κάθε νέο βήμα, εφόσον η συνολική περίοδος δεν υπερβαίνει τις εξήντα ημέρες. Εκτεταμένες χρονικά μειώσεις, αντίθετα, ενδέχεται να αξιολογηθούν με βάση τα στοιχεία κάθε περίπτωσης ως αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Πώς ορίζεται η τιμή αναφοράς ανά κανάλι και σημείο πώλησης;
Η προγενέστερη τιμή προσδιορίζεται ξεχωριστά για κάθε κανάλι και σημείο πώλησης. Όταν ο έμπορος διαθέτει φυσικό και ηλεκτρονικό κατάστημα με διαφορετικές τιμές, η τιμή αναφοράς για το ίδιο προϊόν θα διαφέρει ανά κανάλι.
Το ίδιο ισχύει όταν λειτουργούν περισσότερα φυσικά καταστήματα με διαφορετική τιμολόγηση. Για τα καταστήματα τύπου outlet ή stock, η τιμή αναφοράς είναι η χαμηλότερη τιμή που ίσχυσε στο ίδιο το συγκεκριμένο κατάστημα και όχι η τιμή του αντίστοιχου κύριου καταστήματος. Όταν ένα προϊόν κυκλοφορεί στην αγορά λιγότερο από τριάντα ημέρες, ως προγενέστερη τιμή λαμβάνεται η χαμηλότερη τιμή κατά το διάστημα που πράγματι κυκλοφορεί.
Πότε μια προσφορά δεν απαιτεί αναγραφή τιμής αναφοράς;
Δεν συνιστούν ανακοίνωση μείωσης τιμής και, επομένως, δεν απαιτούν αναγραφή προγενέστερης τιμής, οι συνδυαστικές προσφορές υπό όρους (πχ «1+1», «δύο στην τιμή του ενός», «δώρο με αγορά» κλπ), οι πραγματικά προσωπικές εκπτώσεις και τα προγράμματα επιβράβευσης, καθώς και οι συγκρίσεις με τιμές άλλων εμπόρων ή με συνιστώμενες τιμές καταλόγου. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις εξακολουθούν να ισχύουν οι κανόνες για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
| Τύπος ενέργειας | Απαιτείται προγενέστερη τιμή; | Εφαρμοστέο πλαίσιο |
|---|---|---|
| Ανακοίνωση μείωσης (πχ ποσοστό, ποσό, διαγραμμένη τιμή) | Ναι | Άρθρο 9ι ν. 2251/1994 και κανόνες αθέμιτων πρακτικών |
| Συνδυαστική προσφορά (πχ 1+1, 2 στην τιμή του 1, δώρο με αγορά) | Όχι | Άρθρα 9α-9θ ν. 2251/1994 |
| Πραγματικά προσωπική έκπτωση ή πρόγραμμα επιβράβευσης | Όχι | Άρθρα 9α-9θ ν. 2251/1994 |
| Σύγκριση με τιμή άλλου εμπόρου ή με συνιστώμενη τιμή καταλόγου | Όχι | Άρθρα 9α-9θ ν. 2251/1994 |
Η διάκριση όμως δεν λειτουργεί ως μηχανισμός παράκαμψης. Μια «προσωπική» έκπτωση που στην πραγματικότητα προσφέρεται ή διαφημίζεται προς το σύνολο ή σε μεγάλο αριθμό καταναλωτών, για παράδειγμα μέσω κωδικού ορατού σε όλους στο ηλεκτρονικό κατάστημα ή κουπονιού διαθέσιμου σε φυλλάδιο, παύει να είναι προσωπική και υπάγεται στους κανόνες της ανακοίνωσης μείωσης τιμής.
Το όριο μεταξύ της γνήσιας προσωπικής έκπτωσης και της μεταμφιεσμένης γενικής προσφοράς κρίνεται με βάση το εύρος και τον τρόπο διάθεσης του οφέλους, ενώ η εσφαλμένη υπαγωγή εκθέτει την επιχείρηση στις ίδιες κυρώσεις με την παράλειψη αναγραφής τιμής αναφοράς.
Ως προς τις συνιστώμενες τιμές καταλόγου, η αναφορά τους επιτρέπεται στο πλαίσιο σύγκρισης, αλλά δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως μείωση τιμής, για παράδειγμα με τοποθέτηση της δικής τιμής δίπλα ή κάτω από διαγραμμένη τιμή καταλόγου. Αν η συνιστώμενη τιμή είναι αδικαιολόγητα υψηλή και δεν εφαρμόζεται ποτέ στην πράξη, η αναφορά σε αυτήν είναι παραπλανητική, καθώς δημιουργεί την εντύπωση μεγαλύτερου οφέλους από το πραγματικό.
Πότε μια διαδικτυακή εκπτωτική πρακτική γίνεται αθέμιτη ή παραπλανητική;
Μια εκπτωτική πρακτική γίνεται αθέμιτη όταν δημιουργεί ψευδή εντύπωση πλεονεκτήματος ή ασκεί αθέμιτη πίεση στον καταναλωτή. Τυπικές μορφές είναι η τεχνητή αύξηση της τιμής λίγο πριν την έκπτωση ώστε το ποσοστό να φαίνεται μεγαλύτερο, οι ισχυρισμοί «έως και» που δεν ανταποκρίνονται στους πραγματικούς όρους, οι ψευδείς ισχυρισμοί διαθεσιμότητας για περιορισμένο χρόνο και τα σκοτεινά μοτίβα (dark patterns) στον σχεδιασμό ιστοτόπων. Οι πρακτικές αυτές εμπίπτουν στα άρθρα 9α-9θ ν. 2251/1994 και, για τις διαδικτυακές πλατφόρμες, στον Κανονισμό για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες.
Τα άρθρα 9α-9θ ενσωματώνουν την Οδηγία 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και διακρίνουν τις πρακτικές σε παραπλανητικές και επιθετικές. Μια πρακτική τιμολόγησης θεωρείται παραπλανητική όταν παραλείπει ή αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες για την τιμή, ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή ή άκαιρο, με αποτέλεσμα να οδηγεί τον μέσο καταναλωτή σε απόφαση που διαφορετικά δεν θα λάμβανε.
Η τεχνητή διόγκωση της τιμής πριν από μια προσφορά συνδέεται και με ζητήματα αθέμιτης κερδοφορίας, ενώ έναντι των ανταγωνιστών μια συστηματικά παραπλανητική εκπτωτική καμπάνια μπορεί να στοιχειοθετήσει αθέμιτο ανταγωνισμό με αξιώσεις παράλειψης και αποζημίωσης.
Στο διαδικτυακό περιβάλλον, τα σκοτεινά μοτίβα είναι σχεδιαστικές επιλογές που χειραγωγούν τον χρήστη. Για παράδειγμα ψευδή χρονόμετρα αντίστροφης μέτρησης, ενδείξεις τεχνητής έλλειψης αποθέματος και σταδιακή αποκάλυψη επιβαρύνσεων κατά τη διαδικασία αγοράς. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες απαγορεύει στις διαδικτυακές πλατφόρμες σχεδιαστικές πρακτικές που παραπλανούν ή χειραγωγούν τους αποδέκτες της υπηρεσίας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Επιτροπή έχει κινήσει διαδικασία έρευνας κατά πλατφόρμας ηλεκτρονικού εμπορίου για χρήση τέτοιων τεχνικών, γεγονός που δείχνει ότι η εποπτεία δεν περιορίζεται μόνο στην αναγραφή της τιμής, αλλά εκτείνεται στον συνολικό σχεδιασμό της εκπτωτικής εμπειρίας.
Πως κινδυνεύει η επιχείρηση σε παράβαση και ποια αρχή ελέγχει;
Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του κανόνα της προγενέστερης τιμής είναι η Διυπηρεσιακή Μονάδα Ελέγχου Αγοράς (ΔΙ.Μ.Ε.Α.) του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία ασκεί τις ελεγκτικές εξουσίες του άρθρου 18 ν. 4177/2013, καθώς και η Διεύθυνση Προστασίας Καταναλωτή. Σε παράβαση των άρθρων 9ι και 9α-9θ επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 13α ν. 2251/1994.
Οι κυρώσεις κλιμακώνονται από σύσταση για συμμόρφωση και φτάνουν σε πρόστιμο από χίλια πεντακόσια έως ένα εκατομμύριο ευρώ, με διπλασιασμό του ανωτάτου ορίου όταν εκδίδονται περισσότερες από τρεις αποφάσεις προστίμου σε βάρος του ίδιου προμηθευτή.
Το κυρωτικό αυτό πλαίσιο αντικατέστησε το προγενέστερο καθεστώς. Με τον ν. 5111/2024 καταργήθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 21 ν. 4177/2013, που προέβλεπε πρόστιμα για ανακριβείς ανακοινώσεις μείωσης τιμής και η ρύθμιση μεταφέρθηκε στο πλαίσιο του ν. 2251/1994. Πρόκειται για διαφορετική αρχή και διαδικασία από εκείνη που εφαρμόζεται στα πρόστιμα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, τα οποία αφορούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων και όχι την προστασία του καταναλωτή.
Η εμπειρία από ελέγχους αγοράς δείχνει ότι το αποφασιστικό στοιχείο δεν είναι η ύπαρξη της προσφοράς αυτής καθεαυτήν, αλλά η δυνατότητα της επιχείρησης να τεκμηριώσει τη χαμηλότερη τιμή του τριακονθημέρου ανά προϊόν και κανάλι. Η νόμιμη εκπτωτική καμπάνια απαιτεί σύνθεση πολλαπλών διατάξεων, του άρθρου 9ι για την προγενέστερη τιμή, των άρθρων 9α-9θ για τις αθέμιτες πρακτικές και του πλαισίου των ψηφιακών υπηρεσιών για τις διαδικτυακές πωλήσεις και η ορθή εφαρμογή τους διαφοροποιείται κατά περίπτωση ανάλογα με τη μορφή της προσφοράς, το κανάλι πώλησης και τον σχεδιασμό της καμπάνιας.
Συχνές Ερωτήσεις
Ισχύει ο κανόνας των τριάντα ημερών και στη Black Friday;
Ναι. Η Black Friday, όπως κάθε εκπτωτική περίοδος και προσφορά, υπάγεται στο άρθρο 9ι ν. 2251/1994. Σε κάθε ανακοίνωση μείωσης τιμής πρέπει να αναγράφεται η προγενέστερη τιμή, δηλαδή η χαμηλότερη τιμή των τριάντα ημερών πριν τη μείωση, και το ποσοστό έκπτωσης να υπολογίζεται πάνω σε αυτήν. Η τεχνητή αύξηση της τιμής τις ημέρες πριν την προσφορά αποτελεί τυπική παράβαση που εντοπίζεται στους ελέγχους.
Τι ισχύει για τα καταστήματα outlet και stock;
Δεν προβλέπεται ειδικό καθεστώς για τα outlet. Όταν υπάρχει ανακοίνωση μείωσης τιμής, ισχύει ο κανόνας των τριάντα ημερών. Η προγενέστερη τιμή είναι η χαμηλότερη τιμή που ίσχυσε στο ίδιο το συγκεκριμένο κατάστημα κατά το τριακονθήμερο, και όχι η τιμή του αντίστοιχου κύριου καταστήματος, ώστε να αποφεύγεται η παραπλανητική σύγκριση με υψηλότερες τιμές άλλου σημείου πώλησης.
Επιτρέπεται η αναφορά στη συνιστώμενη τιμή καταλόγου;
Επιτρέπεται ως σύγκριση, αλλά όχι ως μείωση τιμής. Η συνιστώμενη τιμή καταλόγου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προγενέστερη τιμή και δεν πρέπει να παρουσιάζεται με τρόπο που δημιουργεί την εντύπωση έκπτωσης, για παράδειγμα ως διαγραμμένη τιμή δίπλα στη νέα. Αν η τιμή καταλόγου είναι αδικαιολόγητα υψηλή και δεν εφαρμόζεται στην πράξη, η αναφορά σε αυτήν κρίνεται παραπλανητική.
Πώς υπολογίζεται η προγενέστερη τιμή σε προϊόντα που κυκλοφορούν λιγότερο από τριάντα ημέρες;
Όταν το προϊόν κυκλοφορεί στην αγορά για διάστημα μικρότερο των τριάντα ημερών, ως προγενέστερη τιμή νοείται η χαμηλότερη τιμή που εφάρμοσε ο έμπορος κατά το διάστημα που το προϊόν πράγματι κυκλοφορεί. Διαφορετική μεταχείριση προβλέπεται για τα νωπά και ευαλλοίωτα προϊόντα, τα οποία εξαιρούνται από τον γενικό κανόνα.
Ισχύει ο κανόνας στις τακτικές εκπτώσεις με διαδοχικές μειώσεις;
Στις προοδευτικές μειώσεις εντός διαστήματος έως εξήντα ημερών, ως προγενέστερη τιμή λαμβάνεται η τιμή που ίσχυε πριν την πρώτη από τις διαδοχικές μειώσεις. Έτσι ο έμπορος δεν αναπροσαρμόζει την τιμή αναφοράς σε κάθε νέο βήμα της εκπτωτικής περιόδου, εφόσον η συνολική διάρκεια δεν υπερβαίνει τις εξήντα ημέρες.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Τεκμηρίωση του τριακονθημέρου: Πριν από κάθε καμπάνια απαιτείται καταγραφή της χαμηλότερης πραγματικής τιμής ανά προϊόν στις τριάντα ημέρες που προηγούνται, με δυνατότητα απόδειξης σε ενδεχόμενο έλεγχο. Η τεκμηρίωση αυτή είναι το στοιχείο που κρίνει στην πράξη τη νομιμότητα της ανακοίνωσης.
Υπολογισμός ποσοστού επί της προγενέστερης τιμής: Το ανακοινωθέν ποσοστό ή η συμφέρουσα τιμή πρέπει να υπολογίζονται πάνω στη χαμηλότερη τιμή του τριακονθημέρου και όχι σε υψηλότερη τιμή καταλόγου, σύμφωνα με την υπόθεση C-330/23.
Διαχωρισμός καναλιών και σημείων πώλησης: Η τιμή αναφοράς προσδιορίζεται χωριστά για φυσικό και ηλεκτρονικό κατάστημα και για κάθε σημείο με διαφορετική τιμολόγηση, με ιδιαίτερη προσοχή στα καταστήματα outlet.
Σχεδιασμός διαδικτυακών καμπανιών χωρίς σκοτεινά μοτίβα: Τα χρονόμετρα, οι ενδείξεις αποθέματος και η παρουσίαση των επιβαρύνσεων πρέπει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς ελέγχονται τόσο ως αθέμιτες πρακτικές όσο και υπό το πλαίσιο των ψηφιακών υπηρεσιών.
Ορθή υπαγωγή των προσφορών: Η διάκριση μεταξύ ανακοίνωσης μείωσης, συνδυαστικής προσφοράς και προσωπικής έκπτωσης καθορίζει αν απαιτείται τιμή αναφοράς και η εσφαλμένη υπαγωγή, ιδίως η μεταμφίεση γενικής προσφοράς σε προσωπική, εκθέτει την επιχείρηση στις ίδιες κυρώσεις με την παράλειψη.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις την δεοντολογία μείωσης τιμών και τις εκπτώσεις / προσφορές.