Άκυρες και Ακυρώσιμες Δικαιοπραξίες (Συμβάσεις)

Δικαιοπραξίες

Από τη νομική θεωρία των δικαιοπραξιών, γνωστά είδη ελαττωματικότητας και παθογένειας μιας σύμβασης είναι, με τη διαβάθμιση σοβαρότητας του ελαττώματος:

  • η ανυποστασία, δηλ. η μη ύπαρξη στο νομικό κόσμο,
  • η ακυρότητα, δηλ. η κατάρτιση της σύμβασης, πλην όμως με ελάττωμα του κύρους της, συνήθως στο περιεχόμενό της (άρθρ. 174 , 178 ΑΚ), το οποίο ελάττωμα την καθιστά κατά πλάσμα δικαίου ανύπαρκτη (άρθρ. 180 ΑΚ),
  • η ακυρωσία, δηλ. η σύμβαση που ενέχει κάποιο ελάττωμα, παράγει όμως τα αποτελέσματά της μέχρι την ακύρωσή της από το δικαστήριο, οπότε και εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη (άρθρ. 184 ΑΚ).

Τέλος, υφίσταται και η ανενέργεια της σύμβασης: πρόκειται για μια υποστατή και έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία όμως δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της για ορισμένο λόγο (π.χ. δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλίο ή ηλεκτρονικό μέσο δημόσιας πίστης).

Η Άκυρη Δικαιοπραξία
Έννοια και Χαρακτηριστικά

Σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ, «η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε». Η διάταξη αυτή αποτελεί την κορωνίδα της ρύθμισης της ακυρότητας και εκφράζει την ουσία της: η άκυρη δικαιοπραξία είναι ανύπαρκτη στο νομικό κόσμο, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Εξάλλου, η ακυρότητα αποτελεί ελάττωμα του κύρους της δικαιοπραξίας, συνήθως στο περιεχόμενό της, το οποίο την καθιστά κατά πλάσμα δικαίου ανύπαρκτη. Το ελάττωμα αυτό είναι τόσο σοβαρό που το δίκαιο δεν αναγνωρίζει καμία νομική υπόσταση στη δικαιοπραξία.

Αιτίες Ακυρότητας

Ο Αστικός Κώδικας προβλέπει δύο κύριες περιπτώσεις ακυρότητας: την αντίθεση προς απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) και την αντίθεση προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ).

Αντίθεση προς Απαγορευτική Διάταξη Νόμου (Άρθρο 174 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, «δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη». Η διάταξη αυτή αποτελεί περιορισμό στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ).

Η εφαρμογή του άρθρου 174 ΑΚ προϋποθέτει: α) δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, και β) μη αποκλεισμό της ακυρότητας ως συνέπειας της απαγόρευσης. Εάν από το σκοπό της απαγορευτικής διάταξης προκύπτει άλλη συνέπεια (π.χ. ποινή, αποζημίωση), το άρθρο 174 δεν εφαρμόζεται.

Επίσης, ο παραβιαζόμενος κανόνας πρέπει να είναι δημοσίας τάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 ΑΚ, ήτοι να μην μπορεί να αποκλεισθεί η εφαρμογή του από την ιδιωτική βούληση. Εάν η εφαρμογή του κανόνα δύναται να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών, δεν προκαλείται ακυρότητα.

Τέλος, η ακυρότητα κατά το άρθρο 174 ΑΚ είναι απόλυτη, δηλαδή δεν προϋποθέτει τη γνώση ή την πρόθεση παραβίασής της και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον προτείνονται και αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν.

Αντίθεση προς τα Χρηστά Ήθη (Άρθρο 178 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, «δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα.

Η αντίθεση στα χρηστά ήθη κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενόψει του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν, και όχι μεμονωμένα με τη λήψη υπόψη του αιτίου που την προκάλεσε ή του σκοπού που επιδιώκεται μ’ αυτήν (ΑΠ 1522/2000).

Τέλος σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ έχει εφαρμογή και στη διάταξη τελευταίας βούλησης, η οποία, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι άκυρη αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη .

Η Αισχροκερδής Δικαιοπραξία

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 179 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και κατά συνέπεια ως άκυρης, λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, απαιτείται η συνδρομή δύο προϋποθέσεων: αφενός η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που κατά το χρόνο συνομολογήσεώς τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, και αφετέρου η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου (ΑΠ 538/2021).

Στην έννοια της εκμεταλλεύσεως περιέχεται αναγκαίως και το στοιχείο της γνώσεως των ανωτέρω καταστάσεων. Θεωρούνται ως απειρία η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα, ως κουφότητα η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ως ανάγκη νοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική.

Η Ακυρώσιμη Δικαιοπραξία
Έννοια και Χαρακτηριστικά

Σύμφωνα με το άρθρο 184 ΑΚ, «η ακυρώσιμη δικαιοπραξία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα που τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε».

Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία ενέχει κάποιο ελάττωμα, παράγει όμως τα αποτελέσματά της μέχρι την ακύρωσή της από το δικαστήριο, οπότε και εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη. Η θεραπεία του ελαττώματος είναι δυνατή και η δικαιοπραξία μπορεί να επικυρωθεί.

Αιτίες Ακυρωσίας

Οι κύριες περιπτώσεις ακυρωσίας προβλέπονται στα άρθρα 140-155 ΑΚ και αφορούν ελαττώματα της δικαιοπρακτικής βούλησης: την πλάνη, την απάτη και την απειλή.

Πλάνη (Άρθρα 140-143 ΑΚ)

Η πλάνη αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών περιστατικών. Σύμφωνα με το άρθρο 140 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση πλάνης ως προς τα στοιχεία της είναι ακυρώσιμη». Η πλάνη πρέπει να αφορά τα στοιχεία της σύμβασης και όχι απλώς τα κίνητρα ή τους λόγους που οδήγησαν στη σύναψή της.

Το άρθρο 141 ΑΚ ορίζει ότι «δεν είναι ακυρώσιμη η δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση πλάνης ως προς το νομικό χαρακτήρα της περιουσιακής παροχής». Η διάταξη αυτή αποτελεί εξαίρεση από την αρχή του άρθρου 140, καθώς η άγνοια του νόμου δεν συγχωρείται.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΑΚ, «η πλάνη ως προς το πρόσωπο με το οποίο έγινε η δικαιοπραξία δεν είναι λόγος ακυρότητας, εκτός αν η προσωπική σχέση θεωρήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ως ουσιώδης».

Απάτη (Άρθρα 147-149 ΑΚ)

Η απάτη αποτελεί σκόπιμη παραπλάνηση του ενός συμβαλλομένου από τον άλλο. Σύμφωνα με το άρθρο 147 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση απάτης είναι ακυρώσιμη». Η απάτη απαιτεί: α) σκόπιμη παραπλάνηση, β) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ παραπλάνησης και δήλωσης βούλησης, και γ) ζημία του απατηθέντος.

Το άρθρο 148 ΑΚ ορίζει ότι «απάτη συνιστά και η σιωπή, όταν παραλείπεται η γνωστοποίηση περιστατικών που κατά το νόμο ή τη συναλλακτική ηθική όφειλε να γνωστοποιήσει το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη». Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει την απάτη δια παραλείψεως.

Απειλή (Άρθρα 150-153 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 150 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση απειλής είναι ακυρώσιμη». Η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, να αφορά επικείμενο και σοβαρό κίνδυνο, και να ασκείται με σκοπό να εκφοβισθεί ο απειλούμενος και να τον υποχρεώσει να συνάψει τη δικαιοπραξία.

Το άρθρο 151 ΑΚ ορίζει ότι «δεν είναι παράνομη η απειλή που ασκείται για την επιδίωξη δικαιώματος με δικαστικά μέσα». Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να απειλήσει με δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων του.

Διακρίσεις και Συγκριτική Ανάλυση
Διαφορές Άκυρης και Ακυρώσιμης Δικαιοπραξίας

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ άκυρης και ακυρώσιμης δικαιοπραξίας έγκειται στη φύση του ελαττώματος και στις έννομες συνέπειες:

ΧαρακτηριστικόΆκυρη ΔικαιοπραξίαΑκυρώσιμη Δικαιοπραξία
Νομική υπόστασηΑνύπαρκτη (σαν να μην έγινε)Υπαρκτή μέχρι την ακύρωση
Έννομα αποτελέσματαΚανέναΠαράγονται μέχρι την ακύρωση
ΠροσβολήΑπό οποιονδήποτε με έννομο συμφέρονΑπό συγκεκριμένα πρόσωπα
ΠροθεσμίαΑπρόθεσμαΥπόκειται σε προθεσμία
Λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτωςΝαιΌχι
ΘεραπείαΑδύνατηΔυνατή (επικύρωση)
Διαφορές Απόλυτης και Σχετικής Ακυρότητας

Η ακυρότητα μπορεί να είναι απόλυτη ή σχετική. Η απόλυτη ακυρότητα μπορεί να προβληθεί οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε προβάλλει ότι έχει έννομο συμφέρον, δεν υπόκειται σε προθεσμία και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αντίθετα, η σχετική ακυρότητα μπορεί να προβληθεί μόνο από συγκεκριμένα πρόσωπα (π.χ. το θιγόμενο μέρος) και υπόκειται συνήθως σε προθεσμία. Η ακυρωσία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση σχετικής ακυρότητας.

Διαφορές Άκυρης και Ανυπόστατης Δικαιοπραξίας

Η ανυποστασία αφορά την πλήρη απουσία στοιχείων που συγκροτούν τη δικαιοπραξία (π.χ. απουσία βούλησης, απουσία περιεχομένου). Η ανυπόστατη δικαιοπραξία δεν υφίσταται καν στο νομικό κόσμο, ενώ η άκυρη δικαιοπραξία έχει καταρτισθεί αλλά δεν παράγει έννομα αποτελέσματα λόγω του ελαττώματός της.

Η Ανενέργεια της Δικαιοπραξίας

Όπως προαναφέρθηκε, υφίσταται και η ανενέργεια της δικαιοπραξίας. Πρόκειται για μια υποστατή και έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία όμως δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της για ορισμένο λόγο (π.χ. δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλίο ή ηλεκτρονικό μέσο δημόσιας πίστης).

Η ανενέργεια διαφέρει από την ακυρότητα και την ακυρωσία καθώς η δικαιοπραξία είναι έγκυρη και υποστατή, απλώς δεν παράγει ακόμη τα έννομα αποτελέσματά της. Με την άρση του λόγου ανενέργειας (π.χ. με την καταχώρηση), η δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρως τα αποτελέσματά της.

Έννομες Συνέπειες
Συνέπειες της Ακυρότητας

Η άκυρη δικαιοπραξία δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Τα μέρη μπορούν να αξιώσουν την επιστροφή των παροχών βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904-913 ΑΚ). Η αναζήτηση είναι δυνατή με την αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την αγωγή βάσει του άρθρου 181 ΑΚ.

Περαιτέρω, η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί με οποιονδήποτε τρόπο (αγωγή, ένσταση κ.λπ.) και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον υποβληθούν σ’ αυτό όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν.

Συνέπειες της Ακυρωσίας

Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωσή της. Μετά την ακύρωση, εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη. Η ακύρωση γίνεται με αγωγή ή άλλη δικαστική διαδικασία και υπόκειται σε προθεσμία.

Τέλος, η δικαιοπραξία μπορεί να επικυρωθεί από το θιγόμενο μέρος, οπότε θεραπεύεται το ελάττωμα. Η επικύρωση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή (π.χ. με την εκπλήρωση της δικαιοπραξίας).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα άκυρων ή ακυρώσιμων συμβάσεων.

Διασυνοριακοί Μετασχηματισμοί Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

Οι διασυνοριακοί μετασχηματισμοί εταιρειών ρυθμίζονται από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2121, η οποία τροποποίησε την προγενέστερη Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132.

Η ενσωμάτωσή της παραπάνω Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο έγινε με τον Ν. 5055/2023, ο οποίος προσέθεσε νέα κεφάλαια στον Νόμο 4601/2019 (περί Διάσπασης, Μετατροπής και Συγχώνευσης Ελληνικών Εταιρειών) και, συνεπώς, το ενωσιακό πλαίσιο για τις διασυνοριακές μετατροπές, συγχωνεύσεις και διασπάσεις καθώς και για τη διασυνοριακή κινητικότητα των κεφαλαιουχικών εταιρειών, εισήχθη στην ελληνική έννομη σφαίρα.

Αιτιολογική Βάση

Σκοπός του Ν. 5055/2023 είναι η άρση των περιορισμών στην ελευθερία εγκατάστασης των εταιρειών στην εσωτερική αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της ρύθμισης των διασυνοριακών μετασχηματισμών και της προστασίας των ενδιαφερομένων μερών.

Η αιτιολογική έκθεση του νόμου, εξηγεί ότι η ανάγκη αυτή προέκυψε από την ελλιπή εναρμόνιση των κανόνων για τις διασυνοριακές μετατροπές και διασπάσεις, καθώς μέχρι την Οδηγία 2019/2121 μόνο οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις ρυθμίζονταν σε ενωσιακό επίπεδο.

Η νομολογία του ΔΕΕ, ιδίως οι υποθέσεις Cartesio, VALE και Polbud, είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η μεταφορά της καταστατικής έδρας και η μετατροπή εταιρίας σε εταιρία άλλου κράτους μέλους εμπίπτουν στην ελευθερία εγκατάστασης. Ωστόσο, η απουσία ενιαίου νομοθετικού πλαισίου δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου και επέτρεπε στα κράτη μέλη να επιβάλλουν περιορισμούς που συχνά λειτουργούσαν αποτρεπτικά.

Περαιτέρω, στο δεύτερο άρθρο του νόμου ορίζεται το αντικείμενό του, το οποίο είναι η συστηματοποίηση του δικαίου εταιρικών μετασχηματισμών σε ένα ενιαίο νομοθέτημα, μέσω της συμπλήρωσης του Ν. 4601/2019.

Η αιτιολογική έκθεση επισημαίνει ότι ο Ν. 4601/2019 είχε ήδη εισαγάγει ένα σύγχρονο πλαίσιο για τους εσωτερικούς μετασχηματισμούς, αλλά δεν κάλυπτε τις διασυνοριακές διασπάσεις και μετατροπές. Η ενσωμάτωση της Οδηγίας απαιτούσε την προσθήκη νέων κεφαλαίων, ώστε το ελληνικό δίκαιο να καταστεί πλήρως συμβατό με το ενωσιακό.

Διασυνοριακές Συγχωνεύσεις Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

Ως “διασυνοριακή συγχώνευση” νοείται η συγχώνευση στην οποία συμμετέχει τουλάχιστον μία ημεδαπή και μία αλλοδαπή κεφαλαιουχική εταιρεία, με την τελευταία να έχει συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους της ΕΕ.

Συγχώνευση θεωρείται κάθε πράξη κατά την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες μεταβιβάζουν, μετά από λύση χωρίς εκκαθάριση, το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων και υποχρεώσεων σε άλλη εταιρεία, είτε προϋπάρχουσα είτε νεοσυσταθείσα, με αντάλλαγμα τη χορήγηση εταιρικών συμμετοχών στους μετόχους ή εταίρους των συγχωνευόμενων εταιρειών.

Εξαιρούνται εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων που λειτουργούν βάσει της αρχής της διασποράς κινδύνων και των οποίων τα μερίδια εξαγοράζονται ή εξοφλούνται από τα περιουσιακά τους στοιχεία.

Κατάρτιση Κοινού Σχεδίου Διασυνοριακής Συγχώνευσης

Η διαδικασία εκκινά με την κατάρτιση κοινού σχεδίου διασυνοριακής συγχώνευσης από τα διοικητικά συμβούλια ή τους διαχειριστές των συμμετεχουσών εταιρειών.

Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

  • τη νομική μορφή,
  • την επωνυμία και την καταστατική έδρα κάθε εταιρείας,
  • τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών,
  • το ποσό πληρωμής σε μετρητά, τον τρόπο διάθεσης των εταιρικών συμμετοχών της νέας εταιρείας,
  • τις επιπτώσεις στην απασχόληση,
  • τα δικαιώματα των μετόχων με ειδικά δικαιώματα,
  • τα ειδικά πλεονεκτήματα για μέλη διοικητικών οργάνων, καθώς και
  • τις διασφαλίσεις για τους πιστωτές.

Τέλος, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση της νέας εταιρείας, εφόσον απαιτείται.

Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

Το κοινό σχέδιο διασυνοριακής συγχώνευσης καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη γενική συνέλευση που θα αποφασίσει για τη συγχώνευση.

Εξάλλου, δημοσιεύεται υποχρεωτικά ανακοίνωση που ενημερώνει μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους για τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων. Η έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο συγχώνευσης, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων. Όλα τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της ημεδαπής εταιρείας συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της συγχώνευσης και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για μετόχους και εργαζόμενους, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει.

Επιπροσθέτως, συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί το χρηματικό αντάλλαγμα και τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών, λαμβάνοντας υπόψη την αγοραία τιμή ή την αξία των εταιρειών, με χρήση γενικά αποδεκτών μεθόδων αποτίμησης.

Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

Η διασυνοριακή συγχώνευση προϋποθέτει απόφαση της γενικής συνέλευσης της ημεδαπής εταιρείας, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο συγχώνευσης έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, εφόσον ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης θα λάβουν συμμετοχές σε εταιρεία άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε.

Παρέχεται επίσης η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

Οι πιστωτές της ημεδαπής εταιρείας έχουν το δικαίωμα, εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του σχεδίου συγχώνευσης, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της συγχώνευσης.

Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας της νέας εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.

Ταυτόχρονα, εφαρμόζονται οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων, ενώ προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση της νέας εταιρείας, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

Η διαδικασία της διασυνοριακής συγχώνευσης υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από τη Διεύθυνση Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Η αναφερόμενη αρμόδια αρχή χορηγεί στις ημεδαπές εταιρείες που μετέχουν στη συγχώνευση πιστοποιητικό, με το οποίο βεβαιώνεται η συμμόρφωση με τους σχετικούς όρους και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της συγχώνευσης, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας.

Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Συγχώνευσης

Η διασυνοριακή συγχώνευση ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο.

Από την ημερομηνία καταχώρισης, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων των συγχωνευόμενων εταιρειών μεταβιβάζεται στη νέα εταιρεία, οι μέτοχοι ή εταίροι γίνονται μέτοχοι ή εταίροι της νέας εταιρείας και οι συγχωνευόμενες εταιρείες παύουν να υφίστανται.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στη νέα εταιρεία, ενώ η διασυνοριακή συγχώνευση που έχει ολοκληρωθεί δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων σύμφωνα με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.

Διασυνοριακές Διασπάσεις Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

Ως “διασυνοριακή διάσπαση” νοείται η πράξη κατά την οποία μία κεφαλαιουχική εταιρεία, με έδρα σε κράτος μέλος της ΕΕ, μεταβιβάζει το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών της στοιχείων και υποχρεώσεων σε μία ή περισσότερες εταιρείες που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο άλλων κρατών μελών.

Η διάσπαση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως πλήρης ή μερική διάσπαση, ή απόσχιση κλάδου. Το πεδίο εφαρμογής εξαιρεί συγκεκριμένες κατηγορίες εταιρειών, όπως εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας.

Κατάρτιση Κοινού Σχεδίου Διασυνοριακής Διάσπασης

Η διαδικασία εκκινεί με την κατάρτιση κοινού σχεδίου διασυνοριακής διάσπασης από τα αρμόδια όργανα των εμπλεκόμενων εταιρειών.

Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη νομική μορφή, την επωνυμία και την καταστατική έδρα κάθε εμπλεκόμενης εταιρείας, την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών, το ποσό πληρωμής σε μετρητά, καθώς και τις επιπτώσεις στην απασχόληση και τα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών. Επίσης, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση των νέων ή υφιστάμενων εταιρειών, εφόσον απαιτείται.

Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

Το κοινό σχέδιο διασυνοριακής διάσπασης καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο αρμόδιο μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης από τη γενική συνέλευση.

Επιπροσθέτως, υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης προς μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων ή ενστάσεων. Η έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο διάσπασης, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων, ενώ τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της εταιρείας που διασπάται συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της διάσπασης και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για κάθε κατηγορία ενδιαφερομένων, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει, ενώ συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών και το χρηματικό αντάλλαγμα, με βάση γενικά αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης.

Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

Η διασυνοριακή διάσπαση απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας που διασπάται, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο διάσπασης έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία.

Παρέχεται επίσης η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

Οι πιστωτές έχουν το δικαίωμα, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από τη δημοσίευση του σχεδίου διάσπασης, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της διάσπασης. Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας των νέων ή υφιστάμενων εταιρειών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων εφαρμόζονται αναλόγως, ενώ προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

Η διαδικασία της διασυνοριακής διάσπασης υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η αρχή αυτή χορηγεί πιστοποιητικό συμμόρφωσης προς τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, με το οποίο βεβαιώνεται η τήρηση των σχετικών όρων και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της διάσπασης, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, εντός και εκτός της χώρας.

Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Διάσπασης

Η διασυνοριακή διάσπαση ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο αρμόδιο μητρώο. Από την ημερομηνία καταχώρισης, τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται περιέρχονται στις νέες ή υφιστάμενες εταιρείες, ενώ οι μέτοχοι αποκτούν συμμετοχές στις εταιρείες αυτές, σύμφωνα με τους όρους του σχεδίου διάσπασης.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στις νέες ή υφιστάμενες εταιρείες, ενώ η ολοκληρωμένη διασυνοριακή διάσπαση δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων κατά τις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου.

Διασυνοριακές Μετατροπές Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

Ως “διασυνοριακή μετατροπή” νοείται η πράξη κατά την οποία μία κεφαλαιουχική εταιρεία, με έδρα σε κράτος μέλος της ΕΕ, μετατρέπει τη νομική της μορφή και/ή μεταφέρει την καταστατική της έδρα σε άλλο κράτος μέλος, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα.

Το πεδίο εφαρμογής εξαιρεί συγκεκριμένες κατηγορίες εταιρειών, όπως εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας.

Κατάρτιση Σχεδίου Διασυνοριακής Μετατροπής

Η διαδικασία εκκινεί με την κατάρτιση σχεδίου διασυνοριακής μετατροπής από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας. Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη νομική μορφή, την επωνυμία και την καταστατική έδρα πριν και μετά τη μετατροπή, τα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών, τις επιπτώσεις στην απασχόληση, καθώς και τις διασφαλίσεις για τους εργαζόμενους και τους πιστωτές.

Επίσης, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση της εταιρείας μετά τη μετατροπή, εφόσον απαιτείται.

Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

Το σχέδιο διασυνοριακής μετατροπής καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο αρμόδιο μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης από τη γενική συνέλευση.

Και στην περίπτωση αυτή, όπως παραπάνω, παρέχεται ενημέρωση προς μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων ή ενστάσεων. Η έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο μετατροπής, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων, ενώ τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της εταιρείας συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της μετατροπής και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για κάθε κατηγορία ενδιαφερομένων, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει. Επιπλέον, συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών και το χρηματικό αντάλλαγμα, με βάση γενικά αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης.

Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

Η διασυνοριακή μετατροπή απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο μετατροπής έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία.

Προβλέπεται, εξάλλου, το δικαίωμα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

Οι πιστωτές έχουν το δικαίωμα, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από τη δημοσίευση του σχεδίου μετατροπής, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της μετατροπής. Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας της εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της μετά τη μετατροπή.

Οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων προβλέπονται υποχρεωτικά και στην περίπτωση αυτή, εόπως επίσης και ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

Η διαδικασία της διασυνοριακής μετατροπής υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η αρχή αυτή χορηγεί πιστοποιητικό συμμόρφωσης προς την εταιρεία, με το οποίο βεβαιώνεται η τήρηση των σχετικών όρων και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της μετατροπής, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, εντός και εκτός της χώρας.

Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Μετατροπής

Η διασυνοριακή μετατροπή ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο αρμόδιο μητρώο. Από την ημερομηνία καταχώρισης, η εταιρεία συνεχίζει να υφίσταται υπό τη νέα νομική μορφή και/ή με νέα καταστατική έδρα, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας διατηρούνται, ενώ η ολοκληρωμένη διασυνοριακή μετατροπή δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων κατά τις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εταιρειών.

Παραγραφή Δημοτικών Τελών & Βεβαιωμένων Οφειλών Προς ΟΤΑ

Η παραγραφή δημοτικών τελών και βεβαιωμένων οφειλών προς ΟΤΑ ρυθμίζεται από τον Α.Ν. 344/1968 και τον Ν. 4304/2014. Αναλυτικά:

Α.Ν. 344/1968

Σύμφωνα με στην παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 «Είσπραξις εσόδων ΟΤΑ», όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 61 του ν. 1416/1984, ορίζεται ότι:

«Η βεβαίωσις των φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και αντιτίμου προσωπικής εργασίας ενεργείται υπό των δήμων και κοινοτήτων εντός αποσβεστικής προθεσμίας πέντε ετών από της λήξεως του οικονομικού έτους, εις ο ανάγονται. Κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η βεβαίωση μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας αν: α) είναι άγνωστος ο υπόχρεος, β) έχει ακυρωθεί μετά την πάροδο της πενταετίας η φορολογική εγγραφή για το λόγο ότι ο υπόχρεος δεν έλαβε γνώση της εγγραφής, γ) η βεβαίωση έγινε σε πρόσωπο που δεν είχε μερική ή ολική φορολογική υποχρέωση και δ) η βεβαίωση έγινε για οικονομικό έτος διάφορο από αυτό που αφορά η φορολογική υποχρέωση».

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, το δικαίωμα του οικείου δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών που προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, αποσβέννυται, καταρχήν, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης στις ως άνω διατάξεις πενταετίας, εκτός εάν η δημοτική αρχή επικαλεσθεί και αποδείξει ότι συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο δεύτερο εδάφιο του ανωτέρω άρθρου εξαιρετικές περιπτώσεις, ώστε να επιτρέπεται η βεβαίωση των σχετικών εσόδων μετά την παρέλευση πενταετίας (ΣτΕ 1612 – 1613/2020).

Ν. 4304/2014

Εξάλλου, στο άρθρο 32 του ν. 4304/2014, προβλέπεται ότι:

«Χρηματικές αξιώσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που αφορούν σε απόδοση φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών και προκύπτουν εξαιτίας μη υποβολής από τους υπόχρεους των αναγκαίων στοιχείων για τη βεβαίωση τους ή υποβολής ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων ή λανθασμένα βεβαιωμένων οφειλών, βεβαιώνονται σε βάρος των υπόχρεων εντός εικοσαετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους που δημιουργήθηκε η σχετική υποχρέωση προς καταβολή τους (…)».

Ερμηνεία – Νομολογία

Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2540/2021), η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος (ΑΕΔ 14/2013, Ολομ ΣτΕ 2034/2011 κ.α.) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (ΑΕΔ 11/2003, Ολομ. ΣτΕ 2034/2011 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (Ολομ ΣτΕ 1833/2021) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων (ΣτΕ 1623/2016, επίσης ΔΕΕ C-81/15).

Συνακόλουθα, για την επιβολή επιβαρύνσεων, υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων, απαιτείται να προβλέπεται προθεσμία, μετά την πάροδο της οποίας να μην είναι πλέον δυνατή η επιβολή σε βάρος του διοικούμενου της σχετικής οικονομικής επιβάρυνσης.

Η προθεσμία δε αυτή, η οποία, προκειμένου να εκπληρώνει τη συνιστάμενη στη διασφάλιση της αρχής ασφάλειας δικαίου που εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, λειτουργία της, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και να μην εξαρτάται από ενέργειες δημοσίας αρχής, να έχει δε εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας (ΔΕΕ C-341/13), και η διάρκεια αυτή να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον διοικούμενο.

Αιτιολογική Βάση

Τα παραπάνω ισχύουν δε προς τον σκοπό να μην αφήνονται οι διοικούμενοι έκθετοι :

  • Αφενός μεν σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου -που αποτελεί παράγοντα αποτρεπτικό για τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, με ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις για την ανάπτυξη και, γενικότερα, την εθνική οικονομία, ιδιαιτέρως μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, σε βλάβη του δημοσίου συμφέροντος- και
  • Αφετέρου στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από το γεγονός που γεννά τη σχετική οικονομική υποχρέωση, να αντιμετωπίσουν τις προκύπτουσες οικονομικές υποχρεώσεις, είτε οι ίδιοι είτε, πολύ περισσότερο, οι αναλαβόντες, κατά νόμο, συνεπεία κληρονομικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής (πιθανής σε περίπτωση που ο χρόνος για την απόσβεση της υποχρέωσης είναι μεγάλος ή αβέβαιος), τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη και εισφορές και

Επιπλέον, να μην αφήνεται το Δημόσιο, ο Ο.Τ.Α. ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έκθετο στον κίνδυνο αδυναμίας είσπραξης τυχόν βεβαιουμένων, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την γένεση των σχετικών υποχρεώσεων, ποσών φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων, λόγω της ενδεχομένως εντωμεταξύ επελθούσας επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης των διοικουμένων (ΣτΕ 1623/2016), δεδομένου, άλλωστε, ότι μόνο με την είσπραξη των φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος με την πρόβλεψή τους σκοπός, δηλαδή η κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για την επίτευξη των επιδιωκομένων δημοσίων σκοπών (Ολομ ΣτΕ 1738/2017).

Συμπέρασμα

Επομένως, το δικαίωμα ενός Δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) φόρων και τελών αποσβέννυται (παραγράφεται), κατ’ αρχήν, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, στο οποίο ανάγονται τα οικεία ποσά τέλους ή φόρου.

Ειδικά Για Τέλη Που Βεβαιώθηκαν Με Λογαριασμούς Ρεύματος

Τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού βαρύνουν τον υπόχρεο για την πληρωμή του λογαριασμού ρεύματος (πχ Δ.Ε.Η.), ο οποίος είναι αυτός που έχει συνάψει σχετική σύμβαση με τον πάροχο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ο λογαριασμός καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος,

Περαιτέρω, μπορεί ο υπόχρεος για την πληρωμή του λογαριασμού ρεύματος να είναι και πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιεί το ακίνητο (λ.χ του μισθωτή σε περίπτωση ακινήτου υπό μίσθωση), το οποίο εξυπηρετείται από τον οικείο μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος, εφόσον δεν έχει γνωστοποιηθεί στον πάροχο η μεταβολή του προσώπου που χρησιμοποιεί το ακίνητο (ΜονΔΠρΑθ 12464/2025).

Συνεπώς, όσο το πρόσωπο που έχει υποβάλει την αρχική δήλωση δεν προβαίνει στην ενέργεια γνωστοποίησης περί χρησιμοποίησης του ακινήτου από άλλο πρόσωπο, νομίμως εκδίδεται στο όνομα του αρχικώς δηλούντος ο λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος και επιβάλλονται τα ένδικα δημοτικά τέλη (ΣτΕ 1323/2013).

Τέλος, τυχόν ισχυρισμός ότι κάποιος δεν χρησιμοποίησε στην πράξη το ακίνητο απορρίπτεται από τα δικαστήρια ως αβάσιμος, καθώς τόσο τα τέλη καθαριότητας όσο και τα τέλη φωτισμού, έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα, λόγω της κατ’ άρθρο 102 παρ. 5 του Συντάγματος δημόσιου χαρακτήρα της υπηρεσίας καθαριότητας και φωτισμού, η υποχρέωση δε καταβολής αυτών δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την πραγματική χρησιμοποίηση της υπηρεσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά αρκεί η δυνατότητα (ετοιμότητα) παροχής της υπηρεσίας αυτής (Ολομ. ΣτΕ 1620/2012).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό ΔίκαιοΕπικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την παραγραφή δημοτικών τελών και φόρων προς ΟΤΑ.