Πώς αποφασίζεται η διάσπαση και ποια μορφή επιλέγεται
Περιληπτικά:
- Η διάσπαση εταιρείας υπό τον Ν. 4601/2019 έρχεται σε τρεις μορφές: κοινή, μερική και απόσχιση κλάδου. Η επιλογή κρίνεται από το αν λύεται η διασπώμενη, από το ποιος λαμβάνει τις νέες εταιρικές συμμετοχές και από τη φορολογική στρατηγική.
- Από 5.12.2024 ο Ν. 5162/2024 (Μέρος Δ’) ενοποίησε τα φορολογικά κίνητρα μετασχηματισμών, απαλείφοντας τα ν.δ. 1297/1972, Ν. 2166/1993 και άρθρα 52-56 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
- Η ΑΠ 362/2023 επιβεβαίωσε ότι η οιονεί καθολική διαδοχή στην απόσχιση κλάδου καταλαμβάνει ακόμη και τις διοικητικές άδειες της διασπώμενης που αφορούν τη μεταβιβαζόμενη περιουσία.
- Η εις ολόκληρον ευθύνη των επωφελούμενων εταιρειών και η 30ήμερη προθεσμία αίτησης εγγυήσεων από πιστωτές αποτελούν το βασικό προστατευτικό πλέγμα για τρίτους.
- Η ακύρωση της διάσπασης επιδιώκεται εντός τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την καταχώριση στο ΓΕΜΗ και μόνο για συγκεκριμένους λόγους.
Πότε επιλέγεται η διάσπαση αντί για άλλη μορφή αναδιάρθρωσης;
Η διάσπαση επιλέγεται όταν ο επιχειρηματικός στόχος είναι ο αυτόνομος διαχωρισμός κλάδου δραστηριότητας σε ξεχωριστή νομική οντότητα μέσω καθολικής διαδοχής, και όχι όταν αρκεί η πώληση περιουσιακών στοιχείων ή μετοχών. Τυπικά σενάρια απόφασης είναι το spin-off (απόσχιση) μη βασικού κλάδου, η αναδιάρθρωση οικογενειακής επιχείρησης μεταξύ διαδόχων με ασύμμετρη κατανομή συμμετοχών, η προετοιμασία πώλησης συγκεκριμένου κλάδου σε στρατηγικό αγοραστή και η ρυθμιστική απαίτηση διαχωρισμού δραστηριοτήτων.
Η βασική διαφορά από τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων (asset deal) έγκειται στη φύση της μετάβασης:
Στην asset deal κάθε στοιχείο μεταβιβάζεται με τις ειδικές διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος για κάθε κατηγορία (συμβολαιογραφικός τύπος για ακίνητα, εκχώρηση για απαιτήσεις, αναγγελία στους πιστωτές).
Στη διάσπαση, ολόκληρο το σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταβιβάζεται αυτοδικαίως με μία μόνο πράξη: την καταχώριση στο ΓΕΜΗ. Όπως διευκρίνισε η ΑΠ 362/2023, η καθολική αυτή διαδοχή καταλαμβάνει ακόμη και τις διοικητικές άδειες που εκδόθηκαν υπέρ της διασπώμενης και αφορούν τη μεταβιβαζόμενη περιουσία.
Η εμπειρία από υποθέσεις αναδιάρθρωσης οικογενειακών επιχειρήσεων δείχνει ότι η διάσπαση επιλέγεται όταν τα διαθέσιμα εργαλεία μεταβίβασης μεριδίων ή πώλησης κλάδου δεν επιτρέπουν τη διατήρηση της φορολογικής ουδετερότητας και τη συνέχεια της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Σε σχέση με τη συγχώνευση και τη μετατροπή, η διάσπαση είναι η μόνη μορφή μετασχηματισμού που οδηγεί σε πολλαπλασιασμό νομικών προσώπων, και όχι σε ενοποίηση ή απλή αλλαγή νομικού ενδύματος. Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συναλλαγής εξαγοράς, η διάσπαση μπορεί να συνδυαστεί με νομική δέουσα επιμέλεια ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει καθαρό κλάδο χωρίς ανεπιθύμητες υποχρεώσεις της μητρικής.
Στην πρακτική αξιολόγηση, η σύγκριση με τη μεταβίβαση μετοχών ή την πώληση επιχείρησης ως συνόλου αποδίδει συγκεκριμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Έναντι της μεταβίβασης μετοχών, η διάσπαση επιτρέπει επιλεκτική μεταβίβαση συγκεκριμένου κλάδου χωρίς να απαιτείται συναίνεση όλων των μετόχων στην πώληση ολόκληρης της εταιρείας.
Έναντι της μεταβίβασης επιχείρησης ως συνόλου, αποφεύγονται οι κατά περίπτωση τυπικές διατυπώσεις μεταβίβασης ανά κατηγορία περιουσιακού στοιχείου (συμβολαιογραφικά για ακίνητα, αναγγελίες σε οφειλέτες για απαιτήσεις, υποκατάσταση σε υφιστάμενες συμβάσεις τρίτων) και διατηρούνται οι ευνοϊκές μεταχειρίσεις χαρτοσήμου και ΦΠΑ που επιφυλάσσει ο Ν. 5162/2024.
Η διάσπαση δεν είναι όμως πάντοτε διαθέσιμη. Δεν επιτρέπεται:
- όταν αφορά μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία χωρίς οργανωτική αυτοτέλεια,
- όταν η διασπώμενη έχει τεθεί σε εκκαθάριση με αρξάμενη διανομή προϊόντος, ή
- όταν δεν προβλέπεται η σχετική εταιρική μορφή στο άρθρο 2 του Ν. 4601/2019.
Σε πτωχευμένη εταιρεία, η συμμετοχή σε διάσπαση επιτρέπεται μόνο εφόσον έχει επικυρωθεί τελεσίδικα σχέδιο αναδιοργάνωσης ή έχουν εξοφληθεί όλοι οι πτωχευτικοί πιστωτές. Σε λυθείσα προσωπική εταιρεία, η συμμετοχή επιτρέπεται μόνο όταν οι εταίροι έχουν συμφωνήσει να μην ακολουθήσει εκκαθάριση.
Κοινή, μερική διάσπαση ή απόσχιση κλάδου: ποια μορφή ταιριάζει σε κάθε περίπτωση;
Οι τρεις μορφές διάσπασης διαφέρουν σε τρία decision-critical σημεία: αν λύεται η διασπώμενη εταιρεία, ποιος λαμβάνει τις νέες εταιρικές συμμετοχές (μέτοχοι/εταίροι ή η ίδια η διασπώμενη), και τι εύρος έχει η καθολική διαδοχή (όλη η περιουσία ή μόνο ο αποσχιζόμενος κλάδος). Η σωστή επιλογή κρίνει αν διατηρείται η νομική προσωπικότητα της μητρικής και πώς διαμορφώνεται η μετοχική σύνδεση μεταξύ διασπώμενης και επωφελούμενης.
| Κριτήριο | Κοινή διάσπαση | Μερική διάσπαση | Απόσχιση κλάδου |
|---|---|---|---|
| Λύση διασπώμενης | Ναι, χωρίς εκκαθάριση | Όχι | Όχι |
| Εύρος μεταβίβασης | Όλη η περιουσία | Συγκεκριμένος κλάδος | Συγκεκριμένος κλάδος |
| Λήπτης νέων συμμετοχών | Μέτοχοι/εταίροι διασπώμενης | Μέτοχοι/εταίροι διασπώμενης | Η ίδια η διασπώμενη εταιρεία |
| Μετοχική σύνδεση επωφελούμενης – διασπώμενης | Άνευ αντικειμένου (διασπώμενη παύει) | Δεν προκύπτει | Διασπώμενη γίνεται μέτοχος/εταίρος της επωφελούμενης |
| Τυπικό use case | Πλήρης διάσπαση οικογενειακής, διαχωρισμός σε ίσα μέρη | Spin-off κλάδου με συνέχιση δραστηριότητας διασπώμενης | Carve-out προς θυγατρική για διοικητική ή φορολογική σκοπιμότητα |
Καθεμία από τις τρεις μορφές πραγματοποιείται με τρεις εναλλακτικούς τρόπους: με απορρόφηση από υφιστάμενη εταιρεία, με σύσταση μίας ή περισσότερων νέων εταιρειών, ή με συνδυασμό απορρόφησης και σύστασης. Η επιλογή του τρόπου επηρεάζει την απαιτούμενη δημοσιότητα, τη χρονική ακολουθία και τα έγγραφα που υποβάλλονται στο ΓΕΜΗ.
Στην απόσχιση κλάδου ισχύει επιπλέον ένας ουσιαστικός περιορισμός: ο μεταβιβαζόμενος κλάδος πρέπει να συνιστά αυτόνομη εκμετάλλευση, δηλαδή σύνολο στοιχείων ενεργητικού και παθητικού ικανό να λειτουργήσει αυτοδύναμα (άρθρο 54§3 Ν. 4601/2019). Αν τα στοιχεία που προβλέπεται να αποσχισθούν δεν πληρούν αυτό το κριτήριο, η συναλλαγή δεν εμπίπτει στο καθεστώς διάσπασης και μετατρέπεται σε απλή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, χωρίς καθολική διαδοχή και χωρίς το ευνοϊκό φορολογικό πλαίσιο του Ν. 5162/2024.
Ειδικές διατάξεις ανά εταιρική μορφή
Με τον Ν. 4601/2019 ισχύει ο κανόνας ότι όλες οι εταιρικές μορφές μπορούν να διασπαστούν σε όλες, σε αντίθεση με το προϊσχύον δίκαιο που περιόριζε τη διάσπαση μόνο σε ορισμένους συνδυασμούς. Παράλληλα, ο νόμος διατηρεί ειδικές διατάξεις ανά εταιρική μορφή που συμπληρώνουν τους γενικούς κανόνες και επιβάλλουν επιπλέον προϋποθέσεις απόφασης.
Σε διάσπαση με συμμετοχή ανώνυμης εταιρείας, εφαρμόζεται παράλληλα ο Ν. 4548/2018. Όταν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών, η απόφαση γενικής συνέλευσης για τη διάσπαση τελεί υπό την έγκριση κάθε κατηγορίας που θίγεται από τη διάσπαση, μέσω ιδιαίτερης συνέλευσης κατηγορίας. Σε κατόχους τίτλων εκτός μετοχών με ειδικά δικαιώματα, παρέχονται από τις επωφελούμενες δικαιώματα ισοδύναμα τουλάχιστον με αυτά της διασπώμενης, εκτός αν συμφωνήσουν εγγράφως σε τροποποίηση.
Σε διάσπαση με συμμετοχή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, εφαρμόζονται παράλληλα οι διατάξεις του Ν. 3190/1955.
Σε διάσπαση με συμμετοχή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας (ΙΚΕ), εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 4072/2012. Δεν απαιτείται γραπτή έκθεση προς τους εταίρους ούτε ενημέρωση όταν το σύνολο των εταίρων είναι ταυτόχρονα και διαχειριστές. Η σχέση ανταλλαγής αφορά εδώ όχι μόνο κεφαλαιακές αλλά και εξωκεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές.
Σε διάσπαση με συμμετοχή προσωπικής εταιρείας (ΟΕ ή ΕΕ), η απόφαση εταίρων λαμβάνεται κατ’ αρχήν με ομοφωνία, ενώ η εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπει πλειοψηφία τουλάχιστον 3/4 του όλου αριθμού των εταίρων. Σε κοινή ή μερική διάσπαση, ο εταίρος που ευθύνεται προσωπικά μπορεί να συγκατατεθεί υπό τον όρο ότι θα λάβει θέση ετερόρρυθμου εταίρου στην επωφελούμενη. Αξιώσεις κατά των εταίρων της διασπώμενης που ευθύνονται προσωπικά για χρέη παραγράφονται μετά πέντε έτη από τη συντέλεση, εκτός αν υπόκεινται σε βραχύτερη παραγραφή.
Σε διάσπαση με συμμετοχή ευρωπαϊκής εταιρείας (SE), εφαρμόζονται αναλογικά οι παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τον Κανονισμό (ΕΚ) 2157/2001 και τον Ν. 3412/2005. Σε αστικό συνεταιρισμό, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 1667/1986, με δικαίωμα εξόδου του διαφωνούντος συνέταιρου που δεν περιορίζεται από το καταστατικό.
Πώς εξασφαλίζεται η φορολογική ουδετερότητα υπό τον Ν. 5162/2024;
Από 5.12.2024 ο Ν. 5162/2024 ενοποίησε σε ενιαίο πλαίσιο τα φορολογικά κίνητρα όλων των μετασχηματισμών, καταργώντας το ν.δ. 1297/1972, τα άρθρα 1-4 του Ν. 2166/1993, το Κεφάλαιο Α’ του Ν. 2578/1998 και τα άρθρα 52-56 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Η φορολογική ουδετερότητα διασφαλίζεται όταν η διάσπαση πραγματοποιείται με γνήσιο επιχειρηματικό σκοπό και τηρείται η 2ετής διακράτηση μετοχών από τους λήπτες.
Το ουσιαστικό περιεχόμενο της ουδετερότητας έχει τρεις άξονες:
- Πρώτον, τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία αποτυπώνονται στα βιβλία της επωφελούμενης με την ίδια φορολογική αξία που είχαν στα βιβλία της διασπώμενης. Η αποτίμηση για σκοπούς εταιρικού δικαίου δεν αυξάνει τη φορολογητέα βάση.
- Δεύτερον, οι μέτοχοι ή εταίροι που λαμβάνουν νέες εταιρικές συμμετοχές δεν φορολογούνται για την υπεραξία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεταβιβάζουν τις νέες συμμετοχές πριν την πάροδο δύο ετών.
- Τρίτον, η ΑΑΔΕ, με την Εγκύκλιο Ε.2088/10.10.2025, εξειδίκευσε τους όρους εφαρμογής για εθνικούς και διασυνοριακούς μετασχηματισμούς.
Κρίσιμη πτυχή της απόφασης είναι η ρήτρα κατάχρησης: αν η Διοίκηση κρίνει ότι η διάσπαση δεν εξυπηρετεί ουσιαστικό επιχειρηματικό σκοπό αλλά αποσκοπεί κύρια σε φοροαποφυγή, μπορεί να άρει τα φορολογικά ευεργετήματα. Η εκτίμηση κρίνεται σε επίπεδο πραγματικού: λογιστικός διαχωρισμός κλάδου, ύπαρξη ανεξάρτητης λειτουργίας, οικονομική αυτοτέλεια και βιωσιμότητα της επωφελούμενης. Όπου η αναδιάρθρωση συνδέεται με φορολογική ουδετερότητα μετασχηματισμών ή έχει διασυνοριακή διάσταση, η τεκμηρίωση του οικονομικού σκοπού καθίσταται κρίσιμη.
Σχέση με τα κίνητρα του Ν. 4935/2022
Παράλληλα με τη γενική φορολογική ουδετερότητα του Ν. 5162/2024, εξακολουθούν να ισχύουν τα ειδικά κίνητρα του Ν. 4935/2022 για συνεργασίες και μετασχηματισμούς μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, με έμφαση σε οικογενειακές αναδιαρθρώσεις.
Ο νόμος αυτός παρέχει απαλλαγή 30% από φόρο εισοδήματος επί των κερδών της νέας εταιρείας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις σχετικά με τον κύκλο εργασιών των μετασχηματιζόμενων. Η συνδυαστική εφαρμογή των δύο πλαισίων απαιτεί προσεκτική στρατηγική προσέγγιση κατά τη σύνταξη του σχεδίου σύμβασης διάσπασης.
Διασυνοριακή διάσπαση και ευρωπαϊκό πλαίσιο
Στις διασυνοριακές διασπάσεις, όπου τουλάχιστον μία επωφελούμενη εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις που εισήγαγε η Οδηγία (ΕΕ) 2019/2121, ενσωματωμένη στον Ν. 4601/2019 με τον Ν. 5055/2023 (ΦΕΚ Α’ 161/29.9.2023). Η φορολογική ουδετερότητα εξακολουθεί να διασφαλίζεται μέσω της Οδηγίας 2009/133/ΕΚ για το κοινό φορολογικό καθεστώς μετασχηματισμών, υπό την προϋπόθεση ότι τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού συνδέονται με μόνιμη εγκατάσταση της επωφελούμενης στην Ελλάδα.
Η διαδικασία περιλαμβάνει πρόσθετα στάδια ελέγχου: σύνταξη ξεχωριστής έκθεσης για τους μετόχους και τους εργαζομένους, προ-εγκριτικό πιστοποιητικό από την αρχή της χώρας προέλευσης, και τελικό έλεγχο νομιμότητας από την αρχή της χώρας υποδοχής. Σε ζητήματα προστασίας μειοψηφίας και πιστωτών, η εθνική νομοθεσία διατηρεί τα δικαιώματα που προβλέπει για εθνικές διασπάσεις, με ορισμένες προσαρμογές προθεσμιών.
Πώς προστατεύονται μέτοχοι μειοψηφίας και πιστωτές κατά τη διάσπαση;
Ο νόμος εξισορροπεί το συμφέρον αναδιάρθρωσης με τρεις προστατευτικούς μηχανισμούς.
- Πρώτον, προβλέπει αξίωση αποζημίωσης για κάθε μέτοχο που θίγεται από μη δίκαιη σχέση ανταλλαγής.
- Δεύτερον, επιτρέπει στους πιστωτές να ζητούν εγγυήσεις εντός 30ήμερης προθεσμίας.
- Τρίτον, καθιερώνει εις ολόκληρον ευθύνη όλων των επωφελούμενων εταιρειών για ικανοποιημένη απαίτηση πιστωτή της διασπώμενης.
Αξίωση αποζημίωσης από μη δίκαιη σχέση ανταλλαγής
Η ασύμμετρη κατανομή εταιρικών συμμετοχών δεν απαγορεύεται. Το άρθρο 70§2 περ. β’ του Ν. 4601/2019 ρητά προβλέπει ότι, σε κοινή ή μερική διάσπαση, οι μέτοχοι ή εταίροι της διασπώμενης δεν γίνονται υποχρεωτικά μέτοχοι ή εταίροι όλων των επωφελούμενων εταιρειών.
Όταν όμως η σχέση ανταλλαγής δεν είναι δίκαιη και ο μέτοχος ή εταίρος θίγεται, το άρθρο 73 του Ν. 4601/2019 του παρέχει αξίωση αποζημίωσης κατά της εταιρείας της οποίας οι μέτοχοι ωφελήθηκαν. Παράλληλο πεδίο εφαρμογής διατηρεί και το γενικότερο δικαίωμα εξαγοράς μετοχών της μειοψηφίας κατά τα άρθρα 45-47 του Ν. 4548/2018 για τις ΑΕ, όταν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις.
Προθεσμία 30 ημερών για εγγυήσεις πιστωτών
Οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις γεννήθηκαν πριν την ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας και δεν είναι ληξιπρόθεσμες, μπορούν εντός 30 ημερών να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις (άρθρο 65 Ν. 4601/2019). Προϋπόθεση είναι η επαρκής απόδειξη ότι η οικονομική κατάσταση των εταιρειών εξαιτίας της διάσπασης καθιστά απαραίτητη την παροχή τέτοιας εξασφάλισης και ότι δεν τους έχουν ήδη χορηγηθεί ισοδύναμες εγγυήσεις.
Μετά τον Ν. 5055/2023, η δημοσίευση του σχεδίου σύμβασης διάσπασης γίνεται υποχρεωτικά και αποκλειστικά στον διαδικτυακό τόπο του ΓΕΜΗ. Καταργήθηκε η προϊσχύουσα εναλλακτική δημοσίευση στην εταιρική ιστοσελίδα, με συνέπεια κάθε προθεσμία πιστωτών να εκκινεί αποκλειστικά από την ημερομηνία καταχώρισης στο ΓΕΜΗ. Στο πεδίο της πρακτικής, οι εγγυήσεις προς πιστωτές της διασπώμενης μπορεί να διαφέρουν από αυτές προς τους πιστωτές των επωφελούμενων.
Εις ολόκληρον ευθύνη επωφελούμενων εταιρειών
Αν δεν ικανοποιηθεί απαίτηση πιστωτή της διασπώμενης που αναλήφθηκε από επωφελούμενη, ιδίως σε περίπτωση άκαρπης αναγκαστικής εκτέλεσης ή κήρυξης σε πτώχευση, οι λοιπές επωφελούμενες ευθύνονται εις ολόκληρον για την απαίτηση, μέχρι του ύψους της καθαρής θέσης της περιουσίας που εισέφερε σε αυτές η διασπώμενη. Στη μερική διάσπαση και την απόσχιση κλάδου, η ίδια η διασπώμενη εταιρεία διατηρεί παράλληλη ευθύνη.
Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων
Σε κάθε μορφή διάσπασης, οι εργαζόμενοι του μεταβιβαζόμενου κλάδου προστατεύονται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία περί μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη. Οι ατομικές συμβάσεις εργασίας συνεχίζονται αυτοδίκαια στην επωφελούμενη εταιρεία χωρίς να απαιτείται ατομική συναίνεση, ενώ οι όροι εργασίας, ο χρόνος προϋπηρεσίας και τα συσσωρευμένα δικαιώματα διατηρούνται.
Σε διασπάσεις που συνεπάγονται γεωγραφική μεταφορά έδρας ή σημαντικές οργανωτικές αλλαγές, ενδέχεται να γεννηθούν αξιώσεις των εργαζομένων εφόσον προκύπτει ουσιαστική βλάβη των εργασιακών συνθηκών. Σε διασυνοριακές διασπάσεις, εφαρμόζονται επιπλέον οι ειδικές διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2121 περί πληροφόρησης και διαβούλευσης των εργαζομένων.
Πότε ευθύνεται η επωφελούμενη και πότε το ΔΣ της διασπώμενης;
Η επωφελούμενη εταιρεία υπεισέρχεται ως καθολική διάδοχος στο σύνολο των έννομων σχέσεων του μεταβιβαζόμενου κλάδου: δικαιώματα, υποχρεώσεις, εκκρεμείς δίκες και διοικητικές άδειες. Παράλληλα, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή οι διαχειριστές των μετεχουσών εταιρειών ευθύνονται προσωπικά προς τους μετόχους για κάθε υπαίτια ζημία κατά την προετοιμασία και πραγματοποίηση της διάσπασης (άρθρο 71 Ν. 4601/2019).
Η ΑΠ 362/2023 επιβεβαίωσε ότι από την καταχώριση στο ΓΕΜΗ οι επωφελούμενες υποκαθίστανται αυτοδικαίως ως οιονεί καθολικές διάδοχοι στο σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και έννομων σχέσεων της διασπώμενης, περιλαμβανομένων των διοικητικών αδειών που εκδόθηκαν υπέρ της τελευταίας και αφορούν τη μεταβιβαζόμενη περιουσία. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδίκαια από τις επωφελούμενες, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή και χωρίς να απαιτείται δήλωση συνέχισης.
Στο ίδιο πλαίσιο, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά (1366/2024) εξειδίκευσε τα νομιμοποιητικά έγγραφα που πρέπει να συγκοινοποιούνται κατά το άρθρο 925 ΚΠολΔ για τη συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης από την επωφελούμενη.
Στην κοινή διάσπαση, η καθολική διαδοχή καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας: δικαιώματα, υποχρεώσεις, έννομες σχέσεις και διοικητικές άδειες. Η ίδια η διατύπωση του άρθρου 70 παρ. 2 περ. α’ του Ν. 4601/2019 ορίζει ρητά ότι η μεταβίβαση καταλαμβάνει «το σύνολο των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και γενικά των έννομων σχέσεων της διασπώμενης εταιρείας, περιλαμβανομένων των διοικητικών αδειών που έχουν εκδοθεί υπέρ της τελευταίας».
Στη μερική διάσπαση και την απόσχιση κλάδου, η διαδοχή περιορίζεται στον κλάδο δραστηριότητας που ορίζεται στη σύμβαση. Όταν για συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού δεν προβλέπεται ρητή κατανομή στη σύμβαση και η ερμηνεία της δεν επιλύει την αμφιβολία, εφαρμόζεται ο εφεδρικός κανόνας του άρθρου 59§3 του Ν. 4601/2019 που ρυθμίζει την κατανομή σε περίπτωση αμφιβολίας ή σιωπής του σχεδίου διάσπασης.
Η ευθύνη μελών ΔΣ και διαχειριστών έχει διπλή φύση.
- Πρώτον, αφορά αξιώσεις των μετόχων ή εταίρων της εταιρείας τους για ζημία από υπαίτια παράβαση καθηκόντων, ιδίως σε υποθέσεις μη δίκαιης σχέσης ανταλλαγής ή ελλιπούς ενημέρωσης μέσω της λεπτομερούς έκθεσης.
- Δεύτερον, ευθύνη φέρουν και οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες που υπογράφουν την έκθεση σχέσης ανταλλαγής. Σε ΑΕ, οι αξιώσεις μπορούν να ασκούνται από ειδικό εκπρόσωπο που διορίζεται από το αρμόδιο δικαστήριο μετά από αίτηση μειοψηφίας μετόχων κατά τις προϋποθέσεις του νόμου.
Η εμπειρία από υποθέσεις carve-out, εκτός τραπεζικού χώρου, δείχνει ότι το πραγματικό ρίσκο εστιάζεται στην τεκμηρίωση της σχέσης ανταλλαγής και στην έγκαιρη ενημέρωση των μετόχων μειοψηφίας και όχι στην ίδια την επιλογή μορφής διάσπασης.
Διαδικαστικές προϋποθέσεις άσκησης αξιώσεων
Η αίτηση διορισμού ειδικού εκπροσώπου ασκείται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Για τον διορισμό απαιτείται πιθανολόγηση της ύπαρξης της αξίωσης, χωρίς πλήρη απόδειξη. Η απόφαση του δικαστηρίου υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ των εμπλεκόμενων εταιρειών, ώστε να ενημερωθούν οι λοιποί μέτοχοι ή εταίροι και να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζονται. Η παραγραφή των αξιώσεων ευθύνης τρέχει από τη συντέλεση της διάσπασης και υπόκειται στις γενικές διατάξεις του εταιρικού δικαίου.
Πότε ακυρώνεται η διάσπαση και ποια η τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία;
Η διάσπαση που έχει συντελεστεί κηρύσσεται άκυρη με δικαστική απόφαση μόνο σε δύο περιπτώσεις:
- όταν παραλείφθηκε η εγκριτική απόφαση της συνέλευσης ή των εταίρων έστω μίας από τις μετέχουσες εταιρείες, ή
- όταν η εγκριτική απόφαση είναι ανυπόστατη, άκυρη ή ακυρώσιμη.
Η αίτηση ακύρωσης ασκείται εντός τριμήνου από την καταχώριση στο ΓΕΜΗ, ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Η ενεργητική νομιμοποίηση ανήκει σε κάθε μέτοχο ή εταίρο που είτε δεν έλαβε μέρος στη λήψη της εγκριτικής απόφασης είτε αντιτάχθηκε ρητά σε αυτήν. Αν το ελάττωμα που προκαλεί την ακυρότητα μπορεί να αρθεί, το δικαστήριο τάσσει προθεσμία για την άρση και δύναται να διατάξει προσωρινά μέτρα για τη ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων κατά τη διάρκειά της. Σε περίπτωση κήρυξης ακυρότητας, το κύρος των συναλλαγών των επωφελούμενων εταιρειών που έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση και πριν τη δημοσίευση της ακυρωτικής απόφασης δεν θίγεται. Για τις σχετικές υποχρεώσεις, η διασπώμενη ευθύνεται εις ολόκληρον.
Σημειώνεται ότι η μη δίκαιη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών δεν θεμελιώνει ακυρότητα. Ο θιγόμενος μέτοχος ή εταίρος μπορεί μόνο να αξιώσει αποζημίωση από την εταιρεία της οποίας οι μέτοχοι ωφελήθηκαν από την άδικη ανταλλαγή. Στην απόσχιση κλάδου, αντίστοιχη αξίωση διατηρεί η διασπώμενη όταν ο αριθμός των συμμετοχών που της διατέθηκαν δεν είναι δίκαιος. Παρόμοιες αξιώσεις κατά το κοινό δίκαιο μεταξύ διασπώμενης και επωφελούμενης δεν θίγονται. Ομοίως, ακύρωση της διοικητικής πράξης με την οποία εγκρίθηκε η διάσπαση δεν επιφέρει ανατροπή των αποτελεσμάτων ούτε αποτελεί λόγο κήρυξης ακυρότητας. Μένουν ανοιχτές μόνο αξιώσεις αποζημίωσης κατά τις γενικές διατάξεις.
Σε διασπάσεις με συμμετοχή ανώνυμης εταιρείας ή ευρωπαϊκής εταιρείας, η δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ προϋποθέτει προηγούμενη εγκριτική απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Υπηρεσίας ΓΕΜΗ της Περιφερειακής Ενότητας όπου εδρεύει η επωφελούμενη, αρμοδιότητα που μεταφέρθηκε από τον Περιφερειάρχη μετά τον Ν. 5055/2023.
Όταν οι επωφελούμενες έχουν έδρα σε διαφορετικές Υπηρεσίες ΓΕΜΗ, αρμόδιος για την έγκριση παραμένει ο Υπουργός Ανάπτυξης μέσω της Διεύθυνσης Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Ο προληπτικός αυτός έλεγχος νομιμότητας περιορίζεται στην τήρηση των διατάξεων του Ν. 4601/2019, της εταιρικής νομοθεσίας και του καταστατικού των μετεχουσών εταιρειών. Όταν δεν μετέχει ΑΕ ή SE, η δημοσιότητα διενεργείται από την αρμόδια Υπηρεσία ΓΕΜΗ χωρίς προηγούμενη εγκριτική απόφαση, αλλά πάντοτε μετά τον έλεγχο νομιμότητας.
Πρακτική σημασία της τρίμηνης προθεσμίας είναι ότι η αναμονή ολοκλήρωσης πιθανών ζητημάτων ανάμεσα στους μετόχους μετά τη συντέλεση είναι ιδιαίτερα στενή. Διαφωνίες που εκφράστηκαν στη γενική συνέλευση πριν την εγκριτική απόφαση πρέπει να μεταφερθούν σε δικαστική αμφισβήτηση εντός του τριμήνου, αλλιώς η διάσπαση θεραπεύεται και κλείνει η νομική οδός ακυρότητας.
Στο σύστημα του Ν. 4601/2019, η αρχή της προστασίας των τρίτων ισχυρών συμφερόντων (πιστωτές, κάτοχοι ειδικών τίτλων, ο διοικητικός μηχανισμός που χορήγησε διοικητικές άδειες) υπερισχύει της αμφισβήτησης μέσω ακυρότητας, εκτός από τις δύο ρητά οριζόμενες περιπτώσεις. Έξω από αυτές, ο θιγόμενος μέτοχος ή εταίρος διατηρεί μόνο αξιώσεις αποζημίωσης, οι οποίες δεν προσβάλλουν την υπόσταση της ολοκληρωμένης διάσπασης.
Συχνές Ερωτήσεις
Ποια η ουσιαστική διαφορά μερικής διάσπασης και απόσχισης κλάδου;
Και οι δύο μορφές αφορούν μεταβίβαση κλάδου δραστηριότητας χωρίς λύση της διασπώμενης. Η διαφορά εντοπίζεται στον λήπτη των νέων εταιρικών συμμετοχών της επωφελούμενης. Στη μερική διάσπαση, οι συμμετοχές αποδίδονται στους μετόχους ή εταίρους της διασπώμενης, άρα δεν προκύπτει μετοχική σύνδεση μεταξύ διασπώμενης και επωφελούμενης. Στην απόσχιση κλάδου, οι συμμετοχές αποδίδονται στην ίδια τη διασπώμενη, η οποία γίνεται μέτοχος ή εταίρος της επωφελούμενης.
Τι κλάδος δραστηριότητας θεωρείται «αυτόνομος» για απόσχιση;
Σύμφωνα με το άρθρο 54§3 του Ν. 4601/2019, κλάδος δραστηριότητας είναι το σύνολο στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που από οργανωτική άποψη συνιστούν αυτόνομη εκμετάλλευση, δηλαδή ένα σύνολο ικανό να λειτουργήσει αυτοδύναμα. Η εκτίμηση γίνεται σε πραγματικό επίπεδο και απαιτεί λογιστικό διαχωρισμό, ξεχωριστή διοικητική οργάνωση και ικανότητα παραγωγής εσόδων χωρίς εξάρτηση από τους λοιπούς κλάδους της διασπώμενης.
Από ποιο όργανο εκδίδεται η εγκριτική απόφαση για διάσπαση με συμμετοχή ΑΕ;
Μετά τον Ν. 5055/2023, που τροποποίησε τον Ν. 4601/2019, η αρμοδιότητα μεταφέρθηκε από τον Περιφερειάρχη στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ της Περιφερειακής Ενότητας όπου έχει την έδρα της η επωφελούμενη. Αν στην ίδια έδρα λειτουργούν περισσότερα αμιγή Επιμελητήρια, η αρμόδια ΥΓΕΜΗ ορίζεται βάσει του κύριου ΚΑΔ. Όταν οι επωφελούμενες έχουν έδρα σε διαφορετικές ΥΓΕΜΗ, αρμόδιος για την εγκριτική απόφαση είναι ο Υπουργός Ανάπτυξης μέσω της αρμόδιας Διεύθυνσης Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Όταν δεν μετέχει ΑΕ ή SE, η δημοσιότητα διενεργείται από την αρμόδια Υπηρεσία ΓΕΜΗ χωρίς προηγούμενη εγκριτική απόφαση.
Τι γίνεται με τις εκκρεμείς δίκες της διασπώμενης;
Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδίκαια από τις επωφελούμενες εταιρείες, σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στη σύμβαση διάσπασης. Δεν επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης και δεν απαιτείται δήλωση συνέχισης. Σε αναγκαστική εκτέλεση, ωστόσο, η επισπεύδουσα επωφελούμενη οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ’ ου τα έγγραφα που πιστοποιούν την απόσχιση και τη σύστασή της, ως νομιμοποιητικά κατά το άρθρο 925 ΚΠολΔ.
Μεταβιβάζονται οι διοικητικές άδειες της διασπώμενης;
Ναι. Όπως επιβεβαίωσε η ΑΠ 362/2023, η καθολική διαδοχή στην κοινή διάσπαση καταλαμβάνει το σύνολο των έννομων σχέσεων της διασπώμενης, περιλαμβανομένων των διοικητικών αδειών που έχουν εκδοθεί υπέρ της και αφορούν τη μεταβιβαζόμενη περιουσία. Στη μερική διάσπαση και την απόσχιση κλάδου, η διαδοχή καταλαμβάνει τις άδειες που συνδέονται με τον αποσχιζόμενο κλάδο. Επιπλέον τυπικές διαδικασίες ενδέχεται να απαιτηθούν για ειδικές άδειες (π.χ. εργοληπτικό μητρώο, αδειοδότηση δραστηριότητας).
Πόσος χρόνος απαιτείται για την ολοκλήρωση διάσπασης;
Το ελάχιστο χρονικό διάστημα προκύπτει από τις προθεσμίες δημοσιότητας: το σχέδιο σύμβασης διάσπασης δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ τουλάχιστον έναν μήνα πριν τη συνέλευση που λαμβάνει την εγκριτική απόφαση. Στην πράξη, ο συνολικός χρόνος από την κατάρτιση σχεδίου έως την καταχώριση της σύμβασης κυμαίνεται από τρεις έως έξι μήνες, ανάλογα με τη συμμετοχή ΑΕ (έλεγχος νομιμότητας ΥΓΕΜΗ), την πολυπλοκότητα της αποτίμησης και την ύπαρξη αντιδράσεων από πιστωτές ή μειοψηφία.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Επιλογή μορφής με γνώμονα τη μετοχική δομή: Όταν στόχος είναι η διατήρηση της μητρικής ως μετόχου της θυγατρικής (carve-out), επιλέγεται απόσχιση κλάδου. Όταν στόχος είναι η διαμοίραση συμμετοχών στους μετόχους της διασπώμενης (διάδοχη φάση ή αναδιάρθρωση μεταξύ συνεταίρων), επιλέγεται μερική ή κοινή διάσπαση. Η σύγχυση μεταξύ των δύο επιφέρει διαφορετική φορολογική και εταιρική μεταχείριση.
Αυτονομία του αποσχιζόμενου κλάδου: Πριν συνταχθεί το σχέδιο σύμβασης διάσπασης, αξιολογείται αν ο κλάδος που πρόκειται να μεταβιβαστεί πληροί το κριτήριο της αυτόνομης εκμετάλλευσης (άρθρο 54§3 Ν. 4601/2019). Έλλειψη αυτονομίας οδηγεί σε αναχαρακτηρισμό της συναλλαγής ως απλής μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, με απώλεια καθολικής διαδοχής και φορολογικών ευεργετημάτων του Ν. 5162/2024.
Τεκμηρίωση επιχειρηματικού σκοπού: Λόγω της ρήτρας κατάχρησης του Ν. 5162/2024, η σύμβαση διάσπασης και η συνοδευτική έκθεση του διοικητικού συμβουλίου τεκμηριώνουν με συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία τον επιχειρηματικό σκοπό. Απλές αναφορές σε «αναδιοργάνωση» ή «εξορθολογισμό» δεν επαρκούν. Λογιστικός διαχωρισμός κλάδου, οικονομικά δεδομένα βιωσιμότητας και στρατηγική επιχειρηματικός σχεδιασμός αποτελούν την πραγματική τεκμηρίωση.
Παρακολούθηση τρίμηνης προθεσμίας ακυρότητας: Από την καταχώριση στο ΓΕΜΗ, οποιοσδήποτε μέτοχος ή εταίρος που δεν συναίνεσε στην εγκριτική απόφαση έχει τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία για να ζητήσει την ακύρωση. Η προθεσμία είναι ανεπίδεκτη παράτασης για ουσιαστικούς λόγους και επιβάλλει άμεση νομική αξιολόγηση αν υπάρχει αντιπαράθεση εντός της εταιρείας.
Διετής διακράτηση μετοχών για φορολογική απαλλαγή: Η οριστική φορολογική απαλλαγή του μετόχου που λαμβάνει νέες συμμετοχές προϋποθέτει διετή διακράτηση από την ολοκλήρωση του μετασχηματισμού. Μεταβίβαση εντός της διετίας ενεργοποιεί τη φορολόγηση υπεραξίας. Αυτό λαμβάνεται υπόψη σε σχεδιαζόμενες πωλήσεις θυγατρικών που προέκυψαν από απόσχιση κλάδου.
Έλεγχος διοικητικών αδειών στη μεταβίβαση κλάδου: Αν και η ΑΠ 362/2023 επιβεβαίωσε ότι οι διοικητικές άδειες μεταβιβάζονται αυτοδικαίως, σε ειδικές κατηγορίες αδειών απαιτείται πρόσθετη τυπική διαδικασία ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής ή τροποποίησης της άδειας. Πριν την οριστικοποίηση του σχεδίου σύμβασης διάσπασης, καταγράφονται όλες οι διοικητικές άδειες της διασπώμενης που σχετίζονται με τον αποσχιζόμενο κλάδο και επαληθεύεται ο τρόπος συνέχισής τους στην επωφελούμενη.
Συγκοινοποίηση νομιμοποιητικών εγγράφων σε εκκρεμή εκτέλεση: Όταν η διασπώμενη ήταν επισπεύδουσα σε αναγκαστική εκτέλεση κατά τη συντέλεση της διάσπασης, η επωφελούμενη συνεχίζει τη διαδικασία αυτοδικαίως, αλλά οφείλει να συγκοινοποιήσει στον καθ’ ου τα έγγραφα που πιστοποιούν τη συντέλεση και νομιμοποιούν τη διαδοχή, σύμφωνα με το άρθρο 925 ΚΠολΔ. Παράλειψη αυτής της υποχρέωσης μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση εκτελεστικών πράξεων, όπως κρίθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά (1366/2024).
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη διάσπαση εταιρειών.