Εν συντομία:
- Η ψιλή κυριότητα και η επικαρπία κατάσχονται χωριστά, καθεμιά ως αυτοτελές εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου.
- Η διαδικασία διαφέρει. Η επικαρπία ακινήτου κατάσχεται κατά το άρθρο 992 ΚΠολΔ, ενώ μόνο η άσκησή της, ως ενοχικό δικαίωμα, κατά τα άρθρα 1022 επ.
- Πριν από την κατάσχεση ελέγχεται αν η επικαρπία μεταγράφηκε ιδιαιτέρως. Χωρίς τη δεύτερη μεταγραφή, ο φερόμενος ως ψιλός κύριος έχει πλήρη κυριότητα.
- Όταν τα δύο δικαιώματα ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, η κατασχετήρια έκθεση απαιτεί χωριστές εκτιμήσεις και χωριστές τιμές πρώτης προσφοράς.
- Η επικαρπία που εκπλειστηριάζεται αποσβήνεται με τον θάνατο του αρχικού επικαρπωτή, οπότε ο υπερθεματιστής αποκτά δικαίωμα άγνωστης διάρκειας.
Τι ακριβώς κατάσχεται όταν ο οφειλέτης έχει μόνο ψιλή κυριότητα;
Κατάσχεται η ψιλή κυριότητα ως αυτοτελές εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου και όχι ως ιδανικό μερίδιο της πλήρους κυριότητας. Ο υπερθεματιστής αποκτά όσα δικαιώματα είχε ο οφειλέτης κατά τον χρόνο της κατάσχεσης.
Αν η επικαρπία αποσβεστεί αργότερα, το δικαίωμα συμπληρώνεται αυτοδικαίως σε πλήρη κυριότητα χωρίς νέα πράξη, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ελαστικότητας της κυριότητας.
Ψιλή κυριότητα (κυριότητα απογυμνωμένη από τη χρήση και την κάρπωση του πράγματος) νοείται μόνο όσο υπάρχει αυτοτελές δικαίωμα επικαρπίας άλλου προσώπου επί του ίδιου ακινήτου. Η παρατήρηση αυτή έχει άμεση δικονομική συνέπεια, αφού καθορίζει τι επιτρέπεται να περιγραφεί στην κατασχετήρια έκθεση.
Στην εμπορική πρακτική, η δομή εμφανίζεται με σταθερό τρόπο. Ο οφειλέτης κατά του οποίου τελικά στρέφεται η επιχείρηση σπάνια είναι η αντισυμβαλλόμενη εταιρεία.
Είναι ο διαχειριστής που υπέγραψε προσωπική εγγύηση στη σύμβαση προμήθειας, ο ομόρρυθμος εταίρος, ο εγγυητής της επαγγελματικής μίσθωσης ή ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής.
Στην περίπτωση αυτή, το μοναδικό ακίνητο που εμφανίζεται στο όνομά του, προέρχεται συνήθως από γονική παροχή με παρακράτηση της επικαρπίας υπέρ των γονέων.
Η ελαστικότητα της κυριότητας σημαίνει ότι το δικαίωμα ανακτά αυτόματα το πλήρες περιεχόμενό του μόλις εκλείψει το βάρος που το περιόριζε. Ο δανειστής που κατάσχει ψιλή κυριότητα αποκτά, επομένως, δικαίωμα το οποίο θα ωριμάσει σε πλήρη κυριότητα σε χρόνο που δεν ελέγχει.
Η διάκριση από τα υπόλοιπα περιορισμένα εμπράγματα δικαιώματα έχει πρακτική σημασία, καθώς το δικαίωμα οίκησης ακολουθεί διαφορετικό καθεστώς ως προς τη δυνατότητα εκποίησης. Ο κανόνας ότι ο υπερθεματιστής δεν αποκτά περισσότερα δικαιώματα από τον δικαιοπάροχό του διατυπώνεται ρητά στην ΑΠ 280/2011.
Πότε επιλέγεται η κατάσχεση της επικαρπίας και πότε της άσκησής της;
Η επιλογή καθορίζεται από τη διάταξη που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο δικαίωμα. Η ίδια η επικαρπία επί ακινήτου κατάσχεται με τη διαδικασία των ακινήτων του άρθρου 992 ΚΠολΔ, ακόμη και όταν συμφωνήθηκε αμεταβίβαστη.
Η άσκηση της επικαρπίας, ως αυτοτελές ενοχικό δικαίωμα, κατάσχεται ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά τα άρθρα 1022 επ. ΚΠολΔ. Η επιλογή της λανθασμένης διαδικασίας εκθέτει την εκτέλεση σε κίνδυνο ανακοπής του οφειλέτη.
Κατά το άρθρο 1166 ΑΚ η επικαρπία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη, ενώ η άσκησή της μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει τη διάρκειά της.
Η ΑΠ 280/2011 δέχεται ότι η άσκηση αυτή υπόκειται σε κατάσχεση ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο, ενώ η ίδια η επικαρπία κατάσχεται ως εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας, έστω και αμεταβίβαστη, με βάση το άρθρο 992 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 1259 ΑΚ.
Το κρίσιμο σημείο για τον επισπεύδοντα δανειστή το προσθέτει η ΑΠ 276/2011, η οποία αποκλείει ρητά την αντίστροφη διαδρομή. Επί κατάσχεσης επικαρπίας σε ακίνητο εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 992 περ. 2 ΚΠολΔ και όχι εκείνη των ειδικών περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 1022, στα οποία η επικαρπία δεν περιλαμβάνεται, είτε συμφωνήθηκε μεταβιβαστή είτε όχι.
Στην υπόθεση εκείνη επισπεύδουσα ήταν τράπεζα και η ανακοπή του επικαρπωτή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ απορρίφθηκε.
Επειδή η επικαρπία ακινήτου που μπορεί να εκποιηθεί δέχεται υποθήκη κατά το άρθρο 1259 ΑΚ, κατάσχεται από όλους τους δανειστές του επικαρπωτή και όχι μόνο από τους ενυπόθηκους. Η ίδια λογική στηρίζει και την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του δικαιώματος.
| Αντικείμενο κατάσχεσης | Εφαρμοστέα διάταξη | Τι αποκτά ο υπερθεματιστής | Διάρκεια | Τυπικό προφίλ οφειλέτη |
|---|---|---|---|---|
| Ψιλή κυριότητα ακινήτου | Άρθρο 992 ΚΠολΔ | Ψιλή κυριότητα που ωριμάζει αυτοδικαίως σε πλήρη μόλις αποσβεστεί η επικαρπία | Απεριόριστη | Εγγυητής ή διαχειριστής με ακίνητο από γονική παροχή |
| Επικαρπία ακινήτου | Άρθρο 992 περ. 2 ΚΠολΔ | Την επικαρπία στην έκταση που θα διατηρούνταν στο πρόσωπο του αρχικού επικαρπωτή | Έως τον θάνατο του αρχικού επικαρπωτή | Γονέας που παρακράτησε την επικαρπία και χρεώθηκε ο ίδιος |
| Άσκηση της επικαρπίας | Άρθρα 1022 επ. ΚΠολΔ | Ενοχικό δικαίωμα άσκησης, χωρίς εμπράγματη θέση | Έως τη λήξη της επικαρπίας | Επικαρπωτής με αμεταβίβαστο δικαίωμα και εισόδημα από μισθώματα |
Πώς ελέγχεται αν η επικαρπία συστάθηκε έγκυρα πριν επιβληθεί η κατάσχεση;
Ελέγχεται αν μεταγράφηκε χωριστά και η συστατική της επικαρπίας δικαιοπραξία. Στη μεταβίβαση ψιλής κυριότητας με παρακράτηση της επικαρπίας από τον μεταβιβάζοντα απαιτούνται δύο μεταγραφές, μία για τη μεταβίβαση και μία για τη σύσταση του περιορισμένου δικαιώματος.
Αν λείπει η δεύτερη, η επικαρπία δεν αποκτήθηκε ποτέ και ο φερόμενος ως ψιλός κύριος έχει στην πραγματικότητα πλήρη κυριότητα.
Η ΑΠ 294/2020 έκρινε ακριβώς αυτό. Το συμβόλαιο είχε μεταγραφεί μία μόνο φορά, ως αποδοχή γονικής παροχής και δωρεά αιτία θανάτου, χωρίς αίτηση μεταγραφής του ως σύστασης επικαρπίας. Η παράλειψη οδήγησε στη μη κτήση του δικαιώματος της επικαρπίας και στην κτήση πλήρους κυριότητας από τον ψιλό κύριο.
Η δικονομική συνέπεια είναι ηπιότερη από όσο φαίνεται. Όταν κατάσχεται μόνο η ψιλή κυριότητα ενώ ο οφειλέτης έχει πλήρη, δεν πρόκειται για κατάσχεση μέρους της κυριότητας.
Θεωρείται κατασχεθέν το δικαίωμα πλήρους κυριότητας που πράγματι υπήρχε κατά τον χρόνο της κατάσχεσης και ανακύπτει μόνο ζήτημα εσφαλμένης περιγραφής του κατασχεθέντος, με τις συνέπειες που προβλέπει ο ΚΠολΔ. Ο υπερθεματιστής αποκτά πλήρη κυριότητα, το ίδιο δε ισχύει και όταν η απόσβεση της επικαρπίας επέλθει μετά την κατάσχεση.
Η εμπειρία από υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε ακίνητα προερχόμενα από γονική παροχή δείχνει ότι το κτηματολογικό φύλλο ή το πιστοποιητικό ιδιοκτησίας αναπαράγει την περιγραφή του συμβολαίου χωρίς να αποτυπώνει αν έγινε η δεύτερη μεταγραφή.
Ο έλεγχος γίνεται στα βιβλία μεταγραφών και στο ειδικό ευρετήριο, όχι στο απόσπασμα. Όποιος επιβάλλει συντηρητική κατάσχεση πριν αποκτήσει εκτελεστό τίτλο διαθέτει τον χρόνο να διενεργήσει τον έλεγχο αυτόν πριν συνταχθεί η κατασχετήρια έκθεση.
Πώς ορίζεται η τιμή πρώτης προσφοράς όταν τα δικαιώματα ανήκουν σε δύο πρόσωπα;
Απαιτούνται χωριστή εκτίμηση και χωριστή τιμή πρώτης προσφοράς για κάθε δικαίωμα, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια ποιο ποσό αναλογεί στην επικαρπία και ποιο στην ψιλή κυριότητα.
Ενιαία αποτίμηση των δύο δικαιωμάτων, όταν αυτά ανήκουν σε διαφορετικούς δικαιούχους, καθιστά την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ανακοπτέα.
Στην ΕιρΘασ 2/2024, έγινε δεκτή ανακοπή ακύρωσης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, επειδή περιείχε ενιαία εκτίμηση και ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς για την επικαρπία και για την ψιλή κυριότητα.
Η κρίση αυτή χρειάζεται τοποθέτηση μέσα στο γενικότερο πλαίσιο, το οποίο κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η ΑΠ 1074/2023 δέχεται ότι η εσφαλμένη εκτίμηση της αξίας του κατασχεμένου και της τιμής πρώτης προσφοράς από τον δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατάσχεσης.
Ο έχων έννομο συμφέρον διαθέτει τη διορθωτική ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, η οποία δεν προσβάλλει το κύρος των πράξεων της εκτέλεσης ούτε οδηγεί σε ακύρωση της κατάσχεσης, ενώ ανακοπή του άρθρου 933 με το ίδιο περιεχόμενο κρίνεται νόμω αβάσιμη.
Η ίδια απόφαση αφήνει ρητά ανοικτή μία εξαίρεση. Η ακυρωτική ανακοπή δικαιολογείται όταν οι ελλείψεις της έκθεσης είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση και συνοδεύονται από βλάβη κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ.
Η ενιαία αποτίμηση δύο δικαιωμάτων που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα εντάσσεται εύλογα στην εξαίρεση αυτή. Το ελάττωμα εντοπίζεται στην αδυναμία προσδιορισμού του τι ακριβώς εκπλειστηριάζεται και έναντι ποιου τιμήματος, ζήτημα που ανάγεται στην περιγραφή του κατασχεθέντος και όχι στο ύψος της εκτίμησης.
Η πρακτική συνέπεια αφορά τον χρόνο. Η διορθωτική ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο 30 εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
Η εμπειρία από ανακοπές κατά εκθέσεων κατάσχεσης δείχνει ότι η επιλογή του ένδικου βοηθήματος γίνεται συχνά αφού έχει ήδη παρέλθει η κρίσιμη προθεσμία, οπότε το ουσιαστικό σφάλμα μένει αδιόρθωτο για δικονομικό λόγο.
Τι αξίζει τελικά το δικαίωμα που θα εκπλειστηριαστεί;
Η επικαρπία αποτιμάται ως φθίνον περιουσιακό στοιχείο. Ο χαρακτήρας της ως καταρχήν αμεταβίβαστου δικαιώματος δεν εμποδίζει την αναγκαστική μεταβίβασή της με πλειστηριασμό.
Ο υπερθεματιστής την αποκτά μόνο στην έκταση και για τον χρόνο που θα διατηρούνταν στο πρόσωπο του αρχικού επικαρπωτή. Με τον θάνατο εκείνου η επικαρπία αποσβήνεται και για τον υπερθεματιστή.
Η ψιλή κυριότητα κινείται αντίστροφα. Η αξία της αυξάνεται όσο πλησιάζει η συνένωση, χωρίς να αποδίδει τίποτε στο ενδιάμεσο διάστημα. Ωστόσο, το εύρος της διάρκειας δεν είναι απεριόριστο.
Κατά την ΑΠ 1374/2014, με τη συστατική πράξη μπορεί έγκυρα να οριστεί ότι η επικαρπία θα μεταβιβαστεί σε τρίτο, όμως η μεταβίβαση αυτή επιτρέπεται για μία μόνο φορά. Ρήτρα που επιτρέπει διαδοχικές μεταβιβάσεις επ’ άπειρον είναι άκυρη, γιατί θα οδηγούσε σε οριστική απόσχιση των ωφελειών από την κυριότητα.
Όταν το ακίνητο είναι μισθωμένο, η αποτίμηση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Κατά την ΑΠ 940/2018, αν κατά τη διάρκεια εμπορικής μίσθωσης που κατάρτισε ο επικαρπωτής λήξει η επικαρπία, στη μισθωτική σχέση υπεισέρχεται εκ του νόμου ο ψιλός κύριος και αποκτά όλα τα δικαιώματα του εκμισθωτή, άρα και την αξίωση καταβολής του μισθώματος.
Ο υπερθεματιστής της επικαρπίας αγοράζει ροή μισθωμάτων που σταματά με τον θάνατο τρίτου προσώπου, ενώ ο υπερθεματιστής της ψιλής κυριότητας αποκτά την ίδια ροή σε μελλοντικό και αβέβαιο χρονικό σημείο. Η τύχη της μίσθωσης μετά τον πλειστηριασμό κρίνεται κατά τα λοιπά με βάση τους κανόνες της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Πώς αντιδρά ο δανειστής όταν η επικαρπία έχει μεταβιβαστεί σε τρίτο;
Εξετάζει αν η μεταβίβαση επιτρεπόταν και, αν δεν επιτρεπόταν, αν μπορεί ο ίδιος να επικαλεστεί την ακυρότητά της. Η διάταξη του άρθρου 1166 εδ. α’ ΑΚ για το αμεταβίβαστο είναι ενδοτικού δικαίου, οπότε η μεταβιβασιμότητα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα με τη συστατική πράξη. Χωρίς τέτοια συμφωνία, η μεταβίβαση πάσχει.
Η ΑΠ 1760/2022 διακρίνει δύο περιπτώσεις:
- Όταν ο επικαρπωτής μεταβιβάζει την επικαρπία εφ’ όρου της δικής του ζωής, η πράξη μπορεί να θεωρηθεί επιτρεπτή μεταβίβαση του ενοχικού δικαιώματος άσκησης κατά το άρθρο 1166 εδ. β’ ΑΚ.
- Όταν η μεταβίβαση γίνεται εφ’ όρου ζωής του αποκτώντος, είναι άκυρη κατά το άρθρο 175 εδ. α’ ΑΚ.
Η ακυρότητα όμως είναι σχετική. Επειδή η απαγόρευση τίθεται προς το συμφέρον του ψιλού κυρίου, μόνο εκείνος μπορεί να την προτείνει, κατά το άρθρο 175 εδ. β’ ΑΚ.
Στον κύκλο των νομιμοποιούμενων προσώπων η ίδια απόφαση εντάσσει ρητά τους κληρονόμους του ψιλού κυρίου και τους δανειστές του, οι οποίοι ασκούν το δικαίωμα πλαγιαστικά κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ όταν ο ίδιος αδρανεί.
Το εργαλείο έχει συγκεκριμένη αξία για την επιχείρηση που εκτελεί κατά εγγυητή. Αν ο οφειλέτης είναι ψιλός κύριος και η επικαρπία έχει μεταβιβαστεί σε τρίτο εφ’ όρου ζωής του τρίτου, η προοπτική συνένωσης μετατίθεται σε άγνωστο μέλλον και η αξία του κατασχετέου δικαιώματος καταρρέει.
Η πλαγιαστική επίκληση της ακυρότητας αποκαθιστά τον αρχικό χρονικό ορίζοντα. Η επιλογή μεταξύ αυτής της οδού και της αγωγής διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης, ιδίως από τον χρόνο γέννησης της απαίτησης σε σχέση με τον χρόνο της μεταβίβασης.
Στην αντίθετη κατεύθυνση κινείται η πρόληψη. Ρήτρα της συστατικής πράξης που επιτρέπει ρητά τη μεταβίβαση της επικαρπίας μεταβάλλει την εμπορευσιμότητα του δικαιώματος και τη θέση των δανειστών κάθε πλευράς.
Η διατύπωσή της αποτελεί συμβατική πρόβλεψη με μετρήσιμες συνέπειες στην αναγκαστική εκτέλεση, καθώς καθορίζει αν το κατασχετέο αντικείμενο θα έχει διάρκεια συνδεδεμένη με τη ζωή του αρχικού δικαιούχου ή με τη ζωή του αποκτώντος.
Τι αλλάζει όταν επικαρπωτής είναι εταιρεία;
Αλλάζει ο αποσβεστικός λόγος. Κατά το άρθρο 1167 εδ. β’ ΑΚ, επικαρπία υπέρ νομικού προσώπου εκλείπει μαζί με αυτό. Η αναφορά του νόμου είναι στη διάλυση του νομικού προσώπου, όποτε και αν επέλθει, χωρίς παράταση της διάρκειας μέχρι το πέρας της εκκαθάρισης, καθώς η επικαρπία δεν εξυπηρετεί τη διενέργειά της.
Η ρύθμιση έχει άμεση σημασία σε δύο περιπτώσεις:
- Στη πρώτη, ο οφειλέτης είναι εταιρεία που εκμεταλλεύεται ακίνητο ως επικαρπώτρια, συνήθως αντί μίσθωσης. Το κατασχετέο δικαίωμα υπάρχει, όμως η διάρκειά του συνδέεται με την εταιρική ύπαρξη και όχι με ανθρώπινο προσδόκιμο.
- Στη δεύτερη, ο οφειλέτης είναι ψιλός κύριος και επικαρπώτρια είναι εταιρεία, οπότε η προοπτική συνένωσης εξαρτάται από τη διατήρηση ή τη λύση εκείνης.
Οι εταιρικοί μετασχηματισμοί δεν επιφέρουν απόσβεση. Στη μετατροπή συνεχίζεται η νομική προσωπικότητα του μετατρεπόμενου νομικού προσώπου, ενώ στη συγχώνευση υπάρχει οιονεί καθολική διαδοχή, οπότε η επικαρπία διατηρείται και στα δύο. Στην αστική εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα ο θάνατος εταίρου αποσβήνει την επικαρπία κατά το ιδανικό μερίδιο που του αναλογούσε.
Το ερώτημα τι ακριβώς αποκτά ο υπερθεματιστής όταν η διάλυση της επικαρπώτριας εταιρείας επίκειται ή έχει ήδη κινηθεί απαιτεί εκτίμηση κατά περίπτωση, με βάση στοιχεία που προκύπτουν από το ΓΕΜΗ και από την πορεία της εκκαθάρισης, όχι από τους τίτλους ιδιοκτησίας.
Συχνές Ερωτήσεις
Μπορεί τράπεζα να κατάσχει την επικαρπία ακινήτου;
Ναι. Η επικαρπία ακινήτου κατάσχεται από όλους τους δανειστές του επικαρπωτή και όχι μόνο από τους ενυπόθηκους, επειδή δέχεται υποθήκη κατά το άρθρο 1259 ΑΚ και άρα και αναγκαστική εκποίηση. Στην ΑΠ 276/2011 η επισπεύδουσα ήταν τράπεζα και η κατάσχεση κρίθηκε επιτρεπτή ακόμη και επί επικαρπίας που είχε συμφωνηθεί αμεταβίβαστη, με τη διαδικασία του άρθρου 992 ΚΠολΔ.
Τι γίνεται με την κατάσχεση αν πεθάνει ο επικαρπωτής;
Η επικαρπία αποσβήνεται και εκλείπει το αντικείμενο της κατάσχεσης, εφόσον δεν είχε οριστεί διαφορετικά με τη συστατική πράξη. Η απόσβεση καταλαμβάνει και τον υπερθεματιστή που είχε αποκτήσει την επικαρπία με αναγκαστικό πλειστηριασμό. Αντίθετα, όταν κατασχεθείσα ήταν η ψιλή κυριότητα, ο θάνατος του επικαρπωτή ωφελεί τον υπερθεματιστή, ο οποίος αποκτά πλήρη κυριότητα.
Μπορεί το Δημόσιο να κατάσχει επικαρπία για φορολογικές οφειλές;
Η δυνατότητα κατάσχεσης της επικαρπίας απορρέει από τη φύση του ίδιου του δικαιώματος και όχι από την ιδιότητα του δανειστή. Το πρακτικό ζήτημα εμφανίζεται μετά την απόσβεση της επικαρπίας, οπότε η επιβληθείσα κατάσχεση μένει χωρίς αντικείμενο και το βάρος πρέπει να απαλειφθεί από τα οικεία βιβλία ή από το κτηματολόγιο.
Πωλείται η ψιλή κυριότητα σε πλειστηριασμό χωρίς τη συναίνεση του επικαρπωτή;
Ναι. Η ψιλή κυριότητα είναι αυτοτελές εμπράγματο δικαίωμα και εκπλειστηριάζεται χωρίς σύμπραξη του επικαρπωτή, ο οποίος διατηρεί ακέραιο το δικό του δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης. Όταν όμως κατάσχονται και τα δύο δικαιώματα και ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, η κατασχετήρια έκθεση χρειάζεται χωριστές εκτιμήσεις και χωριστές τιμές πρώτης προσφοράς.
Προστατεύει η επικαρπία την περιουσία από τα χρέη;
Όχι κατά τρόπο απόλυτο. Τόσο η ψιλή κυριότητα όσο και η επικαρπία υπόκεινται σε αναγκαστική εκτέλεση, ενώ η μεταβίβαση περιουσίας με παρακράτηση επικαρπίας εκτίθεται σε αγωγή διάρρηξης. Το πραγματικό αποτέλεσμα της δομής είναι η μείωση της εμπορικής αξίας του κατασχετέου δικαιώματος και όχι η αφαίρεσή του από την περιουσία του οφειλέτη.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Έλεγχος διπλής μεταγραφής πριν την κατάσχεση: Αναζήτηση στα βιβλία μεταγραφών και στο ειδικό ευρετήριο για το αν μεταγράφηκε αυτοτελώς η συστατική της επικαρπίας πράξη. Η απάντηση καθορίζει αν κατάσχεται ψιλή ή πλήρης κυριότητα.
Επιλογή διάταξης πριν τη σύνταξη της έκθεσης: Επικαρπία ακινήτου κατά το άρθρο 992 ΚΠολΔ. Άσκηση επικαρπίας κατά τα άρθρα 1022 επ. Η εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή προσδιορίζει ρητά ποιο από τα δύο κατάσχεται.
Χωριστή αποτίμηση όταν οι δικαιούχοι διαφέρουν: Η έκθεση αναφέρει διακριτή εκτίμηση και διακριτή τιμή πρώτης προσφοράς για κάθε δικαίωμα, ώστε να μην ανακύπτει ζήτημα προσδιορισμού του εκπλειστηριαζόμενου.
Προθεσμία διορθωτικής ανακοπής: Η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ κατατίθεται το αργότερο 30 εργάσιμες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό. Μετά την προθεσμία, το σφάλμα εκτίμησης μένει χωρίς θεραπεία.
Έλεγχος ΓΕΜΗ όταν εμπλέκεται εταιρεία: Επικαρπία υπέρ νομικού προσώπου εκλείπει με τη διάλυσή του. Η εταιρική κατάσταση του επικαρπωτή αποτελεί στοιχείο αποτίμησης εξίσου κρίσιμο με τους τίτλους ιδιοκτησίας.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την κατάσχεση της ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας.