Αναγνώριση Χρέους: Αφηρημένη ή Αιτιώδης για την Κατοχύρωση Οφειλής
- Η αφηρημένη αναγνώριση του άρθρου 873 ΑΚ απαιτεί έγγραφο και γεννά οφειλή ανεξάρτητη από την αιτία. Η αιτιώδης αναγνώριση του άρθρου 361 ΑΚ καταρτίζεται άτυπα και παραμένει συνδεδεμένη με τη βασική σχέση.
- Από την 1η Δεκεμβρίου 2024 η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους υπάγεται σε Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής 2,40% ή 3,60%, με υπόχρεο απόδοσης τον ίδιο τον αναγνωρίζοντα. Η αιτιώδης αναγνώριση δεν κατονομάζεται στον περιοριστικό κατάλογο του νόμου.
- Έγγραφο που ομολογεί απλώς γεγονότα δεν ιδρύει νέα ενοχή. Λειτουργεί ως εξώδικη ομολογία, όπως έκρινε η ΑΠ 629/2023 σε υπόθεση όπου η ασαφής διατύπωση κόστισε στον δανειστή ολόκληρη την απαίτηση.
- Η ρητή παραίτηση από ενστάσεις μαζί με τον καθορισμό του ύψους της οφειλής αποκλείει τη μεταγενέστερη συζήτηση για τα επιμέρους κονδύλια, κατά την ΕφΠειρ 501/2024.
Πότε επιλέγεται αφηρημένη και πότε αιτιώδης αναγνώριση χρέους;
Η αφηρημένη αναγνώριση επιλέγεται όταν ο δανειστής χρειάζεται αυτοτελή βάση αγωγής, αποκομμένη από την αρχική συναλλαγή. Η αιτιώδης επιλέγεται όταν η βασική σχέση είναι ισχυρή αλλά αμφισβητείται το ύψος ή προβάλλονται ενστάσεις.
Η πρώτη απαιτεί έγγραφο ως συστατικό τύπο. Η δεύτερη καταρτίζεται άτυπα, δεν κατονομάζεται στις συναλλαγές που επιβαρύνονται με ψηφιακό τέλος συναλλαγής και επιτυγχάνει σχεδόν το ίδιο δικονομικό αποτέλεσμα, εφόσον συνοδεύεται από ρητή παραίτηση του οφειλέτη από τις ενστάσεις του.
Η διάκριση δεν είναι θεωρητική. Κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο είναι έγκυρη μόνο αν καταρτιστεί εγγράφως.
Το δεύτερο εδάφιο προσθέτει ερμηνευτικό κανόνα. Έγγραφο που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι αποσκοπεί σε ενοχή ανεξάρτητη από αυτήν.
Ο κανόνας αυτός λειτουργεί μόνο σε αμφιβολία. Αν το έγγραφο μνημονεύει την αιτία, κατά κανόνα πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση, η οποία στηρίζεται στην ελευθερία των συμβάσεων του άρθρου 361 ΑΚ.
Δεν αποκλείεται όμως και πάλι να πρόκειται για αναιτιώδη ενοχή, εφόσον τα μέρη θέλησαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο νομικός χαρακτηρισμός δεν προκύπτει από τον τίτλο που φέρει το έγγραφο. Προκύπτει από την ερμηνεία της βούλησης των μερών κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, με βάση το σύνολο των περιστάσεων, τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν και τη μεταγενέστερη συμπεριφορά τους.
Ένα συμφωνητικό με τίτλο «αναγνώριση οφειλής» μπορεί να κριθεί απλό αποδεικτικό μέσο, ενώ μια απόδειξη παραλαβής επιταγής μπορεί να κριθεί αναγνώριση.
Τι κερδίζει ο δανειστής από κάθε μορφή αναγνώρισης;
Και οι δύο μορφές ιδρύουν νέα ενοχή που υφίσταται δίπλα ή σε αντικατάσταση της παλαιάς. Η αφηρημένη απαλλάσσει τον δανειστή από την επίκληση της αιτίας.
Η αιτιώδης παράγει ισοδύναμο αποτέλεσμα ως προς τις ενστάσεις, επειδή όποιος αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία.
Η παραίτηση αυτή από ενστάσεις πρέπει να είναι έγκυρη κατά το άρθρο 437 ΑΚ. Αποτελεί δε αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης αν η αναγνώριση αντικαθιστά την αρχική σχέση, αν απλώς την αλλοιώνει καθώς και αν η παραίτηση είναι πλήρης ή μερική.
Στο σημείο αυτό βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα της διατύπωσης, γιατί μια γενικόλογη ρήτρα παραίτησης ενδέχεται να μην καλύψει την ένσταση που θα προβληθεί τελικά.
| Κριτήριο | Αφηρημένη αναγνώριση (873 ΑΚ) | Αιτιώδης αναγνώριση (361 ΑΚ) | Εξώδικη ομολογία (352 παρ. 2 ΚΠολΔ) | Συμβιβασμός (871 ΑΚ) |
|---|---|---|---|---|
| Τύπος | Έγγραφο, συστατικός τύπος | Άτυπη | Άτυπη | Άτυπος κατ’ αρχήν |
| Νέα ενοχή | Ναι, ανεξάρτητη από την αιτία | Ναι, συνδεδεμένη με την αιτία | Όχι | Ναι, ως προς το συμβιβασθέν |
| Ενστάσεις από τη βασική σχέση | Αποκλείονται | Αποκλείονται εφόσον υπάρχει έγκυρη παραίτηση (437 ΑΚ) | Παραμένουν στο ακέραιο | Αποκλείονται ως προς το συμβιβασθέν |
| Τι επικαλείται ο ενάγων | Την έγγραφη σύμβαση με βούληση αποσύνδεσης από την αιτία | Όσα πραγματικά προσδιορίζουν την αναγνωριζόμενη ενοχή | Ολόκληρη τη βασική σχέση | Τη διαφορά, τις αμοιβαίες υποχωρήσεις και το συμφωνηθέν ποσό |
| Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής | 2,40% ή 3,60% (άρθρο 13 ν. 5177/2025) | Δεν κατονομάζεται στον νόμο | Δεν κατονομάζεται στον νόμο | 2,40% ή 3,60% (άρθρο 14 ν. 5177/2025) |
| Υπόχρεος απόδοσης τέλους | Ο υποσχόμενος ή ο αναγνωρίζων το χρέος | Δεν τίθεται ζήτημα | Δεν τίθεται ζήτημα | Ο οφειλέτης της συμβιβαζόμενης απαίτησης |
| Διακοπή παραγραφής (260 ΑΚ) | Ναι | Ναι | Ναι | Ναι |
Η σύγκριση δείχνει ότι η αφηρημένη αναγνώριση εξασφαλίζει δικονομική ευκολία με τίμημα συστατικό τύπο και φορολογική επιβάρυνση.
Όταν η βασική σχέση είναι καλά τεκμηριωμένη, η αιτιώδης αναγνώριση με ισχυρή ρήτρα παραίτησης δίνει συγκρίσιμη προστασία χωρίς αυτό το κόστος. Το ίδιο αποτέλεσμα επιδιώκεται και με άλλα εργαλεία, όπως ο συμψηφισμός όταν υπάρχουν αμοιβαίες απαιτήσεις.
Πότε ένα έγγραφο κρίνεται αποδεικτικό μέσο και όχι αναγνώριση;
Σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενό της είναι κάποια έννομη σχέση, ειδικότερα όταν αναλαμβάνεται υποχρέωση αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή. Δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα.
Στη δεύτερη περίπτωση το έγγραφο λειτουργεί ως εξώδικη ομολογία κατά το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να ιδρύει νέα βάση αξίωσης.
Η ΑΠ 629/2023 δείχνει πόσο λεπτή είναι η διαχωριστική γραμμή. Δικηγορική εταιρεία παρέλαβε από πελάτη της λευκή επιταγή 180.000 ευρώ και συνέταξε έγγραφο με τίτλο «Απόδειξη Παραλαβής Επιταγής», όπου αναγραφόταν ότι με την εξόφληση αποδίδονται «δαπάνες γενόμενες» για λογαριασμό της εταιρείας κατά τη μακρόχρονη συνεργασία τους.
Το Εφετείο έκρινε ότι τα μέρη θέλησαν μόνο αποδεικτικό μέσο, επειδή ομολογούνταν απλώς ένα γεγονός, οπότε επικύρωσε την απόρριψη της αγωγής.
Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία. Δέχθηκε ότι το Εφετείο δεν εξήγησε γιατί η αναφορά σε νέα αιτία οφειλής, σε νέο χρόνο εξόφλησης καθώς και σε νέο τρόπο πληρωμής μέσω προσωπικής επιταγής τρίτου δεν συνιστά ανάληψη υποχρέωσης που οδηγεί σε νέα ενοχή. Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι η ίδια διατύπωση άντεξε σε δύο διαμετρικά αντίθετες κρίσεις ουσίας.
Η εμπειρία από υποθέσεις είσπραξης εμπορικών απαιτήσεων δείχνει ότι το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η λέξη «αναγνωρίζω» αλλά η ύπαρξη ανάληψης υποχρέωσης με αυτοτελές περιεχόμενο, δηλαδή συγκεκριμένο ποσό, συγκεκριμένο χρόνο και συγκεκριμένο τρόπο καταβολής.
Έγγραφα που απλώς επιβεβαιώνουν υπόλοιπο καρτέλας ή αποστέλλονται ως επιβεβαίωση αλληλογραφίας σπάνια πληρούν αυτή την προϋπόθεση, ακόμη κι όταν φέρουν υπογραφή.
Ισχυρή απόδειξη μπορεί να προκύψει και από ηλεκτρονικά έγγραφα, χωρίς όμως αυτό να μεταβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμφωνίας.
Ποιος τύπος απαιτείται και πότε αρκεί άτυπη συμφωνία;
Η αφηρημένη αναγνώριση είναι έγκυρη μόνο εγγράφως. Ο τύπος είναι συστατικός, δηλαδή η παράλειψή του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης και όχι απλώς δυσχέρεια απόδειξης. Η αιτιώδης αναγνώριση καταρτίζεται κατ’ αρχήν άτυπα, ακόμη και προφορικά, με μόνη προϋπόθεση να αποδεικνύεται.
Υπάρχει όμως σημαντική εξαίρεση. Όταν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί τύπο, ο τύπος αυτός πρέπει να τηρηθεί και για τη σύμβαση αναγνώρισης.
Η αρχή αυτή, όπως τη διατυπώνει η ΕφΠειρ 501/2024, καθιστά τη συμβολαιογραφική τήρηση αναγκαία όταν η αναγνωριζόμενη οφειλή συνδέεται με υποχρέωση μεταβίβασης ακινήτου.
Πέρα από την εγκυρότητα, ο τύπος έχει και δικονομική διάσταση. Έγγραφη αναγνώριση που πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 443 και 444 ΚΠολΔ επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής, ενώ προφορική αναγνώριση οδηγεί υποχρεωτικά σε τακτική διαδικασία με μάρτυρες. Η διαφορά σε χρόνο μεταξύ των δύο διαδρομών μετριέται σε έτη.
Η σύνταξη ενός εγγράφου που καλύπτει σωρευτικά και τις δύο ανάγκες, δηλαδή τον συστατικό τύπο του άρθρου 873 ΑΚ και τις αποδεικτικές απαιτήσεις της διαταγής πληρωμής, δεν είναι ζήτημα υποδείγματος.
Απαιτεί ad hoc διατύπωση που να προσδιορίζει ποσό εκκαθαρισμένο, να αποκλείει αίρεση ή αντιπαροχή καθώς και να τεκμηριώνει την εκπροσώπηση του νομικού προσώπου που αναγνωρίζει.
Πόσο κοστίζει η αναγνώριση χρέους σε Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής;
Η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους του άρθρου 873 ΑΚ υπάγεται σε Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής με συντελεστή 2,40%, εφόσον όλα τα μέρη ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα ή τουλάχιστον ένα από αυτά είναι νομικό πρόσωπο του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπως και όταν συμβάλλεται το Δημόσιο, ο συντελεστής ανέρχεται σε 3,60%. Υπόχρεος απόδοσης είναι ο υποσχόμενος ή ο αναγνωρίζων το χρέος, δηλαδή ο οφειλέτης.
Η ρύθμιση βρίσκεται στο άρθρο 13 του ν. 5177/2025, που κωδικοποίησε τις διατάξεις του ν. 5135/2024. Το τέλος χαρτοσήμου καταργήθηκε από την 1η Δεκεμβρίου 2024. Η εγκύκλιος Ε.2094/2025 της ΑΑΔΕ διευκρινίζει ότι οι συμβάσεις αυτές υπάγονται αυτοτελώς σε τέλος, ανεξάρτητα από την προηγούμενη υπαγωγή ή απαλλαγή του οικονομικού τους αντικειμένου σε τέλος, ΦΠΑ ή άλλο φόρο. Οφειλή από τιμολόγια που έχουν ήδη επιβαρυνθεί με ΦΠΑ επιβαρύνεται δηλαδή εκ νέου όταν αναγνωριστεί αφηρημένα.
Σε οφειλή 200.000 ευρώ μεταξύ δύο εταιρειών το τέλος ανέρχεται σε 4.800 ευρώ. Το ίδιο άρθρο υπάγει σε τέλος τη στερητική αναδοχή χρέους, την εκχώρηση απαίτησης και την άφεση χρέους, ενώ η σωρευτική αναδοχή χρέους του άρθρου 477 ΑΚ ρητά εξαιρείται.
Η αιτιώδης αναγνώριση δεν κατονομάζεται στον κατάλογο. Δεδομένου ότι το τέλος επιβάλλεται σε πράξεις που κατονομάζονται περιοριστικά στον νόμο, η γραμματική ερμηνεία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι παραμένει εκτός πεδίου εφαρμογής.
Η φορολογική διοίκηση δεν έχει τοποθετηθεί ειδικά. Επειδή δε ο χαρακτηρισμός του εγγράφου ως αφηρημένου ή αιτιώδους κρίνεται ερμηνευτικά από το δικαστήριο και όχι από τον τίτλο που του δίνουν τα μέρη, το φορολογικό αποτέλεσμα δεν βρίσκεται πλήρως στον έλεγχό της.
Παράλληλα διατηρείται σε ισχύ η ειδική απαλλαγή της παρ. 9 του άρθρου 19 του ν. 1882/1990, το εύρος της οποίας εξετάζεται κατά περίπτωση.
Πώς μεταβάλλει η αναγνώριση την παραγραφή της απαίτησης;
Κάθε αναγνώριση διακόπτει την παραγραφή κατά το άρθρο 260 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο.
Αρκεί οποιαδήποτε συμπεριφορά του οφειλέτη από την οποία προκύπτει ότι θεωρεί την αξίωση υπαρκτή. Δεν απαιτείται αποδοχή από τον δανειστή ούτε δικαιοπρακτικός χαρακτήρας.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι η διακοπή. Είναι αν η αναγνώριση ίδρυσε νέα αυτοτελή ενοχή. Όταν η νέα ενοχή αντικαθιστά την παλαιά κατά τα άρθρα 421 και 436 ΑΚ, η αρχική αξίωση παύει να υφίσταται μαζί με το βραχύ όριο παραγραφής της. Όταν συνυπάρχει παράλληλα με αυτήν, ο δανειστής διατηρεί δύο βάσεις με διαφορετική τύχη.
Η διαφορά έχει άμεση εμπορική σημασία. Οι αξιώσεις εμπόρων από πωλήσεις εμπορευμάτων καθώς και οι αξιώσεις από μισθώματα υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ. Η γενική παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ είναι εικοσαετής.
Το αν η αναγνώριση μετακινεί την απαίτηση από το πρώτο καθεστώς στο δεύτερο εξαρτάται αποκλειστικά από την ερμηνεία της βούλησης των μερών.
Η νομολογία αναγνωρίζει επίσης ότι η αιτιώδης αναγνώριση μπορεί να αποσκοπεί σε επιμέρους έννομα αποτελέσματα, όπως αυτά των άρθρων 156 και 272 παρ. 2 ΑΚ, χωρίς να ιδρύει νέα ενοχή.
Ειδικά η αναγνώριση αξίωσης που έχει ήδη παραγραφεί ακολουθεί χωριστό καθεστώς, το οποίο κρίνεται με βάση τη γνώση ή άγνοια του οφειλέτη για τη συμπλήρωση της παραγραφής.
Πώς θεμελιώνεται αγωγή ή διαταγή πληρωμής από αναγνώριση χρέους;
Στην αφηρημένη αναγνώριση ο ενάγων επικαλείται την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι τα μέρη θέλησαν ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία.
Στην αιτιώδη αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο όσων πραγματικών στοιχείων προσδιορίζουν την αναγνωριζόμενη ενοχή, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι’ αυτήν, όπως δέχεται η ΑΠ 387/2019.
Η ΕφΠειρ 501/2024 δείχνει τι κερδίζει πρακτικά ο δανειστής. Η εταιρεία που εκμεταλλεύεται τη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος διεκδικούσε από τη μοναδική εταίρο διαγραμμένης ΕΠΕ οφειλές από παραχώρηση χώρου, νερό και ρεύμα.
Με ένα ιδιωτικό συμφωνητικό η εταίρος ανεδέχθη στερητικά το χρέος και στη συνέχεια αναγνώρισε ποσό 83.382,44 ευρώ, παραιτούμενη ρητά από κάθε ένσταση. Το δικαστήριο έκρινε ότι, όταν σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης είναι ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται επάνοδος των μερών σε αυτό.
Η ενάγουσα εισέπραξε 79.382,44 ευρώ χωρίς να χρειαστεί να αναλύσει τιμολόγιο προς τιμολόγιο μια οφειλή που αρχικά ανερχόταν σε 220.391,72 ευρώ.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το έγγραφο συνιστούσε στερητική αναδοχή και άρα η αγωγή ήταν αόριστη έγινε δεκτός ως προς τον χαρακτηρισμό αλλά απορρίφθηκε ως προς το αποτέλεσμα, ακριβώς επειδή η αγωγή στηριζόταν στην αιτιώδη αναγνώριση.
Η εμπειρία από υποθέσεις αμφισβήτησης οφειλής δείχνει ότι το συνηθέστερο δικονομικό λάθος είναι η μεταγενέστερη μεταβολή της βάσης.
Ο ενάγων που θεμελίωσε την αγωγή του σε αιτιώδη ενοχή δεν μπορεί ύστερα να τη μετατρέψει σε αφηρημένη με πρόσθετους ισχυρισμούς, γιατί αυτό συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής. Η επιλογή γίνεται πριν την κατάθεση.
Όταν το έγγραφο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 623 ΚΠολΔ, η ταχύτερη διαδρομή παραμένει η διαταγή πληρωμής από τιμολόγιο, ενώ η προσωπική εγγύηση τρίτου προσθέτει δεύτερο υπόχρεο στην ίδια οφειλή.
Συχνές Ερωτήσεις
Τι πρέπει να περιέχει ένα ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής;
Δεν υπάρχει τυποποιημένο περιεχόμενο, γιατί το έγγραφο υπηρετεί διαφορετικό σκοπό κατά περίπτωση. Τα στοιχεία που κρίνονται στην πράξη είναι το εκκαθαρισμένο ποσό, ο προσδιορισμός της υποκείμενης σχέσης όταν επιδιώκεται αιτιώδης αναγνώριση, η ρητή ανάληψη υποχρέωσης καταβολής, ο χρόνος και ο τρόπος εξόφλησης, η παραίτηση από ενστάσεις καθώς και η τεκμηρίωση της εκπροσώπησης. Η επιλογή αφηρημένης ή αιτιώδους διατύπωσης καθορίζει και τη φορολογική μεταχείριση.
Ποια παραγραφή ισχύει μετά την αναγνώριση χρέους;
Η αναγνώριση διακόπτει την τρέχουσα παραγραφή κατά το άρθρο 260 ΑΚ. Αν ιδρύθηκε νέα αυτοτελής ενοχή που αντικαθιστά την παλαιά, η νέα αξίωση έχει δική της αφετηρία και δεν φέρει το βραχύ όριο της αρχικής. Αν η αναγνώριση απλώς επιβεβαιώνει την υπάρχουσα σχέση, η παραγραφή ξεκινά εκ νέου αλλά με το ίδιο όριο. Η διάκριση κρίνεται από την ερμηνεία της σύμβασης.
Επιβαρύνεται η αναγνώριση χρέους με χαρτόσημο;
Το τέλος χαρτοσήμου καταργήθηκε από την 1η Δεκεμβρίου 2024. Στη θέση του επιβάλλεται Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής. Για την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους ο συντελεστής είναι 2,40% όταν τα μέρη δρουν επιχειρηματικά ή τουλάχιστον ένα είναι νομικό πρόσωπο, διαφορετικά 3,60%. Δεν απαιτείται πλέον σήμανση του εγγράφου. Το τέλος αποδίδεται ψηφιακά από τον αναγνωρίζοντα το χρέος.
Πώς αντιμετωπίζεται η αναγνώριση οφειλής από μισθώματα;
Οι αξιώσεις από μισθώματα υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ. Η αναγνώριση από τον μισθωτή διακόπτει την παραγραφή αυτή. Αν όμως τα μέρη θέλησαν να ιδρύσουν νέα ενοχή αποκομμένη από τη μισθωτική σχέση, ο εκμισθωτής απαλλάσσεται από την ανάγκη να αποδείξει τη μίσθωση και τα επιμέρους μισθώματα. Το τίμημα είναι ότι η οφειλή αποσυνδέεται από τυχόν ανταπαιτήσεις του μισθωτή.
Μπορεί η αναγνώριση χρέους να προσβληθεί ως ελαττωματική;
Μπορεί, με τις γενικές διατάξεις για την πλάνη, την απάτη και την απειλή καθώς και με τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ για τη δικαιοπραξία αντίθετη στα χρηστά ήθη. Στην ΕφΠειρ 501/2024 ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, επειδή ανάγονταν στα παραγωγικά αίτια της βούλησης της οφειλέτριας και όχι σε ελάττωμα της ίδιας της δήλωσης. Το όριο μεταξύ των δύο είναι λεπτό.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Ο τίτλος του εγγράφου δεν καθορίζει τον χαρακτηρισμό: Το δικαστήριο ερμηνεύει τη βούληση των μερών κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Η ΑΠ 629/2023 αφορούσε έγγραφο με τίτλο «Απόδειξη Παραλαβής Επιταγής» που κρίθηκε αντίθετα σε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Η ανάληψη υποχρέωσης είναι το διαχωριστικό στοιχείο: Ομολογία γεγονότος παράγει μόνο αποδεικτικό μέσο. Συγκεκριμένο ποσό, συγκεκριμένος χρόνος και συγκεκριμένος τρόπος καταβολής μετακινούν το έγγραφο στην κατηγορία της αναγνώρισης.
Η παραίτηση από ενστάσεις χρειάζεται ειδική διατύπωση: Γενικόλογη ρήτρα ενδέχεται να μην καλύψει την ένσταση που θα προβληθεί. Η έγκυρη παραίτηση κρίνεται κατά το άρθρο 437 ΑΚ.
Ο καθορισμός του ύψους κλείνει οριστικά τη συζήτηση: Κατά την ΕφΠειρ 501/2024, όταν σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης είναι ο προσδιορισμός του ποσού, δεν επιτρέπεται επάνοδος των μερών σε αυτό.
Το φορολογικό κόστος ακολουθεί τον χαρακτηρισμό: Η αφηρημένη αναγνώριση επιβαρύνεται με Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής 2,40% ή 3,60%, με υπόχρεο τον οφειλέτη. Η επιβολή είναι αυτοτελής ακόμη κι όταν η υποκείμενη οφειλή έχει ήδη υπαχθεί σε ΦΠΑ.
Η βάση της αγωγής επιλέγεται πριν την κατάθεση: Μεταγενέστερη μετατροπή της αιτιώδους βάσης σε αφηρημένη συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Ο συστατικός τύπος επεκτείνεται: Όταν η αναγνωριζόμενη υποχρέωση απαιτεί από τον νόμο τύπο, ο τύπος αυτός τηρείται και για τη σύμβαση αναγνώρισης.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αφηρημένη και αιτιώδη Αναγνώριση Χρέους