Πότε & Πώς Υποχρεώνεται ο Αντίδικος να Προσκομίσει Έγγραφα
Εν συντομία:
- Όταν εκκρεμεί δίκη εφαρμόζονται τα άρθρα 450-452 ΚΠολΔ, ενώ χωρίς εκκρεμή δίκη εφαρμόζονται τα άρθρα 902-903 ΑΚ. Οι διαθέσιμες επιλογές είναι τέσσερις και δεν είναι εναλλάξιμες μεταξύ τους.
- Το αίτημα απορρίπτεται ως αόριστο όταν δεν προσδιορίζει το συγκεκριμένο έγγραφο, το περιεχόμενό του και το πρόσωπο που το κατέχει κατά τον χρόνο υποβολής.
- Έννομο συμφέρον λείπει όταν το αίτημα αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά κρίσιμων γεγονότων, αντί να στηρίζει ισχυρισμούς που έχουν ήδη προβληθεί.
- Μετά την κατάργηση των ειρηνοδικείων με τον ν. 5108/2024, η αυτοτελής αγωγή και η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εισάγονται στο μονομελές πρωτοδικείο. Η άρνηση του κατόχου δεν παράγει τεκμήριο, αλλά εκτιμάται ελεύθερα.
Πότε μπορεί μια επιχείρηση να υποχρεώσει τον αντίδικο ή τρίτο να προσκομίσει έγγραφο;
Το δικαίωμα επίδειξης γεννιέται όταν συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις:
- το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή συγκεκριμένου προσώπου κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος,
- είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού ή για ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου, ενώ
- ο αιτών έχει ήδη προβάλει τα πραγματικά περιστατικά που επιδιώκει να αποδείξει.
Η έλλειψη της τρίτης προϋπόθεσης οδηγεί σε απόρριψη ως απαράδεκτου.
Το ελληνικό δίκαιο δεν γνωρίζει γενική υποχρέωση αποκάλυψης αποδεικτικού υλικού πριν από τη δίκη. Ισχύει το αντίθετο δικονομικό αξίωμα, ότι κανείς δεν οφείλει να εφοδιάζει τον αντίδικό του με στοιχεία που θα χρησιμοποιηθούν εναντίον του. Οι διατάξεις για την επίδειξη εγγράφων αποτελούν στοχευμένη εξαίρεση από το αξίωμα αυτό και ερμηνεύονται στενά.
Η εξαίρεση λειτουργεί σε δύο επίπεδα:
- Κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης εφαρμόζονται τα άρθρα 450-452 ΚΠολΔ, τα οποία είναι ειδικότερα και ρυθμίζουν την υποχρέωση διαδίκων ή τρίτων να επιδείξουν έγγραφο που πρόκειται να χρησιμεύσει ως απόδειξη.
- Όταν δεν εκκρεμεί δίκη, εφαρμόζονται τα άρθρα 902-903 ΑΚ, τα οποία δεν καταργήθηκαν από τις δικονομικές διατάξεις και θεμελιώνουν αυτοτελή ενοχική αξίωση κατά του εκάστοτε κατόχου, όπως έχει κρίνει ο Άρειος Πάγος στην ΑΠ 94/2018.
Το άρθρο 450 ΚΠολΔ διακρίνει δύο υποχρεώσεις.:
- Κατά την παράγραφο 1, κάθε διάδικος οφείλει να επιδείξει τα έγγραφα που ο ίδιος χρησιμοποίησε ή επικαλέστηκε στη δίκη.
- Κατά την παράγραφο 2, κάθε διάδικος ή τρίτος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξη.
Η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που ενδιαφέρει την επιχείρηση, γιατί καλύπτει έγγραφα τα οποία ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει κανένα λόγο να προσκομίσει μόνος του, όπως καταστάσεις πελατολογίου, τιμολόγια εκτελεσθεισών παραγγελιών, καταστάσεις μισθοδοσίας ή τραπεζικά παραστατικά εξόφλησης.
Ποια οδό επιλέγει η επιχείρηση, αίτημα στην εκκρεμή δίκη, αγωγή 902 ΑΚ ή ασφαλιστικά μέτρα;
Η επιλογή κρίνεται από τρεις παράγοντες. Αν εκκρεμεί ήδη δίκη, αν υπόχρεος είναι διάδικος ή τρίτος, αν υπάρχει επείγον. Καθεμία οδός έχει διαφορετικό δικονομικό όχημα, διαφορετικό δικαστήριο και διαφορετικό βαθμό κινδύνου απόρριψης, οπότε η επιλογή δεν είναι θέμα προτίμησης αλλά αντιστοίχισης με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
| Οδός | Πότε επιλέγεται | Δικαστήριο | Δικονομικό όχημα | Βασικός κίνδυνος απόρριψης |
|---|---|---|---|---|
| Αίτημα σε εκκρεμή δίκη κατά διαδίκου (450 παρ. 2, 451 παρ. 1 ΚΠολΔ) | Εκκρεμεί δίκη και υπόχρεος είναι ο αντίδικος | Το δικαστήριο της κύριας δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό | Προτάσεις. Όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά | Αοριστία ως προς την κατοχή, το έγγραφο ή το περιεχόμενό του |
| Παρεμπίπτουσα αγωγή κατά τρίτου (451 παρ. 1 ΚΠολΔ) | Εκκρεμεί δίκη αλλά το έγγραφο κατέχει μη διάδικος | Το δικαστήριο της κύριας δίκης, κατά το άρθρο 31 παρ. 1 ΚΠολΔ | Παρεμπίπτουσα αγωγή | Απόρριψη της κύριας αγωγής παρασύρει την παρεμπίπτουσα ως στερούμενη αντικειμένου |
| Αυτοτελής αγωγή (902-903 ΑΚ) | Δεν εκκρεμεί δίκη και επιδιώκεται πληροφόρηση πριν από την άσκηση αγωγής | Μονομελές πρωτοδικείο | Τακτική αγωγή | Μη συνδρομή μίας από τις τρεις περιοριστικές περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος |
| Ασφαλιστικά μέτρα (682 επ. ΚΠολΔ) | Συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος | Μονομελές πρωτοδικείο, κατά το άρθρο 683 παρ. 1 ΚΠολΔ | Αίτηση, με δυνατότητα αιτήματος προσωρινής διαταγής | Μη πιθανολόγηση του επείγοντος ή του επικείμενου κινδύνου |
| Πληροφόρηση κατά το άρθρο 7 παρ. 6 ΠΔ 219/1991 | Ο αιτών είναι εμπορικός αντιπρόσωπος ή αποκλειστικός διανομέας και το ζητούμενο αφορά επαλήθευση οφειλόμενων προμηθειών | Το δικαστήριο της διαφοράς | Αίτημα εντός της αγωγής για τις προμήθειες | Το αντικείμενο εκφεύγει της επαλήθευσης προμηθειών |
Η τελευταία γραμμή του πίνακα έχει ιδιαίτερη σημασία για τα δίκτυα διανομής. Ο Άρειος Πάγος στην ΑΠ 1372/2018, σε υπόθεση αποκλειστικής διανομής γαλακτοκομικών προϊόντων, οριοθέτησε το πεδίο του άρθρου 7 παρ. 6 ΠΔ 219/1991.
Η διάταξη παρέχει δικαίωμα σε πληροφορίες και σε αποσπάσματα εγγραφών των εμπορικών βιβλίων μόνο για την επαλήθευση του ποσού των οφειλόμενων προμηθειών.
Όταν το αντικείμενο είναι άλλο, όπως η απόδειξη της εισφοράς πελατείας για αξίωση αποζημίωσης, ο διανομέας κινείται είτε με τα άρθρα 902-903 ΑΚ είτε με τα άρθρα 450 και 451 ΚΠολΔ.
Σε επείγουσες περιπτώσεις η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων συνδυάζεται με αίτημα για προσωρινή διαταγή, ώστε να αποτραπεί η καταστροφή ή η απόκρυψη του εγγράφου έως τη συζήτηση.
Όταν το ζητούμενο δεν είναι μόνο η γνώση του περιεχομένου αλλά και η διαφύλαξη του ίδιου του αντικειμένου, εξετάζεται παράλληλα η δικαστική μεσεγγύηση. Η αρμοδιότητα σε συμβατικές διαφορές μπορεί να έχει ήδη καθοριστεί από ρήτρα παρέκτασης της σύμβασης, στοιχείο που ελέγχεται πριν από την κατάθεση.
Πριν από κάθε δικαστική οδό εξετάζεται αν υπάρχει εταιρικός μηχανισμός πληροφόρησης που παρακάμπτει τη δίκη. Ο μέτοχος που επιδιώκει πρόσβαση σε οικονομικά στοιχεία της εταιρείας διαθέτει τα δικαιώματα μειοψηφίας του ν. 4548/2018, τα οποία ενεργοποιούνται με ποσοστά και προθεσμίες και δεν απαιτούν εκκρεμή διαφορά.
Η αρμοδιότητα άλλαξε ουσιωδώς μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Ο ν. 5108/2024 κατάργησε τα ειρηνοδικεία, με ισχύ του σχετικού μέρους από τη 16η Σεπτεμβρίου 2024. Ο ν. 5134/2024 μετέφερε στη συνέχεια την υλική τους αρμοδιότητα στα μονομελή πρωτοδικεία.
Πρακτικά, τόσο η αυτοτελής αγωγή του άρθρου 902 ΑΚ όσο και η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επίδειξης εισάγονται πλέον στο μονομελές πρωτοδικείο, ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της κύριας διαφοράς. Τα άρθρα 450-452 ΚΠολΔ δεν τροποποιήθηκαν.
Πότε θεμελιώνεται έννομο συμφέρον και πότε το αίτημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο;
Το έννομο συμφέρον του άρθρου 902 ΑΚ εξειδικεύεται περιοριστικά σε τρεις περιπτώσεις και λείπει όταν το αίτημα αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, αντί να υποστηρίζει ισχυρισμούς που ο αιτών έχει ήδη προβάλει. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, γιατί το έννομο συμφέρον συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση.
Οι τρεις περιπτώσεις είναι οι εξής:
- Πρώτον, το έγγραφο συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος, χωρίς να απαιτείται να αφορά αποκλειστικά αυτόν, αρκεί να αποβλέπει στη σύσταση, την απόδειξη ή τη διατήρηση των δικαιωμάτων του.
- Δεύτερον, το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα, δηλαδή είναι συστατικό ή αποδεικτικό δικαιοπραξίας στην οποία ο αιτών μετέσχε.
- Τρίτον, το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις για τέτοια έννομη σχέση, κατηγορία που καλύπτει σχέδια συμβάσεων, αλληλογραφία και σχεδιαγράμματα, ανεξάρτητα από το αν οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε σύμβαση.
Η γραμμή που χωρίζει το θεμιτό αίτημα από το ανεπίτρεπτο είναι λεπτή και κρίνεται στη διατύπωση του δικογράφου. Στην υπόθεση της ΑΠ 94/2018 η ενάγουσα ζητούσε τα δελτία αξιολόγησης των συναδέλφων της για να θεμελιώσει την κατάδηλη υπεροχή της έναντι εκείνων που προήχθησαν.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη επειδή δεν εξειδίκευε τα προσόντα των συγκρινόμενων, δεχόμενος παράλληλα ότι η αοριστία αυτή δεν θεραπεύεται με το αίτημα επίδειξης.
Το ίδιο το αίτημα δηλαδή αποκάλυπτε ότι ο αιτών δεν γνώριζε τα γεγονότα που επικαλούνταν, στοιχείο αρκετό για να καταρρεύσει η υπόθεση. Το αντίστοιχο σφάλμα σε εμπορική διαφορά διαπιστώθηκε στην ΠΠΠειρ 217/2021, όπου η επίδειξη σύμβασης, παραστατικών και τιμολογίων κόστους κατασκευής απορρίφθηκε επειδή δεν συνέτρεχε καμία από τις τρεις περιπτώσεις.
Για την επιχείρηση η πρακτική συνέπεια είναι ότι το αίτημα επίδειξης δεν υποκαθιστά την προεργασία της υπόθεσης. Λειτουργεί ως εργαλείο ενίσχυσης μιας ήδη ορισμένης αγωγής ή ένστασης, όχι ως μέσο ανακάλυψης του ιστορικού της.
Πώς διατυπώνεται το αίτημα ώστε να μην απορριφθεί ως αόριστο;
Απαιτούνται πέντε στοιχεία σωρευτικά:
- ειδική αναφορά του εγγράφου,
- ακριβής περιγραφή του περιεχομένου του,
- επίκληση της κατοχής από συγκεκριμένο πρόσωπο κατά τον χρόνο υποβολής,
- καταλληλότητα για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού,
- παράθεση περιστατικών από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον.
Η έλλειψη ενός μόνο στοιχείου αρκεί για την απόρριψη.
Ο Άρειος Πάγος στην ΑΠ 459/2023 προσέθεσε μια διευκρίνιση που ανατρέπει τη συνήθη τακτική των δικογράφων. Η αοριστία ως προς την κατοχή δεν αναπληρώνεται από το επιχείρημα ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ο διάδικος μπορεί ή πρέπει να κατέχει το έγγραφο.
Στην ίδια απόφαση, που αφορούσε παρεμπίπτουσες αγωγές επίδειξης εξοφλητικών αποδείξεων και ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το αίτημα απορρίφθηκε επειδή δεν διευκρινιζόταν ποιο από τα τέσσερα έγγραφα κατείχε καθεμία από τις τρεις εναγόμενες εταιρείες, στοιχείο απαραίτητο τόσο για το ορισμένο όσο και για το εφικτό της εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί.
Το ίδιο σφάλμα επανέλαβε αντιπρόσωπος στην υπόθεση της ΑΠ 610/2022, ζητώντας αντίγραφα παραγγελιών που εκτελέστηκαν «είτε από την εναγομένη είτε από την εταιρεία» στην οποία είχε παραχωρηθεί η άδεια χρήσης των σημάτων.
Η διαζευκτική διατύπωση κατέστησε το αίτημα αόριστο. Ο Άρειος Πάγος πρόσθεσε ότι το δικαίωμα του αντιπροσώπου να ζητήσει πληροφορίες και αποσπάσματα εμπορικών βιβλίων δεν αναιρεί την υποχρέωση να υποβάλλεται το αίτημα ορισμένως και παραδεκτώς.
Κρίσιμη είναι και η ίδια η φύση του ζητούμενου. Στην ΑΠ 1492/2021 ο εναγόμενος ζήτησε την επίδειξη δώδεκα χαλιών, ώστε να διαγνωστεί ο βαθμός της ζημίας και η αξία τους. Το αίτημα κρίθηκε μη νόμιμο, γιατί δεν επρόκειτο για έγγραφα, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια που δεν απάντησε σε αυτό.
Στην ίδια υπόθεση απορρίφθηκε ως αόριστο και το αίτημα επίδειξης παραστατικών αγοράς, δελτίων αποστολής και τραπεζικών παραστατικών, επειδή δεν είχε γίνει επίκληση της κατοχής τους από την ενάγουσα.
Η επιλογή ανάμεσα σε επίδειξη εγγράφου και επίδειξη πράγματος αλλάζει τη νομική βάση και, όταν γίνει λανθασμένα, ακυρώνει το αίτημα ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του.
Η εμπειρία από υποθέσεις εμπορικών διαφορών δείχνει ότι η διατύπωση κερδίζεται στην προεργασία. Ο αιτών οφείλει να έχει εντοπίσει, πριν από την κατάθεση, ποιο ακριβώς παραστατικό αναζητά, ποιος το εξέδωσε, σε ποια ημερομηνία και γιατί βρίσκεται στα χέρια του συγκεκριμένου αντισυμβαλλομένου.
Ζητήματα ταυτοποίησης προκύπτουν και όταν το ζητούμενο είναι ηλεκτρονικό, οπότε εξετάζεται παράλληλα η αποδεικτική ισχύς του ηλεκτρονικού εγγράφου και ο τρόπος με τον οποίο αυτό εξατομικεύεται στο δικόγραφο.
Κατά ποιου στρέφεται το αίτημα όταν το έγγραφο κατέχει τρίτος ή εταιρεία;
Παθητικά νομιμοποιείται ο κάτοχος του εγγράφου, έστω και αν δεν υπάρχει εναντίον του καμία αξίωση σχετική με αυτό. Ο κάτοχος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος, όπως τράπεζα ή συνεργαζόμενη εταιρεία. Όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, υπόχρεο είναι το ίδιο το νομικό πρόσωπο και όχι το στέλεχος που έρχεται σε υλική επαφή με το έγγραφο.
Η διάκριση αυτή έχει πρακτική συνέπεια στην εκτέλεση. Το φυσικό πρόσωπο που ασκεί τη φυσική εξουσία εκ μέρους της εταιρείας νομιμοποιείται παθητικά μόνο ως προς το παρεμπίπτον αίτημα απειλής προσωπικής κράτησης, ως μέσου έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί επί του κύριου αιτήματος.
Η παράλειψη του αιτήματος αυτού αφήνει την απόφαση χωρίς πρακτικό μοχλό συμμόρφωσης, όταν η άμεση εκτέλεση με αφαίρεση του εγγράφου μέσω δικαστικού επιμελητή δεν είναι εφικτή.
Η στόχευση του σωστού προσώπου καθορίζει και τη σκοπιμότητα του εγχειρήματος. Έχει κριθεί στη ΜΠρΚαλαμάτας 207/2017 ότι τα φορολογικά έγγραφα δεν βρίσκονται στην κατοχή των προσώπων αλλά αναζητούνται από την οικεία Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, ενώ τα στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών αναζητούνται από τα τραπεζικά ιδρύματα.
Το αίτημα που στρέφεται κατά του αντιδίκου για έγγραφα τα οποία εκείνος δεν κατέχει απορρίπτεται, ακόμη και όταν το περιεχόμενό τους είναι αναμφισβήτητα κρίσιμο.
Πότε ο κάτοχος αρνείται νόμιμα την επίδειξη;
Η άρνηση είναι νόμιμη όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος κατά το άρθρο 450 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο νόμος ορίζει ότι σπουδαίος λόγος συντρέχει ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται σε κάποιον να αρνηθεί να μαρτυρήσει. Η απαρίθμηση δεν είναι περιοριστική. Η κρίση για τη συνδρομή του λόγου ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην πράξη οι λόγοι άρνησης που εμφανίζονται σε επιχειρηματικές διαφορές είναι τρεις:
- το φορολογικό απόρρητο, το οποίο κάμπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος όταν δεν συντρέχει νόμιμος λόγος υπέρβασής του και ρυθμίζεται σήμερα από τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024).
- το τραπεζικό απόρρητο, στον βαθμό που το ζητούμενο αφορά στοιχεία τρίτων μη διαδίκων και
- το επιχειρηματικό απόρρητο, όπως προστατεύεται από τον ν. 4605/2019, ιδίως όταν το έγγραφο περιέχει τεχνογνωσία, τιμολογιακή πολιτική ή πελατολόγιο.
Χωριστός από τον σπουδαίο λόγο είναι ο δεύτερος μηχανισμός απόρριψης, εκείνος της έλλειψης αποδεικτικής ανάγκης. Στην ΑΠ 1372/2018 το αίτημα επίδειξης καταστάσεων πελατείας απορρίφθηκε ως άνευ εννόμου επιρροής, με το σκεπτικό ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αρκούσαν για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και ότι τα ζητούμενα έγγραφα βρίσκονταν ή όφειλαν να βρίσκονται στην κατοχή των ίδιων των εναγόντων, οι οποίοι συναλλάσσονταν με τους πελάτες και εξέδιδαν τα παραστατικά.
Η αντίστροφη διατύπωση προκύπτει από την πλέον πρόσφατη νομολογία, όπου το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα του αντιδίκου συνδέεται με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών δεν διαθέτει άλλο αποδεικτικό μέσο για να αποδείξει τη βασιμότητα του αιτήματός του.
Η εμπειρία από υποθέσεις επίδειξης εμπορικών στοιχείων δείχνει ότι η άμυνα του κατόχου διατυπώνεται αποτελεσματικότερα στο δεύτερο πεδίο παρά στο πρώτο.
Η επίκληση απορρήτου αναγκάζει το δικαστήριο σε στάθμιση εννόμων συμφερόντων, ενώ η επίκληση ότι το αποδεικτικό υλικό είναι διαθέσιμο αλλού ή ήδη επαρκές οδηγεί σε απόρριψη χωρίς στάθμιση.
Τι επιτυγχάνεται όταν ο υπόχρεος δεν συμμορφώνεται;
Η άρνηση δεν παράγει τεκμήριο ότι το αποδεικτέο γεγονός αποδείχθηκε. Το άρθρο 452 παρ. 2 ΚΠολΔ παραπέμπει ρητά στο άρθρο 366, οπότε το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την άρνηση και κρίνει αν το γεγονός πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένο.
Παράλληλα, η απόφαση που διατάζει την επίδειξη εκτελείται αναγκαστικά, κατά τις διατάξεις για την απόδοση ή παράδοση πράγματος και την ενέργεια πράξης.
Ο δικαιούχος επιλέγει ανάμεσα σε δύο δρόμους:
- Η άμεση εκτέλεση γίνεται με αφαίρεση του εγγράφου μέσω δικαστικού επιμελητή.
- Η έμμεση προϋποθέτει ότι το δικαστήριο έχει ήδη απειλήσει χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση σε βάρος του υπόχρεου για την περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός ορισμένης προθεσμίας, γι’ αυτό και η παράλειψη του σχετικού αιτήματος στο δικόγραφο αφαιρεί εκ των υστέρων κάθε πίεση.
Το πιο σοβαρό εύρημα για τον επιχειρηματία βρίσκεται στο επίπεδο του αναιρετικού ελέγχου. Τα άρθρα 450 και 451 ΚΠολΔ έχουν χαρακτήρα αμιγώς δικονομικό, οπότε η εσφαλμένη εφαρμογή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως κρίθηκε στην ΑΠ 459/2023.
Επιπλέον, η ίδια η ανάγκη της επίδειξης εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά την ΑΠ 1372/2018. Όταν το αίτημα απορριφθεί κατ’ ουσίαν, ο Άρειος Πάγος δεν το ανατρέπει.
Απομένει μία διέξοδος. Η αίτηση επίδειξης εμπίπτει στην έννοια της «αίτησης» του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ ΚΠολΔ, οπότε η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί επ’ αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην ΑΠ 1079/2025 εργοδότρια εταιρεία είχε προβάλει την ένσταση των «αλλαχού κερδηθέντων» του άρθρου 656 παρ. 2 εδ. β ΑΚ και είχε ζητήσει την επίδειξη της σύμβασης εργασίας και των καταστάσεων μισθοδοσίας της εργαζομένης από τον νέο εργοδότη της.
Το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη επειδή δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να αποφανθεί για το αίτημα επίδειξης.
Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση, δεχόμενος ότι ο εργοδότης έχει κατά του εργαζομένου αξίωση πληροφόρησης, αφού κατά το διάστημα της υπερημερίας δεν έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει αν και με ποιους όρους εκείνος απασχολήθηκε αλλού.
Η διέξοδος αυτή κλείνει, όμως, αν το αίτημα ήταν αόριστο ή μη νόμιμο. Στην ΑΠ 1492/2021 κρίθηκε ρητά ότι η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί επί αόριστης ή μη νόμιμης αίτησης δεν συνιστά κατάλειψη αίτησης αδίκαστης. Το ίδιο ελάττωμα που οδηγεί σε απόρριψη στην ουσία αφαιρεί και τη δυνατότητα διόρθωσης στον Άρειο Πάγο.
Υπάρχει, τέλος, και το εργαλείο της χρηματικής ποινής του άρθρου 205 ΚΠολΔ για παράβαση του καθήκοντος αλήθειας του άρθρου 116, όταν ο αντίδικος αρνείται ψευδώς την κατοχή, αλλά και αυτό παρέλκει όταν η αίτηση επίδειξης έχει ήδη απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως συνέβη στην ΑΠ 459/2023. Η στρατηγική αξία, επομένως, βρίσκεται εξ ολοκλήρου στη σύνταξη του αιτήματος και όχι στα ένδικα μέσα.
Συχνές Ερωτήσεις
Μπορεί να ζητηθεί επίδειξη εγγράφων για πρώτη φορά στο εφετείο;
Ναι. Ο αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Το αίτημα πρέπει να πληροί τα ίδια στοιχεία ορισμένου που θα απαιτούνταν και πρωτοδίκως.
Τι διαφορά έχει η αγωγή του άρθρου 902 ΑΚ από το αίτημα των άρθρων 450-451 ΚΠολΔ;
Η αγωγή του άρθρου 902 ΑΚ θεμελιώνει αυτοτελή ενοχική αξίωση και εφαρμόζεται όταν δεν εκκρεμεί δίκη. Απαιτεί έννομο συμφέρον που εντάσσεται σε μία από τις τρεις περιοριστικές περιπτώσεις του νόμου. Τα άρθρα 450-451 ΚΠολΔ είναι ειδικότερα, ρυθμίζουν την υποχρέωση επίδειξης μέσα σε εκκρεμή δίκη και ασκούνται με τις προτάσεις όταν υπόχρεος είναι διάδικος ή με παρεμπίπτουσα αγωγή όταν υπόχρεος είναι τρίτος.
Μπορεί να ζητηθεί επίδειξη εγγράφων με ασφαλιστικά μέτρα;
Ναι, εφόσον πιθανολογείται επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει, πέρα από την επίδειξη, τη χορήγηση αντιγράφου με δαπάνες του αιτούντος. Το άρθρο 692 ΚΠολΔ δεν εμποδίζει τη λύση αυτή, γιατί το δικαίωμα που εξασφαλίζεται δεν είναι η επίδειξη καθαυτή αλλά το ουσιαστικό δικαίωμα, την απόδειξη του οποίου η επίδειξη απλώς προπαρασκευάζει.
Τι συμβαίνει αν ο αντίδικος αρνηθεί να επιδείξει το έγγραφο;
Δεν τεκμαίρεται ότι το αντικείμενο της απόδειξης αποδείχθηκε. Το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα αν το γεγονός πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένο, κατά το άρθρο 366 ΚΠολΔ στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 452 παρ. 2. Αν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση που διατάζει την επίδειξη, ακολουθεί αναγκαστική εκτέλεση, άμεση με αφαίρεση του εγγράφου ή έμμεση με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, εφόσον αυτές είχαν απειληθεί.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Εξατομίκευση πριν από την κατάθεση: Κάθε ζητούμενο έγγραφο περιγράφεται με εκδότη, ημερομηνία, αντικείμενο και ποσό όπου υπάρχει. Η γενική αναφορά σε κατηγορίες εγγράφων, όπως «τα παραστατικά των πωλήσεων», απορρίπτεται ως αόριστη.
Ένας κάτοχος ανά έγγραφο: Η διαζευκτική διατύπωση ότι το έγγραφο κατέχει είτε ο ένας είτε ο άλλος καθιστά το αίτημα αόριστο και την τυχόν απόφαση ανεκτέλεστη. Όταν ο κάτοχος δεν είναι βέβαιος, η αναζήτηση γίνεται πρώτα εξωδίκως.
Πρώτα οι ισχυρισμοί, μετά το αίτημα: Το αίτημα επίδειξης δεν θεραπεύει την αοριστία της αγωγής. Αν το ιστορικό δεν στέκεται χωρίς το ζητούμενο έγγραφο, καταρρέουν και τα δύο.
Έγγραφο και όχι πράγμα: Το αίτημα επίδειξης κινητού ή εμπορεύματος δεν είναι νόμιμο ως αίτημα επίδειξης εγγράφου. Για τα πράγματα η βάση είναι διαφορετική και η σύγχυση των δύο ακυρώνει το αίτημα.
Απειλή έμμεσης εκτέλεσης εξαρχής: Το αίτημα χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης υποβάλλεται μαζί με το κύριο αίτημα. Χωρίς αυτό, η θετική απόφαση δεν παρέχει κανένα μέσο πίεσης προς τον υπόχρεο.
Έλεγχος του αρμόδιου δικαστηρίου: Μετά την κατάργηση των ειρηνοδικείων με τον ν. 5108/2024, η αυτοτελής αγωγή και τα ασφαλιστικά μέτρα εισάγονται στο μονομελές πρωτοδικείο. Τυχόν ρήτρα παρέκτασης της σύμβασης ελέγχεται πριν από την κατάθεση.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την επίδειξη εγγράφων.