Δήλωση Συνέχισης Πλειστηριασμού: Ποιο Ένδικο Βοήθημα Ασκείται Και Μέσα Σε Ποια Προθεσμία
Εν συντομία:
- Η δήλωση συνέχισης ματαιωθέντος πλειστηριασμού και η δήλωση υποκατάστασης άλλου δανειστή προσβάλλονται με την ειδική ανακοπή του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ, εντός τριάντα ημερών από την ανάρτηση της γνωστοποίησης.
- Ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της ίδιας πράξης απορρίπτεται ως απαράδεκτη, όπως έκρινε η ΕφΠειρ 457/2025.
- Το κριτήριο επιλογής ένδικου βοηθήματος είναι ο προβαλλόμενος λόγος, όχι η πράξη που προσβάλλεται.
- Στις εκτελέσεις που επισπεύδονται με επιταγή επιδοθείσα μετά την 1η Ιανουαρίου 2026 η ανάρτηση γίνεται εντός πέντε ημερών και αντίγραφο της πράξης επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση. Στις εκκρεμείς διαδικασίες ισχύει το προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο.
- Η αφετηρία της τριακονθήμερης προθεσμίας παραμένει σε κάθε περίπτωση η ανάρτηση, όχι η επίδοση.
- Ο λόγος περί έλλειψης νομιμοποίησης της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων δεν ευδοκιμεί στη γενική του μορφή μετά την ΟλΑΠ 1/2023 και τον Ν. 5072/2023.
- Μοναδικό επιτρεπτό αίτημα της ανακοπής είναι η ακύρωση της δήλωσης. Σωρευόμενο αίτημα αναστολής απορρίπτεται ως μη νόμιμο, ενώ επί κατάσχεσης ακινήτου δεν χωρεί αναστολή, ούτε αυτοτελώς στον πρώτο βαθμό.
Ποιο ένδικο βοήθημα ασκείται κατά της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού;
Κατά της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού ασκείται η ειδική ανακοπή του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα της ανάρτησης της γνωστοποίησης στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του e-ΕΦΚΑ.
Η υπόθεση δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και κατά της απόφασης δεν χωρούν ένδικα μέσα ούτε αίτηση ανάκλησης.
Η δήλωση συνέχισης προϋποθέτει ματαίωση. Όταν ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε την ορισμένη ημέρα, ο επισπεύδων τον επισπεύδει εκ νέου με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και για την οποία συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα ορίζεται δύο μήνες από τη δήλωση και πάντως όχι μετά την παρέλευση τριών μηνών.
Παράλληλη περίπτωση αποτελεί η υποκατάσταση. Δανειστής, άλλος από τον αρχικό επισπεύδοντα, εφόσον διαθέτει εκτελεστό τίτλο και έχει κοινοποιήσει επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να δηλώσει ότι επισπεύδει ο ίδιος τον πλειστηριασμό.
Στην εταιρική πράξη αυτό εμφανίζεται τυπικά όταν το κατασχεμένο ακίνητο βαρύνεται με απαιτήσεις περισσότερων πιστωτών και ο δεύτερος από αυτούς αναλαμβάνει τη διαδικασία επειδή ο πρώτος αδρανεί.
Η αυτοτέλεια της συγκεκριμένης ανακοπής έχει ιστορική εξήγηση. Πριν από τον Ν. 4335/2015 οι δηλώσεις συνέχισης και υποκατάστασης προσβάλλονταν στα χρονικά στάδια του τότε άρθρου 934.
Μετά τη συγχώνευση των περιπτώσεων α και β του παλαιού άρθρου 934 σε ενιαία προθεσμία σαράντα πέντε ημερών από την κατάσχεση, οι δηλώσεις αυτές έμειναν χωρίς αντίστοιχο στάδιο, οπότε ο νομοθέτης τις ρύθμισε αυτοτελώς στη νέα παράγραφο 6.
Το πεδίο εφαρμογής της διάταξης καλύπτει και τη δήλωση επίσπευσης μετά από άγονο πλειστηριασμό. Στην ΕφΠειρ 457/2025 η επισπεύδουσα ζήτησε τη συνέχιση κατά το άρθρο 966 § 2 ΚΠολΔ, διάταξη που δεν προβλέπει η ίδια τύπο δήλωσης.
Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η δήλωση γίνεται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 973 § 1 και ότι οι πλημμέλειές της, καθώς και οι πλημμέλειες των αναρτήσεων που ακολούθησαν, προβάλλονται με την ανακοπή της παραγράφου 6.
Πώς επιλέγεται μεταξύ 933 και 973 § 6 ανάλογα με τον προβαλλόμενο λόγο;
Το κριτήριο επιλογής δεν εντοπίζεται στην πράξη που προσβάλλει ο καθ’ ου η εκτέλεση, αλλά εντοπίζεται στο ελάττωμα που προβάλλεται. Συγκεκριμένα:
- Αν το ελάττωμα ανάγεται ευθέως στο κύρος της δήλωσης συνέχισης, το ένδικο βοήθημα είναι η ανακοπή του άρθρου 973 § 6.
- Αν ανάγεται στον εκτελεστό τίτλο, στην επιταγή ή στην κατάσχεση, το ένδικο βοήθημα είναι η ανακοπή του άρθρου 933 στις προθεσμίες του άρθρου 934.
Επομένως, οι πρωτογενείς πλημμέλειες αφορούν την ίδια τη δήλωση, όπως η επίσπευση από πρόσωπο που δεν έχει πλέον την ιδιότητα του δανειστή ή η ημερομηνία που ορίστηκε εκτός των χρονικών ορίων του νόμου.
Οι δευτερογενείς ακυρότητες προκύπτουν από προγενέστερες άκυρες πράξεις στις οποίες στηρίζεται η δήλωση, όμως προβάλλονται με την 973 § 6 μόνο εφόσον οι πράξεις αυτές είχαν ήδη ακυρωθεί δικαστικά ή είχαν πάψει να παράγουν έννομες συνέπειες με άλλον νόμιμο τρόπο κατά τον χρόνο της δήλωσης.
| Στοιχείο | Ανακοπή 933 ΚΠολΔ | Ανακοπή 973 § 6 ΚΠολΔ | Αίτηση αναστολής 938 ΚΠολΔ |
|---|---|---|---|
| Τι προσβάλλεται | Πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας και η ίδια η απαίτηση | Αποκλειστικά η δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης | Καμία πράξη. Αναστέλλεται η πρόοδος της εκτέλεσης |
| Τυπικοί λόγοι | Ακυρότητα τίτλου, ελαττώματα επιταγής και κατάσχεσης, ανυπαρξία ή απόσβεση απαίτησης. Επί διαταγής πληρωμής ως τίτλου, οι λόγοι κατά της εγκυρότητάς της και κατά της απαίτησης είναι απαράδεκτοι, εκτός αν είναι οψιγενείς ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα (933 § 4) | Πλημμέλειες της ίδιας της δήλωσης και των αναρτήσεων, εξόφληση της απαίτησης πριν από τη δήλωση, παράβαση των χρονικών ορίων του άρθρου 973 | Πιθανολόγηση ευδοκίμησης και ανεπανόρθωτη βλάβη. Επί κατάσχεσης ακινήτου δεν χωρεί στον πρώτο βαθμό (938 § 2) |
| Προθεσμία και αφετηρία | 45 ημέρες από την κατάσχεση για τα ελαττώματα έως τη δημοσίευση του αποσπάσματος και την κατάθεση των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. 60 ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης για την τελευταία πράξη επί ακινήτων | 30 ημέρες από την ανάρτηση της γνωστοποίησης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του e-ΕΦΚΑ | Επί ακινήτου, μόνο ενώπιον του δικαστηρίου του ενδίκου μέσου με ιδιαίτερο δικόγραφο. Αίτηση αναστολής πλειστηριασμού απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν (938 § 4) |
| Διαδικασία | Περιουσιακές διαφορές, άρθρο 937 § 3 ΚΠολΔ. Προσδιορισμός εντός 60 ημερών, απόφαση εντός 60 ημερών από τη συζήτηση | Ασφαλιστικά μέτρα, άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ. Προσδιορισμός εντός 60 ημερών, απόφαση εντός ενός μηνός | Ασφαλιστικά μέτρα |
| Ένδικα μέσα | Έφεση και περαιτέρω αναίρεση κατά τους γενικούς κανόνες | Κανένα ένδικο μέσο και καμία αίτηση ανάκλησης | Δεν τίθεται ζήτημα. Η αναστολή διαρκεί έως την οριστική απόφαση επί της ανακοπής ή επί του ενδίκου μέσου (938 § 5) |
| Αίτημα | Ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων | Αποκλειστικά η ακύρωση της δήλωσης. Σωρευόμενο αίτημα αναστολής απορρίπτεται ως μη νόμιμο | Αναστολή της προόδου της εκτέλεσης, με ή χωρίς εγγυοδοσία, έως την οριστική απόφαση επί της ανακοπής |
Τι κοστίζει η εσφαλμένη επιλογή;
Στην ΕφΠειρ 457/2025, ο καθ’ ου η εκτέλεση προσέβαλε με ανακοπή του άρθρου 933 την παράλειψη κοινοποίησης της νέας ημερομηνίας και υποστήριξε, επιπλέον, ότι το άρθρο 973 ΚΠολΔ αντίκειται στο Σύνταγμα επειδή δεν προέβλεπε τέτοια υποχρέωση.
Το Εφετείο απέρριψε τον λόγο ως απαράδεκτο λόγω λανθασμένου ένδικου βοηθήματος και σημείωσε ότι η τριακονθήμερη προθεσμία της παραγράφου 6 είχε ούτως ή άλλως παρέλθει.
Ποιες προθεσμίες τρέχουν παράλληλα και πότε λήγει η καθεμία;
Πάνω στην ίδια εκτελεστική διαδικασία τρέχουν ταυτόχρονα τρεις προθεσμίες με διαφορετική αφετηρία. Τριάντα ημέρες από την ανάρτηση της γνωστοποίησης για την ανακοπή του άρθρου 973 § 6.
Σαράντα πέντε ημέρες από την κατάσχεση για τα ελαττώματα του άρθρου 934 § 1 περ. α, τα οποία μετά τον Ν. 5221/2025 περιλαμβάνουν ρητά και την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου καθώς και την κατάθεση των εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Εξήντα ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης για την προσβολή της τελευταίας πράξης εκτέλεσης επί ακινήτων.
Η αφετηρία της τριακονθήμερης είναι η ανάρτηση, όχι η γνώση του οφειλέτη. Πρόκειται για δημοσιότητα που λειτουργεί αντικειμενικά. Επιχείρηση που δεν παρακολουθεί συστηματικά την ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών μπορεί να πληροφορηθεί τη νέα ημερομηνία όταν η προθεσμία έχει ήδη αναλωθεί σε μεγάλο μέρος της.
Η αλληλεπίδραση των τριών προθεσμιών παράγει το σοβαρότερο πρακτικό ζήτημα. Στην υπόθεση της ΜΠρΠατρ 16/2025 ο ανακόπτων στράφηκε με ενιαίο δικόγραφο κατά της επιταγής, της κατάσχεσης, της δήλωσης συνέχισης και της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης.
Το σκέλος που αφορούσε τη δήλωση συνέχισης απορρίφθηκε ως απαράδεκτο και συγχρόνως ως εκπρόθεσμο, ενώ τα υπόλοιπα σκέλη έγιναν δεκτά επειδή η διαταγή πληρωμής είχε παύσει αυτοδικαίως να ισχύει κατά το άρθρο 630Α ΚΠολΔ λόγω επίδοσης σε διεύθυνση διάφορη της πραγματικής.
Η ίδια υπόθεση, δηλαδή, χάθηκε ως προς το ένα σκέλος και κερδήθηκε ως προς τα άλλα, με μοναδικό διαφοροποιητικό στοιχείο τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας προθεσμίας.
Ο χρόνος εκδίκασης και η εξαίρεση από την πλατφόρμα επαναπροσδιορισμού
Στη διάρκεια της ίδιας προθεσμίας κρίνεται και ο χρόνος εκδίκασης. Ο Ν. 5221/2025 θέσπισε στα άρθρα 128 επ. διαδικασία επαναπροσδιορισμού των εκκρεμών ανακοπών κατά της εκτέλεσης μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία καταλαμβάνει τις ανακοπές των άρθρων 933, 632 και 633 ΚΠολΔ, στις δε ανακοπές του άρθρου 933 συμπεριλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 979 § 2 και 986.
Στο πεδίο εφαρμογής δεν εντάσσονται οι ανακοπές των άρθρων 954 § 4 και 973. Η μη υπαγωγή δεν είναι δυσμενής για τον ανακόπτοντα, καθώς η ανακοπή της παραγράφου 6 έχει ήδη δικό της υποχρεωτικό χρονοδιάγραμμα, δηλαδή προσδιορισμό εντός εξήντα ημερών από την κατάθεση και έκδοση απόφασης εντός ενός μηνός από τη συζήτηση, ενώ η ανακοπή του άρθρου 933 στο Πρωτοδικείο Αθηνών λάμβανε δικάσιμο για τα τέλη της δεκαετίας του 2030.
Η πλατφόρμα τέθηκε σε λειτουργία τον Ιούλιο του 2026 δυνάμει υπουργικής απόφασης. Η παράλειψη υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού για ανακοπή που υπάγεται στη ρύθμιση επιφέρει τη συνέπεια να λογίζεται η ανακοπή ως μη ασκηθείσα, οπότε η επιχείρηση με εκκρεμή ανακοπή του άρθρου 933 ελέγχει την υπαγωγή της ανεξάρτητα από την πορεία της ανακοπής κατά της δήλωσης συνέχισης.
Η εμπειρία από υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε εταιρικά ακίνητα δείχνει ότι ο κρίσιμος υπολογισμός δεν είναι η ημερομηνία του νέου πλειστηριασμού αλλά η ημερομηνία ανάρτησης.
Όταν ο νέος πλειστηριασμός ορίζεται δύο μήνες μετά τη δήλωση, η τριακονθήμερη προθεσμία λήγει περίπου στο μέσο του διαστήματος αναμονής, σε χρόνο που ο οφειλέτης συχνά θεωρεί ότι διαθέτει ακόμη περιθώριο.
Η επιλογή του χρόνου κατάθεσης έχει και δεύτερη διάσταση, καθώς η συζήτηση προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός εξήντα ημερών από την κατάθεση και η απόφαση εκδίδεται εντός ενός μηνός από τη συζήτηση, οπότε πρόωρη κατάθεση με ελλιπές αποδεικτικό υλικό δεσμεύει τον ανακόπτοντα σε δικάσιμο που δεν μπορεί να μεταθέσει.
Πώς αλλάζει η άμυνα της επιχείρησης μετά τον Ν. 5221/2025;
Στη νέα μορφή του άρθρου 973 η ανάρτηση της γνωστοποίησης γίνεται εντός πέντε ημερών αντί τριών και, για πρώτη φορά, αντίγραφο της πράξης επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση με επιμέλεια του επισπεύδοντος.
Στην υποκατάσταση, η τριήμερη επίδοση της πράξης γίνεται πλέον όχι μόνο προς τον αρχικώς επισπεύδοντα αλλά και προς τον καθ’ ου. Η αφετηρία της τριακονθήμερης προθεσμίας παραμένει η ανάρτηση.
Ποιες εκτελέσεις καταλαμβάνει το νέο νομοθετικό πλαίσιο;
Ο χρόνος εφαρμογής ορίζει ποιο κείμενο διέπει κάθε υπόθεση. Οι διατάξεις του Ν. 5221/2025 για την αναγκαστική εκτέλεση καταλαμβάνουν τις διαδικασίες που επισπεύδονται με επιταγή επιδοθείσα από την 1η Ιανουαρίου 2026 και εφεξής.
Κάθε εκτέλεση που είχε ήδη κινηθεί με προγενέστερη επιταγή εξακολουθεί να διέπεται από το προϊσχύον κείμενο, με τριήμερη ανάρτηση και χωρίς υποχρέωση επίδοσης στον καθ’ ου. Ο υπολογισμός των πέντε ημερών σε εκκρεμή διαδικασία παράγει εσφαλμένο συμπέρασμα ως προς την τήρηση των διατυπώσεων.
Η τροποποίηση επήλθε με το άρθρο 115 του νόμου αυτού, που παρενέβη στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 973. Η παράγραφος 6 είχε λάβει τη σημερινή της μορφή νωρίτερα, με το άρθρο 69 του Ν. 4842/2021, οπότε προστέθηκαν η απαγόρευση αίτησης ανάκλησης και η ρύθμιση για τους πρόσθετους λόγους, οι οποίοι κατατίθενται με ιδιαίτερο δικόγραφο και κοινοποιούνται οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Ακολούθησαν ο Ν. 5264/2025 και ο Ν. 5282/2026, οι οποίοι διόρθωσαν αστοχίες των προηγούμενων νόμων σε άλλες διατάξεις της εκτέλεσης χωρίς να θίξουν το άρθρο 973.
Ο δεύτερος κατήργησε, πάντως, την παράγραφο 6 του άρθρου 632, οπότε δεν επιτρέπεται πλέον να σωρευθεί στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής αίτημα ακύρωσης των πράξεων εκτέλεσης που στηρίζονται σε αυτήν.
Η επίδοση ως νέο σημείο ελέγχου
Παράλληλα, η νέα παράγραφος 2Α του άρθρου 966 ΚΠολΔ ορίζει ότι οι επαναληπτικοί πλειστηριασμοί μετά από άγονο επισπεύδονται με ανάλογη εφαρμογή των διατυπώσεων του άρθρου 973. Ο νομοθέτης δηλαδή αποτύπωσε στον νόμο τη λύση που είχε ήδη δεχθεί η νομολογία, με συνέπεια ότι και στην περίπτωση αυτή απαιτείται πλέον επίδοση της πράξης συνέχισης.
Η νέα υποχρέωση επίδοσης απαντά ακριβώς στην αιτίαση που είχε απορριφθεί νομολογιακά. Στην ΕφΠειρ 457/2025 το δικαστήριο είχε κρίνει ότι η γνώση του καθ’ ου διασφαλίζεται επαρκώς με την ανάρτηση και ότι η απουσία υποχρέωσης κοινοποίησης δεν παραβίαζε το Σύνταγμα. Ο νομοθέτης επέλεξε παρά ταύτα να θεσπίσει την επίδοση, χωρίς όμως να μεταθέσει την αφετηρία της προθεσμίας.
Η συνέπεια για την επιχείρηση που κινδυνεύει με εκποίηση περιουσιακού της στοιχείου είναι διπλή. Αποκτά ένα δεύτερο τρόπο πληροφόρησης, ο οποίος όμως δεν επιμηκύνει τον χρόνο αντίδρασης.
Παράλληλα αποκτά νέο πιθανό λόγο ανακοπής, καθώς η παράλειψη της επίδοσης συνιστά πλέον πλημμέλεια της ίδιας της διαδικασίας που στηρίζει τη δήλωση.
Η ένταση της πλημμέλειας αυτής, δηλαδή αν επάγεται ακυρότητα και υπό ποιες προϋποθέσεις δικονομικής βλάβης, διαφοροποιείται κατά περίπτωση και θα αποσαφηνιστεί από τη νομολογία των επόμενων μηνών.
Ποιοι λόγοι ανακοπής ευδοκιμούν και ποιοι δεν ευσταθούν πλέον;
Ευδοκιμούν οι λόγοι που πλήττουν πρωτογενώς το κύρος της δήλωσης, με χαρακτηριστικότερο την εξόφληση της απαίτησης πριν από την κατάθεσή της.
Δεν ευσταθεί πλέον, στη γενική του μορφή, ο λόγος περί έλλειψης νομιμοποίησης της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, ο οποίος είχε γίνει δεκτός από πρωτόδικα δικαστήρια πριν από την ΟλΑΠ 1/2023.
Η εξόφληση της απαίτησης ως λόγος που ευδοκιμεί
Η ΜΠρ(Ασφ.Μ.)Πατρών 430/2024 προσφέρει το καθαρότερο παράδειγμα ευδοκίμησης. Σε βάρος συνοφειλέτη ανώνυμης εταιρείας μεταλλουργίας είχε εκδοθεί διαταγή πληρωμής για μέρος απαίτησης από ομολογιακό δάνειο και είχαν κατασχεθεί δεκατρία ακίνητα, μεταξύ των οποίων δώδεκα οριζόντιες ιδιοκτησίες εμπορικού κέντρου.
Μετά τον πλειστηριασμό των δώδεκα, ο πίνακας κατάταξης κατέταξε την επισπεύδουσα για ποσό που υπερκάλυπτε την απαίτηση για την οποία είχε επιβληθεί η κατάσχεση. Η επισπεύδουσα δήλωσε παρά ταύτα συνέχιση για το δέκατο τρίτο ακίνητο και για την ίδια, εξοφλημένη πλέον, απαίτηση.
Το δικαστήριο ακύρωσε τη δήλωση, δεχόμενο ότι η επισπεύδουσα δεν είχε πλέον την ιδιότητα του δανειστή ως προς την απαίτηση αυτή. Κρίσιμο ήταν ότι ο λόγος γεννήθηκε οψιγενώς, μετά την πάροδο τόσο της τεσσαρακονταπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 934 § 1 όσο και της προθεσμίας προσβολής του πίνακα κατάταξης, οπότε αφορούσε αποκλειστικά το κύρος της προσβαλλόμενης δήλωσης.
Το δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι η επισπεύδουσα είχε αναγγελθεί και για άλλες, ανεξόφλητες απαιτήσεις με εκτελεστό τίτλο, για τις οποίες θα μπορούσε νομίμως να δηλώσει υποκατάσταση κατά τις παραγράφους 2 και 3, χωρίς όμως να το πράξει.
Τι απέμεινε από τον λόγο περί νομιμοποίησης της διαχειρίστριας
Η ΜΠρ(Ασφ.Μ.)Αθ 8174/2022 είχε ακυρώσει δήλωση συνέχισης με το σκεπτικό ότι η διαχειρίστρια εταιρεία, στην οποία είχε ανατεθεί η διαχείριση στο πλαίσιο τιτλοποίησης κατά τον Ν. 3156/2003, ενεργούσε ως απλή αντιπρόσωπος και στερούνταν κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης.
Η ΟλΑΠ 1/2023 έκρινε το αντίθετο, δεχόμενη ότι οι εταιρείες διαχείρισης του Ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 § 4 του νόμου αυτού ανεξάρτητα από το νομοθετικό πλαίσιο βάσει του οποίου συντελέστηκε η μεταβίβαση.
Το νομοθετικό υπόβαθρο μετακινήθηκε στη συνέχεια προς την ίδια κατεύθυνση. Ο Ν. 5072/2023, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 για τους διαχειριστές πιστώσεων, κατήργησε τα άρθρα 1 έως 3 του Ν. 4354/2015 και προβλέπει ρητά ότι, σε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης, οι διαχειριστές πιστώσεων νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων.
Η αμφισβήτηση της νομιμοποίησης δεν έχει, επομένως, έρεισμα. Ο έλεγχος μετατοπίστηκε στο επίπεδο της τεκμηρίωσης της συγκεκριμένης σύμβασης διαχείρισης, ζήτημα που αναπτύσσεται στην ανάλυση για την αναστολή πλειστηριασμού.
Η επιλογή των λόγων απαιτεί κατά περίπτωση νομική κρίση για έναν επιπλέον λόγο. Η δευτερογενής ακυρότητα, δηλαδή η προσβολή της δήλωσης λόγω άκυρης προγενέστερης πράξης, ευσταθεί μόνο αν η πράξη αυτή είχε ήδη εξαφανιστεί από τη διαδικασία πριν από τη δήλωση.
Η εμπειρία από υποθέσεις όπου η επιχείρηση διαθέτει και κατασχεμένο εξοπλισμό, πέραν του ακινήτου, δείχνει ότι η χρονική σειρά μεταξύ ακύρωσης της κατάσχεσης και κατάθεσης της δήλωσης καθορίζει μόνη της το παραδεκτό του λόγου.
Πότε αρκεί η ανακοπή 973 § 6 και πότε απαιτείται και αναστολή;
Η ανακοπή του άρθρου 973 § 6 έχει ως μοναδικό επιτρεπτό αίτημα την ακύρωση της δήλωσης. Αίτημα αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας που σωρεύεται σε αυτήν απορρίπτεται ως μη νόμιμο.
Η αναστολή αναζητείται αυτοτελώς, με βασική θεμελίωση το άρθρο 938 ΚΠολΔ, το οποίο όμως επί κατάσχεσης ακινήτου λειτουργεί με διαφορετικούς όρους.
Στην υπόθεση της ΜΠρ(Ασφ.Μ.)Πατρών 430/2024 ο ανακόπτων είχε ζητήσει σωρευτικά και την αναστολή της διαδικασίας. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα ως μη νόμιμο πριν καν εξετάσει την ουσία, δεχόμενο ότι αίτημα της συγκεκριμένης ανακοπής μπορεί να είναι μόνο η ακύρωση της δήλωσης συνέχισης.
Γιατί η αναστολή δεν αποτελεί εναλλακτική λύση επί ακινήτου
Η παράγραφος 2 του άρθρου 938 αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 1 όταν η κατάσχεση αφορά ακίνητο. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης και αναστολή μπορεί να διαταχθεί μόνο από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση που υποβάλλεται με ιδιαίτερο δικόγραφο.
Η επιχείρηση κατά της οποίας στρέφεται η εκτέλεση, όταν το κατασχεμένο είναι εταιρικό ακίνητο, δεν διαθέτει επομένως μηχανισμό αναστολής στον πρώτο βαθμό. Προηγείται ήττα επί της ανακοπής και άσκηση ενδίκου μέσου.
Σε αυτό προστίθεται η προθεσμία της παραγράφου 4, κατά την οποία η αίτηση αναστολής πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
Το όριο αυτό, που ανέβηκε από τις πέντε εργάσιμες ημέρες, απαιτεί από τον διάδικο να έχει ήδη οριστική απόφαση επί της ανακοπής και ασκηθέν ένδικο μέσο.
Όταν ο νέος πλειστηριασμός ορίζεται δύο μήνες μετά τη δήλωση, το διαθέσιμο διάστημα περιορίζεται σε περίπου τριάντα εργάσιμες ημέρες για δύο διαδοχικούς βαθμούς κρίσης.
Το άρθρο 938 δεν εξαντλεί τις διαθέσιμες επιλογές. Παράλληλα λειτουργούν:
- η αναστολή του άρθρου 1000 ΚΠολΔ, που δεν εξετάζει το κύρος της εκτέλεσης αλλά απαιτεί καταβολή των εξόδων επίσπευσης και τουλάχιστον του ενός τετάρτου του οφειλόμενου κεφαλαίου,
- η αναστολή του άρθρου 633 επί εκκρεμούς ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, η άδεια πώλησης του άρθρου 998 § 6
- και, εφόσον οι προθεσμίες έχουν παρέλθει, η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης του άρθρου 731.
Η ακύρωση της δήλωσης συνέχισης αποκτά έτσι διαφορετική βαρύτητα. Παράγει αποτέλεσμα ισοδύναμο με αναστολή για τον συγκεκριμένο πλειστηριασμό, καθώς η πράξη που τον προσδιόριζε εκλείπει.
Είναι επίσης το μοναδικό μέσο που ενεργοποιείται σε χρόνο συμβατό με το δίμηνο διάστημα αναμονής μέχρι τον νέο πλειστηριασμό. Δεν εμποδίζει όμως νέα, έγκυρη δήλωση συνέχισης από τον ίδιο ή από άλλον δανειστή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις.
Η άμυνα που στοχεύει στη ματαίωση της εκποίησης συνολικά και όχι μόνο του επόμενου πλειστηριασμού απαιτεί παράλληλη προσβολή του τίτλου ή της κατάσχεσης, όπου αυτό είναι ακόμη δικονομικά εφικτό.
Πώς επηρεάζει η φύση του κατασχεμένου την επιλογή
Η ιεράρχηση των διαθέσιμων επιλογών επηρεάζεται και από το είδος του εκτελούμενου περιουσιακού στοιχείου. Όταν πρόκειται για μισθωμένο ακίνητο που παράγει έσοδα, η καθυστέρηση της εκποίησης έχει αυτοτελή οικονομική αξία και δικαιολογεί την επένδυση σε δύο παράλληλα ένδικα βοηθήματα.
Όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, η προσβολή του ίδιου του τίτλου γίνεται μονόδρομος, καθώς η παράγραφος 4 του άρθρου 933 κηρύσσει πλέον απαράδεκτες τις αντιρρήσεις κατά της εγκυρότητας της διαταγής και κατά της απαίτησης, εκτός αν είναι οψιγενείς ή στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα.
Όταν πάλι η επιχείρηση διατηρεί λειτουργική δραστηριότητα, η αναγκαστική διαχείριση λειτουργεί ως εναλλακτικός μηχανισμός ικανοποίησης του δανειστή που αποτρέπει την εκποίηση.
Καθεμία από τις επιλογές αυτές έχει διαφορετικό κόστος, διαφορετική προθεσμία και διαφορετικό αποδεικτικό βάρος, ενώ η μεταξύ τους ιεράρχηση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και από το ποιες προθεσμίες παραμένουν ανοικτές κατά τον χρόνο της δήλωσης.
Συχνές ερωτήσεις
Ποια είναι η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 973 ΚΠολΔ;
Τριάντα ημέρες από την ημέρα της ανάρτησης της γνωστοποίησης της δήλωσης και της ημέρας του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του e-ΕΦΚΑ. Η προθεσμία δεν εκκινεί από την επίδοση ούτε από τη γνώση του οφειλέτη. Η συζήτηση προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός εξήντα ημερών από την κατάθεση και η απόφαση εκδίδεται εντός ενός μηνός από τη συζήτηση.
Επιδίδεται η δήλωση συνέχισης στον καθ’ ου η εκτέλεση;
Επιδίδεται στις εκτελέσεις που επισπεύδονται με επιταγή επιδοθείσα από την 1η Ιανουαρίου 2026. Στην περίπτωση της παραγράφου 1 το αντίγραφο της πράξης επιδίδεται στον καθ’ ου με επιμέλεια του επισπεύδοντος, ενώ στην υποκατάσταση της παραγράφου 3 επιδίδεται εντός τριών ημερών τόσο στον αρχικώς επισπεύδοντα όσο και στον καθ’ ου. Σε εκτελέσεις που είχαν ήδη κινηθεί με προγενέστερη επιταγή, η γνωστοποίηση εξαντλείται στην ανάρτηση.
Τι ισχύει όταν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε λόγω έλλειψης πλειοδοτών;
Η επίσπευση γίνεται κατά το άρθρο 966 ΚΠολΔ, το οποίο δεν προβλέπει το ίδιο τύπο δήλωσης. Η δήλωση συντάσσεται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 973 § 1 και οι πλημμέλειές της προσβάλλονται με την ανακοπή της παραγράφου 6, όπως δέχθηκε η ΕφΠειρ 457/2025. Η προθεσμία και η διαδικασία είναι οι ίδιες.
Αναστέλλεται ο πλειστηριασμός με την άσκηση της ανακοπής;
Όχι. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει από μόνη της τη διαδικασία και σωρευόμενο αίτημα αναστολής απορρίπτεται ως μη νόμιμο. Επί κατάσχεσης ακινήτου το άρθρο 938 § 2 ΚΠολΔ αποκλείει την αναστολή στον πρώτο βαθμό, ενώ η αίτηση αναστολής πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του. Ο πλειστηριασμός ματαιώνεται μόνο αν ακυρωθεί η ίδια η δήλωση.
Τι απομένει αν παρέλθει η τριακονθήμερη προθεσμία;
Η δήλωση συνέχισης καθίσταται απρόσβλητη με το ένδικο βοήθημα της παραγράφου 6. Απομένουν όσα δικονομικά μέσα αφορούν άλλες πράξεις και δεν έχουν αναλωθεί, ιδίως η προσβολή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης εντός εξήντα ημερών από τη μεταγραφή της κατά το άρθρο 934 § 1 περ. β. Λόγοι που ανάγονται ευθέως στο κύρος της δήλωσης δεν αναβιώνουν μέσω των μεταγενέστερων αυτών προσβολών.
Πρακτικές επισημάνσεις
Έλεγχος του εφαρμοστέου κειμένου: Πριν από κάθε υπολογισμό εξετάζεται η ημερομηνία επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση. Οι νέες διατυπώσεις του άρθρου 973 καταλαμβάνουν μόνο τις διαδικασίες που επισπεύδονται με επιταγή επιδοθείσα μετά την 1η Ιανουαρίου 2026.
Παρακολούθηση της ανάρτησης: Ο υπολογισμός της προθεσμίας ξεκινά από την ημερομηνία ανάρτησης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων και όχι από την ημερομηνία της πράξης του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Οι δύο ημερομηνίες απέχουν έως πέντε ημέρες υπό το νέο νομικό πλαίσιο και έως τρεις υπό το προϊσχύον.
Χαρακτηρισμός του λόγου πριν από την επιλογή δικογράφου: Ο προσδιορισμός του ένδικου βοηθήματος γίνεται με βάση το ελάττωμα που προβάλλεται και όχι με βάση την πράξη που προσβάλλεται. Λόγοι που αφορούν τον τίτλο ή την κατάσχεση δεν σώζονται επειδή περιλαμβάνονται σε δικόγραφο κατά της δήλωσης συνέχισης.
Οψιγενείς λόγοι: Γεγονότα που επήλθαν μετά την ανάλωση των προθεσμιών του άρθρου 934, όπως η εξόφληση της απαίτησης μέσω πίνακα κατάταξης, προβάλλονται παραδεκτά με την ανακοπή της παραγράφου 6 εφόσον αφορούν το κύρος της ίδιας της δήλωσης.
Έλεγχος της ταυτότητας της απαίτησης: Εξετάζεται αν η δήλωση αφορά την ίδια απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση ή διαφορετική, ανεξόφλητη απαίτηση με αυτοτελή εκτελεστό τίτλο. Στη δεύτερη περίπτωση η δήλωση λειτουργεί ως υποκατάσταση και κρίνεται κατά τις παραγράφους 2 και 3.
Ο λόγος περί νομιμοποίησης ελέγχεται σε έγγραφα: Μετά την ΟλΑΠ 1/2023 και τον Ν. 5072/2023 ο γενικός ισχυρισμός ότι η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων στερείται κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης λόγω τιτλοποίησης δεν ευδοκιμεί. Ό,τι απομένει είναι ο έλεγχος της αλυσίδας εγγράφων της συγκεκριμένης μεταβίβασης και ανάθεσης.
Χωριστό δικόγραφο για πρόσθετους λόγους: Οι πρόσθετοι λόγοι κατατίθενται με ιδιαίτερο δικόγραφο στη γραμματεία και κοινοποιούνται οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Προβολή τους με σημείωμα ή προφορικά στο ακροατήριο δεν καλύπτει τον τύπο.
Παθητική νομιμοποίηση σε ανακοπή κατά πλειστηριασμού: Όταν η άμυνα στρέφεται κατά του ίδιου του πλειστηριασμού με ανακοπή του άρθρου 933, το δικόγραφο απευθύνεται επί ποινή απαραδέκτου τόσο κατά του επισπεύδοντος όσο και κατά του υπερθεματιστή, ενώ επί κοινής πλειοδοσίας κατά όλων των πλειοδοτών.
Απουσία δεύτερου βαθμού: Η απόφαση επί της ανακοπής δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα ούτε σε αίτηση ανάκλησης. Η προετοιμασία του αποδεικτικού υλικού ολοκληρώνεται πριν από τη μοναδική συζήτηση, καθώς δεν υπάρχει στάδιο διόρθωσης.
Απουσία αναστολής επί ακινήτου: Δεν σχεδιάζεται άμυνα με βάση την προσδοκία αναστολής. Επί κατάσχεσης ακινήτου η αναστολή χορηγείται μόνο από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου και η σχετική αίτηση απαιτεί κατάθεση δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό.
Παράλληλη αξιολόγηση της κατάσχεσης: Όταν οι προθεσμίες του άρθρου 934 δεν έχουν αναλωθεί, εξετάζεται αν συντρέχουν λόγοι για ακύρωση της κατάσχεσης, ώστε η άμυνα να μην εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη ενός δικογράφου χωρίς δεύτερο βαθμό.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την ανακοπή κατά δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού κατ’ άρθρο 973 ΚΠολΔ.