Δικαστική Μεσεγγύηση ή Συντηρητική Κατάσχεση: Πότε Επιλέγεται Τι Για Το Επίδικο Περιουσιακό Στοιχείο
Εν συντομία:
- Η δικαστική μεσεγγύηση διατάσσεται για μη χρηματικές αξιώσεις και δεσμεύει το ίδιο το επίδικο πράγμα, ενώ η συντηρητική κατάσχεση εξασφαλίζει χρηματική απαίτηση μέσω πλειστηριασμού.
- Το άρθρο 725 παρ. 1 ΚΠολΔ καλύπτει ρητά και την επιχείρηση ως σύνολο, ενώ η παρ. 2 του ίδιου άρθρου αφορά εμπορικά και επαγγελματικά βιβλία, έγγραφα και δείγματα.
- Η απαγόρευση διάθεσης καταλαμβάνει και την εκποίηση μέσω αναγκαστικής κατάσχεσης και πλειστηριασμού, ισχύει όμως έναντι τρίτων μόνο εφόσον η απόφαση έχει εγγραφεί στο βιβλίο κατασχέσεων (ΑΠ 779/2023).
- Η επίκληση καταχρηστικότητας δεν αναπληρώνει την παράλειψη της εγγραφής, ακόμη και όταν η κακή πίστη του τρίτου αποδεικνύεται.
- Η ανάκληση του μέτρου δεν οδηγεί σε αυτόματη απόδοση του πράγματος, καθώς αυτή προϋποθέτει τελεσίδικη κρίση της κύριας διαφοράς (ΑΠ 1626/2017).
Πότε επιλέγεται δικαστική μεσεγγύηση αντί για συντηρητική κατάσχεση;
Η δικαστική μεσεγγύηση επιλέγεται όταν ο αιτών δεν διεκδικεί χρήματα αλλά το ίδιο το πράγμα και επιδιώκει να το λάβει αυτούσιο μετά την κρίση της διαφοράς.
Η συντηρητική κατάσχεση επιλέγεται όταν η απαίτηση είναι χρηματική και η ικανοποίηση θα προέλθει από το προϊόν πλειστηριασμού. Το κριτήριο βρίσκεται στο περιεχόμενο της αξίωσης, όχι στο είδος του περιουσιακού στοιχείου.
Η διάκριση αποτυπώνεται στη λειτουργία των δύο μέτρων. Η μεσεγγύηση δεσμεύει προσωρινά το πράγμα ώστε να καταστεί δυνατή η μελλοντική άμεση αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση ή την απόδοση του δεσμευμένου πράγματος αυτούσιου.
Η συντηρητική κατάσχεση κατά τα άρθρα 707 επ., 723 και 724 ΚΠολΔ δεσμεύει το περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη ώστε, μετά την τροπή της σε αναγκαστική κατά το άρθρο 722 παρ. 1 ΚΠολΔ, να ακολουθήσει έμμεση εκτέλεση.
| Μέτρο | Είδος αξίωσης | Τι δεσμεύεται | Τι ακολουθεί |
|---|---|---|---|
| Δικαστική μεσεγγύηση (725 επ. ΚΠολΔ) | Μη χρηματική, με αίτημα απόδοσης αυτούσιου | Το ίδιο το επίδικο πράγμα, κινητό, ακίνητο, ομάδα πραγμάτων ή επιχείρηση | Άμεση εκτέλεση για παράδοση ή απόδοση στον αναγνωρισμένο δικαιούχο |
| Συντηρητική κατάσχεση (707 επ. ΚΠολΔ) | Χρηματική | Οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, στα χέρια του ή τρίτου | Τροπή σε αναγκαστική και πλειστηριασμός |
| Προσωρινή διαταγή (691Α ΚΠολΔ) | Οποιαδήποτε, ως παρεπόμενο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων | Προσωρινή ρύθμιση έως τη συζήτηση | Ενσωμάτωση ή κατάργηση με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων |
| Αναγκαστική διαχείριση | Χρηματική, με εκτελεστό τίτλο | Η εκμετάλλευση ακινήτου ή επιχείρησης | Ικανοποίηση από τα έσοδα της διαχείρισης |
Ποιες προϋποθέσεις πιθανολογούνται για να διαταχθεί το μέτρο;
Απαιτούνται σωρευτικά τρία στοιχεία:
- Πρώτον, διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή την κατοχή του πράγματος, ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά, κατά το άρθρο 725 παρ. 1 ΚΠολΔ.
- Δεύτερον, επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος κατά το άρθρο 682 παρ. 1 ΚΠολΔ.
- Τρίτον, αξίωση του αιτούντος να λάβει το πράγμα αυτούσιο.
Το εύρος του πρώτου στοιχείου είναι μεγαλύτερο από όσο υποδηλώνει η συνοπτική του διατύπωση. Η διάταξη δεν περιορίζεται στα εμπράγματα δικαιώματα, καθώς περιλαμβάνει και «οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά», δηλαδή και ενοχική αξίωση που κατατείνει στην απόκτηση του πράγματος.
Η ΑΠ 1626/2017 δέχεται ότι τέτοια διαφορά δημιουργείται και όταν διεκδικείται ακίνητο που μεταβιβάστηκε με καταδολιευτική δικαιοπραξία, δηλαδή σε υπόθεση όπου ο αιτών δεν είναι ακόμη κύριος και επιδιώκει τη διάρρηξη της μεταβίβασης.
Ο επικείμενος κίνδυνος πιθανολογείται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όχι με γενική επίκληση της αντιδικίας. Η αίτηση εκθέτει ποια ενέργεια του αντιδίκου απειλεί την απώλεια, τη μεταβολή ή την επιβάρυνση του πράγματος.
Ποια βήματα ακολουθούν από την αίτηση έως τη δέσμευση
- Κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στο κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, με έκθεση της διαφοράς για το πράγμα, του επικείμενου κινδύνου και του αιτήματος απόδοσης αυτούσιου.
- Αίτημα προσωρινής διαταγής, όταν η δέσμευση δεν αντέχει την αναμονή της δικασίμου.
- Συζήτηση και έκδοση απόφασης, η οποία ορίζει υποχρεωτικά και το πρόσωπο του μεσεγγυούχου.
- Εγγραφή της απόφασης στο βιβλίο κατασχέσεων της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο. Το βήμα αυτό κρίνει την ισχύ της δέσμευσης έναντι τρίτων.
- Άσκηση της κύριας αγωγής εντός της προθεσμίας που τάσσει η απόφαση, ώστε το μέτρο να μην αρθεί αυτοδικαίως.
Πότε δεσμεύονται επιχείρηση, εμπορικά βιβλία και εξοπλισμός;
Η επιχείρηση ως σύνολο κατονομάζεται ρητά στο άρθρο 725 παρ. 1 ΚΠολΔ, μαζί με τα κινητά, τα ακίνητα και την ομάδα πραγμάτων. Η παρ. 2 του ίδιου άρθρου προσθέτει αυτοτελή βάση για εμπορικά ή επαγγελματικά βιβλία, έγγραφα, δείγματα και κάθε άλλο πράγμα, εφόσον ο αιτών δικαιούται να ζητήσει την επίδειξή τους κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Η δεύτερη αυτή βάση προϋποθέτει σύνδεση με το ουσιαστικό δικαίωμα επίδειξης εγγράφων, χωρίς να απαιτείται διαφορά για την κυριότητα ή τη νομή του ίδιου του εγγράφου. Σε εταιρική διαφορά όπου ο εταίρος αμφισβητεί τη διαχείριση, ή σε υπόθεση αθέμιτου ανταγωνισμού όπου η επιχείρηση επιδιώκει να διασφαλίσει δείγματα και τεχνικές προδιαγραφές πριν εξαφανιστούν, η παρ. 2 δίνει τη βάση δέσμευσης που η παρ. 1 δεν καλύπτει.
Η δέσμευση της επιχείρησης ως συνόλου προϋποθέτει προσδιορισμό του αντικειμένου με επαρκή ακρίβεια στο δικόγραφο, δηλαδή αναφορά στα στοιχεία που συγκροτούν τη λειτουργική ενότητα.
Το άυλο αγαθό της επιχείρησης αναγνωρίζεται και ως αντικείμενο κατάσχεσης ειδικού περιουσιακού στοιχείου κατά τα άρθρα 1022 επ. ΚΠολΔ, με διαφορετική όμως στόχευση, αφού εκεί η δέσμευση οδηγεί σε ρευστοποίηση και όχι σε απόδοση.
Πότε η μεσεγγύηση προστατεύει έναντι τρίτων δανειστών;
Η μεσεγγύηση προστατεύει έναντι τρίτων μόνο εφόσον η απόφαση που τη διέταξε έχει εγγραφεί στο βιβλίο κατασχέσεων της περιφέρειας του ακινήτου κατά τον χρόνο της διάθεσης.
Χωρίς την εγγραφή, η απαγόρευση διάθεσης δεσμεύει τον καθ’ ου αλλά δεν αντιτάσσεται σε δανειστή που επιβάλλει κατάσχεση και η δέσμευση παραμένει ανίσχυρη προς τα έξω.
Η ΑΠ 779/2023 αναφέρει ότι η μεσεγγύηση συνεπάγεται απαγόρευση διάθεσης κατά τα άρθρα 725 και 727 σε συνδυασμό με το άρθρο 715 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία καταλαμβάνει και την εκποίηση που συντελείται μέσω αναγκαστικής κατάσχεσης και αναγκαστικού πλειστηριασμού, ενώ κατά τα άρθρα 175 και 176 ΑΚ η διάθεση που έγινε παρά την επιβολή της είναι άκυρη.
Η ίδια απόφαση όμως θέτει τον περιορισμό ότι, κατά τα άρθρα 721 και 715 παρ. 3 ΚΠολΔ, η ακυρότητα ισχύει ως προς τους τρίτους μόνο αν, κατά τον χρόνο της διάθεσης, είχε γίνει η εγγραφή στο βιβλίο κατασχέσεων.
Η πηγή του σφάλματος είναι νομοτεχνική. Το άρθρο 727 ΚΠολΔ, που ορίζει ποιες διατάξεις εφαρμόζονται συμπληρωματικά στη μεσεγγύηση, δεν περιλαμβάνει το άρθρο 714 παρ. 1, το οποίο προβλέπει ρητά την εγγραφή της συντηρητικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων.
Η ΑΠ 779/2023 δέχεται, παραπέμποντας στην ΑΠ 1306/2006, ότι η παράλειψη αυτή δεν υποδηλώνει βούληση του νομοθέτη για διαφοροποίηση, ενόψει της ρητής και αδιάστικτης παραπομπής του άρθρου 727 σε όλες τις διατάξεις του άρθρου 715.
Η υποχρέωση εγγραφής, δηλαδή, δεν προκύπτει από το γράμμα του νόμου αλλά από τον συνδυασμό των διατάξεων, γεγονός που εξηγεί γιατί η εγγραφή παραλείπεται στην πράξη.
Τα πραγματικά περιστατικά της παραπάνω υπόθεσης δείχνουν το μέγεθος της σημασίας. Η μεσεγγύηση είχε διαταχθεί το 1991 με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Η μεταγραφή της στο βιβλίο κατασχέσεων ολοκληρώθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2000, ύστερα από δεύτερη αίτηση προς τον Υποθηκοφύλακα. Το Δημόσιο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στο ίδιο ακίνητο στις 22 Μαρτίου 2001.
Η αιτούσα τράπεζα προστατεύθηκε με περιθώριο τριών μηνών, ύστερα από εννέα έτη κατά τα οποία η δέσμευση δεν παρήγαγε καμία ισχύ έναντι τρίτων.
Η ίδια απόφαση, εξάλλου, αναδεικνύει ότι το δεδικασμένο από απόφαση που καταδικάζει σε δήλωση βούλησης, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, δεν επεκτείνεται στον τρίτο που απέκτησε το πράγμα, διότι επίδικο ήταν το ενοχικό δικαίωμα και όχι η κυριότητα.
Η επέκταση επιτυγχάνεται με δύο τρόπους:
- είτε με σώρευση διεκδικητικής αγωγής κατά το άρθρο 69 παρ. 1 περ. δ και ε ΚΠολΔ,
- είτε με εγγεγραμμένη μεσεγγύηση.
Η παράλειψη και των δύο αφήνει τον δικαιούχο με τίτλο που δεν αντιτάσσεται σε κανέναν εκτός από τον αντίδικό του.
Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν αναπληρώνει την εγγραφή. Στην ίδια υπόθεση αποδείχθηκε ότι η φορολογική αρχή κωλυσιεργούσε σκοπίμως στον προσδιορισμό του φόρου μεταβίβασης, ώστε να προλάβει να επιβάλει κατάσχεση πριν ολοκληρωθεί η μεταβίβαση.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι τα περιστατικά αυτά δεν αρκούν για να καταστήσουν την εκποίηση καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, σταθμίζοντας το γεγονός ότι το Δημόσιο επέσπευδε εκτέλεση για νόμιμη απαίτησή του.
Η εμπειρία από υποθέσεις δέσμευσης επίδικων ακινήτων δείχνει ότι η τεκμηριωμένη κακή πίστη του αντιδίκου δεν υποκαθιστά διαδικαστική προϋπόθεση που παραλείφθηκε.
Ποιος διορίζεται μεσεγγυούχος και τι εξουσίες αποκτά;
Το δικαστήριο διορίζει υποχρεωτικά μεσεγγυούχο κατά το άρθρο 726 παρ. 3 ΚΠολΔ, χωρίς δέσμευση από την πρόταση του αιτούντος. Μεσεγγυούχος μπορεί να οριστεί ο νομέας, ο κάτοχος, ο ίδιος ο αιτών χωρίς συναίνεση του καθ’ ου, ή τρίτο κατάλληλο πρόσωπο. Ο διορισμός συνιστά λειτούργημα και όχι εντολή του διαδίκου που τον πρότεινε.
Η θέση του μεσεγγυούχου προσδιορίζεται από τη σχέση της παρακαταθήκης. Η νομή δεν του μεταβιβάζεται, εφαρμόζονται κατ’ αρχήν οι διατάξεις για τον θεματοφύλακα, και η αποστολή του περιορίζεται στη φύλαξη χωρίς δικαίωμα χρήσης. Το πράγμα φυλάσσεται για λογαριασμό της Πολιτείας, με αυξημένη ευθύνη.
Διαχειριστικές πράξεις επιτρέπονται μόνο κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, κατά το άρθρο 726 παρ. 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 956 παρ. 4 ΚΠολΔ, όταν το επιβάλλει η φύση του μεσεγγυημένου πράγματος. Την άδεια δικαιούνται να ζητήσουν ο μεσεγγυούχος και όσοι έχουν έννομο συμφέρον, χορηγείται όμως μόνο στον μεσεγγυούχο, ο οποίος τότε καθίσταται διαχειριστής.
Όταν το αντικείμενο είναι λειτουργούσα επιχείρηση, η παράλειψη αίτησης άδειας οδηγεί σε απαξίωση από την αχρησία, καθώς ο μεσεγγυούχος δεν δικαιούται να τη λειτουργήσει με μόνη την ιδιότητά του.
Αν τα πράγματα είναι κατά νόμο δεκτικά καταθέσεως, το δικαστήριο δεν διορίζει μεσεγγυούχο αλλά διατάσσει τη δημόσια κατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η ιδιότητα του Ταμείου ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου δεν μεταβάλλει τη φύση της δημόσιας κατάθεσης ως παρακαταθήκης του κοινού δικαίου, η οποία διέπεται από τα άρθρα 822 έως 832 και 427 έως 433 ΑΚ.
Πώς αμύνεται η επιχείρηση όταν κατάσχεται πράγμα υπό μεσεγγύηση;
Ο τρίτος του οποίου θίγεται δικαίωμα στο αντικείμενο της εκτέλεσης ασκεί ανακοπή κατά το άρθρο 936 παρ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενος είτε εμπράγματο δικαίωμα που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα του καθ’ ου, είτε απαγόρευση διάθεσης ταγμένη υπέρ αυτού που συνεπάγεται ακυρότητα. Η εγγεγραμμένη μεσεγγύηση εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση.
Η άμυνα αλλάζει όταν την εκτέλεση επισπεύδει το Δημόσιο κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Το άρθρο 74 παρ. 1α του ν.δ. 356/1974 παρέχει στον τρίτο δικαίωμα ανακοπής μόνο όταν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητάς του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης.
Κάθε άλλο δικαίωμα, περιλαμβανομένου του ενοχικού και της απαγόρευσης διάθεσης από μεσεγγύηση, δεν προβάλλεται με ανακοπή αλλά με αναγνωριστική αγωγή, όπως δέχεται η ΑΠ 779/2023 στηριζόμενη και στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος.
Η διάκριση αυτή έχει δικονομική συνέπεια, καθώς η επιλογή λανθασμένου ενδίκου βοηθήματος οδηγεί σε απόρριψη χωρίς εξέταση της ουσίας, ενώ οι προθεσμίες της εκτελεστικής διαδικασίας τρέχουν παράλληλα.
Όταν η προσβαλλόμενη πράξη είναι δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού, ενεργοποιείται η ανακοπή του άρθρου 973 ΚΠολΔ με δικό της αντικείμενο.
Πότε παύει η μεσεγγύηση και σε ποιον αποδίδεται το πράγμα;
Η μεσεγγύηση καταλύεται είτε με αυτοδίκαιη αποδυνάμωση κατά τα άρθρα 693 παρ. 2, 715 παρ. 5, 727, 729 παρ. 5 και 730 παρ. 1 ΚΠολΔ, είτε με ανάκληση ή μεταρρύθμιση κατά τα άρθρα 696 έως 698 ΚΠολΔ.
Η απόδοση του πράγματος γίνεται μόνο προς εκείνον που αναγνωρίστηκε δικαιούχος, είτε με συμφωνία των μερών είτε με τελεσίδικη ή ανέκκλητη απόφαση που τέμνει την υποκείμενη διαφορά.
Η κατάλυση του μέτρου και η απόδοση του πράγματος είναι δύο χωριστά ζητήματα και η σύγχυσή τους παράγει σοβαρές οικονομικές συνέπειες. Η ΑΠ 1626/2017 έκρινε υπόθεση στην οποία είχε διαταχθεί το 2006 μεσεγγύηση ακινήτων που φέρονταν μεταβιβασμένα καταδολιευτικά, με παρακατάθεση των μισθωμάτων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Το μέτρο ανακλήθηκε το 2011. Η αίτηση απόδοσης των παρακατατεθειμένων μισθωμάτων απορρίφθηκε, διότι δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής διάρρηξης που είχε προκαλέσει τη μεσεγγύηση.
Η ίδια απόφαση δέχεται ότι η ανάκληση δεν ενεργεί αναδρομικά. Θίγει μόνο τη νομιμότητα της διατήρησης του μέτρου, όχι την αρχική του νομιμότητα και, συνεπώς, δεν αίρει αναδρομικά τις συνέπειες που είχαν ήδη επέλθει. Κατ’ εξαίρεση αναδρομικά αποτελέσματα παράγονται όταν η κατάλυση αφορά προσημείωση υποθήκης ή την περίπτωση του άρθρου 730 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Για τον επιχειρηματία που δέχεται μεσεγγύηση, η πρακτική συνέπεια είναι δυσμενής. Ρευστότητα ή περιουσιακό στοιχείο μπορεί να παραμείνει δεσμευμένο επί σειρά ετών μετά την ανάκληση του μέτρου, έως ότου τελεσιδικήσει η κύρια δίκη.
Η εμπειρία από υποθέσεις παρακατάθεσης μισθωμάτων δείχνει ότι η προσπάθεια απόδοσης πριν την τελεσιδικία αποτυγχάνει, οπότε η ουσιαστική άμυνα μετατοπίζεται στην επιτάχυνση της κύριας δίκης.
Συχνές Ερωτήσεις
Πότε επιλέγεται μεσεγγύηση κινητών αντί για συντηρητική κατάσχεση;
Όταν ο αιτών διεκδικεί τα ίδια τα κινητά και όχι την αξία τους. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι ο πωλητής με παρακράτηση κυριότητας που ζητά την απόδοση του πράγματος, ο εκμισθωτής εξοπλισμού μετά τη λύση της μίσθωσης και ο δικαιούχος μηχανημάτων που κρατούνται από αντισυμβαλλόμενο. Αν το ζητούμενο είναι χρηματική ικανοποίηση, το ορθό μέτρο παραμένει η συντηρητική κατάσχεση.
Σε τι διαφέρει η συμβατική από τη δικαστική μεσεγγύηση;
Η συμβατική μεσεγγύηση γεννιέται από σύμβαση των ενδιαφερομένων με τον μεσεγγυούχο, ενώ η δικαστική διατάσσεται με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και δεν προϋποθέτει συναίνεση του καθ’ ου. Και στις δύο μορφές η απόδοση του πράγματος οφείλεται μόνο σε εκείνον που θα αναγνωριστεί δικαιούχος όταν αρθεί η αμφισβήτηση. Μόνο η δικαστική όμως συνεπάγεται απαγόρευση διάθεσης με ισχύ έναντι τρίτων, υπό την προϋπόθεση της εγγραφής.
Πότε λήγει η δικαστική μεσεγγύηση;
Με αυτοδίκαιη αποδυνάμωση, ιδίως όταν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα η κύρια αγωγή, ή με ανάκληση κατόπιν αίτησης. Η λήξη του μέτρου δεν σημαίνει και απόδοση του πράγματος, καθώς αυτή προϋποθέτει τελεσίδικη ή ανέκκλητη κρίση της διαφοράς που προκάλεσε τον διορισμό του μεσεγγυούχου.
Μπορεί να διαταχθεί μεσεγγύηση σε χρηματικά ποσά;
Ναι, όταν τα ποσά συνδέονται με το επίδικο πράγμα, όπως τα μισθώματα ακινήτου του οποίου αμφισβητείται η κυριότητα. Επειδή τα χρήματα είναι κατά νόμο δεκτικά καταθέσεως, το δικαστήριο διατάσσει δημόσια κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, χωρίς διορισμό μεσεγγυούχου. Αυτό, όμως, δεν υποκαθιστά τη συντηρητική κατάσχεση για την εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης.
Τι ευθύνη φέρει ο μεσεγγυούχος;
Φυλάσσει το πράγμα για λογαριασμό της Πολιτείας με αυξημένη ευθύνη, χωρίς δικαίωμα χρήσης και χωρίς εξουσία διαχείρισης. Ευθύνεται για την ακεραιότητα και τη συντήρηση του πράγματος κατά τις διατάξεις της παρακαταθήκης και δεν αποδίδει το πράγμα σε κανέναν πριν αρθεί η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Εγγραφή στο βιβλίο κατασχέσεων αμέσως μετά την απόφαση: Η απόφαση που διατάσσει μεσεγγύηση ακινήτου δεν παράγει ισχύ έναντι τρίτων πριν την εγγραφή. Το χρονικό σημείο που μετράει είναι ο χρόνος της διάθεσης, οπότε κάθε ημέρα καθυστέρησης αφήνει τη δέσμευση χωρίς ισχύ απέναντι σε κατάσχεση από δανειστή του αντιδίκου.
Σώρευση διεκδικητικής αγωγής στο δικόγραφο: Όταν η κύρια αξίωση είναι καταδίκη σε δήλωση βούλησης, η σώρευση διεκδικητικής αγωγής κατά το άρθρο 69 παρ. 1 περ. δ και ε ΚΠολΔ επεκτείνει το δεδικασμένο στους τρίτους. Η παράλειψη περιορίζει τον τίτλο στη σχέση με τον αντίδικο.
Έλεγχος του είδους της αξίωσης πριν την επιλογή μέτρου: Η μεσεγγύηση προϋποθέτει αίτημα απόδοσης αυτούσιου. Χρηματική αξίωση οδηγεί σε συντηρητική κατάσχεση και η εσφαλμένη επιλογή στοιχίζει τον χρόνο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Αίτημα άδειας διαχείρισης όταν το αντικείμενο λειτουργεί: Λειτουργούσα επιχείρηση ή μισθωμένο ακίνητο απαξιώνεται από την αχρησία. Η άδεια του άρθρου 726 παρ. 5 ΚΠολΔ χορηγείται μόνο στον μεσεγγυούχο και ζητείται χωριστά από την αίτηση μεσεγγύησης.
Ανακοπή ή αγωγή ανάλογα με τον επισπεύδοντα: Στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, ο τρίτος προβάλλει με ανακοπή μόνο κυριότητα. Η απαγόρευση διάθεσης από μεσεγγύηση προβάλλεται με αναγνωριστική αγωγή, και η επιλογή λανθασμένου βοηθήματος οδηγεί σε απόρριψη χωρίς κρίση επί της ουσίας.
Πρόβλεψη για τη διάρκεια της δέσμευσης: Η ανάκληση του μέτρου δεν αποδεσμεύει το πράγμα ούτε τα παρακατατεθειμένα ποσά. Η αποδέσμευση προϋποθέτει τελεσίδικη κρίση της κύριας διαφοράς, οπότε ο σχεδιασμός ρευστότητας υπολογίζει χρονικό ορίζοντα ετών.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη Μεσεγγύηση.