Skip to content
Αρθρογραφία

Επιτίμιο Μεταμελείας: Πότε Ισχύει η Ρήτρα Εξόδου (398 ΑΚ)

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 13 Αυγούστου 2026

Πώς Κατοχυρώνεται Δικαίωμα Εξόδου από Εμπορική Σύμβαση Έναντι Τιμήματος

Εν συντομία:

  • Το άρθρο 398 ΑΚ επιτρέπει στα μέρη να επιφυλάξουν δικαίωμα υπαναχώρησης έναντι καταβολής ποινής. Η υποχρέωση γίνεται τότε διαζευκτική, δηλαδή εκπλήρωση της παροχής ή αποδέσμευση με τίμημα.
  • Ο χαρακτηρισμός της ρήτρας δεν προκύπτει από την ονομασία της. Χωρίς σαφή και αναμφίβολη επιφύλαξη του δικαιώματος υπαναχώρησης, το ποσό λειτουργεί ως ποινή, με αντίστροφο οικονομικό αποτέλεσμα για τον υπόχρεο.
  • Η υπαναχώρηση είναι ανίσχυρη όταν ασκείται χωρίς σύγχρονη καταβολή της ποινής, καθώς και όταν δεν τηρείται ο τρόπος άσκησης που ορίζει η ίδια η σύμβαση.
  • Η ποινική ρήτρα δεν συμβιβάζεται με την υπαναχώρηση και καταργείται μαζί με τη σύμβαση. Οι δύο μηχανισμοί συνυπάρχουν μόνο όταν η ρήτρα ορίζει διακριτά γενεσιουργά γεγονότα για τον καθένα.

Πότε η καταβολή ποινής δίνει πραγματικό δικαίωμα εξόδου από τη σύμβαση;

Όταν τα μέρη επιφύλαξαν ρητά, κατά το άρθρο 398 ΑΚ, δικαίωμα υπαναχώρησης έναντι καταβολής ποινής. Η υποχρέωση γίνεται τότε διαζευκτική, δηλαδή ο συμβαλλόμενος επιλέγει ανάμεσα στην εκπλήρωση της παροχής και στην αποδέσμευσή του με καταβολή του συμφωνημένου ποσού.

Ο αντισυμβαλλόμενος περιορίζεται στην είσπραξη του ποσού αυτού και δεν διατηρεί αξίωση εκπλήρωσης της σύμβασης. Η ποινή καταβάλλεται σύγχρονα με τη δήλωση υπαναχώρησης, αλλιώς η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να αποκρουστεί ως ανίσχυρη.

Η ρύθμιση αντλεί τη βάση της από την ελευθερία των συμβάσεων και λειτουργεί σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 389 του Αστικού Κώδικα.

Το άρθρο 389 ΑΚ επιτρέπει την επιφύλαξη δικαιώματος υπαναχώρησης, ενώ το άρθρο 398 ΑΚ ρυθμίζει την περίπτωση όπου το δικαίωμα αυτό ασκείται έναντι ποινής.

Η οικονομική λειτουργία είναι αντίστροφη από εκείνη των εξασφαλιστικών μηχανισμών. Το επιτίμιο μεταμελείας διευκολύνει τη διάλυση της σύμβασης και εξασθενίζει τη συμβατική δέσμευση, αφού παρέχει δικαίωμα στον συμβαλλόμενο να υπαναχωρήσει καταβάλλοντας, κατά κάποιον τρόπο, «λύτρα» (ΑΠ 905/2011).

Στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων (B2B), ο μηχανισμός εξυπηρετεί συναλλαγές που δεν θα καταρτίζονταν καθόλου χωρίς προκαθορισμένο όριο κινδύνου.

Η επιχείρηση που δεσμεύεται σε προσύμφωνο εξαγοράς, σε σύμβαση αποκλειστικής προμήθειας ή σε μακροχρόνια συνεργασία γνωρίζει εκ των προτέρων το ακριβές κόστος αποχώρησης και το εντάσσει στον προϋπολογισμό της συναλλαγής, αντί να το αφήσει στην εκτίμηση δικαστηρίου.

Πώς κρίνεται αν μια ρήτρα λειτουργεί ως επιτίμιο μεταμελείας ή ως ποινική ρήτρα;

Κρίνεται από τη λειτουργία της και όχι από την ονομασία της. Απαιτείται σαφής και αναμφίβολη επιφύλαξη του δικαιώματος υπαναχώρησης.

Όταν η επιφύλαξη αυτή λείπει ή είναι διφορούμενη, το συμφωνημένο ποσό αντιμετωπίζεται ως ποινή για την υπαίτια μη εκτέλεση, με ριζικά διαφορετικό αποτέλεσμα για κάθε πλευρά.

ΣτοιχείοΕπιτίμιο μεταμελείας (398 ΑΚ)Ποινική ρήτρα (404-407 ΑΚ)Ποινικός αρραβώνας (402-403 ΑΚ)Συμβατική υπαναχώρηση χωρίς ποινή (389 ΑΚ)
Γενεσιουργό γεγονόςΆσκηση επιφυλαγμένου δικαιώματος υπαναχώρησηςΜη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχήςΥπαίτια μη εκτέλεση της σύμβασηςΆσκηση επιφυλαγμένου δικαιώματος υπαναχώρησης
Απαιτείται υπαιτιότηταΌχιΝαιΝαιΌχι
Τι δικαιούται ο αντισυμβαλλόμενοςΜόνο το ποσό της ποινήςΤην ποινή αντί της παροχής (406 ΑΚ) ή σωρευτικά με αυτήν (407 ΑΚ), καθώς και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημίαΤο ποσό ή το διπλάσιό του, με τυχόν επιπλέον αποζημίωση μειούμενη κατά το ποσό αυτόΑπόδοση των παροχών κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό
Χρόνος καταβολήςΣύγχρονα με τη δήλωση υπαναχώρησηςΜετά την κατάπτωσηΉδη κατά την κατάρτιση της σύμβασηςΔεν υπάρχει ποινή
Ανυπαίτια ματαίωσηΤο ποσό δεν οφείλεται ως ποινήΔεν καταπίπτειΔεν καταπίπτει και αναζητείταιΑπόδοση των παροχών

Η διάκριση κρίνεται πάντοτε επί των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Το κρισιμότερο σφάλμα σύνταξης είναι η σώρευση ασύμβατων χαρακτηρισμών στον ίδιο όρο. Σε προσύμφωνα μεταβίβασης 302.500 μετοχών ανώνυμης εταιρείας, ο επίμαχος όρος όριζε ότι σε περίπτωση μεταμελείας το θιγόμενο μέρος δικαιούται, εκτός από κάθε νόμιμη αποζημίωση, ποσό ίσο με την αγοραία αξία «ως αναπόδεικτη ζημία και ποινική ρήτρα».

Η αγωγή για 1.330.000 ευρώ απορρίφθηκε στο Εφετείο ως μη νόμιμη, επειδή η ασάφεια αυτή οδήγησε σε σύγχυση συμβατικής και νόμιμης υπαναχώρησης. Η απόφαση αναιρέθηκε (ΑΠ 1339/2011), η υπόθεση όμως επέστρεψε στο Εφετείο έξι χρόνια μετά την άσκηση της αγωγής.

Ποια στοιχεία κρίνουν τον χαρακτηρισμό όταν η διατύπωση είναι διφορούμενη;

Η αντίστροφη περίπτωση είναι η ρήτρα που περιγράφει συνέπεια χωρίς να θεμελιώνει δικαίωμα. Σε ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης 51.250 μετοχών ανώνυμης εταιρείας, με αρραβώνα 25.000 ευρώ ανά πωλητή, είχε συμφωνηθεί επιστροφή του ποσού εις διπλούν αν οι πωλητές ακύρωναν τη συμφωνία για οποιονδήποτε λόγο.

Ο ένας από αυτούς δήλωσε υπαναχώρηση και παρακράτησε τον αρραβώνα. Το δικαστήριο έκρινε ότι η αγοράστρια δεν είχε καταστεί υπερήμερη, οπότε η δήλωση αποτελούσε υπαίτια παράβαση της σύμβασης και όχι άσκηση δικαιώματος εξόδου, με αποτέλεσμα την υποχρέωση καταβολής του διπλασίου (ΑΠ 1161/2020).

Η φράση «για οποιονδήποτε λόγο» ρύθμισε το ύψος της κύρωσης, χωρίς να απαλλάξει τον πωλητή από την υποχρέωση εκπλήρωσης.

Στην κρίση συνεκτιμάται και το ύψος του ποσού. Σε προσύμφωνο πώλησης ακινήτου τιμήματος 10.000.000 ευρώ, το καταβληθέν ποσό του 1.000.000 ευρώ κρίθηκε ότι δεν δόθηκε ούτε ως αρραβώνας μεταμελείας ούτε, ενόψει του ύψους του, ως επιβεβαιωτικός, αλλά ως ποινικός, δηλαδή προορισμένος να καταπέσει υπέρ του αναίτιου μέρους σε υπαίτια μη σύμπραξη του άλλου (ΤρΕφΑθ 4873/2024).

Η εμπειρία από υποθέσεις εμπορικών προσυμφώνων δείχνει ότι η σύγχυση γεννιέται όταν ο συντάκτης περιγράφει πρώτα την κύρωση και μόνο έμμεσα το δικαίωμα.

Η ασφαλής σειρά είναι αντίστροφη, δηλαδή πρώτα η ρητή επιφύλαξη του δικαιώματος υπαναχώρησης υπέρ συγκεκριμένου μέρους, έπειτα το τίμημα άσκησής του, διότι ο αρραβώνας και η ποινή που χαρακτηρίζονται ως κύρωση, υπάγονται σε νομικό πλαίσιο που επιτρέπει τη δικαστική μείωσή τους.

Επειδή ο χαρακτηρισμός κρίνεται εκ των υστέρων από το δικαστήριο, ο συντάκτης δεν μπορεί να βασιστεί ότι το συμφωνημένο ποσό θα διαφύγει τον έλεγχο αυτό.

Πότε η υπαναχώρηση είναι ανίσχυρη παρά την ύπαρξη της ρήτρας;

Όταν ασκείται χωρίς σύγχρονη καταβολή της ποινής και ο αντισυμβαλλόμενος την αποκρούει για τον λόγο αυτόν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Ανίσχυρη είναι επίσης η δήλωση που δεν τηρεί τον τρόπο άσκησης τον οποίο προβλέπει η ίδια η σύμβαση, όταν τα μέρη έχουν ορίσει συγκεκριμένο τύπο ή διαδικασία.

Ο όρος της σύγχρονης καταβολής είναι απόλυτος κατά το γράμμα του άρθρου 398 ΑΚ. Υπόσχεση καταβολής, τμηματική εξόφληση ή προσφορά του ποσού σε μεταγενέστερο χρόνο δεν αρκούν.

Ο περιορισμός λειτουργεί αμφίδρομα. Ο αντισυμβαλλόμενος οφείλει να αποκρούσει τη δήλωση επικαλούμενος ειδικά τη μη καταβολή και μάλιστα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Εξώδικη δήλωση που απλώς τάσσει τριήμερη προθεσμία εκπλήρωσης και επιφυλάσσεται γενικά δικαιωμάτων δεν επέχει θέση τέτοιας απόκρουσης, κατά την ΑΠ 1339/2011.

Η δεύτερη προϋπόθεση κύρους αφορά τον τρόπο άσκησης. Σε συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησης ακινήτου τιμήματος 1.500.000 ευρώ, με αρραβώνα 100.000 ευρώ, οι συμβαλλόμενοι όρισαν ρητά ότι η υπαναχώρηση οποιουδήποτε μέρους θα αποδεικνυόταν μόνο με πράξη μη εμφάνισης ή με πράξη εμφάνισης και άρνησης υπογραφής ενώπιον συγκεκριμένου συμβολαιογράφου.

Οι πωλητές δήλωσαν επανειλημμένα εξωδίκως ότι θεωρούσαν εαυτούς αποδεσμευμένους, χωρίς όμως ποτέ να εμφανιστούν ενώπιον του συμβολαιογράφου.

Κρίθηκε ότι δεν ασκήθηκε έγκυρα υπαναχώρηση, ότι η ταχθείσα προθεσμία λειτουργούσε ως προθεσμία εκπλήρωσης και όχι ως διαλυτική, οπότε οι πωλητές υποχρεώθηκαν να αποδώσουν τον αρραβώνα εις διπλούν, ήτοι 200.000 ευρώ (ΑΠ 257/2021).

Το συμπέρασμα είναι ότι η ρήτρα που περιγράφει τυπική διαδικασία άσκησης προστατεύει το μέρος που θέλει βεβαιότητα ως προς το πότε λύθηκε η σύμβαση, αλλά δεσμεύει εξίσου εκείνον που θα θελήσει να αποχωρήσει.

Παράλληλα, η ρήτρα οφείλει να ορίζει αν η ταχθείσα ημερομηνία εκπλήρωσης λειτουργεί ως απλή προθεσμία ή ως διαλυτική προθεσμία, γιατί από τον χαρακτηρισμό αυτό εξαρτάται αν η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει μετά την άπρακτη πάροδό της.

Επιβιώνει η ποινική ρήτρα μετά την άσκηση της υπαναχώρησης;

Κατά κανόνα όχι. Η υπαναχώρηση λύει αναδρομικά τη σύμβαση και εν αμφιβολία καταργεί και τις παρεπόμενες συμφωνίες, μεταξύ των οποίων και η ποινική ρήτρα. Η ποινή διασώζεται μόνο όταν έχει συμφωνηθεί ρητά ότι καταπίπτει και στην περίπτωση που χωρήσει υπαναχώρηση.

Η αιτία είναι λειτουργική. Η ποινική ρήτρα περιφρουρεί την εκπλήρωση και ενισχύει την υποχρέωση του οφειλέτη να εκτελέσει την παροχή του, οπότε δεν συμβιβάζεται με μηχανισμό που επιτρέπει τη διάλυση της σύμβασης.

Με την άσκηση της υπαναχώρησης αποσβήνονται οι υποχρεώσεις προς παροχή και τα μέρη αποδίδουν αμοιβαία όσα έλαβαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η διάσωση της ποινής απαιτεί διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη συναλλαγή, ενώ τυποποιημένος όρος δεν επαρκεί. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση προσυμφώνου πώλησης πλοίου, όπου η πωλήτρια μεταμελήθηκε και το δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει όρο που προέβλεπε ότι οι υπόχρεοι οφείλουν «επιπλέον ως αποζημίωση» ποσό ίσο με την προκαταβολή των 625.000 ευρώ.

Η λέξη «επιπλέον» κρίθηκε ότι σημαίνει πλήρη και όχι εύλογη αποζημίωση, με αποτέλεσμα η αγοράστρια να λάβει τόσο την επιστροφή της προκαταβολής όσο και ισόποση ποινή (ΠΠΠειρ 3917/2019). Μία λέξη μετακίνησε το οικονομικό αποτέλεσμα κατά 625.000 ευρώ.

Η ίδια λογική εμφανίζεται και σε άλλους μηχανισμούς πρόωρης λύσης. Η ρήτρα έκπτωσης του άρθρου 399 ΑΚ σωρεύεται με ποινική ρήτρα μόνον όταν αυτό προβλέπεται ρητά. Σε κάθε περίπτωση, η σιωπή της σύμβασης λειτουργεί εις βάρος εκείνου που προσδοκά σωρευτική ικανοποίηση.

Πώς συνδυάζονται σε μία ρήτρα το δικαίωμα εξόδου και η ποινή αθέτησης;

Με διττή παρεπόμενη συμφωνία που ορίζει διακριτά γενεσιουργά γεγονότα. Το ίδιο ποσό λειτουργεί ως επιτίμιο μεταμελείας όταν ασκείται υπαναχώρηση και ως ποινική ρήτρα όταν συντρέχει υπαίτια μη εκπλήρωση, ενώ σε ομαλή εξέλιξη της συναλλαγής συμψηφίζεται με το τίμημα. Η νομική κατασκευή αυτή είναι έγκυρη, εφόσον κάθε λειτουργία συνδέεται με δικό της γενεσιουργό γεγονός.

Τα παραπάνω έχουν γίνει δεκτά από τη νομολογία. Στην ΕφΠειρ 477/2019, υπήρχε προσύμφωνο πώλησης και η αγοράστρια είχε καταβάλει 80.000 ευρώ. Το προσύμφωνο προέβλεπε αφενός ότι σε περίπτωση μεταμέλειας του πωλητή αυτός επιστρέφει το ποσό εις διπλούν, αφετέρου ότι το ίδιο ισχύει αν καταστεί υπαίτιος για τη μη κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου λόγω μη έκδοσης των απαιτούμενων πιστοποιητικών.

Κρίθηκε ότι τα μέρη συνέστησαν εγκύρως διττή αρραβωνική σύμβαση, ώστε το ποσό να ενεργεί ως επιτίμιο μεταμελείας για την πρώτη περίπτωση και ως ποινική ρήτρα για τη δεύτερη, με το ίδιο ποσό να λειτουργεί ως προκαταβολή αν η οριστική σύμβαση καταρτιζόταν κανονικά. Ο πωλητής υποχρεώθηκε τελικά σε καταβολή 160.000 ευρώ.

Η πρακτική αξία για τη σύνταξη B2B συμβάσεων είναι άμεση. Η ρήτρα δομείται σε τρία σκέλη, καθένα με δικό του γενεσιουργό γεγονός:

  • ομαλή εκτέλεση, οπότε το ποσό συμψηφίζεται,
  • άσκηση επιφυλαγμένου δικαιώματος εξόδου, οπότε το ποσό λειτουργεί ως επιτίμιο μεταμελείας (αντάλλαγμα αποδέσμευσης) και
  • υπαίτια αθέτηση, οπότε το ποσό λειτουργεί ως ποινή.

Η εμπειρία από υποθέσεις εξαγοράς συμμετοχών δείχνει ότι τα περισσότερα κείμενα ρυθμίζουν επαρκώς μόνο το τρίτο σκέλος, με συνέπεια η αποχώρηση χωρίς αθέτηση να μένει αρρύθμιστη και να κρίνεται εκ των υστέρων από δικαστήριο.

Το επίπεδο δυσκολίας ανεβαίνει όταν τα μέρη επιθυμούν διαφορετικό ύψος ανά σκέλος ή ασύμμετρο δικαίωμα εξόδου υπέρ ενός μόνο μέρους.

Στις περιπτώσεις αυτές, η διατύπωση οφείλει να διαχωρίζει ρητά ποιο σκέλος ενεργοποιείται από ποιο γεγονός, γιατί κάθε επικάλυψη επαναφέρει το ερμηνευτικό ζήτημα που η ρήτρα προσπαθούσε να αποτρέψει.

Τι ισχύει όταν η σύμβαση ματαιώνεται χωρίς υπαιτιότητα κανενός μέρους;

Η ποινή δεν καταπίπτει, γιατί προϋποθέτει υπαίτια αδυναμία ή υπερημερία του οφειλέτη. Το δικαίωμα εξόδου, αντίθετα, δεν εξαρτάται από υπαιτιότητα, οπότε η ρήτρα οφείλει να ρυθμίζει χωριστά την τύχη του ποσού όταν η ματαίωση οφείλεται σε γεγονός εκτός της σφαίρας ευθύνης των μερών.

Το βάρος επίκλησης και απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, ο οποίος οφείλει να αποδείξει ότι εκπλήρωσε ή ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.

Ως τέτοιο θεωρείται κάθε εύλογη αιτία που δικαιολογεί τη μη εκπλήρωση ή τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 16/2022). Όταν η αδυναμία προκύπτει από ανωτέρα βία, εκλείπει η υπαιτιότητα και το ποσό αναζητείται.

Στην υπόθεση του προσυμφώνου ακινήτου των 10.000.000 ευρώ που έκρινε η ΤρΕφΑθ 4873/2024, η αγοράστρια δεν προσήλθε για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου επειδή η αρμόδια υπηρεσία δεν επέτρεπε την κατασκευή κόμβου σύνδεσης με την εθνική οδό, στοιχείο που καθιστούσε το ακίνητο ακατάλληλο για τον σκοπό της αγοράς.

Επειδή η αδυναμία ανήκε στην αρμοδιότητα τρίτου, κρίθηκε ότι κανένα μέρος δεν έφερε ευθύνη και ενεργοποιήθηκε ο όρος που προέβλεπε επιστροφή του ποσού του 1.000.000 ευρώ.

Για επιχειρήσεις που δεσμεύονται σε συμβάσεις εξαρτημένες από διοικητική άδεια, χρηματοδότηση ή έγκριση τρίτου, η πρακτική συνέπεια είναι ότι η ρήτρα εξόδου δεν καλύπτει από μόνη της τον κίνδυνο.

Χρειάζεται χωριστή πρόβλεψη που να ορίζει ποια γεγονότα θεωρούνται εκτός ευθύνης, ποιος τα αποδεικνύει και ποια είναι η τύχη του καταβληθέντος ποσού, ώστε το ζήτημα να μην κριθεί με τους γενικούς κανόνες πολλά χρόνια αργότερα.

Συχνές Ερωτήσεις

Αρκεί η ονομασία μιας ρήτρας ως επιτιμίου μεταμελείας για να ισχύσει;

Όχι. Το δικαστήριο κρίνει με βάση το ουσιαστικό περιεχόμενο του όρου και τη βούληση των μερών, όπως αυτή προκύπτει από τη διατύπωση και τις περιστάσεις της συναλλαγής. Απαιτείται σαφής και αναμφίβολη επιφύλαξη του δικαιώματος υπαναχώρησης υπέρ συγκεκριμένου μέρους. Όρος που περιγράφει μόνο την οικονομική συνέπεια μιας αποχώρησης, χωρίς να θεμελιώνει το ίδιο το δικαίωμα, ερμηνεύεται ως ρύθμιση κύρωσης για υπαίτια αθέτηση.

Μπορεί ο αντισυμβαλλόμενος να ζητήσει και εκπλήρωση εκτός από την ποινή;

Όχι, εφόσον πρόκειται για γνήσιο επιτίμιο μεταμελείας. Όταν ασκηθεί εγκύρως η υπαναχώρηση, ο αντισυμβαλλόμενος περιορίζεται στην είσπραξη του συμφωνημένου ποσού και δεν διατηρεί αξίωση για την παροχή ούτε για επιπλέον αποζημίωση. Η σωρευτική διεκδίκηση ποινής και εκπλήρωσης ανήκει στο πεδίο της ποινικής ρήτρας κατά το άρθρο 407 ΑΚ και προϋποθέτει υπαίτια πλημμελή εκπλήρωση, όχι άσκηση δικαιώματος εξόδου.

Τι γίνεται αν η ποινή δεν καταβληθεί ταυτόχρονα με τη δήλωση υπαναχώρησης;

Η υπαναχώρηση είναι ανίσχυρη, υπό δύο προϋποθέσεις: ότι ο αντισυμβαλλόμενος την απέκρουσε ειδικά για τον λόγο αυτόν και ότι το έπραξε χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν παραλείψει την απόκρουση ή καθυστερήσει υπαίτια, η υπαναχώρηση παράγει τα αποτελέσματά της παρά τη μη σύγχρονη καταβολή.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Πρώτα το δικαίωμα, έπειτα το τίμημα: Η ρήτρα εξόδου διατυπώνεται ξεκινώντας από τη ρητή επιφύλαξη του δικαιώματος υπαναχώρησης υπέρ συγκεκριμένου μέρους και μόνο κατόπιν ορίζει το ποσό. Η αντίστροφη σειρά παράγει όρο που περιγράφει κύρωση και ερμηνεύεται ως ποινική ρήτρα.

Ρητή πρόβλεψη για τη σύγχρονη καταβολή: Η σύμβαση ορίζει τον τρόπο και τον χρόνο καταβολής της ποινής ώστε να ταυτίζεται με τη δήλωση υπαναχώρησης. Πρόβλεψη για καταβολή σε δόσεις ή σε μεταγενέστερο χρόνο ακυρώνει το δικαίωμα εξόδου.

Διακριτά γενεσιουργά γεγονότα ανά σκέλος: Όταν το ίδιο ποσό εξυπηρετεί περισσότερες λειτουργίες, κάθε λειτουργία συνδέεται με δικό της γεγονός. Η επικάλυψη επαναφέρει την ερμηνευτική αβεβαιότητα που η ρήτρα σκόπευε να αποτρέψει.

Χωριστή ρύθμιση της ανυπαίτιας ματαίωσης: Οι συμβάσεις που εξαρτώνται από άδεια, χρηματοδότηση ή έγκριση τρίτου χρειάζονται όρο που ορίζει ποια γεγονότα θεωρούνται εκτός ευθύνης, ποιος φέρει το βάρος απόδειξης και ποια είναι η τύχη του καταβληθέντος ποσού.

Τυπικός τρόπος άσκησης με δύο όψεις: Ο όρος που απαιτεί συγκεκριμένη διαδικασία άσκησης της υπαναχώρησης προσφέρει βεβαιότητα, αλλά δεσμεύει και εκείνον που θα θελήσει να αποχωρήσει. Η επιλογή του γίνεται με επίγνωση ότι λειτουργεί αμφίδρομα.

Χαρακτηρισμός της προθεσμίας εκπλήρωσης: Η σύμβαση δηλώνει αν η ταχθείσα ημερομηνία λειτουργεί ως απλή προθεσμία εκπλήρωσης ή ως διαλυτική. Χωρίς τη διευκρίνιση αυτή, η άπρακτη πάροδός της δεν λύει τη δέσμευση και τα μέρη παραμένουν υπόχρεα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το δικαίωμα εξόδου από εμπορική σύμβαση.