Skip to content
Αρθρογραφία

Εκχώρηση Απαίτησης ή Αναδοχή Χρέους & Εμπορική Εξασφαλίση

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 20 Ιουνίου 2026

Πότε Η Επιχείρηση Μεταβιβάζει Απαίτηση ή Προσθέτει Συνοφειλέτη Ως Ασφάλεια

Σε συντομία:

  • Η εξασφαλιστική (καταπιστευτική) εκχώρηση μεταβιβάζει μια απαίτηση του πιστωτή σε τρίτο ως ασφάλεια άλλης απαίτησης, ενώ η αναδοχή χρέους προσθέτει ή αλλάζει τον οφειλέτη. Επιλέγονται σε διαφορετικές καταστάσεις.
  • Για τον πιστωτή, η σωρευτική αναδοχή (άρθρο 477 ΑΚ) εξασφαλίζει περισσότερο από τη στερητική (άρθρο 471 ΑΚ), γιατί κρατά υπόχρεους και τον αρχικό οφειλέτη και τον αναδοχέα, εις ολόκληρον. Σε αμφιβολία, ο νόμος οδηγεί σε σωρευτική.
  • Η εκχώρηση ολοκληρώνεται με τη συμφωνία, αλλά ισχύει έναντι του οφειλέτη και τρίτων μόνο μετά την αναγγελία. Η καθυστέρηση της αναγγελίας κοστίζει σε προτεραιότητα.
  • Σε σχέση με την εγγύηση, ο αναδοχέας ευθύνεται ως πρωτοφειλέτης, χωρίς τις ενστάσεις του εγγυητή.
  • Μετά τον Ν.5123/2024, η εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης ακολουθεί δύο διακριτές νομικές διαδρομές.

Πότε εκχωρείται η απαίτηση για εξασφάλιση και πότε προστίθεται αναδοχέας;

Η εκχώρηση για εξασφάλιση επιλέγεται από μια επιχείρηση όταν ο πιστωτής διαθέτει δική του απαίτηση κατά τρίτου την οποία μπορεί να μεταβιβάσει ως ασφάλεια, ενώ η αναδοχή χρέους επιλέγεται όταν ένα τρίτο πρόσωπο αναλαμβάνει την οφειλή του πελάτη.

Στην πρώτη περίπτωση αλλάζει ο δικαιούχος μιας απαίτησης, στη δεύτερη προστίθεται ή αντικαθίσταται ο υπόχρεος. Και οι δύο τρόποι λειτουργούν προληπτικά και εξασφαλιστικά, στη φάση σύναψης ή ενεργής σχέσης, όχι ως μέσο είσπραξης ληξιπρόθεσμης οφειλής.

Η εξασφαλιστική εκχώρηση, γνωστή και ως καταπιστευτική εκχώρηση (μεταβίβαση απαίτησης με σκοπό εξασφάλιση και όχι οριστική απόκτηση), στηρίζεται στην εκχώρηση του άρθρου 455 του Αστικού Κώδικα, όπου ο δανειστής μεταβιβάζει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη.

Όταν η μεταβίβαση γίνεται προς εξασφάλιση, ο εκδοχέας καθίσταται ο μόνος που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση, με υποχρέωση να την επανεκχωρήσει μόλις εξοφληθεί η ασφαλιζόμενη απαίτηση (ΑΠ 649/2025). Διαφέρει από την απλή εκχώρηση, που μεταβιβάζει οριστικά την απαίτηση χωρίς σκοπό εξασφάλισης.

Μετά τον Ν.5123/2024, η εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης ακολουθεί δύο τρόπους:

  • Ο πρώτος είναι η κλασική καταπιστευτική εκχώρηση κατά το άρθρο 455 ΑΚ, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία παραμένει άτυπη.
  • Ο δεύτερος είναι ο όρος του άρθρου 10 του Ν.5123/2024, που επιτρέπει να συμφωνηθεί, μέσα σε σύμβαση ενεχύρου απαιτήσεως, ότι το ενέχυρο συνεπάγεται εκχώρηση της απαίτησης με διαλυτική αίρεση την εξόφληση.

Ο δεύτερος τρόπος ακολουθεί τη διαδικασία σύστασης και εγγραφής του ενεχύρου απαιτήσεων, με αποτέλεσμα τα δύο εργαλεία να μην είναι πλέον ισοδύναμα ως προς τη δημοσιότητα και το αντιτάξιμο.

Η αναδοχή χρέους ακολουθεί διαφορετική λογική, καθώς δεν μεταβιβάζει απαίτηση του πιστωτή αλλά μεταβάλλει το παθητικό υποκείμενο της οφειλής. Επιλέγεται όταν τρίτο πρόσωπο με επαρκή φερεγγυότητα αναλαμβάνει την υποχρέωση του πελάτη.

Και οι δύο μορφές αποτελούν ενοχικές μορφές εξασφάλισης, σε αντίθεση με τις εμπράγματες και χρηματοοικονομικές που καλύπτει η συνολική εξασφάλιση εμπορικών απαιτήσεων.

Η καταπιστευτική μεταβίβαση κινητού αφορά εμπράγματη εξασφάλιση σε πράγμα, όχι σε απαίτηση και ακολουθεί χωριστό καθεστώς από την εκχώρηση.

Στερητική ή σωρευτική αναδοχή: ποια εξασφαλίζει καλύτερα τον πιστωτή;

Για τον πιστωτή, η σωρευτική αναδοχή εξασφαλίζει περισσότερο. Στη στερητική αναδοχή (άρθρο 471 ΑΚ) ο αρχικός οφειλέτης απαλλάσσεται και τη θέση του παίρνει ο αναδοχέας, οπότε ο πιστωτής χάνει έναν υπόχρεο. Στη σωρευτική αναδοχή (άρθρο 477 ΑΚ) ο αρχικός οφειλέτης παραμένει και προστίθεται ο αναδοχέας, με αποτέλεσμα ο πιστωτής να έχει δύο υπόχρεους εις ολόκληρον.

Η στερητική αναδοχή (intercessio privativa) επιφέρει ειδική διαδοχή στην υποχρέωση, δηλαδή το χρέος μετακυλίεται από τον αρχικό οφειλέτη στον αναδοχέα, χωρίς να απαιτείται τύπος για τη σύμβαση (ΑΠ 1642/2025). Επειδή ο αρχικός οφειλέτης απαλλάσσεται, η στερητική αναδοχή εξυπηρετεί κυρίως τον οφειλέτη, όχι τον πιστωτή.

Η σωρευτική αναδοχή (intercessio cumulativa) δημιουργεί μεταξύ αναδοχέα και αρχικού οφειλέτη παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά τα άρθρα 481 επ. ΑΚ. Ο πιστωτής δικαιούται να στραφεί, κατ’ επιλογή του, είτε κατά του αναδοχέα είτε κατά του αρχικού οφειλέτη, για το σύνολο της παροχής (ΑΠ 63/2024). Πρόκειται για την ισχυρότερη μορφή αναδοχής από την οπτική του πιστωτή.

Καθοριστικός είναι ο κανόνας του άρθρου 477 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο όταν από τη σύμβαση δεν προκύπτει σαφώς η απαλλαγή του αρχικού οφειλέτη, η αναδοχή θεωρείται σωρευτική. Ο κανόνας λειτουργεί υπέρ του πιστωτή, αλλά μετατρέπεται σε παγίδα όταν η διατύπωση οδηγεί ακούσια προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η εμπειρία από υποθέσεις σύνταξης συμβάσεων αναδοχής δείχνει ότι η βούληση για απαλλαγή του αρχικού οφειλέτη πρέπει να αποτυπώνεται ρητά, ενώ ο πιστωτής που επιθυμεί να διατηρήσει και τους δύο υπόχρεους οφείλει να αποφεύγει κάθε διατύπωση που υποδηλώνει υπεισέλευση του αναδοχέα στη θέση του οφειλέτη.

Πότε ενεργοποιείται η εκχώρηση έναντι του οφειλέτη και τρίτων;

Η εκχώρηση μεταβιβάζει την απαίτηση από τη στιγμή της συμφωνίας μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα, αλλά έναντι του οφειλέτη και των τρίτων ισχύει μόνο μετά την αναγγελία. Σύμφωνα με το άρθρο 460 ΑΚ, ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.

Πριν την αναγγελία, ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει μαζί του σύμβαση άφεσης (άρθρο 461 ΑΚ). Με την αναγγελία αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του οφειλέτη με τον εκχωρητή και η απαίτηση εξασφαλίζεται στον εκδοχέα έναντι όλων (ΑΠ 1917/2022).

Η αναγγελία είναι απευθυντέα στον οφειλέτη και μπορεί να γίνει είτε από τον εκχωρητή είτε από τον εκδοχέα. Για την εξασφαλιστική εκχώρηση, ο χρόνος της αναγγελίας καθορίζει την προτεραιότητα του εκδοχέα έναντι μεταγενέστερων εκδοχέων της ίδιας απαίτησης ή δανειστών που επιχειρούν κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη.

Η εμπειρία από υποθέσεις εξασφάλισης απαιτήσεων δείχνει ότι η καθυστέρηση της αναγγελίας είναι το σημείο όπου χάνεται η προτεραιότητα, ακόμη και όταν η σύμβαση εκχώρησης έχει ήδη καταρτιστεί έγκυρα.

Η αναγγελία διακρίνεται από τη δικαστική επιδίωξη της απαίτησης, που ενεργοποιείται μετά τη ληξιπροθεσμία και αποτελεί χωριστή φάση. Όταν η ίδια η εξασφαλισθείσα απαίτηση καταστεί επισφαλής, η εκχώρηση επισφαλούς απαίτησης σε τρίτο ακολουθεί επίσης δικό της καθεστώς, με τίμημα κάτω της ονομαστικής αξίας.

Τι κερδίζει ο πιστωτής με την αναδοχή έναντι της εγγύησης;

Ο αναδοχέας ευθύνεται ως πρωτοφειλέτης, αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος, χωρίς τις ενστάσεις που ο νόμος αναγνωρίζει στον εγγυητή. Η εγγύηση, αντίθετα, είναι παρεπόμενη σύμβαση, καθώς ο εγγυητής υπόσχεται την εκπλήρωση μόνο αν δεν καταβάλει ο πρωτοφειλέτης και απαιτεί έγγραφη δήλωση ως συστατικό τύπο. Για τον λόγο αυτό η σωρευτική αναδοχή δίνει στον πιστωτή ισχυρότερη θέση.

Η ουσιαστική διαφορά αφορά τις ενστάσεις. Ο εγγυητής, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγύησης, διατηρεί την ένσταση διζήσεως, εκτός αν παραιτηθεί ρητά, καθώς και τις ενστάσεις που απορρέουν από την κύρια οφειλή. Ο σωρευτικός αναδοχέας ενεργεί και ευθύνεται αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος, χωρίς να δικαιούται τις ενστάσεις του εγγυητή (ΑΠ 640/2016).

Η εγγύηση απαιτεί επιπλέον έγγραφη δήλωση του εγγυητή ως συστατικό τύπο, ενώ η αναδοχή είναι άτυπη και μπορεί να καταρτιστεί ακόμη και σιωπηρά. Από την οπτική του πιστωτή που επιδιώκει τη μέγιστη εξασφάλιση, η σωρευτική αναδοχή είναι προτιμότερη, εφόσον το τρίτο πρόσωπο δέχεται να αναλάβει ευθύνη πρωτοφειλέτη.

Η επιλογή δεν είναι πάντα στη διάθεση του πιστωτή, καθώς το τρίτο πρόσωπο συχνά αποδέχεται μόνο επικουρική ευθύνη εγγυητή. Η ακριβής διατύπωση της σύμβασης καθορίζει αν η δέσμευση θα κριθεί ως αναδοχή ή ως εγγύηση, με διαφορετικές συνέπειες ως προς τις διαθέσιμες ενστάσεις και τον τύπο.

Η ορθή υπαγωγή της πραγματικής βούλησης των μερών στη μία ή στην άλλη μορφή απαιτεί νομική κρίση κατά περίπτωση.

ΕργαλείοΤι μεταβάλλειΠοιος ευθύνεταιΤύπος και δημοσιότηταΠότε ενδείκνυται
Εξασφαλιστική εκχώρησηΜεταβιβάζει απαίτηση του πιστωτή ως ασφάλειαΟ οφειλέτης της εκχωρούμενης απαίτησης, προς τον εκδοχέαΆτυπη (ΑΚ 455) ή εντός ενεχύρου απαιτήσεων (Ν.5123/2024)Ο πιστωτής διαθέτει απαίτηση κατά τρίτου να δώσει ως ασφάλεια
Στερητική αναδοχήΑντικαθιστά τον οφειλέτηΜόνο ο αναδοχέας, ο αρχικός απαλλάσσεταιΆτυπη (ΑΚ 471)Συμφωνημένη αλλαγή οφειλέτη, υπέρ του αρχικού οφειλέτη
Σωρευτική αναδοχήΠροσθέτει οφειλέτηΑναδοχέας και αρχικός οφειλέτης, εις ολόκληρον (ΑΚ 481)Άτυπη (ΑΚ 477)Μέγιστη εξασφάλιση με δεύτερο πρωτοφειλέτη
ΕγγύησηΠροσθέτει επικουρικό υπόχρεοΕγγυητής, παρεπομένως, με ένσταση διζήσεωςΈγγραφος συστατικός τύποςΤο τρίτο πρόσωπο δέχεται μόνο επικουρική ευθύνη

Συχνές Ερωτήσεις

Η εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης πρέπει να εγγραφεί στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Ενεχύρων;

Εξαρτάται από την περίπτωση. Η κλασική καταπιστευτική εκχώρηση κατά το άρθρο 455 ΑΚ παραμένει άτυπη και δεν εγγράφεται. Αντίθετα, ο όρος του άρθρου 10 του Ν.5123/2024, εφόσον ενσωματωθεί σε σύμβαση ενεχύρου απαιτήσεων, ακολουθεί τη διαδικασία σύστασης και εγγραφής του ενεχύρου, με την υποχρεωτική εγγραφή στο Μητρώο. Η επιλογή διαδρομής καθορίζει το αντιτάξιμο της εξασφάλισης έναντι τρίτων.

Σε αμφιβολία, η αναδοχή χρέους είναι στερητική ή σωρευτική;

Σωρευτική. Κατά το άρθρο 477 ΑΚ, όταν από τη σύμβαση δεν προκύπτει σαφώς η απαλλαγή του αρχικού οφειλέτη, η αναδοχή θεωρείται σωρευτική και ο αρχικός οφειλέτης παραμένει υπόχρεος μαζί με τον αναδοχέα. Ο κανόνας λειτουργεί υπέρ του πιστωτή. Η στερητική αναδοχή, που απαλλάσσει τον αρχικό οφειλέτη, πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια από τη σύμβαση.

Χρειάζεται η συναίνεση του οφειλέτη για την εκχώρηση της απαίτησης;

Όχι. Κατά το άρθρο 455 ΑΚ, ο δανειστής μεταβιβάζει την απαίτηση χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Απαιτείται όμως αναγγελία στον οφειλέτη για να ισχύσει η εκχώρηση απέναντί του. Εξαίρεση αποτελούν οι ανεκχώρητες απαιτήσεις, δηλαδή οι ακατάσχετες, εκείνες που συνδέονται στενά με το πρόσωπο του δανειστή και όσες έχουν συμβατικά συμφωνηθεί ως ανεκχώρητες.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Άμεση αναγγελία της εκχώρησης: Η σύμβαση εκχώρησης εξασφαλίζει τον εκδοχέα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων μόνο από την αναγγελία. Η αναγγελία γίνεται χωρίς καθυστέρηση μετά την κατάρτιση, ώστε να κατοχυρωθεί προτεραιότητα έναντι μεταγενέστερων εκδοχέων ή κατασχόντων.

Ρητή διατύπωση στερητικής ή σωρευτικής αναδοχής: Επειδή ο νόμος σε αμφιβολία προκρίνει τη σωρευτική, ο πιστωτής που θέλει να διατηρήσει τον αρχικό οφειλέτη αποφεύγει διατυπώσεις υπεισέλευσης, ενώ η απαλλαγή του αρχικού οφειλέτη αποτυπώνεται ρητά μόνο όταν πράγματι επιδιώκεται.

Επιλογή τρόπου εξασφαλιστικής εκχώρησης μετά τον Ν.5123/2024: Η κλασική καταπιστευτική εκχώρηση κατά το άρθρο 455 ΑΚ παραμένει άτυπη, ενώ ο όρος του άρθρου 10 εντάσσει την εκχώρηση στο καθεστώς του ενεχύρου απαιτήσεων με εγγραφή στο Μητρώο. Η επιλογή επηρεάζει δημοσιότητα, κόστος και αντιτάξιμο.

Έλεγχος ανεκχώρητων απαιτήσεων: Ακατάσχετες απαιτήσεις, απαιτήσεις στενά συνδεδεμένες με το πρόσωπο του δανειστή και απαιτήσεις με συμβατικό όρο ανεκχώρητου δεν μεταβιβάζονται έγκυρα. Ο έλεγχος προηγείται της σύστασης της εξασφάλισης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την ενοχική εξασφάλιση των απαιτήσεών σας με εκχώρηση απαίτησης ή αναδοχή χρέους.