Δικαστική μεσεγγύηση ορίζεται η παράδοση σε κάποιον, καλούμενο μεσεγγυούχο, δυνάμει δικαστικής απόφασης, του εριζόμενου πράγματος, κινητού ή ακινήτου, για την εξασφάλιση των επ’ αυτού δικαιωμάτων ενός ή περισσοτέρων προσώπων, τα οποία (δικαιώματα) αμφισβητούνται ή είναι αβέβαια. Ο μεσεγγυούχος, δε, υποχρεούται να αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, μόνο μετά από δικαστική απόφαση (ΑΠ 1626/2017).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 725 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί μεσεγγύηση.
Τέτοια διαφορά δημιουργείται, πλην άλλων, και στην περίπτωση που διεκδικείται ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με καταδολιευτική δικαιοπραξία.
Προϋποθέσεις Λήψης Του Ασφαλιστικού Μέτρου Της Μεσεγγύησης
Προκειμένου να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, το οποίο αναγνωρίζεται ως αυτοτελές ασφαλιστικό μέτρο και έχει ως συνέπεια την απαγόρευση διάθεσης του πράγματος, αφού αποβλέπει στη διατήρηση του πράγματος με σκοπό απόδοσης του αυτούσιου στο δικαιούχο, πρέπει να υπάρχει, εκτός από τη βασική προϋπόθεση λήψης κάθε ασφαλιστικού μέτρου, δηλαδή επείγουσα περίπτωση και επικείμενος κίνδυνος (ΚΠολΔ 682 παρ. 1) και διαφορά για το πράγμα, στην οποία περιλαμβάνεται και η ενοχική έστω αξίωση.
Ο αιτών δικαιούται να ζητήσει αυτούσιο το πράγμα.
Η δικαστική μεσεγγύηση δεσμεύει κατ’ αρχήν νομικά το αντίστοιχο δικαίωμα (κυριότητας) και εμποδίζει την περαιτέρω διάθεση, του, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιβάρυνση του ακινήτου με εμπράγματο δικαίωμα (άρθ. 715 παρ. 1 και 727 του ΚΠολΔ).
Δεσμεύει όμως και υλικά το πράγμα, διότι ο διοριζόμενος υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 726 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως μεσεγγυούχος του πράγματος, φυλάει αυτό για λογαριασμό της Πολιτείας, ως δημόσιο όργανο (άρθρα 726 παρ. 5, 956 παρ. 4 ΚΠολΔ), έχοντας αυξημένη ευθύνη στα πλαίσια του λειτουργήματος του.
Ο Ρόλος Του Μεσεγγυούχου
Η δικαστική απόφαση που διατάσσει δικαστική μεσεγγύηση πρέπει να καθορίζει και το πρόσωπο, που διορίζεται ως μεσεγγυούχος. Αυτός μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, που κρίνεται κατάλληλο, χωρίς καμία δέσμευση ως προς την επιλογή του ή τον διορισμό του κατόχου του δεσμευόμενου πράγματος.
Μπορεί, όμως, να διοριστεί μεσεγγυούχος ο νομέας ή κάτοχος, οπότε παύει να κατέχει για λογαριασμό του και υπόκειται στη ρύθμιση που ισχύει για τον μεσεγγυούχο.
Μπορεί ακόμη να διοριστεί μεσεγγυούχος ο αιτών τη μεσεγγύηση, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του καθ’ ου η αίτηση.
Περαιτέρω, το δικαστήριο δεν έχει καμία δέσμευση ως προς την επιλογή του προσώπου του μεσεγγυούχου από την υποβληθείσα αίτηση, αλλά παρέχεται σε αυτό διακριτική ευχέρεια για τον διορισμό του, βάσει της οποίας μπορεί να διορίσει τον οφειλέτη στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η μεσεγγύηση. Επίσης, μπορεί να διορίσει και τρίτο πρόσωπο αν κρίνεται κατάλληλο, ανεξάρτητα αν αυτός προτείνεται από τους διαδίκους.
Ο μεσεγγυούχος όμως, στον οποίο δεν μεταβιβάζεται η νομή των υπό μεσεγγύηση διέπεται κατ’ αρχήν από τις διατάξεις που αφορούν το θεματοφύλακα στην περίπτωση της παρακαταθήκης και περιορίζεται να φυλάει τα μεσεγγυημένα αντικείμενα, χωρίς να έχει δικαίωμα χρήσης τους.
Αλλά εάν το επιβάλλει, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, η φύση του μεσεγγυημένου πράγματος, ο μεσεγγυούχος μπορεί, κατά το άρθρο 956 παρ. 4 ΚΠολΔ, που αφορά τη μεσεγγύηση στην αναγκαστική κατάσχεση και εφαρμόζεται και στη δικαστική μεσεγγύηση ως ασφαλιστικό μέτρο κατά το άρθρο 726 παρ. 5 αυτού, να ενεργεί και διαχειριστικές πράξεις μετά από άδεια του δικαστηρίου, την οποία δικαιούνται να ζητήσουν ο μεσεγγυούχος και οι έχοντες έννομο συμφέρον, πλην όμως η άδεια αυτή μόνο στο μεσεγγυούχο παρέχεται.
Στην περίπτωση δε που παρασχεθεί από το δικαστήριο η άδεια αυτή, τότε ο μεσεγγυούχος καθίσταται διαχειριστής. Τυχόν κίνδυνος μείωσης της αξίας του μεσεγγυημένου πράγματος, ως εκ της αχρησίας του, δύναται να αντιμετωπιστεί με την παροχή αδείας από μέρους του δικαστηρίου προς το μεσεγγυούχο για την εκμετάλλευση του.
Το Ταμείο Παρακαταθηκών Και Δανείων Ως Μεσεγγυούχος
Αν τα πράγματα είναι κατά νόμο δεκτικά καταθέσεως, το δικαστήριο δεν διορίζει μεσεγγυούχο αλλά διατάζει τη δημόσια κατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Η ιδιότητα του Ταμείου ως δημοσίας αρχής και ειδικότερα ως ΝΠΔΔ δεν μεταβάλλει τη σχέση της δημοσίας καταθέσεως ως συμβάσεως παρακαταθήκης του κοινού δικαίου διεπομένης από τις περί αυτής (822-832 ΑΚ) και της δημοσίας καταθέσεως (427-433 ΑΚ) διατάξεις του ΑΚ και της νομοθεσίας περί του ΤΠΔ.
Απόδοση Του Πράγματος
Επί της συμβατικής καθώς και επί της δικαστικής μεσεγγυήσεως η απόδοση του πράγματος οφείλεται μόνον σε εκείνον από τους περισσοτέρους ενδιαφερομένους, στον οποίο το πράγμα περιέρχεται όταν αρθεί η αμφισβήτηση ή η αβεβαιότητα, που θα αναγνωρισθεί ως δικαιούχος είτε με συμφωνία των μερών είτε μετά τελεσίδικη ή ανέκκλητη δικαστική απόφαση που τέμνει τη διαφορά, η οποία προκάλεσε τον διορισμό μεσεγγυούχου.
Εκ των πλειόνων δε ενδιαφερομένων διατάσσεται η απόδοση σ’ εκείνον που αναγνωρίστηκε με την απόφαση ως δικαιούχος.
Η απόδοση του πράγματος δεν μπορεί να γίνει προτού αρθεί η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των περισσοτέρων ενδιαφερομένων επί του πράγματος.
Ισχύς Ασφαλιστικών Μέτρων
Περαιτέρω, απόφαση ασφαλιστικών μέτρων έχει, κατά το άρθρ. 695 ΚΠολΔ, προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, δηλαδή τα ασφαλιστικά μέτρα, ως μορφή προσωρινής δικαστικής, προστασίας που αποσκοπούν στην διασφάλιση των εριζόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων μέχρι την οριστική κρίση της διαφοράς τους ή τη ρύθμιση μέχρι τότε μιας κατάστασης προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου ή λόγω συνδρομής επείγουσας περίπτωσης (άρθρ. 682 ΚΠολΔ), έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα και συνδέονται τελολογικά με την κύρια διαγνωστική δίκη και κατ’ επέκταση με το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα.
Ωστόσο η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί γνήσια εκδήλωση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, αφού η κρίση της είναι αυθεντική και συνεπώς δεσμευτική για το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας και αναλόγως ως προς τα ληπτέα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία διαπλάσσονται προσωρινά οι ουσιαστικές σχέσεις των διαδίκων.
Σε κάθε δηλαδή περίπτωση το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα δεν είναι αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα, που εξετάζεται παρεμπιπτόντως για να θεμελιωθεί στη συνέχεια με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 682 ΚΠολΔ το συνταγματικά κατοχυρωμένο δημόσιο δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας (αρθρ. 20 § 1 Συντ.).
Η απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα έχει μεν προσωρινή ισχύ με την έννοια ότι δεσμεύει και μπορεί να εκτελεστεί ενόσω δεν έχει καταλυθεί, όμως και μετά την κατάλυσή της καλύπτει μόνιμα με τον μανδύα της νομιμότητας τη διάπλαση που πραγματοποιήθηκε σε συμμόρφωση μ’ αυτή, αφού κατά την κρατούσα γνώμη η κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, επειδή ακριβώς δεν είναι αποτέλεσμα ένδικου μέσου (παρά μόνο στην περίπτωση του άρθρ. 734§3 ΚΠολΔ), δεν θίγει την αρχική νομιμότητα των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά την νομιμότητα της διατήρησής τους και συνεπώς δεν οδηγεί σε αναδρομική άρση των συνεπειών τους.
Αναδρομικότητα & Ανατροπή
Έτσι η κατάλυση γενικώς της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, μόνον κατ’ εξαίρεση έχει αναδρομικά αποτελέσματα, δηλαδή αν αφορά προσημείωση υποθήκης (άρθρ. 1277 σε συνδυασμό με άρθρ. 1331 και 1280 εδ. β ΑΚ) ή στην περίπτωση του άρθρ. 730§2 ΚΠολΔ και βέβαια όταν πρόκειται για απόφαση προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής που εξαφανίσθηκε ύστερα από έφεση.
Αντίστοιχα, δεν ανατρέπεται αναδρομικά, αλλά μόνον για το μέλλον και το δεδικασμένο, που απορρέει από την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και καλύπτει αυθεντικά το αντικείμενο της σχετικής δίκης.
Με την ειδικότερη αυτή έννοια η προσωρινή ισχύς της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων χαρακτηρίζει ως προσωρινό και το δεδικασμένο της, το οποίο πάντως κάμπτεται έμμεσα όταν εκτοπισθεί από το δεδικασμένο της απόφασης για την κύρια δίκη.
Ως κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νοούνται συστηματικά οι περιπτώσεις της αυτοδίκαιης αποδυνάμωσής της κατά τα άρθρα 693§2, 715§5, 727, 729§5, 730§1 ΚΠολΔ και της ανάκλησης ή μεταρρύθμισής της με δικαστική απόφαση κατά το άρθρ. 696-698, 702§2εδ. β ΚΠολΔ, όπως επίσης και η εξαφάνιση ειδικά της απόφασης προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής ύστερα από έφεση κατά το άρθρ. 734§3 ΚΠολΔ, ενώ υπό ευρεία έννοια κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων συνιστά και η ανάλωσή της κατά το περιεχόμενό της με εκούσια προς αυτή συμμόρφωση, αναγκαστική εκτέλεσή της ή και εκ των πραγμάτων.
Διαφορά Συντηρητικής Κατάσχεσης Από Δικαστική Μεσεγγύηση
Τέλος, η δικαστική μεσεγγύηση (που αντικατέστησε τη «συντηρητική κατάσχεση επί σκοπώ διεκδικήσεως» του προΐσχύσαντος δικαίου), διαφοροποιείται από το άλλο ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρα 707 επ. ΚΠολΔ), ως προς το εξής:
Η μεν δικαστική μεσεγγύηση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση μη χρηματικών απαιτήσεων, δεσμεύει προσωρινά το πράγμα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μελλοντική άμεση αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση ή απόδοση αυτούσιου του δεσμευμένου πράγματος, η δε συντηρητική κατάσχεση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 723, 724 του ΚΠολΔ), δεσμεύει προσωρινά το περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη που κατασχέθηκε, προκειμένου να καταστεί δυνατή μετά την τροπή της συντηρητικής κατάσχεσης σε αναγκαστική (άρθρο 722 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η μελλοντική έμμεση, αναγκαστική εκτέλεση, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης του δανειστή που την επέβαλε από το προϊόν του πλειστηριασμού.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη Δικαστική Μεσεγγύηση.