Μεταβίβαση Εταιρικών Μεριδίων ΕΠΕ & ΙΚΕ: Φόρος & Διαδικασία

Μεταβίβαση Εταιρικών Μεριδίων ΕΠΕ & ΙΚΕ: Τύπος, Διαδικασία και Φορολογία

Εν συντομία:

  • Στην ΙΚΕ η μεταβίβαση μεριδίων εν ζωή γίνεται με απλό ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς συμβολαιογράφο, εκτός αν εισφέρεται ακίνητο. Παράγει αποτελέσματα έναντι της εταιρείας από τη γνωστοποίηση σε αυτή.
  • Στην ΕΠΕ η μεταβίβαση γίνεται υποχρεωτικά με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Ο τύπος είναι συστατικός: ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης είναι απολύτως άκυρο.
  • Η υπεραξία φορολογείται με 15% για φυσικά πρόσωπα ή 22% για νομικά. Η δήλωση υποβάλλεται πριν τη μεταβίβαση και ο αποκτών ευθύνεται αλληλεγγύως αν παραλειφθεί.
  • Το καταστατικό μπορεί να εισαγάγει ρήτρα προτίμησης ή συναίνεσης, όμως η ελεύθερη μεταβίβαση παραμένει ο κανόνας στην ΙΚΕ.
  • Χωρίς εμπρόθεσμη καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ., η αλλαγή στη σύνθεση εταίρων δεν αντιτάσσεται σε τρίτους.

Χρειάζεται συμβολαιογράφος για μεταβίβαση μεριδίων ΙΚΕ ή ΕΠΕ;

Για την ΙΚΕ όχι. Η μεταβίβαση μεριδίων εν ζωή γίνεται εγγράφως, με απλό ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 84 παρ. 1 Ν. 4072/2012), εκτός αν εισφέρεται στην εταιρεία περιουσιακό στοιχείο για το οποίο ο νόμος απαιτεί συμβολαιογραφικό τύπο (πχ σκάφος ή ακίνητο).

Για την ΕΠΕ η μεταβίβαση γίνεται μόνο με συμβολαιογραφικό έγγραφο (άρθρο 28 παρ. 3 Ν. 3190/1955) και ο τύπος αυτός είναι συστατικός.

Η παραπάνω διάκριση καθορίζει το κόστος, τον χρόνο και τον κίνδυνο ακυρότητας της συναλλαγής. Επειδή η ΙΚΕ έχει σχεδόν αντικαταστήσει την ΕΠΕ ως όχημα για νέες επιχειρήσεις, η συντριπτική πλειονότητα των μεταβιβάσεων σήμερα ακολουθεί τον απλό έγγραφο τύπο. Η ευελιξία αυτή αποτελεί ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της ΙΚΕ έναντι των άλλων κεφαλαιουχικών μορφών.

ΧαρακτηριστικόΙΚΕΕΠΕΑΕ
Τύπος μεταβίβασηςΙδιωτικό έγγραφοΣυμβολαιογραφικό έγγραφοΚαταχώριση στο βιβλίο μετόχων (η φορολογική νομοθεσία απαιτεί ιδιωτικό έγγραφο)
Νομικός χαρακτήρας τύπουΈγγραφος (απαιτείται γραπτό)ΣυστατικόςΑποδεικτικός
Συνέπεια μη τήρησης τύπουΈλλειψη έγκυρης μεταβίβασηςΑπόλυτη ακυρότηταΙσχύει μεταξύ των μερών, ακυρότητα μόνο έναντι των φορολογικών αρχών
ΚόστοςΧαμηλόΥψηλό (συμβολαιογραφικά τέλη, αμοιβή)Χαμηλό
Αποτελέσματα έναντι εταιρείαςΑπό τη γνωστοποίησηΑπό την εγγραφή στο βιβλίο εταίρωνΑπό την καταχώριση στο βιβλίο μετόχων
ΔημοσιότηταΓ.Ε.ΜΗ. και τροποποίηση καταστατικούΓ.Ε.ΜΗ. και τροποποίηση καταστατικούΓ.Ε.ΜΗ. (χωρίς τροποποίηση καταστατικού)
Απόκτηση ιδίων μεριδίων/μετοχώνΑπαγορεύεταιΑπαγορεύεταιΕπιτρέπεται υπό προϋποθέσεις

Η αντίστροφη πλευρά αφορά την ΑΕ, όπου η μεταβίβαση μετοχών ολοκληρώνεται με την παράδοση και τη σχετική συμφωνία, ενώ ο έγγραφος τύπος που επιβάλλει η φορολογική νομοθεσία είναι αποδεικτικός.

Η ΕΠΕ βρίσκεται στο αυστηρότερο άκρο του φάσματος, η ΑΕ στο πιο ευέλικτο ως προς τον τύπο και η ΙΚΕ συνδυάζει χαμηλό κόστος με έγγραφη τεκμηρίωση.

Πότε είναι άκυρη η μεταβίβαση μεριδίων ΙΚΕ ή ΕΠΕ;

Στην ΕΠΕ, η μη τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, η σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη και η ακυρότητα ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 28 παρ. 3 Ν. 3190/1955 σε συνδυασμό με τα άρθρα 159 και 180 ΑΚ).

Στην ΙΚΕ, που αρκεί ιδιωτικό έγγραφο, ακυρότητα προκύπτει κυρίως από έλλειψη του έγγραφου τύπου ή από τη μεταβίβαση μεριδίων εξωκεφαλαιακής εισφοράς πριν εξαγοραστούν οι σχετικές υποχρεώσεις.

Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι όχι μόνο η σύμβαση μεταβίβασης μεριδίων ΕΠΕ αλλά και το σχετικό προσύμφωνο υπόκεινται στον συστατικό συμβολαιογραφικό τύπο, τόσο ως προς την υποσχετική όσο και ως προς την εκποιητική δικαιοπραξία (ΑΠ 313/2024).

Η ίδια απόφαση δείχνει ότι η εφαρμοστέα νομική βάση μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όπως, για παράδειγμα, όταν η μεταβίβαση εντάσσεται σε ευρύτερη συναλλαγή με αλλοδαπό στοιχείο και ανακύπτει ζήτημα εφαρμοστέου δικαίου.

Το κρίσιμο για τα μέρη προκύπτει από τη στάση της διοίκησης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας επιβεβαίωσε ότι ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης μεριδίων ΕΠΕ είναι ανυπόστατο και για τη φορολογική διοίκηση. Σύμφωνα με αυτό, ως χρόνος μεταβίβασης λαμβάνεται η σύνταξη του συμβολαιογραφικού εγγράφου και η δημοσίευσή του, χωρίς δυνατότητα αναδρομικής μεταβολής στο μητρώο, ακόμη και όταν τα μέρη είχαν υπογράψει νωρίτερα ιδιωτικό κείμενο ή πρακτικό συμβιβασμού (ΣτΕ 201/2024).

Η εμπειρία από υποθέσεις μεταβίβασης μεριδίων ΕΠΕ δείχνει ότι το συχνότερο σφάλμα είναι η υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού με μεταγενέστερη απλή μνεία της μεταβίβασης στο συμβολαιογραφικό έγγραφο τροποποίησης του καταστατικού, πρακτική που δεν θεραπεύει την ακυρότητα.

Πέρα από τον τύπο, κάθε μεταβίβαση μπορεί να πάσχει και για τους γενικούς λόγους που καθιστούν μια σύμβαση άκυρη ή ακυρώσιμη, όπως η εικονικότητα ή τα ελαττώματα της βούλησης.

Πότε δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση μεριδίων ΙΚΕ εξωκεφαλαιακής ή εγγυητικής εισφοράς;

Ο εταίρος που κατέχει μερίδια αντιστοιχούντα σε εξωκεφαλαιακή εισφορά (παροχή εργασίας ή υπηρεσιών) ή σε εγγυητική εισφορά (ανάληψη ευθύνης έναντι τρίτων) δεν επιτρέπεται να τα μεταβιβάσει ενόσω δεν εξαγοράσει πλήρως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές, κατά τη διαδικασία εξαγοράς υποχρεώσεων του άρθρου 82 (άρθρο 83 παρ. 2 Ν. 4072/2012).

Πρόκειται για περιορισμό που δεν συναντάται σε άλλον εταιρικό τύπο, καθώς πουθενά αλλού δεν υφίστανται τέτοιες εισφορές με συνεχή προσωπική δέσμευση. Η μεταβίβαση χωρίς προηγούμενη εκκαθάριση των υποχρεώσεων αυτών δεν παράγει έγκυρα αποτελέσματα.

Μπορεί το καταστατικό να περιορίσει τη μεταβίβαση μεριδίων;

Ναι. Αν και η ελεύθερη μεταβίβαση είναι ο κανόνας στην ΙΚΕ (άρθρο 83 παρ. 1 Ν. 4072/2012) και ενδοτικός κανόνας στην ΕΠΕ (άρθρο 28 παρ. 1 Ν. 3190/1955), το καταστατικό μπορεί να εισαγάγει ρήτρα προτίμησης υπέρ των λοιπών εταίρων, υποχρέωση συναίνεσης της συνέλευσης ή και πλήρη απαγόρευση μεταβίβασης σε τρίτους (για την ΙΚΕ, άρθρο 84 παρ. 2 Ν. 4072/2012). Η διαφορά είναι ότι στην ΙΚΕ η δέσμευση αποτελεί την εξαίρεση, ενώ στην πράξη της ΕΠΕ οι περιορισμοί είναι συχνότεροι.

Η ρήτρα προτίμησης σημαίνει ότι ο εταίρος που επιθυμεί να μεταβιβάσει οφείλει πρώτα να προσφέρει τα μερίδιά του στους υπόλοιπους εταίρους με τους ίδιους όρους. Αν περισσότεροι ασκήσουν το δικαίωμα προτίμησης, συντρέχουν κατά τον λόγο της συμμετοχής τους.

Μια τέτοια ρήτρα απαιτεί ad hoc διατύπωση, καθώς ο τρόπος αποτίμησης του τιμήματος, οι προθεσμίες άσκησης και η τύχη των μεριδίων σε αδράνεια των δικαιούχων καθορίζουν αν η ρήτρα θα είναι λειτουργική ή πηγή διαφορών.

Τι γίνεται με τα μερίδια σε θάνατο εταίρου;

Στην ΕΠΕ, οι κληρονόμοι υπεισέρχονται στη θέση του αποβιώσαντος εταίρου, εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά (άρθρο 29 Ν. 3190/1955). Καταστατική ρήτρα που απαγορεύει εντελώς τη μεταβίβαση αιτία θανάτου είναι ανίσχυρη, καθώς ο νόμος προστατεύει το συμφέρον των κληρονόμων να εισέλθουν στην εταιρεία.

Στην ΙΚΕ η κληρονομική διαδοχή είναι επίσης ελεύθερη (άρθρο 83 παρ. 1 Ν. 4072/2012), όμως το καταστατικό μπορεί να προβλέψει ότι τα μερίδια εξαγοράζονται από πρόσωπο που υποδεικνύει η εταιρεία αντί τιμήματος που προσδιορίζεται από το δικαστήριο ή με τον τρόπο που ορίζει το ίδιο το καταστατικό (άρθρο 85 παρ. 2 Ν. 4072/2012). Η υπόδειξη πρέπει να γίνει μέσα σε έναν μήνα από τότε που η εταιρεία λάβει γνώση του θανάτου. Η πρόβλεψη αυτή αποτελεί βασικό εργαλείο σχεδιασμού διαδοχής για οικογενειακές επιχειρήσεις.

Πώς φορολογείται και ποιος πληρώνει τον φόρο της μεταβίβασης;

Η υπεραξία, δηλαδή η διαφορά μεταξύ τιμής πώλησης και τιμής κτήσης, φορολογείται με συντελεστή 15% για φυσικά πρόσωπα (άρθρα 42 και 43 Ν. 4172/2013) ή με τον εταιρικό συντελεστή 22% για νομικά πρόσωπα, ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Ο φόρος βαρύνει τον μεταβιβάζοντα ως δικαιούχο της ωφέλειας και η σχετική δήλωση υποβάλλεται πριν από τη μεταβίβαση.

Ως τιμή πώλησης λαμβάνεται αυτή που αναγράφεται στη σύμβαση, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Όταν η μεταβίβαση γίνει χωρίς υποβολή της φορολογικής δήλωσης, ο αποκτών ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον μεταβιβάζοντα για την καταβολή του φόρου (ΑΠ 756/2014).

Η εμπειρία από υποθέσεις εξαγοράς δείχνει ότι η αλληλέγγυα ευθύνη συχνά παραβλέπεται κατά τη διαπραγμάτευση του τιμήματος, ενώ μετακυλίει στον αγοραστή ένα φορολογικό βάρος που θεωρητικά ανήκει στον πωλητή.

Για νομικά πρόσωπα υπάρχει εξαίρεση κατά το άρθρο 48Α του ίδιου νόμου. Η υπεραξία που εισπράττει νομικό πρόσωπο από τη μεταβίβαση τίτλων απαλλάσσεται από τον φόρο, εφόσον το νομικό πρόσωπο του οποίου μεταβιβάζονται οι τίτλοι περιλαμβάνεται στους τύπους της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ, ο μεταβιβάζων κατέχει ποσοστό τουλάχιστον 10% και το διακρατεί για τουλάχιστον 24 μήνες. Η αξιοποίηση της απαλλαγής αποτελεί επιλογή που εξαρτάται από τη δομή συμμετοχών και τον χρόνο της μεταβίβασης.

Συχνές ερωτήσεις

Χρειάζεται συμβολαιογράφος για τη μεταβίβαση μεριδίων ΙΚΕ;

Όχι. Η μεταβίβαση μεριδίων ΙΚΕ εν ζωή γίνεται εγγράφως, με απλό ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος (άρθρο 84 παρ. 1 Ν. 4072/2012). Συμβολαιογραφικός τύπος απαιτείται μόνο αν εισφέρεται στην εταιρεία περιουσιακό στοιχείο για το οποίο ο νόμος τον επιβάλλει, όπως ακίνητο. Η μεταβίβαση παράγει αποτελέσματα έναντι της εταιρείας από τη γνωστοποίησή της σε αυτή.

Ποιος πληρώνει τον φόρο υπεραξίας στη μεταβίβαση μεριδίων;

Τον φόρο βαρύνεται ο μεταβιβάζων ως δικαιούχος της υπεραξίας. Η δήλωση υποβάλλεται πριν τη μεταβίβαση. Αν όμως η μεταβίβαση γίνει χωρίς υποβολή δήλωσης, ο αποκτών ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή του φόρου (ΑΠ 756/2014). Για τον λόγο αυτό ο αγοραστής έχει συμφέρον να επιβεβαιώσει τη φορολογική τακτοποίηση πριν την ολοκλήρωση.

Μπορεί το καταστατικό να απαγορεύσει τη μεταβίβαση μεριδίων;

Το καταστατικό μπορεί να εισαγάγει ρήτρα προτίμησης, υποχρέωση συναίνεσης της συνέλευσης ή και απαγόρευση μεταβίβασης σε τρίτους εν ζωή. Δεν μπορεί όμως να απαγορεύσει την κληρονομική διαδοχή στην ΕΠΕ, καθώς τέτοια ρήτρα είναι ανίσχυρη (άρθρο 29 Ν. 3190/1955). Στην ΙΚΕ η ελεύθερη μεταβίβαση είναι ο κανόνας και οι περιορισμοί η εξαίρεση.

Τι γίνεται με τα μερίδια ΙΚΕ ή ΕΠΕ αν πεθάνει ο εταίρος;

Οι κληρονόμοι υπεισέρχονται στη θέση του αποβιώσαντος εταίρου, τόσο στην ΕΠΕ (άρθρο 29 Ν. 3190/1955) όσο και στην ΙΚΕ, όπου η μεταβίβαση αιτία θανάτου είναι ελεύθερη (άρθρο 83 παρ. 1 Ν. 4072/2012). Στην ΙΚΕ το καταστατικό μπορεί να προβλέψει εξαγορά των μεριδίων από πρόσωπο που υποδεικνύει η εταιρεία (άρθρο 85 παρ. 2 Ν. 4072/2012), με υπόδειξη εντός ενός μηνός από τη γνώση του θανάτου.

Πρακτικές επισημάνσεις

Έλεγχος καταστατικών περιορισμών: πριν από κάθε μεταβίβαση ελέγχεται αν το καταστατικό προβλέπει δικαίωμα προτίμησης ή συναίνεση. Η παράλειψη τήρησης τέτοιας ρήτρας μπορεί να καταστήσει τη μεταβίβαση ακυρώσιμη.

Φορολογική δήλωση πριν τη μεταβίβαση: η δήλωση υπεραξίας προηγείται της μεταβίβασης. Η παράλειψη δεν ακυρώνει τη μεταβίβαση κατά το εταιρικό δίκαιο, δημιουργεί όμως αλληλέγγυα ευθύνη αποκτώντος και μεταβιβάζοντος για τον φόρο (ΑΠ 756/2014).

Συμβολαιογραφικός τύπος στην ΕΠΕ χωρίς εξαιρέσεις: ακόμη και το προσύμφωνο μεταβίβασης μεριδίων ΕΠΕ απαιτεί συμβολαιογραφικό έγγραφο. Ιδιωτικό συμφωνητικό με μεταγενέστερη μνεία στο συμβολαιογραφικό έγγραφο τροποποίησης του καταστατικού δεν θεραπεύει την ακυρότητα (ΑΠ 313/2024).

Καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ.: η εμπρόθεσμη καταχώριση της τροποποίησης του καταστατικού δεν είναι απλή τυπικότητα. Χωρίς αυτή, η αλλαγή στη σύνθεση εταίρων δεν αντιτάσσεται σε τρίτους και δημιουργεί προβλήματα σε τραπεζικές σχέσεις, διαγωνισμούς ή ελέγχους.

Μεταβίβαση στο πλαίσιο εξαγοράς: σε μεταβίβαση ελέγχου με αγορά μεριδίων, ο αγοραστής αναλαμβάνει και τις υφιστάμενες υποχρεώσεις της εταιρείας. Η νομική δέουσα επιμέλεια και η ρήτρα μη ανταγωνισμού του πωλητή είναι κρίσιμα στοιχεία της συναλλαγής, ανεξάρτητα από την εταιρική μορφή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε στην επιλογή του τύπου και την μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ & ΙΚΕ.

Νομικός Έλεγχος Επιχείρησης – Ετήσιο Checklist Συμμόρφωσης

Ετήσιος Νομικός Έλεγχος Εταιρείας. Πλήρης Οδηγός Συμμόρφωσης

Κάθε εταιρεία, ανεξαρτήτως μεγέθους και νομικής μορφής, υπόκειται σε ένα πλέγμα υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη νομοθεσία περί εταιρειών, το εργατικό και ασφαλιστικό δίκαιο, τη φορολογική νομοθεσία, τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (GDPR, General Data Protection Regulation) και τους κανόνες δημοσιότητας στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.).

Η μη τήρηση αυτών των υποχρεώσεων δεν συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις. Συχνά, οδηγεί σε προσωπική ευθύνη των διοικούντων, σε ακυρότητα εταιρικών πράξεων και σε διακινδύνευση της ίδιας της επιχειρηματικής λειτουργίας.

Ο νομικός έλεγχος επιχείρησης (legal health check) αποτελεί μια συστηματική αξιολόγηση της νομικής κατάστασης μιας εταιρείας, η οποία αποσκοπεί στον εντοπισμό κενών συμμόρφωσης, πριν αυτά μετατραπούν σε πρόβλημα.

Σε αντίθεση με τη νομική δέουσα επιμέλεια (due diligence), η οποία πραγματοποιείται συνήθως στο πλαίσιο εξαγοράς ή χρηματοδότησης, ο ετήσιος νομικός έλεγχος αφορά τη συνεχή παρακολούθηση της συμμόρφωσης κατά τη λειτουργία της εταιρείας.

Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για τον «ετήσιο check-up» της νομικής υγείας μιας επιχείρησης.

Εταιρικές Υποχρεώσεις Και Δημοσιότητα Στο Γ.Ε.ΜΗ.

Η πρώτη ενότητα κάθε νομικού ελέγχου αφορά το εταιρικό πλαίσιο λειτουργίας. Κάθε εμπορική εταιρεία υποχρεούται σε δημοσίευση συγκεκριμένων πράξεων στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με τον Ν. 4919/2022.

Τούτο αφορά τόσο τις κεφαλαιουχικές εταιρείες (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ) όσο και τις προσωπικές (ΟΕ, ΕΕ).

Μεταξύ των βασικών υποχρεώσεων περιλαμβάνονται η δημοσίευση ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, η καταχώριση αποφάσεων Γενικής Συνέλευσης και Διοικητικού Συμβουλίου, η ανακοίνωση τροποποιήσεων καταστατικού, η δημοσίευση αλλαγών στη διοίκηση ή εκπροσώπηση, καθώς και η επικαιροποίηση στοιχείων επωνυμίας και διακριτικού τίτλου.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, διότι η μη δημοσίευσή τους συνιστά μία από τις συχνότερες αιτίες επιβολής κυρώσεων.

Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος ρητά προβλέπει ότι οι Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. διενεργούν δειγματοληπτικό έλεγχο σε ποσοστό τουλάχιστον 5% επί των συστάσεων και καταχωρίσεων, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο εντοπισμού παραλείψεων.

Πέραν του Γ.Ε.ΜΗ., το καταστατικό της εταιρείας πρέπει να ελέγχεται ετησίως ως προς την επικαιρότητά του.

Επιπλέον, αλλαγές στη νομοθεσία, νέοι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης ή τροποποιήσεις στη σύνθεση των εταίρων μπορεί να καθιστούν αναγκαία την αναθεώρησή του.

Τέλος, πρέπει να ελέγχεται αν η εταιρική μορφή εξακολουθεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες της επιχείρησης ή αν θα ήταν σκόπιμη η μετατροπή σε άλλη μορφή.

Εργατικό Δίκαιο Και Υποχρεώσεις Εργοδότη

Το εργατικό πλαίσιο αποτελεί τον τομέα με τον μεγαλύτερν κίνδυνο για τον εργοδότη, τόσο σε επίπεδο διοικητικών κυρώσεων (πρόστιμα ΣΕΠΕ) όσο και σε επίπεδο δικαστικών αξιώσεων.

Ο ετήσιος νομικός έλεγχος οφείλει να καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα ζητήματα:

Πρώτον, τις συμβάσεις εργασίας.

Κάθε εργαζόμενος πρέπει να διαθέτει έγγραφη σύμβαση εργασίας που περιλαμβάνει τους υποχρεωτικούς όρους (είδος απασχόλησης, αμοιβή, ωράριο, τόπος εργασίας). Η αναγγελία πρόσληψης στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη παροχής εργασίας.

Η μη τήρηση αυτής της υποχρέωσης συνεπάγεται πρόστιμο 10.500 ευρώ ανά αδήλωτο εργαζόμενο. Επιπροσθέτως, η διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και εργατών παραμένει κρίσιμη για τον υπολογισμό αποζημιώσεων και δικαιωμάτων.

Δεύτερον, τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

Η έγκαιρη καταβολή εισφορών e-ΕΦΚΑ αποτελεί προϋπόθεση νόμιμης λειτουργίας. Η παράλειψη ή καθυστέρηση καταβολής δημιουργεί προσωπική ευθύνη των διοικούντων. Η νομολογία είναι κατηγορηματική σε αυτό το σημείο.

Με πρόσφατη απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης (ΔΕφΘεσ 1801/2025) ακύρωσε καταλογισμό οφειλών ύψους 106.000 ευρώ προς τον ΕΦΚΑ σε βάρος πρώην μέλους ΔΣ ανώνυμης εταιρείας, κρίνοντας ότι η αλληλέγγυα ευθύνη πρέπει να ερμηνεύεται στενά και να αφορά μόνο τα πρόσωπα που πράγματι άσκησαν διοίκηση κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η απόφαση αυτή καταδεικνύει τόσο τον κίνδυνο (καταλογισμός σε φυσικά πρόσωπα) όσο και τη δυνατότητα άμυνας (εφόσον αποδεικνύεται έλλειψη πραγματικής διοίκησης).

Τρίτον, τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας.

Οι εταιρείες που απασχολούν περισσότερους από 20 εργαζομένους υποχρεούνται στην κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού. Μετά τον ΠΔ 62/2025 (νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου), ο κανονισμός πρέπει να ενσωματώνει πολιτική κατά της βίας και παρενόχλησης στην εργασία.

Η υποχρέωση αυτή ισχύει πλέον για όλους τους εργοδότες και η μη συμμόρφωση συνεπάγεται τόσο διοικητικά πρόστιμα όσο και αδυναμία επίκλησης πειθαρχικών μέτρων κατά εργαζομένων.

Τέταρτον, τους διευθύνοντες υπαλλήλους.

Ο ορθός χαρακτηρισμός ενός εργαζομένου ως διευθύνοντος υπαλλήλου αποτελεί πηγή συχνών διαφορών. Ο εργοδότης πρέπει να ελέγχει αν πληρούνται τα κριτήρια του νόμου (ιδιαιτέρως υψηλός μισθός, αυτονομία, εξουσία πρόσληψης/απόλυσης). Τούτο διότι ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός εκθέτει την εταιρεία σε αξιώσεις υπερωριών, αδειών και αποζημίωσης απόλυσης.

    Φορολογικές Υποχρεώσεις Και Ευθύνη Διοικούντων

    Η φορολογική συμμόρφωση αποτελεί τον τομέα όπου οι συνέπειες της παράλειψης είναι πιο άμεσες και σοβαρές. Η ευθύνη των διοικούντων για τα φορολογικά χρέη της εταιρείας ρυθμίζεται από τον Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, άρθρο 50), όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4646/2019 και κωδικοποιήθηκε στον Ν. 5104/2024. Ο Ν. 4646/2019 εισήγαγε την έννοια της υπαιτιότητας στην αλληλέγγυα ευθύνη, εφαρμόζοντας τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

    Ειδικότερα, με τη ΣτΕ 119/2015 κρίθηκε ότι η αρχή «ουδεμία ποινή άνευ πταίσματος» (nulla poena sine culpa) αποτελεί γενική αρχή του δικαίου, η οποία απαιτεί υπαιτιότητα του διοικούντος για τη θεμελίωση αλληλέγγυας ευθύνης.

    Πρόσφατα, η ΣτΕ 1585/2025 επανέλαβε ότι οι διατάξεις αυτές, ως εισάγουσες εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

    Ο ετήσιος νομικός έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει τον έλεγχο ότι όλες οι φορολογικές δηλώσεις (εισοδήματος, ΦΠΑ, παρακρατούμενων φόρων) υποβάλλονται εμπρόθεσμα, ότι δεν υφίστανται ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση, ότι η εταιρεία διατηρεί επικαιροποιημένη φορολογική ενημερότητα και ότι τα λογιστικά αρχεία τηρούνται σύμφωνα με τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ΕΛΠ).

    Περαιτέρω, μετά την πλήρη εφαρμογή του συστήματος myDATA, η διαβίβαση παραστατικών αποτελεί αυτοτελή υποχρέωση, η παράβαση της οποίας μπορεί να επισύρει κυρώσεις ανεξαρτήτως της ορθής υποβολής των φορολογικών δηλώσεων.

    Συμβάσεις Και Εμπορικές Σχέσεις

    Ο νομικός έλεγχος των εμπορικών συμβάσεων αποτελεί ζήτημα που συχνά παραβλέπεται, ιδίως σε μικρότερες εταιρείες. Πολλές εμπορικές σχέσεις λειτουργούν χωρίς έγγραφη σύμβαση ή με συμβάσεις που δεν έχουν αναθεωρηθεί ή επικαιροποιηθεί για χρόνια.

    Σημεία που χρήζουν ετήσιου ελέγχου είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη έγγραφων συμβάσεων σε όλες τις βασικές εμπορικές σχέσεις, η επικαιροποίηση των όρων (ιδίως ρήτρες λύσης, ανωτέρας βίας, εφαρμοστέου δικαίου), η τήρηση ρητρών εμπιστευτικότητας (NDA) και η ύπαρξη κατάλληλων μηχανισμών εξασφάλισης απαιτήσεων. Για τις επισφαλείς απαιτήσεις, πρέπει να ελέγχεται αν υπάρχει δυνατότητα φορολογικής διαγραφής.

    Ειδικότερα, πρέπει να εξετάζεται αν οι ρήτρες μη ανταγωνισμού που τυχόν περιέχονται σε εμπορικές ή εργασιακές συμβάσεις πληρούν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας, καθώς η νομολογία του Αρείου Πάγου θέτει αυστηρά κριτήρια (χρονικός, τοπικός και αντικειμενικός περιορισμός, εύλογο αντάλλαγμα).

    Επίσης, σε εταιρείες που διατηρούν δίκτυα αντιπροσώπων ή διανομέων, ο έλεγχος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή διανομής είναι απαραίτητος, ιδίως ως προς τη ρήτρα αποζημίωσης πελατείας μετά τη λύση.

    Προστασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (GDPR)

    Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (GDPR) επιβάλλει σε κάθε εταιρεία που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποχρεώσεις που πρέπει να ελέγχονται σε τακτική βάση. Τούτο αφορά πρακτικά κάθε εταιρεία που διατηρεί πελατολόγιο, αρχείο εργαζομένων ή ηλεκτρονική φόρμα επικοινωνίας.

    Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η τήρηση αρχείου δραστηριοτήτων επεξεργασίας (άρθρο 30 GDPR), η ύπαρξη πολιτικής προστασίας δεδομένων και σχεδίου αντιμετώπισης περιστατικών παραβίασης (σχέδιο data breach), η ενημέρωση των υποκειμένων (εργαζομένων, πελατών, προμηθευτών) για την επεξεργασία των δεδομένων τους, ο ορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO, Data Protection Officer), εφόσον αυτό απαιτείται, καθώς και η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (DPIA, Data Protection Impact Assessment) για επεξεργασίες υψηλού κινδύνου.

    Τα πρόστιμα που δύναται να επιβάλει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) μπορούν να ανέλθουν σε ποσοστό έως 4% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών, ενώ η ΑΠΔΠΧ έχει ήδη επιβάλει πρόστιμα εξαψήφιων ποσών σε ελληνικές εταιρείες.

    Πνευματική Ιδιοκτησία Και Εμπορικά Σήματα

    Τα άυλα asset μιας εταιρείας (εμπορικά σήματα, λογισμικό, βάσεις δεδομένων, τεχνογνωσία) αποτελούν συχνά τα πλέον πολύτιμα περιουσιακά της στοιχεία. Παρά ταύτα, η νομική τους προστασία συχνά παραμελείται.

    Ο ετήσιος έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει την επιβεβαίωση ότι τα πνευματικά δικαιώματα σε λογισμικό, κείμενα και σχέδια ανήκουν πράγματι στην εταιρεία (και όχι σε εργαζομένους ή εξωτερικούς συνεργάτες), ότι τα εμπορικά σήματα είναι σε ισχύ και δεν χρήζουν ανανέωσης, ότι υπάρχουν κατάλληλες συμβάσεις εκχώρησης δικαιωμάτων σε περιπτώσεις ανάθεσης ανάπτυξης λογισμικού σε τρίτους, καθώς και ότι τα μέτρα προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου (εμπιστευτικότητα, τεχνικά μέτρα ασφάλειας) είναι επαρκή κατά τον Ν. 4679/2020, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2016/943 για την προστασία των εμπορικών απορρήτων.

    Κανονιστική Συμμόρφωση Σε Ειδικούς Τομείς

    Πέραν των γενικών υποχρεώσεων, ορισμένες εταιρείες υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες συμμόρφωσης (compliance). Ο κατάλογος αυτός διευρύνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, κυρίως από την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

    Ενδεικτικά, οι κανόνες αυτοί αφορούν την πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML, Anti-Money Laundering) βάσει του Ν. 4557/2018, τη βιωσιμότητα και τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων ESG (Environmental, Social, Governance) και CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive) για τις εταιρείες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τις υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας βάσει της Οδηγίας NIS2 (Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555) για επιχειρήσεις που παρέχουν ψηφιακές υπηρεσίες, καθώς και τις υποχρεώσεις δημιουργίας εσωτερικών καναλιών αναφοράς (whistleblowing) βάσει του Ν. 4990/2022 για εταιρείες με 50 ή περισσότερους εργαζομένους.

    Περαιτέρω, ο νομικός έλεγχος πρέπει να εξετάζει αν η εταιρεία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτών των ειδικών ρυθμίσεων και, σε καταφατική περίπτωση, αν πληρεί τις σχετικές υποχρεώσεις.

    Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η ύπαρξη εσωτερικών πολιτικών και διαδικασιών, διότι η απλή γνώση της νομοθεσίας δεν αρκεί, εφόσον δεν μεταφράζεται σε συγκεκριμένα μέτρα εφαρμογής.

    Πρακτικές Επισημάνσεις
    Ετήσιος Προγραμματισμός

    Ο νομικός έλεγχος αποδίδει τα μέγιστα αν πραγματοποιείται σε σταθερή ετήσια βάση, κατά προτίμηση μετά το κλείσιμο της χρήσης. Η σύνδεσή του με τον ετήσιο οικονομικό έλεγχο (audit) επιτρέπει τη συνεκτίμηση φορολογικών και λογιστικών ευρημάτων. Ο ιδανικός χρόνος για εταιρείες με χρήση 1/1 έως 31/12 είναι το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους.

    Πίνακας Υποχρεώσεων Ανά Εταιρική Μορφή

    Οι υποχρεώσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ ΑΕ, ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικών εταιρειών. Για παράδειγμα, οι ΑΕ υποχρεούνται σε ετήσιο έλεγχο ορκωτού ελεγκτή εφόσον πληρούν τα κριτήρια μεγέθους, ενώ οι ΙΚΕ υποχρεούνται στην ψηφιακή υποβολή της ετήσιας έκθεσης διαχείρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. Αντιστοίχως, στις προσωπικές εταιρείες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ευθύνονται απεριόριστα και εις ολόκληρον για τις οφειλές της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών, ακόμη και για οφειλές που υπήρχαν πριν την είσοδό τους. Η κατάρτιση πίνακα προσαρμοσμένου στην εταιρική μορφή βοηθά στον εντοπισμό κενών.

    Ευθύνη Διαχειριστή & Μελών ΔΣ

    Η ευθύνη του διαχειριστή ΙΚΕ ή των μελών ΔΣ ανώνυμης εταιρείας δεν περιορίζεται στις εταιρικές υποχρεώσεις. Εκτείνεται στις φορολογικές οφειλές, τις ασφαλιστικές εισφορές και τις υποχρεώσεις τήρησης της εργατικής νομοθεσίας. Ο νομικός έλεγχος αποτελεί, εκτός των άλλων, μέσο αυτοπροστασίας των διοικούντων, τούτο διότι η τεκμηρίωση δέουσας επιμέλειας αποτελεί βασικό εργαλείο άμυνας σε περίπτωση καταλογισμού ευθύνης.

    Πρόληψη Αντί Θεραπείας
    Η αξία του νομικού ελέγχου δεν συνίσταται μόνο στην αποφυγή προστίμων. Μια εταιρεία με τεκμηριωμένη εταιρική συμμόρφωση διαπραγματεύεται καλύτερα τους όρους τραπεζικού δανεισμού, ενισχύει τη θέση της σε δημόσιους διαγωνισμούς και παρουσιάζει αξιοπιστία σε πιθανούς επενδυτές ή στρατηγικούς εταίρους. Μια επιχείρηση με ορθά δομημένο και αυστηρά καθορισμένο εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, επιλύει ευκολότερα και ταχύτερα τυχόν εργατικά ή εργασιακά ζητήματα. Συνεπώς, ο νομικός έλεγχος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επένδυση και όχι ως κόστος.

    Ειδικά Για Startups

    Οι νεοφυείς επιχειρήσεις (startups) συχνά αντιμετωπίζουν τις νομικές υποχρεώσεις ως δευτερεύον ζήτημα. Ωστόσο, ο πρώτος νομικός έλεγχος πρέπει να γίνεται ήδη κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας, ιδίως ως προς τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (ανήκει πράγματι στην εταιρεία ο κώδικας;), τις συμβάσεις εμπιστευτικότητας με τρίτους, τη φορολογική συμμόρφωση και τις ρήτρες δέσμευσης (vesting) σε εξωεταιρικές συμφωνίες.

    Η ύπαρξη τεκμηριωμένης νομικής συμμόρφωσης αποτελεί, εξάλλου, προϋπόθεση σε κάθε γύρο χρηματοδότησης, τούτο διότι κανένας επενδυτής δεν τοποθετεί κεφάλαια σε εταιρεία χωρίς πρότερο νομικό έλεγχο.

    Κατάλογος Ελέγχου Ανά Τομέα

    Ο νομικός έλεγχος μπορεί να δομηθεί σε επτά ενότητες, ώστε να μην παραλείπεται κανένα πεδίο. Αυτές είναι:

    1. Εταιρικά (καταστατικό, Γ.Ε.ΜΗ., πρακτικά οργάνων),
    2. Εργατικά (συμβάσεις, ΕΡΓΑΝΗ, εσωτερικός κανονισμός),
    3. Ασφαλιστικά (e-ΕΦΚΑ, ΑΠΔ), (iv) φορολογικά (δηλώσεις, myDATA, ενημερότητα),
    4. Συμβάσεις (εμπορικές σχέσεις, NDA, ρήτρες),
    5. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (GDPR) και
    6. Πνευματική ιδιοκτησία και ειδική κανονιστική συμμόρφωση (AML, NIS2, ESG).

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον ετήσιο νομικός έλεγχο τηςεπιχείρησής σας.

    Ν. 5239/2025 & ΠΔ 62/2025: Αλλαγές για Επιχειρήσεις

    Νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου & Εργατικό Δίκαιο – Οι Αλλαγές Που Επέφεραν ΠΔ 62/2025, Ν. 5239/2025 & Ν. 5278/2026

    Περιληπτικά:

    • Το ΠΔ 62/2025 κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο 588 άρθρων το ατομικό και συλλογικό εργατικό δίκαιο, καθώς και τη νομοθεσία για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία.
    • Σε λιγότερο από οκτώ μήνες ακολούθησαν δύο τροποποιητικοί νόμοι: ο Ν. 5239/2025 «Δίκαιη Εργασία για Όλους» (απλοποίηση προσλήψεων, 13ωρο, ψηφιοποίηση, οικειοθελής αποχώρηση) και ο Ν. 5278/2026 για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις.
    • Η κωδικοποίηση δεν εισήγαγε νέα ουσιαστική ρύθμιση: αναριθμήθηκαν, όμως, πλήρως τα άρθρα. Κάθε εσωτερικό έγγραφο επιχείρησης που παραπέμπει σε Ν. 4808/2021, Ν. 3850/2010 ή Ν. 1876/1990 χρειάζεται αντιστοίχιση με τα νέα άρθρα του ΚΕΔ.
    • Τα νέα νομοθετήματα ενσωματώνουν την υφιστάμενη νομολογία: ΟλΑΠ 3/2024, ΑΠ 375/2025, ΑΠ 860/2024, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 288/2018, ΑΠ 830/2024, ΑΠ 1183/2025, ΑΠ 1080/2025.

    Τι κωδικοποίησε το ΠΔ 62/2025 και ποια νομοθετήματα ενοποίησε;

    Το ΠΔ 62/2025 (ΦΕΚ Α΄ 121/11.7.2025) θέσπισε τον «Κώδικα Εργατικού Δικαίου» (ΚΕΔ) και αποτελεί την πρώτη ενοποίηση ατομικού και συλλογικού εργατικού δικαίου σε ενιαίο, συστηματικό κείμενο 588 άρθρων. Καταργεί τον προηγούμενο Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου (ΠΔ 80/2022) και ενσωματώνει δεκάδες νομοθετήματα που είχαν ψηφιστεί από το 1920 έως το 2021.

    Η κωδικοποίηση ενσωμάτωσε τον Ν. 4808/2021 (βία και παρενόχληση, τηλεργασία, ψηφιακή κάρτα), τον Ν. 3850/2010 (υγεία και ασφάλεια), τον Ν. 1876/1990 (συλλογικές συμβάσεις), τον Ν. 2112/1920 και τον Ν. 3198/1955 (καταγγελία σύμβασης εργασίας) και πληθώρα ακόμη διατάξεων.

    Ως προς τη δομή, ο ΚΕΔ απαρτίζεται από τρία Βιβλία:

    ΒιβλίοΑντικείμενοΆρθρα
    ΠρώτοΑτομικό Εργατικό Δίκαιο (σύμβαση εργασίας, ίση μεταχείριση, αποδοχές, χρόνος εργασίας, άδειες, καταγγελία)1 – 367
    ΔεύτεροΔίκαιο Συλλογικών Εργασιακών Σχέσεων (συνδικαλιστικές οργανώσεις, συλλογικές συμβάσεις, απεργία, κανονισμοί εργασίας)368 – 490
    ΤρίτοΔίκαιο Προστασίας Υγείας και Ασφάλειας, Εποπτεία Εργασίας (ιατρός εργασίας, τεχνικός ασφαλείας, εργατικά ατυχήματα)491 – 588

    Σκοπός του ΠΔ 62/2025 ήταν αποκλειστικά η ενοποίηση και η συστηματοποίηση. Η κωδικοποίηση δεν εισήγαγε νέες ουσιαστικές ρυθμίσεις, αλλά αποτύπωσε συστηματικά τις υφιστάμενες διατάξεις. Κρίσιμη πρακτική συνέπεια είναι ότι οι αριθμοί άρθρων άλλαξαν πλήρως. Κάθε παραπομπή σε παλαιότερους νόμους πρέπει πλέον να αντιστοιχηθεί με τα νέα άρθρα του ΚΕΔ. Στο τέλος του Κώδικα περιλαμβάνονται αναλυτικοί πίνακες αντιστοιχίας.

    Ποιες αλλαγές εισάγει ο Ν. 5239/2025 «Δίκαιη Εργασία για Όλους»;

    Ο Ν. 5239/2025 (ΦΕΚ Α΄ 178/17.10.2025) τροποποίησε τον ΚΕΔ σε οκτώ άξονες: απλοποίηση προσλήψεων, χρόνος εργασίας και υπερωρία, οικειοθελής αποχώρηση, ενοποίηση πολιτικών βίας και παρενόχλησης, ψηφιακή κάρτα εργασίας, υγεία και ασφάλεια, μητρότητα και γονεϊκή φροντίδα, ασφαλιστικές εισφορές. Ο πίνακας που ακολουθεί συνοψίζει τις βασικές μεταβολές.

    ΘέμαΠροηγούμενο καθεστώς (ΠΔ 62/2025)Νέα ρύθμιση (Ν. 5239/2025)
    Αναγγελία πρόσληψηςΥποβολή τεσσάρων ξεχωριστών εντύπων στο ΕΡΓΑΝΗΈνα ενιαίο έγγραφο (Ψηφιακή Αναγγελία Έναρξης Εργασίας)
    Πολιτικές βίας και παρενόχλησηςΔύο ξεχωριστές πολιτικέςΜία ενιαία πολιτική
    Εκ περιτροπής εργασίαΔεν επιτρεπόταν υπερωρίαΕπιτρέπεται υπερωρία με προσαύξηση 40%
    Ημερήσιο ωράριο (ένας εργοδότης)Έως 10 ώρες (8 + 2 υπερεργασία/υπερωρία)Έως 13 ώρες υπό αυστηρούς περιορισμούς ανάπαυσης
    Τετραήμερη εργασίαΔεν προβλεπόταν ρητάΔυνατότητα τετραημέρου καθ’ όλο το έτος (διευθέτηση χρόνου)
    Οικειοθελής αποχώρησηΑναγγελία υπογραφόμενη από εργοδότη και εργαζόμενοΗλεκτρονική αναγγελία αποκλειστικά από τον εργαζόμενο
    Τήρηση εντύπωνΥποχρεωτική τήρηση στον χώρο εργασίαςΚατάργηση υποχρέωσης (ψηφιοποίηση μέσω ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ)
    Ασφαλιστικές εισφορές σε προσαυξήσειςΑπαλλαγή μόνο για νόμιμες προσαυξήσειςΑπαλλαγή και για προσαυξήσεις ΣΣΕ ή οικειοθελείς παροχές
    Μητρότητα (υιοθεσία/αναδοχή)Προστασία αποκλειστικά για φυσική μητέραΕπέκταση σε υιοθετούσες και ανάδοχες μητέρες (τέκνα έως 8 ετών)

    Πώς απλοποιείται η αναγγελία πρόσληψης;

    Η αναγγελία πρόσληψης ολοκληρώνεται πλέον με την υποβολή ενός μόνο εγγράφου, της Ψηφιακής Αναγγελίας Έναρξης Εργασίας, αντί των τεσσάρων που απαιτούνταν προηγουμένως. Παράλληλα, δημιουργείται ψηφιακό αρχείο εργαζομένου μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και εισάγεται εφαρμογή τύπου «myErgani» τόσο για εργαζομένους όσο και για εργοδότες.

    Επιπλέον, θεσπίζεται διαδικασία «Ταχείας Πρόσληψης» για την κάλυψη επειγουσών αναγκών επιχειρήσεων. Η μείωση γραφειοκρατίας αφορά κυρίως τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αντιμετώπιζαν δυσανάλογο διοικητικό κόστος σε σχέση με τις μεγάλες.

    Πότε επιτρέπεται 13ωρη ημερήσια απασχόληση σε έναν εργοδότη;

    Η δυνατότητα απασχόλησης έως 13 ωρών ημερησίως, που ίσχυε ήδη για εργαζόμενους σε δύο εργοδότες, επεκτείνεται και στην περίπτωση απασχόλησης σε έναν μόνο εργοδότη, υπό τον αυστηρό περιορισμό τήρησης όλων των ορίων ανάπαυσης. Η συμφωνία απαιτεί συναίνεση του εργαζομένου και τήρηση των κανόνων υγείας και ασφάλειας.

    Παράλληλα, επιτρέπεται πλέον η υπερωριακή απασχόληση και στο καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, με καταβολή των νόμιμων προσαυξήσεων (40%). Διευρύνεται επίσης η διευθέτηση του χρόνου εργασίας, με δυνατότητα τετραήμερης εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ρύθμιση που αποτελεί καινοτομία υπέρ της ισορροπίας επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.

    Σε σχέση με τις αποδοχές υπερωρίας, ο νόμος ακολουθεί τη σταθερή νομολογία. Η ΑΠ 288/2018 έχει κρίνει ότι, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η εργασία κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα δεν αποτελεί αυτομάτως υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία. Συνιστά υπερωριακή απασχόληση μόνον εφόσον η ημερήσια εργασία υπερβαίνει το ανώτατο όριο του οκταώρου, οπότε και γεννάται αξίωση πρόσθετης αμοιβής. Οι προσαυξήσεις υπερεργασίας, υπερωρίας, νυχτερινών και αργιών απαλλάσσονται πλέον από ασφαλιστικές εισφορές, και η απαλλαγή επεκτείνεται σε προσαυξήσεις που χορηγούνται οικειοθελώς από τον εργοδότη ή προβλέπονται από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ).

    Τι αλλάζει στην οικειοθελή αποχώρηση και τη μονομερή βλαπτική μεταβολή;

    Η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης υποβάλλεται πλέον ηλεκτρονικά στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ μέσω ψηφιακά βεβαιωμένου εγγράφου, αποκλειστικά από τον εργαζόμενο. Η ρύθμιση αποκλείει πρακτικές εργοδοτών που, στο παρελθόν, ανήγγελλαν μονομερώς οικειοθελή αποχώρηση χωρίς τη γνώση ή τη βούληση του εργαζομένου.

    Στο πεδίο της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής, η νομολογία εξακολουθεί να εφαρμόζεται ενιαία. Κατά την ΑΠ 269/2020, σε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας ή κατάχρησης διευθυντικού δικαιώματος, η μεταβολή δεν επάγεται αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης. Παρέχονται διαζευκτικά στον εργαζόμενο τρία δικαιώματα: αποδοχή της μεταβολής (σιωπηρή τροποποίηση σύμβασης), θεώρηση της πράξης ως καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη με αξίωση αποζημίωσης, ή εμμονή στους αρχικούς όρους με προσφορά υπηρεσιών και αξίωση μισθών υπερημερίας σε περίπτωση μη αποδοχής. Η ρύθμιση κωδικοποιήθηκε στις σχετικές διατάξεις του Βιβλίου Πρώτου του ΚΕΔ και αποσαφηνίστηκε νομοθετικά με τον Ν. 5239/2025.

    Παράλληλα, ως προς την έγκυρη καταγγελία, η ΑΠ 860/2024 έκρινε ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη μόνον εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση ταυτόχρονα ή αυθημερόν. Κάθε καθυστέρηση, ακόμη και ολίγων ημερών, συνεπάγεται ακυρότητα, εκτός αν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη. Η ρύθμιση διατηρείται αμετάβλητη και μετά τον Ν. 5239/2025.

    Πώς ενοποιούνται οι πολιτικές βίας και παρενόχλησης;

    Με τον Ν. 5239/2025 συγχωνεύονται σε ενιαία πολιτική οι δύο μέχρι πρότινος ξεχωριστές υποχρεώσεις της επιχείρησης: η πρόληψη βίας και παρενόχλησης και η διαχείριση εσωτερικών καταγγελιών. Η ενοποίηση απλοποιεί τη συμμόρφωση, καθώς η επιχείρηση υιοθετεί πλέον μία ενιαία πολιτική αντί δύο.

    Το Υπουργείο Εργασίας έχει εκδώσει σχετικό υπόδειγμα πολιτικής κατ’ εξουσιοδότηση του ΚΕΔ. Οι επιχειρήσεις που διαθέτουν ήδη δύο ξεχωριστές πολιτικές οφείλουν να τις συγχωνεύσουν και να ενημερώσουν τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας, εφόσον υπάρχει.

    Πώς αναμορφώνεται η ψηφιακή κάρτα εργασίας;

    Εισάγεται η ευέλικτη προσέλευση εργαζομένων, με δυνατότητα ελαστικής σήμανσης της ψηφιακής κάρτας εντός ορισμένου χρονικού παραθύρου. Επιπλέον, θεσμοθετείται ο «χρόνος προετοιμασίας», δηλαδή ο χρόνος που ο εργαζόμενος αφιερώνει σε ετοιμασία πριν ή μετά την εργασία του, ο οποίος αναγνωρίζεται ρητά ως χρονικό σημείο σήμανσης.

    Καταργείται η υποχρέωση τήρησης στον χώρο εργασίας εντύπων όπως το βιβλίο αδειών, ο πίνακας προσωπικού και τα εκκαθαριστικά. Τα στοιχεία αυτά τηρούνται πλέον ψηφιακά στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και προσβάσιμα στους εργαζομένους μέσω της εφαρμογής myErgani.

    Ποιες αλλαγές επέρχονται σε υγεία και ασφάλεια στην εργασία;

    Στο Βιβλίο Τρίτο του ΚΕΔ ενισχύεται ο ρόλος των Επιτροπών Υγείας και Ασφάλειας Εργαζομένων (ΕΥΑΕ), μεταξύ άλλων με τη θεσμοθέτηση εκτάκτων συνεδριάσεων. Εισάγεται ρητή αναφορά στις συνθήκες εργασίας εργαζομένων με αναπηρία ή χρόνια πάθηση, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εργοδότη να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα πρόληψης και προστασίας.

    Τροποποιείται το πλαίσιο διάγνωσης και αναγγελίας επαγγελματικών ασθενειών. Διαφοροποιείται η υποχρέωση αναγγελίας εργατικών ατυχημάτων στις αστυνομικές αρχές, η οποία πλέον περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις σοβαρού τραυματισμού (που απαιτεί νοσηλεία) ή θανάτου. Παράλληλα, με τον Ν. 5239/2025 προβλέπεται η δημιουργία ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος για την ψηφιακή διαχείριση θεμάτων υγείας και ασφάλειας στην εργασία.

    Ποιες προστασίες προστίθενται για μητρότητα και γονεϊκή φροντίδα;

    Η ρύθμιση της ετήσιας άδειας αναδιαμορφώνεται με μεγαλύτερη ευελιξία στην κατάτμησή της. Η προστασία μητρότητας επεκτείνεται στις εργαζόμενες που υιοθετούν ή αναλαμβάνουν ως ανάδοχες τέκνο έως οκτώ ετών, καλύπτοντας ένα κενό που υφίστατο.

    Το επίδομα γονικής άδειας καθίσταται αφορολόγητο, ανεκχώρητο και ακατάσχετο, και δεν προσμετράται στο οικογενειακό εισόδημα. Το επίδομα κυοφορίας και λοχείας επεκτείνεται στις περιπτώσεις απασχόλησης σε περισσότερους του ενός εργοδότες, καλύπτοντας εργαζόμενες με πολλαπλή απασχόληση που έμεναν εκτός προστασίας.

    Τι κομίζει ο Ν. 5278/2026 για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας;

    Ο Ν. 5278/2026 (ΦΕΚ Α΄ 22/16.2.2026) τροποποιεί αποκλειστικά το Βιβλίο Δεύτερο του ΚΕΔ (Δίκαιο Συλλογικών Εργασιακών Σχέσεων), υλοποιώντας τη νομοθετική κατοχύρωση της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας. Στόχος είναι η αναβίωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η διεύρυνση του αριθμού εργαζομένων που καλύπτονται από κλαδικές ΣΣΕ. Οι βασικές μεταβολές συνοψίζονται ως εξής:

    ΘέμαΠροηγούμενο καθεστώςΝέα ρύθμιση (Ν. 5278/2026)
    Σύναψη κλαδικών ΣΣΕΜόνο πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες οργανώσειςΔυνατότητα συνυπογραφής και από τη ΓΣΕΕ (επικουρικά)
    Πεδίο εφαρμογής ΣΣΕΓενική αναφορά κλάδουΥποχρεωτική αναφορά σε ΚΑΔ
    Μετενέργεια όρων ΣΣΕΜόνο μισθολογικών όρωνΌλων των κανονιστικών όρων
    Επέκταση ΣΣΕΑυστηρά κριτήριαΑπλοποίηση κριτηρίων
    ΟΜΕΔΧωρίς ειδικό έλεγχο παραδεκτούΣύσταση Επιτροπής Ελέγχου Παραδεκτού
    Μη εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕΧωρίς ρητή κύρωσηΑναστολή δικαιωμάτων επέκτασης ΣΣΕ και προσφυγής σε ΟΜΕΔ

    Πρώτον, εισάγεται η επικουρική αρμοδιότητα της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ΓΣΕΕ να συνυπογράφει κλαδικές ΣΣΕ, κατόπιν πρόσκλησης πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας οργάνωσης. Η ρύθμιση αποσκοπεί στην κάλυψη κενών σε κλάδους όπου δεν υπάρχει ισχυρή κλαδική συνδικαλιστική εκπροσώπηση.

    Δεύτερον, οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν υποχρεωτικά αναφορά σε Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ), προσδιορίζοντας σαφώς το πεδίο εφαρμογής. Τρίτον, ενισχύεται η μετενέργεια των κανονιστικών όρων ΣΣΕ, δηλαδή η δεσμευτική ισχύς των όρων ακόμη και μετά τη λήξη της σύμβασης. Τέταρτον, διευκολύνεται η επέκταση ΣΣΕ, ρύθμιση που μπορεί να αυξήσει σημαντικά τον αριθμό καλυπτόμενων εργαζομένων.

    Πέμπτον, μεταρρυθμίζεται ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ): ενισχύεται ο έλεγχος παραδεκτού αιτήσεων μεσολάβησης και διαιτησίας και συστήνεται νέα Επιτροπή Ελέγχου Παραδεκτού. Αν η συνδικαλιστική οργάνωση δεν εγγραφεί ή δεν τηρεί επικαιροποιημένα τα στοιχεία της στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕΜΗΣΟΕ), αναστέλλονται τα δικαιώματά της να αιτηθεί επέκταση ΣΣΕ ή να προσφύγει σε μεσολάβηση και διαιτησία.

    Ποια νομολογία ενσωματώνει ο νέος Κώδικας;

    Το νέο νομοθετικό πλαίσιο ενσωματώνει τη νομολογία που έχει διαμορφωθεί για τα κρισιμότερα ζητήματα ατομικού και συλλογικού εργατικού δικαίου. Καμία ουσιαστική κρίση των ανώτατων δικαστηρίων δεν αλλοιώνεται από την κωδικοποίηση: αλλάζουν μόνο οι αριθμοί άρθρων στους οποίους παραπέμπει.

    Ως προς την καταχρηστικότητα της καταγγελίας, η ΟλΑΠ 3/2024 κατέστησε σαφές ότι η καταγγελία δεν θεωρείται καταχρηστική όταν βασίζεται σε πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων ή παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων, διότι κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης. Αντιστρόφως, ο εργαζόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει τα συγκεκριμένα περιστατικά εξαιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Η αρχή παραμένει πλήρως ισχύουσα και υπό τον νέο Κώδικα.

    Συμπληρωματικά, η ΑΠ 375/2025 επιβεβαίωσε ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.

    Νέο, αυστηρότερο πλαίσιο ελέγχου εισήγαγε η ΑΠ 830/2024 ως προς τις δεσμευτικές ρήτρες σε συμβάσεις εργασίας. Η απόφαση αφορούσε ρήτρα επιστροφής δαπανών εκπαίδευσης και διατύπωσε γενικότερα κριτήρια εφαρμοστέα και στις ρήτρες μη ανταγωνισμού, μέσω εφαρμογής των αρχών της αναλογικότητας (άρθρο 25 Συντάγματος) και της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Η τάση αυτή ενισχύθηκε με την ΑΠ 1183/2025, η οποία έκρινε ότι η έλλειψη συγκεκριμένου τοπικού περιορισμού και η απουσία οικονομικού ανταλλάγματος καθιστούν τη ρήτρα μετασυμβατικής μη ανταγωνισμού άκυρη, εκτός αν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος διαθέτει τις γνώσεις να απασχοληθεί σε άλλον κλάδο. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ΑΠ 1080/2025, η οποία αξιολογεί την αναλογικότητα ποινικής ρήτρας σε ρήτρες εχεμύθειας και απαγόρευσης ανταγωνισμού.

    Ποιες ενέργειες πρέπει να κάνει η επιχείρηση για συμμόρφωση;

    Η συμμόρφωση με τον νέο Κώδικα και τους τροποποιητικούς νόμους απαιτεί συντονισμένη επανεξέταση εσωτερικών εγγράφων, ψηφιακών διαδικασιών και πολιτικών HR. Δεν επαρκεί η απλή ενημέρωση: τα παλιά νομοθετήματα παραμένουν σε ισχύ ως κωδικοποιημένα κείμενα, αλλά οι αριθμοί άρθρων που τα αναφέρουν είναι πλέον αποσυνδεδεμένοι από την ισχύουσα κατάσταση.

    Αντιστοίχιση άρθρων σε εσωτερικά έγγραφα

    Κάθε σύμβαση εργασίας, εσωτερικός κανονισμός, πολιτική βίας και παρενόχλησης ή πολιτική προστασίας δεδομένων που παραπέμπει σε προγενέστερους νόμους (Ν. 4808/2021, Ν. 3850/2010, Ν. 1876/1990) χρειάζεται επικαιροποίηση με τους νέους αριθμούς άρθρων του ΚΕΔ. Οι πίνακες αντιστοιχίας στο τέλος του ΠΔ 62/2025 αποτελούν το κατάλληλο εργαλείο.

    Μετάβαση σε ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και myErgani

    Η μετάβαση στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, η Ψηφιακή Αναγγελία Έναρξης Εργασίας και η εφαρμογή myErgani αλλάζουν ριζικά τη διαχείριση προσωπικού. Επιχειρήσεις που εξακολουθούν να τηρούν χειρόγραφα βιβλία αδειών ή πίνακες προσωπικού σε έντυπη μορφή πρέπει να μεταβούν άμεσα στις ψηφιακές διαδικασίες. Η εφαρμογή myErgani παρέχει στους εργαζομένους πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία της εργασιακής τους σχέσης.

    Νέος τύπος αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης

    Η ηλεκτρονική αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης υποβάλλεται αποκλειστικά από τον εργαζόμενο μέσω ψηφιακά βεβαιωμένου εγγράφου. Ο εργοδότης δεν μπορεί πλέον να αναγγείλει μονομερώς οικειοθελή αποχώρηση. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, κρίσιμη είναι η αρχή της ΑΠ 269/2020: όταν προηγείται μονομερής βλαπτική μεταβολή, ο εργαζόμενος διατηρεί το διαζευκτικό δικαίωμα να θεωρήσει την αποχώρησή του ως καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη με αξίωση αποζημίωσης.

    Συλλογικές συμβάσεις και ΓΕΜΗΣΟΕ

    Επιχειρήσεις που δεσμεύονται από κλαδικές ΣΣΕ πρέπει να παρακολουθούν τις εξελίξεις, καθώς η διευκόλυνση επέκτασης και η μετενέργεια όλων των κανονιστικών όρων ενδέχεται να επεκτείνουν σημαντικά τις υποχρεώσεις. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο υποχρεωτικός προσδιορισμός των ΚΑΔ στις κλαδικές ΣΣΕ. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να ελέγξουν εάν οι ΚΑΔ τους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κάποιας κλαδικής σύμβασης, ιδίως αν δραστηριοποιούνται σε περισσότερους κλάδους.

    Όρια 13ώρου και υπερωρία στην εκ περιτροπής

    Η νέα δυνατότητα υπερωριακής απασχόλησης στο καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας (με προσαύξηση 40%) απαιτεί προσοχή ως προς την τήρηση του 11ώρου ημερήσιας ανάπαυσης και του εβδομαδιαίου ορίου. Κάθε υπέρβαση εκθέτει τον εργοδότη σε κυρώσεις από την Επιθεώρηση Εργασίας.

    Επικαιροποίηση εκτίμησης κινδύνου και αναγγελία ατυχημάτων

    Οι επιχειρήσεις πρέπει να επικαιροποιήσουν τις γραπτές εκτιμήσεις επαγγελματικού κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες υποχρεώσεις σχετικά με εργαζομένους με αναπηρία ή χρόνια πάθηση. Η αναγγελία εργατικών ατυχημάτων στις αστυνομικές αρχές περιορίζεται πλέον στις περιπτώσεις σοβαρού τραυματισμού (που απαιτεί νοσηλεία) ή θανάτου, ενώ η αναγγελία στο πληροφοριακό σύστημα της Επιθεώρησης Εργασίας εξακολουθεί να διέπεται από τις σχετικές εγκυκλίους.

    Συχνές Ερωτήσεις

    Πότε ισχύει ο Κώδικας Εργατικού Δικαίου;

    Ο Κώδικας Εργατικού Δικαίου τέθηκε σε ισχύ με τη δημοσίευση του ΠΔ 62/2025 στο ΦΕΚ Α΄ 121/11.7.2025. Οι τροποποιήσεις του Ν. 5239/2025 ισχύουν από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ Α΄ 178/17.10.2025, ενώ ο Ν. 5278/2026 από το ΦΕΚ Α΄ 22/16.2.2026. Η εφαρμογή είναι άμεση και οριζόντια σε όλους τους εργοδότες ιδιωτικού τομέα.

    Καταργήθηκαν οι παλαιοί νόμοι (Ν. 4808/2021, Ν. 3850/2010, Ν. 1876/1990);

    Οι ουσιαστικές διατάξεις των παλαιών νόμων ενσωματώθηκαν αυτούσιες στον Κώδικα Εργατικού Δικαίου, χωρίς αλλαγή περιεχομένου. Οι νόμοι ως ξεχωριστά νομοθετικά κείμενα έπαψαν να ισχύουν αυτοτελώς και κάθε αναφορά σε αυτούς πρέπει να αντιστοιχηθεί στα νέα άρθρα του ΚΕΔ μέσω των πινάκων αντιστοιχίας του ΠΔ 62/2025.

    Επιτρέπεται 13ωρη απασχόληση σε έναν εργοδότη χωρίς συναίνεση του εργαζομένου;

    Όχι. Η δυνατότητα 13ώρου ημερησίως απαιτεί συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Πρέπει επιπλέον να τηρείται το ελάχιστο όριο 11ώρης ημερήσιας ανάπαυσης και τα εβδομαδιαία όρια χρόνου εργασίας. Παράβαση των ορίων ανάπαυσης συνεπάγεται κυρώσεις από την Επιθεώρηση Εργασίας και ενδεχόμενη ακυρότητα της συμφωνίας ως προς το επιπλέον ωράριο.

    Τι σημαίνει ότι η οικειοθελής αποχώρηση υποβάλλεται μόνο από τον εργαζόμενο;

    Σημαίνει ότι ο εργοδότης δεν μπορεί πλέον να καταχωρίσει μονομερώς οικειοθελή αποχώρηση στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ. Η αναγγελία γίνεται αποκλειστικά από τον εργαζόμενο μέσω ψηφιακά βεβαιωμένου εγγράφου. Πρακτικά εμποδίζονται καταχρηστικές πρακτικές αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης χωρίς τη βούληση του εργαζομένου, που στο παρελθόν απαιτούσαν δικαστική ακύρωση.

    Τι συνεπάγεται η ενιαία πολιτική βίας και παρενόχλησης;

    Η επιχείρηση υιοθετεί ένα μόνο κείμενο πολιτικής που καλύπτει τόσο την πρόληψη όσο και τη διαχείριση εσωτερικών καταγγελιών για βία και παρενόχληση στην εργασία. Επιχειρήσεις με δύο ξεχωριστά κείμενα οφείλουν να τα συγχωνεύσουν. Το Υπουργείο Εργασίας έχει εκδώσει υπόδειγμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση από επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν εξειδικευμένη πολιτική.

    Πότε ξεκινούν οι αλλαγές στον ΟΜΕΔ από τον Ν. 5278/2026;

    Οι αλλαγές στον ΟΜΕΔ ισχύουν από τη δημοσίευση του Ν. 5278/2026 στο ΦΕΚ Α΄ 22/16.2.2026. Η Επιτροπή Ελέγχου Παραδεκτού συστήνεται με τις προβλεπόμενες κατά νόμο διαδικασίες, ενώ η αναστολή δικαιωμάτων συνδικαλιστικών οργανώσεων που δεν εγγράφονται ή δεν επικαιροποιούν τα στοιχεία τους στο ΓΕΜΗΣΟΕ είναι άμεσης εφαρμογής.

    Πρακτικές Επισημάνσεις

    Άμεση αντιστοίχιση άρθρων: Κάθε εσωτερικό έγγραφο της επιχείρησης που παραπέμπει σε Ν. 4808/2021, Ν. 3850/2010 ή Ν. 1876/1990 χρειάζεται μετάβαση στους νέους αριθμούς άρθρων του ΚΕΔ. Καθυστέρηση δημιουργεί προβλήματα ερμηνείας και ενδεχόμενα ζητήματα κύρους εσωτερικών πολιτικών.

    Ψηφιακή πρόσληψη: Η μετάβαση στην Ψηφιακή Αναγγελία Έναρξης Εργασίας μέσω ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ είναι υποχρεωτική. Επιχειρήσεις χωρίς εσωτερική υποδομή πρέπει να εκπαιδεύσουν το προσωπικό HR ή να αναθέσουν τη διαδικασία σε εξωτερικό συνεργάτη.

    Ενιαία πολιτική βίας: Δύο ξεχωριστές πολιτικές (πρόληψη + καταγγελίες) πρέπει να συγχωνευθούν σε μία. Το Υπουργείο Εργασίας παρέχει υπόδειγμα. Η νέα πολιτική ενσωματώνεται στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας, εφόσον υπάρχει.

    Έλεγχος ΚΑΔ σε κλαδικές ΣΣΕ: Επιχειρήσεις με πολλαπλούς ΚΑΔ πρέπει να ελέγξουν αν εμπίπτουν σε νέες κλαδικές ΣΣΕ μετά τον Ν. 5278/2026. Ο υποχρεωτικός προσδιορισμός των ΚΑΔ στις ΣΣΕ μειώνει την αβεβαιότητα αλλά μπορεί να αποκαλύψει υπαγωγή σε σύμβαση που δεν είχε εντοπιστεί.

    Όρια 13ώρου και ανάπαυση: Συμφωνία 13ώρου ημερησίως ισχύει μόνο εφόσον τηρούνται όλα τα όρια ανάπαυσης (11ωρη ημερήσια, εβδομαδιαία). Καταγραφή της συμφωνίας στη σύμβαση και τήρηση αρχείου ωρών εργασίας στο ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ προστατεύει τον εργοδότη σε ελέγχους.

    ΓΕΜΗΣΟΕ για συνδικαλιστικές οργανώσεις: Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εργαζομένους της επιχείρησης πρέπει να είναι εγγεγραμμένες και ενημερωμένες στο ΓΕΜΗΣΟΕ. Διαφορετικά αναστέλλονται τα δικαιώματά τους σε επέκταση ΣΣΕ και προσφυγή στον ΟΜΕΔ, με συνέπειες για τη συλλογική διαπραγμάτευση στον κλάδο.

    Επικαιροποίηση πολιτικών HR με βάση τη νέα νομολογία: Η ΑΠ 830/2024 και ιδίως η ΑΠ 1183/2025 σχετικά με τις ρήτρες μη ανταγωνισμού επιβάλλουν αναθεώρηση των τυποποιημένων όρων σε συμβάσεις εργασίας. Ρήτρες χωρίς τοπικό περιορισμό ή χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα κινδυνεύουν να κριθούν άκυρες σε δικαστικό έλεγχο.

    Ενιαία πολιτική προς εργαζομένους με αναπηρία: Η ρητή αναφορά του Ν. 5239/2025 σε συνθήκες εργασίας εργαζομένων με αναπηρία ή χρόνια πάθηση επιβάλλει εξειδίκευση των μέτρων πρόληψης στη γραπτή εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου. Γενικές διατυπώσεις δεν επαρκούν.

    Επιχειρήσεις ψηφιακών πλατφορμών: Οι ειδικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που λειτουργούν ως ψηφιακές πλατφόρμες έναντι παρόχων υπηρεσιών συνδεδεμένων με συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου παραμένουν σε ισχύ μέσα στον ΚΕΔ. Ο χαρακτηρισμός της σχέσης ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης κρίνεται ad hoc και επηρεάζει το σύνολο των εργατικών υποχρεώσεων.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον Νέο Κώδικα Εργατικού Δικαίου.

    Φορολογική Ουδετερότητα Μετασχηματισμών (Ν. 5162/2024)

    Νομική υποστήριξη σε εταιρικούς μετασχηματισμούς και φορολογική ουδετερότητα - KSTLAW

    Μετασχηματισμός Επιχείρησης: Φόρος Υπεραξίας ή Απαλλαγή;

    Σε συντομία

    • Ο μετασχηματισμός είναι φορολογικά ουδέτερος όταν υπάγεται στο Μέρος Δ’ του Ν. 5162/2024, όπου η υπεραξία δεν φορολογείται κατά τη συντέλεση, αλλά μεταφέρεται λανθάνουσα και φορολογείται όταν πραγματοποιηθεί.
    • Καλύπτονται συγχωνεύσεις, διασπάσεις (κοινή, μερική, απόσχιση κλάδου), ανταλλαγές εταιρικών συμμετοχών, μετατροπές και εισφορά ατομικής επιχείρησης σε εταιρεία.
    • Η ουδετερότητα χάνεται σε τρεις περιπτώσεις: φοροαποφυγή ως κύριος σκοπός (άρθρο 56 παρ. 5), έξοδος των στοιχείων από την ελληνική φορολογική δικαιοδοσία, μη τήρηση της 24μηνης διακράτησης των τίτλων.
    • Ο νόμος κατήργησε το παλαιό κατακερματισμένο πλαίσιο (ν.δ. 1297/1972, Ν. 2166/1993, άρθρα 52 έως 56 ΚΦΕ) και λειτουργεί παράλληλα με το εταιρικό σκέλος του Ν. 4601/2019.

    Πότε είναι φορολογικά ουδέτερος ένας εταιρικός μετασχηματισμός;

    Ένας εταιρικός μετασχηματισμός είναι φορολογικά ουδέτερος όταν πληροί σωρευτικά τις προϋποθέσεις του Μέρους Δ’ του Ν. 5162/2024, δηλαδή:

    • η πράξη ανήκει στις καλυπτόμενες μορφές,
    • οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις έχουν φορολογική κατοικία στην Ελλάδα (ή εμπίπτουν στις διασυνοριακές περιπτώσεις του νόμου),
    • τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία παραμένουν συνδεδεμένα με φορολογική εγκατάσταση στην Ελλάδα και
    • η πράξη έχει βάσιμο εμπορικό λόγο.

    Τότε η υπεραξία δεν φορολογείται κατά τη συντέλεση.

    Η ουδετερότητα δεν είναι απαλλαγή χωρίς αντάλλαγμα. Είναι αναβολή. Τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται λόγω καθολικής ή μερικής διαδοχής καταχωρούνται στα βιβλία της λήπτριας εταιρείας με την ίδια φορολογική αξία που είχαν αμέσως πριν τον μετασχηματισμό στα βιβλία της εισφέρουσας (άρθρο 49). Η υπεραξία που ενυπάρχει διατηρείται λανθάνουσα και φορολογείται σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν πραγματοποιηθεί.

    Πρακτικά, η ερώτηση δεν είναι «τι είναι η ουδετερότητα» αλλά «εξασφαλίζει η συγκεκριμένη κίνηση την ουδετερότητα ή όχι». Η απάντηση κρίνεται με βάση το είδος της πράξης, τα πρόσωπα που συμμετέχουν, την τύχη των στοιχείων μετά τον μετασχηματισμό και την τεκμηρίωση του εμπορικού σκοπού.

    Ποιες πράξεις καλύπτει η ουδετερότητα του Ν. 5162/2024;

    Το Μέρος Δ’ εφαρμόζεται σε συγκεκριμένες μορφές αναδιοργάνωσης (άρθρο 47). Όταν στον μετασχηματισμό συμμετέχουν μόνο ημεδαπές επιχειρήσεις με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα και υπαγωγή στο ίδιο φορολογικό καθεστώς, το πεδίο εφαρμογής είναι ευθύ. Καλύπτονται επίσης διασυνοριακές περιπτώσεις, υπό προϋποθέσεις. Οι μορφές αντιστοιχούν στους εταιρικούς μετασχηματισμούς του Ν. 4601/2019.

    Μορφή μετασχηματισμούΤι περιλαμβάνει
    ΣυγχώνευσηΔι’ απορροφήσεως ή με ίδρυση νέας εταιρείας
    ΔιάσπασηΚοινή, μερική, καθώς και απόσχιση κλάδου
    Ανταλλαγή συμμετοχώνΑπόκτηση συμμετοχής με ανταλλαγή εταιρικών τίτλων
    ΜετατροπήΑλλαγή νομικής μορφής της εταιρείας
    Εισφορά ατομικής επιχείρησηςΕισφορά ατομικής επιχείρησης ή κοινοπραξίας σε υφιστάμενη ή νέα εταιρεία

    Η αντιστοίχιση με το εταιρικό δίκαιο είναι ουσιώδης καθώς, ως συγχώνευση, διάσπαση και μετατροπή, νοούνται οι μετασχηματισμοί όπως ορίζονται στον Ν. 4601/2019 (άρθρα 6, 54 και 104 αντίστοιχα). Αν η πράξη δεν εμπίπτει σε μία από αυτές τις μορφές, δεν τίθεται καν ζήτημα φορολογικής ουδετερότητας του Μέρους Δ’.

    Από ποιους φόρους απαλλάσσεται πρακτικά ο μετασχηματισμός;

    Η ουδετερότητα διασφαλίζεται με την απαλλαγή της λήπτριας εταιρείας από τον φόρο εισοδήματος κατά τον χρόνο συντέλεσης του μετασχηματισμού (άρθρο 50). Στην πράξη, η υπαγωγή παρέχει:

    1. μη φορολόγηση της υπεραξίας που προκύπτει από τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων,
    2. συνέχιση της φορολογικής αξίας των στοιχείων στα βιβλία της λήπτριας,
    3. μεταφορά φορολογικών ζημιών, αποθεματικών και προβλέψεων υπό προϋποθέσεις και
    4. συνέχιση των αποσβέσεων των παγίων χωρίς διακοπή (άρθρο 51).

    Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στις φορολογικές ζημίες, αφού δεν μεταφέρονται αυτόματα στη λήπτρια. Η Εγκύκλιος Ε.2088/2025 της ΑΑΔΕ θέτει προϋποθέσεις, ώστε η ζημία να μη λειτουργεί ως ανεξέλεγκτο φορολογικό πλεονέκτημα. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών, ιδίως της σειράς υποβολής των φορολογικών δηλώσεων εισφέρουσας και λήπτριας, καθορίζει αν η ζημία θα αναγνωριστεί ή θα χαθεί.

    Η ουδετερότητα δεν εξαφανίζει την περιουσιακή πραγματικότητα της πράξης. Οι υποχρεώσεις και τα χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάζεται ακολουθούν τη λήπτρια λόγω της καθολικής διαδοχής, ανεξάρτητα από τη φορολογική μεταχείριση της υπεραξίας.

    Πότε χάνεται η φορολογική ουδετερότητα;

    Η ουδετερότητα χάνεται, ολικά ή μερικά, σε τρεις περιπτώσεις: α) όταν ο μετασχηματισμός έχει ως κύριο σκοπό τη φοροαποφυγή, β) όταν τα στοιχεία εξέρχονται από την ελληνική φορολογική δικαιοδοσία και γ) όταν δεν τηρείται η περίοδος διακράτησης των τίτλων. Καθεμία από αυτές ανατρέπει αναδρομικά τη φορολογική μεταχείριση που φάνηκε αρχικά ευνοϊκή.

    Η ουδετερότητα διατηρείται ότανΗ ουδετερότητα χάνεται όταν
    Ο μετασχηματισμός έχει βάσιμο εμπορικό λόγο (αναδιάρθρωση, εξορθολογισμός)Κύριος ή ένας από τους κύριους σκοπούς είναι η φοροδιαφυγή ή φοροαποφυγή (άρθρο 56 παρ. 5)
    Τα εισφερόμενα στοιχεία παραμένουν σε φορολογική εγκατάσταση στην ΕλλάδαΤα στοιχεία αποχωρούν από την ελληνική φορολογική δικαιοδοσία
    Οι τίτλοι που αποκτά ο εισφέρων διακρατούνται για 24 μήνεςΟι τίτλοι μεταβιβάζονται πριν την πάροδο 24 μηνών (άρθρο 96)

    Ο ειδικός αντικαταχρηστικός κανόνας του άρθρου 56 παρ. 5 αίρει τα ευεργετήματα όταν η πράξη αποσκοπεί κυρίως σε φορολογικό όφελος. Η απουσία οικονομικά θεμιτών λόγων μπορεί να αποτελέσει τεκμήριο φοροαποφυγής. Επικουρικά, πέρα από τον ειδικό αυτό κανόνα, παραμένει εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας απαγόρευσης καταχρήσεων του άρθρου 39 του Ν. 5104/2024 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας).

    Η περίοδος διακράτησης των 24 μηνών είναι το σημείο που υποτιμάται συχνότερα. Η εμπειρία από υποθέσεις μετασχηματισμών δείχνει ότι η δέσμευση αυτή συχνά αιφνιδιάζει όσους σχεδιάζουν πώληση της εταιρείας ή είσοδο επενδυτή λίγο μετά την αναδιοργάνωση, αφού η πρόωρη μεταβίβαση των τίτλων ανατρέπει αναδρομικά τη φορολογική βάση στην οποία στηρίχθηκε ο μετασχηματισμός. Η αξιολόγηση του ορίζοντα εξόδου πρέπει να γίνεται πριν τον μετασχηματισμό.

    Πώς τεκμηριώνεται ο βάσιμος εμπορικός λόγος;

    Το βάρος τεκμηρίωσης του βάσιμου εμπορικού λόγου το φέρει η επιχείρηση που επιδιώκει την ουδετερότητα. Παραδεκτές αιτιολογίες αποτελούν η αναδιάρθρωση ομίλου, ο εξορθολογισμός της εταιρικής δομής, η συνένωση δραστηριοτήτων ή ο διαχωρισμός κλάδων για στρατηγικούς λόγους. Η τεκμηρίωση είναι κρίσιμη αν η Φορολογική Διοίκηση κινήσει έλεγχο αντικαταχρηστικότητας.

    Ο ελληνικός κανόνας ερμηνεύεται σε εναρμόνιση με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) επί της Οδηγίας 2009/133/ΕΚ για τις διασυνοριακές αναδιαρθρώσεις. Τρεις αποφάσεις οριοθετούν την εφαρμογή του:

    • Leur-Bloem (C-28/95): η φορολογική διοίκηση οφείλει να αξιολογεί την κάθε πράξη ανά υπόθεση, με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της και όχι με προκαθορισμένα γενικά κριτήρια.
    • Foggia (C-126/10): πράξη με πολλαπλούς σκοπούς, μεταξύ των οποίων και φορολογικοί, μπορεί να έχει βάσιμο εμπορικό λόγο, υπό την προϋπόθεση ότι οι φορολογικοί σκοποί δεν είναι κυρίαρχοι. Η εξοικονόμηση διοικητικού κόστους δεν αρκεί από μόνη της ως βάσιμος λόγος, αν αγνοούνται οι λοιποί σκοποί της πράξης.
    • Zwijnenburg (C-352/08): ο αντικαταχρηστικός κανόνας της Οδηγίας στοχεύει αποκλειστικά στους φόρους που η ίδια καλύπτει, δηλαδή στους φόρους εισοδήματος. Δεν θεμελιώνει άρνηση της ουδετερότητας όταν ο επιδιωκόμενος στόχος είναι η αποφυγή άλλου φόρου, όπως ο φόρος μεταβίβασης ακινήτων.

    Η διατύπωση του εμπορικού λόγου απαιτεί σύνδεση της αναδιοργάνωσης με συγκεκριμένη επιχειρηματική ανάγκη, με τρόπο που να αντέχει στον έλεγχο. Η εμπειρία από υποθέσεις ελέγχου δείχνει ότι ο φάκελος τεκμηρίωσης κρίνεται πειστικός όταν προϋπάρχει της πράξης και αποτυπώνεται στις εταιρικές αποφάσεις, όχι όταν συντάσσεται εκ των υστέρων ως απάντηση στον έλεγχο.

    Τι ισχύει για διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εντός ΕΕ;

    Η φορολογική ουδετερότητα εκτείνεται και σε διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εντός ΕΕ, σε εναρμόνιση με την Οδηγία 2009/133/ΕΚ και την Οδηγία 2019/2121/ΕΕ για τις διασυνοριακές μετατροπές, συγχωνεύσεις και διασπάσεις (άρθρα 53 και 54). Βασική προϋπόθεση είναι να παραμείνουν τα εισφερόμενα στοιχεία συνδεδεμένα με μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα.

    Η λογική είναι ότι η ουδετερότητα προϋποθέτει τη διατήρηση του δικαιώματος του ελληνικού κράτους να φορολογήσει τη λανθάνουσα υπεραξία κάποια στιγμή στο μέλλον. Όταν τα στοιχεία αποσυνδέονται από την ελληνική φορολογική εγκατάσταση, το δικαίωμα αυτό χάνεται και η ουδετερότητα δεν παρέχεται. Για τον φορολογικό κάτοικο Ελλάδας μέτοχο ή μεριδιούχο εταιρείας, ο νόμος ρυθμίζει ειδικά τη φορολόγηση σε περίπτωση διασυνοριακού μετασχηματισμού (άρθρο 55).

    Πώς συνδέεται ο Ν. 5162/2024 με τον Ν. 4601/2019;

    Κάθε μετασχηματισμός εξετάζεται υπό δύο διακριτά πρίσματα. Το εταιρικό σκέλος (Ν. 4601/2019) ρυθμίζει τη διαδικασία (πχ αποφάσεις των οργάνων, σχέδιο σύμβασης, έλεγχο νομιμότητας, δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ). Το φορολογικό σκέλος (Ν. 5162/2024) ρυθμίζει τη μεταχείριση (πχ αξιολόγηση της πράξης, φορολογική ουδετερότητα, έλεγχο αντικαταχρηστικότητας). Οι δύο νόμοι αλληλοσυμπληρώνονται.

    Πριν τον Ν. 5162/2024, το φορολογικό σκέλος ρυθμιζόταν αποσπασματικά από παλαιότερες διατάξεις. Ο νέος νόμος κατήργησε το ν.δ. 1297/1972, τα άρθρα 1 έως 4 του Ν. 2166/1993, το Κεφάλαιο Α’ του Ν. 2578/1998 και τα άρθρα 52 έως 56 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

    Παράλληλα, παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις του Ν. 4935/2022 για κίνητρα συνεργασιών και μετασχηματισμών, που λειτουργούν με διαφορετική λογική, τη μείωση συντελεστή φόρου. Δεν είναι απόλυτο ότι εφαρμόζονται σωρευτικά με τις απαλλαγές του Ν. 5162/2024. Η επιλογή του εφαρμοστέου καθεστώτος για κάθε συγκεκριμένη κίνηση απαιτεί νομική κρίση ανά υπόθεση.

    Συχνές Ερωτήσεις

    Πληρώνεται φόρος υπεραξίας σε συγχώνευση εταιρειών;

    Όχι κατά τον χρόνο της συγχώνευσης, εφόσον η πράξη υπάγεται στο Μέρος Δ’ του Ν. 5162/2024. Η υπεραξία που προκύπτει δεν συνεπάγεται φορολογική υποχρέωση για τη λήπτρια εταιρεία. Μεταφέρεται λανθάνουσα και φορολογείται αργότερα, όταν τα στοιχεία πραγματικά μεταβιβαστούν.

    Μεταφέρονται οι φορολογικές ζημίες στη λήπτρια εταιρεία;

    Όχι αυτόματα. Η μεταφορά των φορολογικών ζημιών της εισφέρουσας τελεί υπό προϋποθέσεις που εξειδικεύει η Εγκύκλιος Ε.2088/2025. Απαιτείται, μεταξύ άλλων, να έχει προηγηθεί η υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος της εισφέρουσας για το τελευταίο έτος πριν τον μετασχηματισμό.

    Καλύπτει ο νόμος την εισφορά ατομικής επιχείρησης σε εταιρεία;

    Ναι. Το Μέρος Δ’ εφαρμόζεται και στην εισφορά ατομικής επιχείρησης ή κοινοπραξίας σε υφιστάμενη ή νέα εταιρεία του Ν. 4601/2019, υπό την προϋπόθεση ότι τόσο η εισφέρουσα ατομική επιχείρηση όσο και η λήπτρια εταιρεία είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας.

    Τι είναι η ασύμμετρη διάσπαση;

    Είναι η διάσπαση στην οποία τα εταιρικά μερίδια που λαμβάνουν οι μέτοχοι στις επωφελούμενες εταιρείες δεν αντιστοιχούν αναλογικά στα δικαιώματά τους στη διασπώμενη. Επιτρέπει τον διαχωρισμό κλάδων δραστηριότητας μεταξύ μετόχων με διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις. Η αντιμετώπισή της εξειδικεύεται στην Εγκύκλιο Ε.2088/2025.

    Ισχύει ακόμη το ν.δ. 1297/1972 ή ο Ν. 2166/1993;

    Όχι για νέους μετασχηματισμούς. Καταργήθηκαν από τον Ν. 5162/2024. Το Μέρος Δ’ εφαρμόζεται σε μετασχηματισμούς με σχέδια συμβάσεων ή εταιρικές αποφάσεις που δημοσιεύονται από τις 5 Δεκεμβρίου 2024. Μετασχηματισμοί που βρίσκονταν σε εξέλιξη πριν την ημερομηνία αυτή διέπονται από τις προϊσχύουσες διατάξεις.

    Πρακτικές Επισημάνσεις

    Έλεγχος υπαγωγής: η ουδετερότητα εξαρτάται από τη μορφή της πράξης, την ιδιότητα των συμμετεχόντων και την τύχη των στοιχείων. Ο χαρακτηρισμός μιας κίνησης ως «μετασχηματισμού» δεν αρκεί από μόνος του.

    Τεκμηρίωση εμπορικού λόγου: ο φάκελος που στηρίζει τον βάσιμο εμπορικό λόγο πρέπει να καταρτίζεται πριν την πράξη και να αποτυπώνεται στις εταιρικές αποφάσεις, ώστε να αντέχει σε έλεγχο αντικαταχρηστικότητας.

    Ορίζοντας 24 μηνών: τυχόν σχεδιασμός πώλησης ή εισόδου επενδυτή μετά τον μετασχηματισμό πρέπει να συνεκτιμά την υποχρέωση διακράτησης των τίτλων, η παραβίαση της οποίας ανατρέπει αναδρομικά τη φορολογική μεταχείριση.

    Διασυνοριακές κινήσεις: η διατήρηση των στοιχείων σε μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα είναι η προϋπόθεση που κρίνει αν ο διασυνοριακός μετασχηματισμός παραμένει ουδέτερος.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους εταιρικούς μετασχηματισμούς και τη φορολογική ουδετερότητα.

    GDPR Συμμόρφωση – Πρακτικός Οδηγός Επιχείρησης

    Νομική υποστήριξη σε ζητήματα GDPR & Επιχείρησης - KSTLAW

    Υποχρεώσεις Επιχειρήσεων για Προσωπικά Δεδομένα κατά τον ΓΚΠΔ και τον Ν. 4624/2019

    Συνοπτικά:

    • Κάθε επιχείρηση που επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα στην Ελλάδα υπόκειται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ) και στον εφαρμοστικό Ν. 4624/2019, με βάρος απόδειξης συμμόρφωσης (αρχή λογοδοσίας) στην ίδια.
    • Νομική βάση επεξεργασίας απαιτείται για κάθε πράξη (άρθρο 6 ΓΚΠΔ): συγκατάθεση, εκτέλεση σύμβασης ή έννομο συμφέρον με τεκμηριωμένη στάθμιση.
    • Τα δικαιώματα των υποκειμένων (πρόσβαση, διαγραφή, εναντίωση) ικανοποιούνται εντός μηνός. Η ΑΠΔΠΧ έχει επιβάλει πρόστιμο 220.000 ευρώ για καθυστέρηση (απόφαση 1/2025).
    • Ορισμός DPO είναι υποχρεωτικός σε τρεις περιπτώσεις (άρθρο 37 ΓΚΠΔ). Παραβίαση δεδομένων γνωστοποιείται σε 72 ώρες (άρθρο 33).
    • Πρόστιμα έως 20 εκατ. ευρώ ή 4% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών. Η ΑΠΔΠΧ εφαρμόζει ενεργά τις κυρώσεις και τα δικαστικά πρόστιμα έχουν αντέξει σε δικαστικό έλεγχο (ΣτΕ 657/2025 και ΣτΕ 660/2025).

    Ποιες είναι οι βασικές υποχρεώσεις επιχείρησης κατά τον ΓΚΠΔ;

    Κάθε επιχείρηση οφείλει να ορίζει νομική βάση επεξεργασίας, να τηρεί τις έξι αρχές του άρθρου 5 ΓΚΠΔ, να ικανοποιεί τα δικαιώματα των υποκειμένων εντός μηνός, να γνωστοποιεί τυχόν παραβιάσεις σε 72 ώρες και να αποδεικνύει εγγράφως τη συμμόρφωσή της (αρχή λογοδοσίας). Οι υποχρεώσεις αυτές ισχύουν ανεξαρτήτως μεγέθους.

    Ο ΓΚΠΔ εφαρμόζεται άμεσα σε κάθε επιχείρηση εντός ΕΕ που επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα, αλλά και σε επιχειρήσεις εκτός ΕΕ που στοχεύουν αγορά ή υποκείμενα στην ΕΕ (άρθρο 3 ΓΚΠΔ – εδαφική εφαρμογή). Στην ελληνική έννομη τάξη συμπληρώνεται από τον Ν. 4624/2019, τις κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (EDPB) και τις αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

    Οι έξι αρχές του άρθρου 5 ΓΚΠΔ συγκροτούν το ουσιαστικό περιεχόμενο της υποχρέωσης συμμόρφωσης: νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια· περιορισμός σκοπού· ελαχιστοποίηση δεδομένων· ακρίβεια· περιορισμός περιόδου αποθήκευσης· ακεραιότητα και εμπιστευτικότητα. Η αρχή της λογοδοσίας (άρθρο 5 παρ. 2) επιφορτίζει τον υπεύθυνο επεξεργασίας με το βάρος απόδειξης ότι τηρεί όλα τα παραπάνω.

    Για το θεμέλιο της ευθύνης, το ΔΕΕ στην υπόθεση C-807/21 (Deutsche Wohnen, 5.12.2023) έκρινε ότι η επιβολή προστίμου σε νομικό πρόσωπο δεν προϋποθέτει τον εντοπισμό συγκεκριμένου φυσικού προσώπου που υπέπεσε στην παράβαση. Αρκεί η διαπίστωση ότι η επιχείρηση ενήργησε με δόλο ή αμέλεια. Πρακτική συνέπεια: η επιχείρηση δεν μπορεί να μετακυλίσει την ευθύνη σε επιμέρους εργαζόμενο – φέρει συστημική ευθύνη για τη συμμόρφωση.

    Σε ποιες νομικές βάσεις στηρίζεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων;

    Κάθε πράξη επεξεργασίας απαιτεί τουλάχιστον μία από τις έξι νομικές βάσεις του άρθρου 6 ΓΚΠΔ. Στο επιχειρηματικό περιβάλλον κρίσιμες είναι τρεις: η συγκατάθεση του υποκειμένου, η αναγκαιότητα για εκτέλεση σύμβασης και το έννομο συμφέρον του υπευθύνου επεξεργασίας. Η επιλογή λάθος βάσης συνιστά αυτοτελή παράβαση και ακυρώνει τη νομιμότητα της επεξεργασίας.

    Συγκατάθεση και εκτέλεση σύμβασης

    Η συγκατάθεση (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. α) απαιτεί ελεύθερη, ρητή, ειδική και εν πλήρει γνώσει δήλωση του υποκειμένου (άρθρο 7 ΓΚΠΔ). Σε εργασιακό πλαίσιο, η ανισορροπία δύναμης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου θέτει σε αμφισβήτηση τον ελεύθερο χαρακτήρα της – για αυτόν τον λόγο σπανίως αποτελεί κατάλληλη βάση για τη διαχείριση δεδομένων εργαζομένων. Η εκτέλεση σύμβασης (στοιχ. β) καλύπτει τα δεδομένα που είναι αντικειμενικά αναγκαία για την παροχή της υπηρεσίας ή του προϊόντος, όχι τα συμπληρωματικά δεδομένα marketing ή ανάλυσης.

    Έννομο συμφέρον και ειδικές κατηγορίες

    Το έννομο συμφέρον (στοιχ. στ) επιτρέπει επεξεργασία αν τα συμφέροντα του υπευθύνου ή τρίτου υπερτερούν των δικαιωμάτων του υποκειμένου. Η στάθμιση αυτή τεκμηριώνεται εγγράφως («legitimate interest assessment», LIA) και λαμβάνει υπόψη τη φύση των δεδομένων, τις εύλογες προσδοκίες του υποκειμένου και τα μέτρα προστασίας. Χωρίς τεκμηριωμένη LIA, η επίκληση εννόμου συμφέροντος ως νομικής βάσης είναι ευάλωτη σε προσβολή.

    Τα δεδομένα ειδικών κατηγοριών (άρθρο 9 ΓΚΠΔ) – υγείας, βιομετρικά, γενετικά, πολιτικών φρονημάτων, σεξουαλικού προσανατολισμού – υπόκεινται σε καθεστώς κατ’ αρχήν απαγόρευσης. Επεξεργάζονται μόνο εφόσον συντρέχει εξαίρεση του άρθρου 9 παρ. 2. Ο Ν. 4624/2019 (άρθρα 22–27) επιβάλλει πρόσθετες προϋποθέσεις, ιδίως για γενετικά δεδομένα και δεδομένα υγείας στον ασφαλιστικό τομέα. Πολλές επιχειρήσεις επεξεργάζονται ευαίσθητα δεδομένα χωρίς να το αντιλαμβάνονται – ενδεικτικά, βιομετρικός έλεγχος πρόσβασης ή διαχείριση αναρρωτικών αδειών εμπίπτει στο άρθρο 9.

    Ποια δικαιώματα έχουν τα υποκείμενα και ποιες οι προθεσμίες απάντησης;

    Τα φυσικά πρόσωπα διαθέτουν δικαιώματα πρόσβασης, διόρθωσης, διαγραφής, περιορισμού επεξεργασίας, φορητότητας δεδομένων και εναντίωσης (άρθρα 15–22 ΓΚΠΔ). Η επιχείρηση οφείλει να απαντά εντός ενός μηνός, με δυνατότητα παράτασης δύο ακόμη μηνών για σύνθετες περιπτώσεις. Η εμπρόθεσμη ανταπόκριση δεν είναι τυπική υποχρέωση – η ΑΠΔΠΧ τη θεωρεί ουσιώδη και επιβάλλει βαριά πρόστιμα για παραβιάσεις.

    Στη νομολογία του ΔΕΕ, η υπόθεση C-154/21 (Österreichische Post, 12.1.2023) έκρινε ότι κατά την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης, το υποκείμενο δικαιούται να λάβει πληροφορίες για τους συγκεκριμένους αποδέκτες στους οποίους διαβιβάστηκαν τα δεδομένα του, και όχι απλώς για κατηγορίες αποδεκτών. Η συνέπεια είναι πρακτική: οι επιχειρήσεις οφείλουν να τηρούν αναλυτικά αρχεία διαβιβάσεων ονομαστικά, ώστε να μπορούν να απαντούν με πληρότητα.

    Η ελληνική νομολογιακή πρακτική επιβεβαιώνει την έμφαση στην εμπρόθεσμη ικανοποίηση. Η ΑΠΔΠΧ με την απόφαση 1/2025 επέβαλε πρόστιμο 220.000 ευρώ σε συστημική τράπεζα για σοβαρές καθυστερήσεις στην ικανοποίηση αιτημάτων πρόσβασης. Η ΑΠΔΠΧ 30/2024 επέβαλε πρόστιμο 1.400 ευρώ σε δικηγόρο που δεν επέστρεψε έγγραφα πελάτη και δεν συνεργάστηκε με την Αρχή – υπενθύμιση ότι η εποπτεία αφορά και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.

    Πότε υποχρεούται η επιχείρηση να ορίσει DPO;

    Ο ορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (Data Protection Officer, DPO) είναι υποχρεωτικός σε τρεις περιπτώσεις του άρθρου 37 ΓΚΠΔ: (i) όταν η επεξεργασία διενεργείται από δημόσια αρχή, (ii) όταν οι βασικές δραστηριότητες της επιχείρησης απαιτούν τακτική και συστηματική παρακολούθηση υποκειμένων σε μεγάλη κλίμακα, και (iii) όταν συνίστανται στην επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα.

    Η έννοια της «μεγάλης κλίμακας» δεν ορίζεται ποσοτικά στον Κανονισμό. Το EDPB (πρώην WP29) αναφέρει ως κριτήρια τον αριθμό υποκειμένων, τον όγκο δεδομένων, τη διάρκεια της επεξεργασίας και τη γεωγραφική έκταση. Ενδεικτικά, νοσοκομεία, ασφαλιστικές, ραδιοτηλεοπτικοί φορείς, πάροχοι τηλεπικοινωνιών και πλατφόρμες μεγάλων e-shops θεωρούνται κατά κανόνα ως δραστηριότητες μεγάλης κλίμακας. Μικρομεσαία επιχείρηση που διαχειρίζεται απλά πελατολόγιο δεν εμπίπτει.

    Ο ρόλος του DPO είναι συμβουλευτικός και εποπτικός, χωρίς προσωπική ευθύνη για τη μη συμμόρφωση – η ευθύνη παραμένει στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Ο Ν. 4624/2019 (άρθρο 6) εξειδικεύει τις προϋποθέσεις ορισμού DPO σε δημόσιους φορείς. Η ΑΠΔΠΧ με την απόφαση 43/2024 επέβαλε πρόστιμο 50.000 ευρώ σε Υπουργείο για μη ορισμό DPO και μη συνεργασία με την Αρχή. Ακόμη και όταν ο ορισμός δεν είναι υποχρεωτικός, εθελοντικός ορισμός εσωτερικού ή εξωτερικού DPO διευκολύνει σημαντικά την τεκμηρίωση συμμόρφωσης.

    Πότε απαιτείται DPIA και πότε σύμβαση επεξεργασίας με τρίτους;

    Εκτίμηση Αντικτύπου (DPIA) απαιτείται όταν η επεξεργασία ενδέχεται να δημιουργήσει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες φυσικών προσώπων (άρθρο 35 ΓΚΠΔ). Σύμβαση επεξεργασίας (DPA) απαιτείται όποτε η επιχείρηση αναθέτει σε τρίτο επεξεργασία προσωπικών δεδομένων (άρθρο 28 παρ. 3). Παράλειψη οποιουδήποτε από τα δύο συνιστά αυτοτελή παράβαση.

    DPIA: πότε ενεργοποιείται και τι περιλαμβάνει

    Ενδεικτικές περιπτώσεις υποχρέωσης DPIA: (i) συστηματική αξιολόγηση προσωπικών πτυχών (profiling) με αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων, (ii) μεγάλης κλίμακας επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων, (iii) συστηματική παρακολούθηση δημόσια προσβάσιμων χώρων (π.χ. βιντεοεπιτήρηση), και (iv) χρήση νέων τεχνολογιών με αβέβαιο προφίλ κινδύνου, όπως συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για επεξεργασία δεδομένων υπαλλήλων ή πελατών. Η ΑΠΔΠΧ έχει δημοσιεύσει τυπικό κατάλογο πράξεων που απαιτούν DPIA.

    Το DPIA περιλαμβάνει συστηματική περιγραφή της επεξεργασίας, αξιολόγηση αναγκαιότητας και αναλογικότητας, εκτίμηση κινδύνων για τα υποκείμενα και προβλεπόμενα μέτρα μετριασμού. Όταν τα μέτρα δεν επαρκούν, η επιχείρηση οφείλει να ζητήσει προηγούμενη διαβούλευση από την ΑΠΔΠΧ (άρθρο 36 ΓΚΠΔ) πριν ξεκινήσει την επεξεργασία.

    Σχέσεις controller – processor και κίνδυνος joint controllership

    Ο υπεύθυνος επεξεργασίας (controller) καθορίζει σκοπούς και μέσα. Ο εκτελών (processor) ενεργεί κατ’ εντολή του. Στις σύγχρονες σχέσεις cloud, SaaS, μισθοδοσίας και marketing, η διάκριση δεν είναι πάντοτε ευχερής. Το ΔΕΕ στην υπόθεση C-683/21 (Nacionalinis visuomenės sveikatos centras, 5.12.2023) αποσαφήνισε ότι η ιδιότητα του από κοινού υπευθύνου επεξεργασίας («joint controller») προκύπτει ακόμη και χωρίς τυπική συμφωνία ή κοινή απόφαση, αρκεί τα μέρη να ασκούν από κοινού επιρροή στην επεξεργασία.

    Παράλληλα, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο υπεύθυνος δεν ευθύνεται για πράξεις του εκτελούντος που γίνονται για ίδιους σκοπούς του, πέραν των εντολών του υπευθύνου – ο εκτελών καθίσταται τότε ο ίδιος υπεύθυνος επεξεργασίας (άρθρο 28 παρ. 10 ΓΚΠΔ). Η σύμβαση επεξεργασίας πρέπει να ρυθμίζει αντικείμενο, διάρκεια, φύση και σκοπό, τύπο δεδομένων, μέτρα ασφαλείας και υποχρεώσεις του εκτελούντος. Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η DPA με παρόχους λογισμικού ως υπηρεσίας (SaaS), cloud hosting, μισθοδοσίας και εξωτερικών λογιστών.

    Πώς γίνεται η γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων εντός 72 ωρών;

    Σε περίπτωση παραβίασης («data breach»), ο υπεύθυνος επεξεργασίας γνωστοποιεί το περιστατικό στην ΑΠΔΠΧ εντός 72 ωρών από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση (άρθρο 33 ΓΚΠΔ), εκτός αν η παραβίαση δεν ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τα δικαιώματα των υποκειμένων. Αν ο κίνδυνος είναι υψηλός, ανακοινώνεται και στα ίδια τα υποκείμενα (άρθρο 34). Ο υπολογισμός των 72 ωρών ξεκινά από την επίγνωση του περιστατικού, όχι από τη διεξοδική διερεύνησή του.

    Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει περιγραφή της φύσης της παραβίασης, κατηγορίες και κατά προσέγγιση αριθμό υποκειμένων και αρχείων, στοιχεία επικοινωνίας του DPO, περιγραφή πιθανών συνεπειών και των μέτρων που λήφθηκαν ή προτείνονται. Αν δεν είναι δυνατή η ταυτόχρονη παροχή όλων των πληροφοριών, η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει σταδιακά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

    Στη νομολογία του ΔΕΕ, η υπόθεση C-340/21 (Natsionalna agentsia za prihodite, 14.12.2023) καθόρισε τρία κρίσιμα σημεία: η απλή διαπίστωση παραβίασης δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει ευθύνη του υπευθύνου, ο φόβος του υποκειμένου για πιθανή κατάχρηση δεδομένων μετά από κυβερνοεπίθεση μπορεί να συνιστά ηθική βλάβη κατά το άρθρο 82 ΓΚΠΔ, και το βάρος απόδειξης της καταλληλότητας των τεχνικών και οργανωτικών μέτρων φέρει ο υπεύθυνος επεξεργασίας. Πρακτική συνέπεια: η ύπαρξη τεκμηριωμένου incident response plan και αυστηρών μέτρων κυβερνοασφάλειας δεν είναι προαιρετική – είναι μέρος της υπερασπίσιμης θέσης της επιχείρησης.

    Η ελληνική εμπειρία είναι σαφής: στην υπόθεση Cosmote (ΑΠΔΠΧ 4/2022), η Αρχή εξέτασε όχι μόνο την ίδια τη διαρροή αλλά και τη νομιμότητα τήρησης των αρχείων που διέρρευσαν και την επάρκεια των μέτρων ασφάλειας. Η γνωστοποίηση δεν αποτελεί απλώς διαδικαστική κίνηση – ανοίγει διεξοδικό έλεγχο της συνολικής συμμόρφωσης.

    Πώς ρυθμίζεται η διαβίβαση δεδομένων εκτός ΕΕ;

    Η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων εκτός ΕΕ/ΕΟΧ επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 44–49 ΓΚΠΔ. Οι κυριότεροι μηχανισμοί είναι:

    • απόφαση επάρκειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (άρθρο 45),
    • τυποποιημένες συμβατικές ρήτρες (Standard Contractual Clauses, SCCs, άρθρο 46 παρ. 2 στοιχ. γ΄), και
    • δεσμευτικοί εταιρικοί κανόνες (Binding Corporate Rules, BCRs, άρθρο 47).

    Μετά την απόφαση Schrems II (C-311/18, 16.7.2020), κάθε διαβίβαση που στηρίζεται σε SCCs πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση αντικτύπου της διαβίβασης (Transfer Impact Assessment, TIA), η οποία αξιολογεί αν η νομοθεσία της τρίτης χώρας παρέχει ουσιαστικά ισοδύναμη προστασία. Η TIA εξετάζει συγκεκριμένα τις εξουσίες πρόσβασης των τοπικών αρχών, την ύπαρξη δικαστικού ελέγχου και τα μέσα έννομης προστασίας για τα υποκείμενα.

    Για τις ΗΠΑ, ισχύει από 10.7.2023 το EU-US Data Privacy Framework, που λειτουργεί ως απόφαση επάρκειας για διαβιβάσεις σε πιστοποιημένους αμερικανικούς οργανισμούς. Δεν καλύπτει όλους τους αποδέκτες – ο πάροχος cloud πρέπει να είναι πραγματικά εγγεγραμμένος στο Framework, και η εγγραφή ελέγχεται. Για επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν cloud, CRM ή marketing tools με υποδομές εκτός ΕΕ, η ταυτοποίηση τόπου επεξεργασίας και ο μηχανισμός διαβίβασης αποτελούν προϋπόθεση συμμόρφωσης που τεκμηριώνεται γραπτώς.

    Ποιες κυρώσεις προβλέπει ο ΓΚΠΔ και πώς τις εφαρμόζει η ΑΠΔΠΧ;

    Ο ΓΚΠΔ προβλέπει διοικητικά πρόστιμα δύο βαθμίδων (άρθρο 83): έως 10.000.000 ευρώ ή 2% ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών για παραβάσεις οργανωτικής φύσεως, και έως 20.000.000 ευρώ ή 4% για παραβάσεις ουσιαστικής φύσεως. Επιπλέον, ο Ν. 4624/2019 (άρθρα 38–39) προβλέπει ποινικές κυρώσεις για σοβαρές παραβάσεις, και το άρθρο 82 ΓΚΠΔ θεμελιώνει αυτοτελή αστική αξίωση αποζημίωσης. Η ΑΠΔΠΧ εφαρμόζει ενεργά τις κυρώσεις, με σταθερή αύξηση των ποσών μετά το 2023.

    ΠαράβασηΑνώτατο πρόστιμο (άρθρο 83)Παράδειγμα ελληνικής νομολογίας
    Παραβίαση δικαιωμάτων υποκειμένων (άρθρα 12–22)20 εκατ. ευρώ ή 4% κύκλουΑΠΔΠΧ 1/2025: 220.000€ σε τράπεζα (καθυστέρηση πρόσβασης)
    Επεξεργασία χωρίς νομική βάση (άρθρο 6)20 εκατ. ευρώ ή 4% κύκλουΑΠΔΠΧ 25/2023: 210.000€ σε τράπεζα (23.259 πελάτες)
    Παράνομη διαβίβαση δεδομένων20 εκατ. ευρώ ή 4% κύκλουΑΠΔΠΧ 16/2024: 400.000€ σε Υπουργείο Εσωτερικών (διαρροή λίστας αποδήμων) + 40.000€ σε Ευρωβουλευτή
    Μη ορισμός DPO (άρθρο 37)10 εκατ. ευρώ ή 2% κύκλουΑΠΔΠΧ 43/2024: 50.000€ σε Υπουργείο
    Αζήτητη εμπορική επικοινωνία10 εκατ. ευρώ ή 2% κύκλουΑΠΔΠΧ 43/2025: 115.000€ σε ΗΡΩΝ + 35.000€ σε ICOMM (τηλεφωνικές κλήσεις)
    Παραβίαση δικαιώματος εναντίωσης10 εκατ. ευρώ ή 2% κύκλουΑΠΔΠΧ 8/2025: 45.000€ σε γραφείο γνωριμιών (spam SMS)
    Μη συνεργασία με την Αρχή10 εκατ. ευρώ ή 2% κύκλουΑΠΔΠΧ 30/2024: 1.400€ σε δικηγόρο (μη επιστροφή εγγράφων)

    Δύο ποιοτικές παρατηρήσεις προκύπτουν από τα παραπάνω. Πρώτον, η ΑΠΔΠΧ ελέγχει εξίσου μεγάλους ομίλους και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Η απόφαση 30/2024 (πρόστιμο σε μεμονωμένο δικηγόρο) δείχνει ότι κανένα όριο μεγέθους δεν αποτελεί ασπίδα. Δεύτερον, τα δικαστικά πρόστιμα έχουν αντέξει σε δικαστικό έλεγχο: το ΣτΕ με τις αποφάσεις 657/2025, 659/2025 και 660/2025 απέρριψε τις αιτήσεις ακύρωσης των προστίμων Ασημακοπούλου και των δύο στελεχών της ΝΔ από την υπόθεση 16/2024, κρίνοντας ότι το νομοθετικό πλαίσιο και η αιτιολογία της Αρχής ήταν επαρκή. Παράλληλα ακύρωσε το πρόστιμο 40.000€ προς το ίδιο το κόμμα της ΝΔ, αναγνωρίζοντας ότι η Αρχή πρέπει να τεκμηριώνει επαρκώς την αιτιότητα μεταξύ νομικού προσώπου και διαρροής. Η εικόνα είναι ότι ο δικαστικός έλεγχος είναι ουσιαστικός αλλά όχι ευνοϊκός για τους αμελείς.

    Συχνές ερωτήσεις

    Υπόκειται στον ΓΚΠΔ και η μικρή ατομική επιχείρηση;

    Ναι. Ο ΓΚΠΔ δεν προβλέπει εξαίρεση μεγέθους. Μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση είναι ότι επιχειρήσεις με λιγότερους από 250 εργαζομένους εξαιρούνται από την υποχρέωση τήρησης αρχείων δραστηριοτήτων του άρθρου 30, αλλά μόνο αν η επεξεργασία είναι περιστασιακή και δεν αφορά ευαίσθητα δεδομένα. Στην πράξη, η εξαίρεση αυτή σπάνια εφαρμόζεται, καθώς σχεδόν κάθε επιχείρηση επεξεργάζεται τακτικά δεδομένα εργαζομένων και πελατών.

    Ποια έγγραφα συμμόρφωσης πρέπει να τηρεί υποχρεωτικά μια επιχείρηση;

    Κατ’ ελάχιστον: αρχείο δραστηριοτήτων επεξεργασίας (άρθρο 30), πολιτική απορρήτου ορατή στους ιστότοπους, συμβάσεις επεξεργασίας (DPA) με κάθε εξωτερικό συνεργάτη που αποκτά πρόσβαση σε δεδομένα, στάθμιση εννόμου συμφέροντος όπου αυτή χρησιμοποιείται ως νομική βάση, και πρωτόκολλο αντιμετώπισης παραβιάσεων. Όταν συντρέχει υψηλός κίνδυνος, προστίθεται DPIA. Η τεκμηρίωση δεν είναι γραφειοκρατική επιβάρυνση – είναι το μέσο με το οποίο η επιχείρηση αποδεικνύει συμμόρφωση σε έλεγχο.

    Τι κίνδυνο διατρέχει η επιχείρηση που χρησιμοποιεί cloud πάροχο εκτός ΕΕ;

    Διπλό κίνδυνο: αφενός παραβίαση των άρθρων 44–49 ΓΚΠΔ αν δεν υπάρχει κατάλληλος μηχανισμός διαβίβασης (απόφαση επάρκειας, SCCs με TIA, ή BCRs), αφετέρου ευθύνη για ανεπαρκή επιλογή εκτελούντος (άρθρο 28). Συνέπεια: η επιχείρηση πρέπει να ελέγχει τη γεωγραφική τοποθεσία των διακομιστών του παρόχου, να συνάπτει DPA με ρήτρες SCCs ή να επιλέγει παρόχους εγγεγραμμένους στο EU-US Data Privacy Framework, και να τηρεί τεκμηρίωση της επιλογής της.

    Τι ισχύει για τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης σε προσωπικά δεδομένα;

    Η χρήση συστήματος τεχνητής νοημοσύνης για επεξεργασία προσωπικών δεδομένων ενεργοποιεί παράλληλη εφαρμογή ΓΚΠΔ και του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689 (AI Act). Προϋποθέτει νομική βάση κατά το άρθρο 6, σύμβαση επεξεργαστή με τον AI provider κατά το άρθρο 28, έλεγχο τόπου επεξεργασίας, και κατά κανόνα DPIA όταν η επεξεργασία περιλαμβάνει αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων ή profiling. Η αλληλεπικάλυψη των δύο πλαισίων απαιτεί ξεχωριστή νομική ανάλυση πριν την υιοθέτηση κάθε εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης που επεξεργάζεται δεδομένα πελατών ή υπαλλήλων.

    Πρακτικές Επισημάνσεις

    Χαρτογράφηση δεδομένων ως πρώτο βήμα: Καμία πολιτική και κανένα μέτρο δεν εφαρμόζεται στοχευμένα χωρίς πλήρη καταγραφή κατηγοριών δεδομένων που συλλέγει, αποθηκεύει και διαβιβάζει η επιχείρηση. Η χαρτογράφηση τροφοδοτεί το αρχείο δραστηριοτήτων του άρθρου 30 και προσδιορίζει πού απαιτείται DPIA ή DPA.

    Στάθμιση εννόμου συμφέροντος εγγράφως: Η επίκληση εννόμου συμφέροντος ως νομικής βάσης χωρίς γραπτή LIA είναι ευάλωτη σε προσβολή. Η LIA τεκμηριώνει σε τρία βήματα: σκοπός, αναγκαιότητα, στάθμιση δικαιωμάτων υποκειμένου.

    DPA με κάθε εξωτερικό συνεργάτη: Λογιστής, μισθοδοσία, hosting, CRM, marketing tools, AI providers – κάθε τρίτος που αποκτά πρόσβαση σε δεδομένα πρέπει να έχει υπογράψει σύμβαση επεξεργασίας σύμφωνη με το άρθρο 28 ΓΚΠΔ. Η ευθύνη του υπευθύνου επεξεργασίας περιλαμβάνει την επαρκή επιλογή και τον έλεγχο του εκτελούντος.

    Πρωτόκολλο 72 ωρών έτοιμο εκ των προτέρων: Η επιχείρηση χρειάζεται γραπτό incident response plan με ρόλους, κανάλια ειδοποίησης, κριτήρια αξιολόγησης σοβαρότητας και πρότυπο γνωστοποίησης προς ΑΠΔΠΧ. Στις 72 ώρες δεν υπάρχει χρόνος αυτοσχεδιασμού.

    Επικάλυψη με Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων και άλλα compliance regimes: Οι υποχρεώσεις GDPR συνυπάρχουν με υποχρεώσεις AML, ΓΕΜΗ και τομεακές κανονιστικές διατάξεις. Η συμμόρφωση πρέπει να σχεδιάζεται ολοκληρωμένα, όχι σε σιλό, ώστε τα ίδια δεδομένα να μην τυγχάνουν αντιφατικής διαχείρισης.

    Εκπαίδευση προσωπικού ως μέτρο πρόληψης: Η πλειονότητα των παραβιάσεων προέρχεται από ανθρώπινο σφάλμα – λάθος αποδέκτης email, χρήση προσωπικού USB, αδυναμία αναγνώρισης phishing. Τακτική εκπαίδευση είναι μέτρο υψηλής απόδοσης και τεκμηριώνει τη λήψη οργανωτικών μέτρων κατά την αξιολόγηση από την ΑΠΔΠΧ.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον GDPR.

    Τηλεργασία Ν. 4808/2021: Υποχρεώσεις & Όρια Εργοδότη

    Νομική υποστήριξη σε ζητήματα Τηλεργασίας & Επιχείρησης. - KSTLAW

    Πότε Και Πώς Θεσπίζει Τηλεργασία Νόμιμα Μια Επιχείρηση

    Εν συντομία:

    • Η τηλεργασία είναι καταρχήν οικειοθελής και συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Μονομερής επιβολή επιτρέπεται μόνο σε δύο περιπτώσεις που αφορούν την υγεία (άρθρο 67 παρ. 3 Ν. 4808/2021).
    • Η επιχείρηση οφείλει έγγραφη γνωστοποίηση όλων των όρων εντός οκτώ ημερών από την έναρξη (άρθρο 67 παρ. 5).
    • Οι δαπάνες τηλεργασίας βαρύνουν αναγκαστικά τον εργοδότη (ελάχιστα 28 ευρώ τον μήνα) και αποτελούν εκπιπτέα δαπάνη της επιχείρησης, χωρίς φόρο ή ασφαλιστικές εισφορές.
    • Το δικαίωμα αποσύνδεσης και η απαγόρευση χρήσης κάμερας για έλεγχο απόδοσης είναι υποχρεωτικοί όροι της σύμβασης τηλεργασίας.
    • Η μονομερής ανάκληση τηλεργασίας που είχε συμφωνηθεί ως αρχικός όρος ενδέχεται να κριθεί ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.

    Πότε επιλέγει η επιχείρηση τηλεργασία και πότε την επιβάλλει μονομερώς;

    Η επιχείρηση θεσπίζει τηλεργασία είτε κατά την πρόσληψη, ως αρχικό όρο της σύμβασης, είτε μεταγενέστερα με τροποποίησή της. Ο κανόνας είναι ο οικειοθελής χαρακτήρας (άρθρο 67 παρ. 2 του Ν. 4808/2021), ο οποίος απαιτεί συναίνεση και των δύο μερών. Μονομερής επιβολή επιτρέπεται μόνο σε δύο περιπτώσεις, οι οποίες αφορούν αποκλειστικά την υγεία.

    Η πρώτη εξαίρεση (άρθρο 67 παρ. 3 περ. α) επιτρέπει στον εργοδότη να επιβάλει τηλεργασία για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, όπως συνέβη κατά την πανδημία COVID-19. Προϋπόθεση είναι η έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης που διαπιστώνει τη συνδρομή των λόγων.

    Η δεύτερη εξαίρεση (άρθρο 67 παρ. 3 περ. β) λειτουργεί αντίστροφα. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος ζητά τηλεργασία όταν συντρέχει τεκμηριωμένος κίνδυνος της δικής του υγείας. Τα νοσήματα και οι αναπηρίες που στοιχειοθετούν τον κίνδυνο ορίζονται στην ΚΥΑ 105583/2022 (ΦΕΚ Β΄ 5747), η οποία ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2023. Σε διαφωνία, αρμόδια είναι η Επιθεώρηση Εργασίας.

    Πέρα από τις δύο παραπάνω περιπτώσεις, ο νόμος προβλέπει και ειδικότερες δυνατότητες. Κατά το άρθρο 31, εργαζόμενος με τέκνο έως δώδεκα ετών μπορεί να αιτηθεί τηλεργασία για λόγους φροντίδας, στο πλαίσιο της ισορροπίας επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.

    Η τηλεργασία μπορεί επίσης να διαταχθεί ως μέτρο προστασίας σε υποθέσεις βίας ή παρενόχλησης στην εργασία (άρθρο 19 Ν. 4808/2021). Η σωστή ταξινόμηση κάθε αιτήματος καθορίζει αν ο εργοδότης υποχρεούται να το ικανοποιήσει ή απλώς να το εξετάσει αιτιολογημένα.

    Τι πρέπει να ρυθμίζει η σύμβαση ή η γνωστοποίηση τηλεργασίας;

    Κάθε συμφωνία τηλεργασίας πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως. Κατά το άρθρο 67 παρ. 5, ο εργοδότης γνωστοποιεί στον εργαζόμενο τους πλήρεις όρους εντός οκτώ ημερών από την έναρξη. Η γνωστοποίηση μπορεί να είναι και ομαδική ως προς την επιχειρησιακή πολιτική, εξαιρουμένων των εξατομικευμένων όρων.

    Το υποχρεωτικό περιεχόμενο περιλαμβάνει τουλάχιστον τον τόπο παροχής, το ωράριο, τις ρυθμίσεις για το δικαίωμα αποσύνδεσης, τον παρεχόμενο εξοπλισμό, τα εργαλεία ελέγχου και παρακολούθησης, τα μέσα τεχνικής υποστήριξης και την ανάλυση των δαπανών. Η παράλειψη της γνωστοποίησης εκθέτει τον εργοδότη σε διοικητικές κυρώσεις.

    Η εμειρία από συμβάσεις ερασίας δείχνει ότι μια κρίσιμη πρόβλεψη, η οποία συχνά παραβλέπεται, είναι η τηλετοιμότητα, δηλαδή, η συμφωνία για τα χρονικά όρια διαθεσιμότητας και τις προθεσμίες ανταπόκρισης του εργαζομένου εκτός κανονικού ωραρίου. Η διατύπωση αυτού του όρου επιφέρει νομικές συνέπειες εφόσον, ανάλογα με το πόσο περιοριστική είναι η διαθεσιμότητα, ο χρόνος τηλετοιμότητας μπορεί να χαρακτηριστεί χρόνος εργασίας, με άμεση επίπτωση στο κόστος.

    Η ίδια η φύση της σχέσης ως εξαρτημένης εργασίας παραμένει αμετάβλητη στην τηλεργασία, καθώς η μετακίνηση του τόπου δεν αναιρεί το διευθυντικό δικαίωμα ούτε τις προστατευτικές διατάξεις.

    Ποιες δαπάνες βαρύνουν τον εργοδότη και πώς φορολογούνται;

    Κατά το άρθρο 67 παρ. 4, που θέτει κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ο εργοδότης αναλαμβάνει σε κάθε περίπτωση το κόστος που προκαλεί η τηλεργασία στον εργαζόμενο, δηλαδή το κόστος εξοπλισμού, τα τηλεπικοινωνιακά έξοδα, καθώς και τη συντήρηση και τη δαπάνη χρήσης του οικιακού χώρου. Αν ο εργαζόμενος χρησιμοποιεί δικό του εξοπλισμό, η σχετική δαπάνη μετακυλίεται στον εργοδότη.

    Η ΥΑ 98490/2021 καθόρισε τα ελάχιστα μηνιαία ποσά. Πρόκειται για κατώτατα όρια, ενώ η επιχείρηση μπορεί να συμφωνήσει υψηλότερα ποσά ή να παρέχει εξοπλισμό σε είδος.

    Κατηγορία δαπάνηςΕλάχιστο μηνιαίο ποσό
    Χρήση οικιακού χώρου εργασίας13 ευρώ
    Τηλεπικοινωνίες10 ευρώ
    Συντήρηση εξοπλισμού5 ευρώ
    Σύνολο28 ευρώ

    Τα παραπάνω ποσά δεν αποτελούν αποδοχές, δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος ούτε σε ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη ή εργαζομένου, ενώ για την επιχείρηση συνιστούν εκπιπτέα δαπάνη.

    Καταβάλλονται με ξεχωριστή εγγραφή στον λογαριασμό μισθοδοσίας, με αιτιολογία «καταβολή δαπανών τηλεργασίας». Η επιλογή μεταξύ καταβολής σε χρήμα και παροχής εξοπλισμού σε είδος έχει διαφορετικές λογιστικές και φορολογικές συνέπειες κατά περίπτωση και απαιτεί στάθμιση ανά επιχείρηση.

    Πώς διαμορφώνει ο εργοδότης πολιτική δικαιώματος αποσύνδεσης;

    Το δικαίωμα αποσύνδεσης κατοχυρώνεται στο άρθρο 67 παρ. 10 και ορίζει ότι ο τηλεργαζόμενος δικαιούται, μετά το πέρας του ωραρίου και κατά τις νόμιμες άδειες, να απέχει πλήρως από την εργασία και να μην απαντά σε ψηφιακή επικοινωνία. Η διάταξη απαγορεύει κάθε δυσμενή διάκριση ή κύρωση λόγω άσκησης του δικαιώματος. Καταγγελία σύμβασης για τον λόγο αυτό είναι άκυρη.

    Τα τεχνικά και οργανωτικά μέσα που εξασφαλίζουν την πραγματική αποσύνδεση αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης. Συμφωνούνται με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει συμφωνίας, καθορίζονται μονομερώς από τον εργοδότη και γνωστοποιούνται.

    Στην πράξη, η επιχείρηση οφείλει να διαμορφώσει πολιτική αποσύνδεσης, ενσωματώνοντάς τη στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας ή στη σύμβαση, ορίζοντας ώρες εκτός διαθεσιμότητας και εξαιρέσεις μόνο για πραγματικά επείγοντα.

    Η αποσύνδεση συνδέεται άμεσα με τη μέτρηση του χρόνου εργασίας. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έκρινε ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιβάλλουν αντικειμενικό και αξιόπιστο σύστημα μέτρησης του ημερήσιου χρόνου εργασίας (C-55/18, CCOO κατά Deutsche Bank).

    Στην Ελλάδα η υποχρέωση αυτή υλοποιείται με την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας και τη δήλωση ωραρίου στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ. Περαιτέρω, στις υποθέσεις C-580/19, Stadt Offenbach και C-344/19, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο χρόνος τηλετοιμότητας μπορεί να συνιστά χρόνο εργασίας όταν οι περιορισμοί επηρεάζουν ουσιωδώς τη δυνατότητα του εργαζομένου να διαθέτει ελεύθερα τον χρόνο του.

    Η εφαρμογή αυτής της κρίσης στην τηλεργασία είναι άμεση, ιδίως όταν αναμένεται ταχεία ανταπόκριση εκτός ωραρίου και διαφέρει από τη μεταχείριση των διευθυνόντων υπαλλήλων, που εξαιρούνται των χρονικών ορίων.

    Τι όρια θέτει ο νόμος στην παρακολούθηση του τηλεργαζομένου;

    Ο νόμος θέτει αυστηρά όρια στον έλεγχο. Η βασική απαγόρευση (άρθρο 67 παρ. 8) αφορά τη χρήση κάμερας ως μέσο ελέγχου της απόδοσης. Η κάμερα επιτρέπεται αποκλειστικά για τηλεδιασκέψεις, εκπαίδευση και συνεργασία. Κάθε άλλη χρήση αντίκειται ευθέως στον νόμο.

    Πριν από οποιοδήποτε εργαλείο ψηφιακής παρακολούθησης, ο εργοδότης ενημερώνει εγγράφως τον εργαζόμενο για το είδος, τον σκοπό, τον τρόπο λειτουργίας, τα δεδομένα που συλλέγονται και τη διάρκεια αποθήκευσής τους.

    Η υποχρέωση αντλείται από τις αρχές διαφάνειας του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) (άρθρα 13-14) και από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 4808/2021. Η προστασία δεδομένων των εργαζομένων επιβάλλει επιπλέον την αρχή της ελαχιστοποίησης, την εκτίμηση αντικτύπου (DPIA) πριν από νέες τεχνολογίες παρακολούθησης και την τήρηση της αναλογικότητας κατά την εγκατάσταση λογισμικού ελέγχου.

    Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με τις Κατευθυντήριες Γραμμές 32/2021, επισήμανε ότι η τηλεργασία καθιστά δυσδιάκριτα τα όρια ιδιωτικού βίου και εργασίας. Στο ίδιο πνεύμα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην υπόθεση Bărbulescu κατά Ρουμανίας, έκρινε ότι η παρακολούθηση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας χωρίς προηγούμενη ενημέρωση παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

    Τα κριτήρια αυτά εφαρμόζονται κατ’ αναλογία σε λογισμικό καταγραφής ενεργειών, screenshots ή keystroke logging, ενώ τα ειδικότερα ζητήματα βιντεοεπιτήρησης σε εργασιακούς χώρους και του chilling effect των απενεργοποιημένων καμερών ισχύουν παράλληλα. Ο σχεδιασμός κάθε μηχανισμού ελέγχου εντός των ορίων της αναλογικότητας απαιτεί κατά περίπτωση νομική στάθμιση, καθώς η υπέρβαση οδηγεί στο παράνομο της επεξεργασίας.

    Ποιες υποχρεώσεις υγείας και ασφάλειας ισχύουν εκτός εγκαταστάσεων;

    Η μεταφορά του τόπου εργασίας δεν αναιρεί την ευθύνη του εργοδότη για την υγεία και ασφάλεια. Το άρθρο 67 του Ν. 4808/2021, σε συνδυασμό με τις γενικές υποχρεώσεις του Ν. 3850/2010 για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, διατηρεί την ευθύνη ακέραιη και στην τηλεργασία.

    Ο εργοδότης οφείλει να παρέχει γραπτές οδηγίες για τη διαμόρφωση κατάλληλου χώρου (εργονομία, φωτισμός, αερισμός), να αξιολογεί τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους που συνδέονται με την απομόνωση και να εφαρμόζει μέτρα πρόληψης ψηφιακής κόπωσης. Ο εργαζόμενος, με τη σειρά του, οφείλει να συμμορφώνεται με τις οδηγίες ασφάλειας.

    Ο εργοδότης απαγορεύεται να εισέρχεται στην οικία του εργαζομένου για έλεγχο χωρίς τη ρητή συναίνεσή του. Τέτοια είσοδος θα παραβίαζε το άσυλο της κατοικίας (άρθρο 9 του Συντάγματος και άρθρο 8 ΕΣΔΑ). Ο έλεγχος της συμμόρφωσης οργανώνεται συνεπώς με εξ αποστάσεως μέσα και με δηλώσεις του ίδιου του εργαζομένου.

    Πώς ανακαλεί ο εργοδότης την τηλεργασία και επιστρέφει σε φυσική παρουσία;

    Η επιστροφή σε φυσική παρουσία γίνεται με δύο τρόπους:

    • με αμοιβαία συμφωνία, ή
    • με μονομερή απόφαση του εργοδότη, εφόσον τηρηθεί εύλογη προθεσμία προειδοποίησης.

    Ο νόμος δεν ορίζει συγκεκριμένη προθεσμία προειδοποίησης, οπότε η αξιολόγηση γίνεται κατά περίπτωση.

    Η εμπειρία από την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος (μονομερείς αποφάσεις) δείχνει ότι παραβλέπονται τα κρίσιμα κριτήρια της «εύλογης προθεσμίας», όπως η διάρκεια της τηλεργασίας, τυχόν μετεγκατάσταση του εργαζομένου, οικογενειακοί λόγοι και οι όροι της αρχικής συμφωνίας. Η διάκριση έχει σημασία καθώς, όταν η τηλεργασία είναι απλή εταιρική πρακτική, η ανάκλησή της εντάσσεται στο διευθυντικό δικαίωμα.

    Όταν, όμως, έχει συμφωνηθεί ως αρχικός όρος της σύμβασης, η μονομερής ανάκληση ενδέχεται να θεωρηθεί ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, με τις συνέπειες που αυτή επιφέρει. Η ορθή κρίση για το αν μια συγκεκριμένη ανάκληση συνιστά βλαπτική μεταβολή εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της κάθε σχέσης και δεν επιδέχεται γενικευμένης απάντησης.

    Τέλος, ο τηλεργαζόμενος αντιμετωπίζεται ισότιμα με τον εργαζόμενο που παρέχει εργασία με φυσική παρουσία, ως προς την αξιολόγηση, την αμοιβή, την εξέλιξη και την πρόσβαση σε εκπαίδευση. Η συστηματική δυσμενής μεταχείριση μπορεί να θεμελιώσει αστική ευθύνη του εργοδότη.

    Συχνές Ερωτήσεις

    Μπορεί ο εργοδότης να επιβάλει μονομερώς τηλεργασία;

    Κατά κανόνα όχι. Η τηλεργασία προϋποθέτει συμφωνία. Μονομερής επιβολή επιτρέπεται μόνο σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη αφορά απόφαση του εργοδότη για λόγους δημόσιας υγείας, εφόσον εκδοθεί σχετική Κοινή Υπουργική Απόφαση. Η δεύτερη προϋποθέτει αίτηση του εργαζομένου όταν συντρέχει τεκμηριωμένος κίνδυνος της υγείας του. Εκτός αυτών, η επιβολή χωρίς συναίνεση είναι μη νόμιμη.

    Πόσα χρήματα δικαιούται ο τηλεργαζόμενος για δαπάνες;

    Τα ελάχιστα ποσά είναι 13 ευρώ για χρήση οικιακού χώρου, 10 ευρώ για τηλεπικοινωνίες και 5 ευρώ για συντήρηση εξοπλισμού, σύνολο 28 ευρώ τον μήνα. Πρόκειται για κατώτατα όρια. Η επιχείρηση μπορεί να καταβάλει υψηλότερα ποσά ή να παρέχει εξοπλισμό σε είδος. Τα ποσά δεν φορολογούνται ούτε επιβαρύνονται με εισφορές.

    Επιτρέπεται κάμερα ή λογισμικό παρακολούθησης στην τηλεργασία;

    Η κάμερα απαγορεύεται ως μέσο ελέγχου της απόδοσης και επιτρέπεται μόνο για τηλεδιασκέψεις, εκπαίδευση και συνεργασία. Λογισμικό παρακολούθησης επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις: προηγούμενη έγγραφη ενημέρωση, τήρηση των αρχών της ελαχιστοποίησης και της αναλογικότητας, εκτίμηση αντικτύπου όπου συντρέχει υψηλός κίνδυνος.

    Μπορεί ο εργαζόμενος να αρνηθεί την επιστροφή στο γραφείο;

    Εξαρτάται από το πώς συμφωνήθηκε η τηλεργασία. Αν ήταν απλή πρακτική, ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει επιστροφή με εύλογη προειδοποίηση. Αν αποτελούσε αρχικό όρο της σύμβασης, η μονομερής ανάκληση ενδέχεται να συνιστά βλαπτική μεταβολή, οπότε ο εργαζόμενος διατηρεί δικαιώματα. Η κρίση γίνεται κατά περίπτωση.

    Δηλώνεται η τηλεργασία στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ;

    Ναι. Το ωράριο και η αναλογία τηλεργασίας προς εργασία στις εγκαταστάσεις δηλώνονται στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ. Η τήρηση του χρόνου εργασίας συνδέεται με την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας, ώστε ο χρόνος του τηλεργαζομένου να καταγράφεται με αντικειμενικό και αξιόπιστο τρόπο.

    Πρακτικές Επισημάνσεις

    Έγγραφη γνωστοποίηση εντός οκτώ ημερών: Κάθε συμφωνία τηλεργασίας αποδεικνύεται εγγράφως. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει ωράριο, εξοπλισμό, δαπάνες, δικαίωμα αποσύνδεσης και τυχόν μέσα ελέγχου. Η παράλειψη εκθέτει τον εργοδότη σε κυρώσεις.

    Δαπάνες ως κατώτατα όρια: Τα 28 ευρώ της ΥΑ 98490/2021 είναι ελάχιστα. Η επιχείρηση μπορεί να συμφωνήσει υψηλότερα ποσά ή εξοπλισμό σε είδος, σταθμίζοντας τη φορολογική και λογιστική συνέπεια κάθε επιλογής.

    Όροι τηλετοιμότητας: Η διατύπωση των χρονικών ορίων διαθεσιμότητας καθορίζει αν ο χρόνος αναμονής θα κριθεί χρόνος εργασίας, με άμεση επίπτωση στο κόστος και στην υπερωριακή απασχόληση.

    Πολιτική παρακολούθησης εντός αναλογικότητας: Πριν από κάθε λογισμικό ελέγχου απαιτείται έγγραφη ενημέρωση, τεκμηρίωση νομικής βάσης κατά τον ΓΚΠΔ, εκτίμηση αντικτύπου σε υψηλό κίνδυνο και πλήρης αποχή από χρήση κάμερας για έλεγχο απόδοσης.

    Ανάκληση χωρίς αιφνιδιασμό: Η μονομερής επιστροφή σε φυσική παρουσία απαιτεί εύλογη προθεσμία και, όταν η τηλεργασία ήταν αρχικός όρος, ελέγχεται ως πιθανή βλαπτική μεταβολή.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για κάθε θέμα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη στην τηλεργασία.

    Venture Capital & SAFE: Ποιες Ρήτρες Δεσμεύουν τον Ιδρυτή

    Νομική υποστήριξη σε Χρηματοδότηση Startups & Venture Capital - KSTLAW

    Χρηματοδότηση Startup μέσω Venture Capital: Αποφάσεις Όρων στον Γύρο

    Σε συντομία:

    • Το έγγραφο βασικών όρων (term sheet) κατά κανόνα δεν δεσμεύει ως προς την ολοκλήρωση της επένδυσης. Δεσμεύουν όμως οι ρήτρες που ορίζονται ρητά ως δεσμευτικές, ενώ αν περιέχει ουσιώδεις όρους και βούληση δέσμευσης κρίνεται ως προσύμφωνο (άρθρο 166 ΑΚ).
    • Η επιλογή μεταξύ Απλής Συμφωνίας για Μελλοντικό Μετοχικό Κεφάλαιο (SAFE) και μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου κρίνει τη φορολογική και εταιρική δομή του γύρου. Το ομολογιακό προϋποθέτει ανώνυμη εταιρεία.
    • Το εταιρικό flip σε αλλοδαπή μητρική σπάνια συμφέρει ελληνική startup. Ο τόπος πραγματικής διοίκησης κρατά τη φορολόγηση στην Ελλάδα και η διπλή δομή προσθέτει κόστος χωρίς αντίστοιχο όφελος.
    • Η σύγχυση αποτίμησης πριν και μετά τη χρηματοδότηση, καθώς και η θέση του αποθεματικού δικαιωμάτων προαίρεσης, μετατοπίζουν το μετοχικό ποσοστό του ιδρυτή κατά ποσοστιαίες μονάδες.
    • Οι ρήτρες προστασίας του επενδυτή (προνομιακή ρευστοποίηση, ρήτρα κατά της απομείωσης, drag-along κλπ) έχουν εύλογες και επιθετικές παραλλαγές που κρίνουν πόσα λαμβάνει ο ιδρυτής σε ενδεχόμενη πώληση.

    Πότε δεσμεύει νομικά τον ιδρυτή το term sheet;

    Το έγγραφο βασικών όρων (term sheet) κατά κανόνα δεν δεσμεύει ως προς την ολοκλήρωση της επένδυσης. Δεσμεύουν όμως οι ρήτρες που ορίζονται ρητά ως δεσμευτικές, ιδίως η ρήτρα αποκλειστικής διαπραγμάτευσης (no-shop) και η ρήτρα εμπιστευτικότητας.

    Το term sheet αποτυπώνει συνοπτικά τους βασικούς εμπορικούς και νομικούς όρους υπό τους οποίους ο επενδυτής, φυσικό πρόσωπο (επενδυτικός άγγελος) ή κεφάλαιο επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital – VC), προτίθεται να εισέλθει στην εταιρεία. Περιλαμβάνει την αποτίμηση, το ποσό επένδυσης, το ποσοστό συμμετοχής, τα δικαιώματα ψήφου και τις ρήτρες προστασίας του επενδυτή.

    Η νομική φύση του εξαρτάται από τη δομή και τη διατύπωσή του. Αν περιέχει αρκούντως ορισμένους ουσιώδεις όρους και εκδηλώνεται βούληση δέσμευσης, αντιμετωπίζεται ως προσύμφωνο κατά το άρθρο 166 του Αστικού Κώδικα, από το οποίο γεννάται υποχρέωση κατάρτισης οριστικής σύμβασης.

    Το προσύμφωνο είναι η ενοχική υποσχετική σύμβαση με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταρτίσουν ορισμένη σύμβαση στο μέλλον (ΑΠ 825/2019). Αντιθέτως, αν το έγγραφο αναφέρει ρητά ότι δεν είναι δεσμευτικό, λειτουργεί ως απλή δήλωση πρόθεσης (letter of intent) και δεν παράγει ενοχική δέσμευση.

    Η διάκριση γίνεται κρίσιμη στη ρήτρα αποκλειστικότητας. Η υπογραφή term sheet με ρήτρα no-shop χωρίς χρονικό περιορισμό αποκλείει τον ιδρυτή από εναλλακτικές διαπραγματεύσεις για απροσδιόριστο διάστημα. Η εμπειρία από υποθέσεις χρηματοδότησης πρώιμου σταδίου δείχνει ότι η διάρκεια και η ρήτρα αυτόματης λήξης (sunset clause) του no-shop καθορίζουν αν ο ιδρυτής διατηρεί διαπραγματευτική ευχέρεια ή παγιδεύεται σε αποκλειστική σχέση με έναν μόνο επενδυτή.

    Αν ο επενδυτής αποσυρθεί κακόπιστα αφού έχει δημιουργήσει δικαιολογημένη πεποίθηση ολοκλήρωσης, ενδέχεται να θεμελιωθεί προσυμβατική ευθύνη κατά τα άρθρα 197 και 198 ΑΚ. Η αποζημίωση καλύπτει το αρνητικό διαφέρον, δηλαδή τις δαπάνες δέουσας επιμέλειας, αμοιβές συμβούλων και ευκαιρίες που απορρίφθηκαν.

    Ο Άρειος Πάγος έχει αναγνωρίσει τέτοια ευθύνη για ματαιωθείσα είσοδο μετόχου με μεταβίβαση ποσοστού 30% των μετοχών, εφαρμόζοντας τα άρθρα 197 και 198 ΑΚ αντί των διατάξεων περί αδικοπραξίας (ΑΠ 2049/2022).

    SAFE ή μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο: τι επιλέγει ο ιδρυτής;

    Η Απλή Συμφωνία για Μελλοντικό Μετοχικό Κεφάλαιο (Simple Agreement for Future Equity – SAFE) και το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο είναι τα δύο βασικά εργαλεία πρώιμης χρηματοδότησης χωρίς άμεση αποτίμηση. Η SAFE είναι ιδιόρρυθμη άτυπη σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ), άτοκη, χωρίς ημερομηνία λήξης και χωρίς υποχρέωση αποπληρωμής. Το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο είναι μορφή δανεισμού με τόκο και λήξη, διαθέσιμη αποκλειστικά σε ανώνυμη εταιρεία.

    Μέσω της SAFE ο επενδυτής εισφέρει κεφάλαιο χωρίς άμεση έκδοση μετοχών. Το δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές ενεργοποιείται σε μελλοντικό γεγονός ενεργοποίησης (triggering event), κατά κανόνα τον επόμενο τιμολογημένο γύρο χρηματοδότησης. Οι δύο βασικές παράμετροι είναι το ανώτατο όριο αποτίμησης (valuation cap) και η έκπτωση μετατροπής (discount), με τον πρώιμο επενδυτή να μετατρέπει βάσει της χαμηλότερης εκ των δύο τιμών.

    Η πιο συγγενής μορφή στο ελληνικό εταιρικό δίκαιο είναι το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο (convertible bond), που ρυθμίζεται από το άρθρο 71 του Ν. 4548/2018. Η γενική συνέλευση αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία την έκδοση ομολογιών με δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές.

    Με τη μετατροπή επέρχεται αυτοδίκαια αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικαιώματος προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων.

    ΚριτήριοSAFEΜετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο (άρθρο 71 Ν. 4548/2018)
    Νομική φύσηΙδιόρρυθμη σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ)Μορφή δανεισμού
    ΤόκοςΌχιΝαι
    Ημερομηνία λήξηςΌχιΝαι
    Υποχρέωση αποπληρωμήςΌχι (δεν υπάρχει κίνδυνος αθέτησης)Ναι, αν δεν μετατραπεί
    Εταιρικός τύποςΑΕ και ΙΚΕΑποκλειστικά ΑΕ
    Λογιστική (ΕΛΠ)Δεν εμφανίζεται κατ’ ανάγκην ως υποχρέωσηΕμφανίζεται ως υποχρέωση

    Η πρακτική σημασία της διάκρισης είναι τριπλή: α) Στη SAFE δεν υπάρχει κίνδυνος αθέτησης αποπληρωμής, β) η λογιστική αντιμετώπιση διαφέρει, καθώς κατά τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα η SAFE δεν εμφανίζεται κατ’ ανάγκην ως υποχρέωση στον ισολογισμό και, τέλος, γ) η SAFE μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε ΙΚΕ, ενώ το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο αφορά αποκλειστικά ΑΕ.

    Όταν η SAFE υπάγεται σε ελληνικό δίκαιο, ο μηχανισμός μετατροπής πρέπει να είναι συμβατός με τις διαδικασίες αύξησης κεφαλαίου (άρθρα 23 έως 28 Ν. 4548/2018 για ΑΕ ή άρθρο 84 Ν. 4072/2012 για ΙΚΕ).

    Η διατύπωση των γεγονότων ενεργοποίησης απαιτεί ad hoc ρύθμιση που να προβλέπει ρητά τι συμβαίνει σε γύρο χρηματοδότησης, σε πώληση της εταιρείας, σε λύση, καθώς και αν δεν πραγματοποιηθεί ποτέ επόμενος γύρος. Παράλειψη οποιουδήποτε από αυτά τα ενδεχόμενα αφήνει τον πρώιμο επενδυτή ή τον ιδρυτή εκτεθειμένο σε ερμηνευτική αβεβαιότητα.

    Ελληνική εταιρεία ή flip σε αλλοδαπή μητρική για τον γύρο;

    Το εταιρικό flip, δηλαδή η ίδρυση αλλοδαπής μητρικής εταιρείας (holding) σε δικαιοδοσία που αναγνωρίζει εργαλεία τύπου SAFE, προτείνεται συχνά σε ελληνικές startups που σηκώνουν κεφάλαια από διεθνείς επενδυτές.

    Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως η ελληνική διαδρομή είναι προτιμότερη. Ο τόπος πραγματικής διοίκησης κρατά τη φορολόγηση στην Ελλάδα και το flip προσθέτει κόστος και πολυπλοκότητα χωρίς αντίστοιχο νομικό ή φορολογικό όφελος.

    Ο λόγος που προτείνεται το flip είναι είναι ότι ορισμένοι διεθνείς επενδυτές διαπραγματεύονται μόνο με βάση τυποποιημένα έγγραφα SAFE και εταιρικές δομές που γνωρίζουν, οπότε ζητούν τη σύσταση αλλοδαπής μητρικής στην οποία μεταφέρονται οι μετοχές της ελληνικής εταιρείας. Η αλλοδαπή μητρική γίνεται ο φορέας έκδοσης των τίτλων προς τους επενδυτές, ενώ η ελληνική εταιρεία παραμένει ως λειτουργική θυγατρική.

    Η φορολογική πραγματικότητα, ωστόσο, περιορίζει το όφελος. Κατά το άρθρο 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 4172/2013), νομικό πρόσωπο με τόπο άσκησης πραγματικής διοίκησης στην Ελλάδα θεωρείται φορολογικός κάτοικος Ελλάδας και φορολογείται για το παγκόσμιο εισόδημά του, ανεξαρτήτως του τόπου της καταστατικής έδρας.

    Όταν η ομάδα, η διοίκηση και η ουσιαστική δραστηριότητα παραμένουν στην Ελλάδα, η αλλοδαπή μητρική κινδυνεύει να κριθεί φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, οπότε το flip δεν μετατοπίζει τη φορολόγηση όπως υποτίθεται ότι κάνει.

    Ταυτόχρονα, προστίθενται δύο επιπλέον βάρη:

    • Πρώτον, οι διατάξεις περί ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών (άρθρο 66 ΚΦΕ) μπορούν να καταλογίσουν στους Έλληνες φορολογικούς κατοίκους μη διανεμηθέντα κέρδη της αλλοδαπής δομής.
    • Δεύτερον, η ίδια η μεταβίβαση των μετοχών από τους ιδρυτές προς την αλλοδαπή μητρική ενδέχεται να γεννήσει φόρο υπεραξίας.

    Σε επίπεδο λειτουργίας, η διπλή εταιρική δομή συνεπάγεται διπλά λογιστικά, διπλή νομική συμμόρφωση και αυξημένο κόστος διαχείρισης σε δύο δικαιοδοσίες.

    Η εμπειρία από υποθέσεις δομής επενδυτικών γύρων δείχνει ότι το ελληνικό πλαίσιο πλέον καλύπτει τις ανάγκες ενός σοβαρού γύρου. Το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο του άρθρου 71 Ν. 4548/2018, σε συνδυασμό με προνομιούχες μετοχές και εξωεταιρική συμφωνία μετόχων, παρέχει τα ίδια ουσιαστικά εργαλεία προστασίας επενδυτή με τη διεθνή πρακτική.

    Το flip δικαιολογείται κατά κανόνα μόνο όταν ο επικεφαλής επενδυτής το θέτει ως αδιαπραγμάτευτο όρο και το μέγεθος του γύρου αντισταθμίζει το κόστος της διπλής δομής. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η παραμονή με ελληνική εταιρεία είναι η ασφαλέστερη και οικονομικότερη επιλογή. Η στάθμιση διαφοροποιείται κατά περίπτωση, ανάλογα με την προέλευση των επενδυτών, το μέγεθος του γύρου και τη στρατηγική εξόδου.

    Pre-money ή post-money: πώς αλλάζει το ποσοστό του ιδρυτή;

    Η αποτίμηση πριν τη χρηματοδότηση (pre-money) εκφράζει την αξία της εταιρείας πριν την εισφορά κεφαλαίου, ενώ η αποτίμηση μετά (post-money) προσθέτει το ποσό της επένδυσης. Η σύγχυση των δύο μετατοπίζει το μετοχικό ποσοστό του ιδρυτή κατά αρκετές ποσοστιαίες μονάδες. Εξίσου κρίσιμη είναι η θέση του αποθεματικού δικαιωμάτων προαίρεσης.

    Παράδειγμα: Αν η αποτίμηση πριν τη χρηματοδότηση ανέρχεται σε 2 εκατ. ευρώ και ο επενδυτής εισφέρει 500.000 ευρώ, η αποτίμηση μετά τη χρηματοδότηση ανέρχεται σε 2,5 εκατ. ευρώ και ο επενδυτής αποκτά ποσοστό 20%. Αν όμως ο ιδρυτής εκλάβει τα 2 εκατ. ευρώ ως post-money αξία ενώ ο επενδυτής εννοεί pre-money, η διαφορά στο μετοχικό ποσοστό φτάνει αρκετές μονάδες και γίνεται ιδιαίτερα επώδυνη σε μεταγενέστερους γύρους λόγω σωρευτικής απομείωσης (dilution).

    Το term sheet συχνά προβλέπει αποθεματικό δικαιωμάτων προαίρεσης (option pool), δηλαδή ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου (συνήθως 10% έως 15%) δεσμευμένο για μελλοντική παροχή κινήτρων σε στελέχη μέσω δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών (άρθρα 109 έως 114 Ν. 4548/2018).

    Κρίσιμο σημείο διαπραγμάτευσης είναι αν το αποθεματικό υπολογίζεται εντός της αποτίμησης πριν τη χρηματοδότηση. Στην περίπτωση αυτή η απομείωση βαρύνει αποκλειστικά τους ιδρυτές, αφού το ποσοστό αφαιρείται από τη δική τους συμμετοχή πριν εισέλθει ο επενδυτής. Η διαπραγμάτευση του τρόπου υπολογισμού του option pool είναι εξίσου κρίσιμη με την ίδια την αποτίμηση.

    Το term sheet ρυθμίζει επίσης τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου μετά την επένδυση. Οι επενδυτές VC ζητούν κατά κανόνα τουλάχιστον μία έδρα στο ΔΣ ή δικαίωμα παρατηρητή (observer right).

    Τα δικαιώματα αυτά οφείλουν να εναρμονίζονται με τις διατάξεις περί εταιρικής διακυβέρνησης του Ν. 4548/2018, ώστε οι αποκλειστικές αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης (άρθρο 117 Ν. 4548/2018) να μην μεταβιβάζονται de facto σε μέτοχο μέσω ρήτρας αρνησικυρίας (veto).

    Ποιες ρήτρες προστασίας επενδυτή μπορεί να αποδεχτεί ο ιδρυτής;

    Οι κύριες ρήτρες προστασίας του επενδυτή είναι η προνομιακή ρευστοποίηση (liquidation preference), η ρήτρα κατά της απομείωσης (anti-dilution), οι ρήτρες μεταβίβασης και τα δικαιώματα αρνησικυρίας. Κάθε μία έχει εύλογη και επιθετική παραλλαγή. Η επιλογή κρίνει πόσα θα λάβει ο ιδρυτής σε ενδεχόμενη πώληση ή εκκαθάριση και ποια εξουσία διατηρεί επί κρίσιμων εταιρικών αποφάσεων.

    Προνομιακή ρευστοποίηση: 1x non-participating ή participating;

    Η ρήτρα προνομιακής ρευστοποίησης ορίζει τη σειρά κατανομής του τιμήματος σε πώληση ή εκκαθάριση. Κατά την πλέον διαδεδομένη μορφή (1x non-participating), ο επενδυτής εισπράττει πρώτα το ποσό της εισφοράς του και, αν το τίμημα δεν επαρκεί, οι ιδρυτές δεν λαμβάνουν τίποτα. Στην επιθετική παραλλαγή (participating preferred), ο επενδυτής λαμβάνει πρώτα την εισφορά του και στη συνέχεια συμμετέχει αναλογικά στο υπόλοιπο τίμημα.

    Παράμετρος1x non-participatingParticipating preferred
    Είσπραξη επενδυτήΕίτε η εισφορά είτε το αναλογικό μερίδιοΗ εισφορά και επιπλέον αναλογικό μερίδιο
    Θέση ιδρυτήΕυνοϊκότερηΔυσμενέστερη
    Συνήθης χρήσηΕύλογη σε seed και Series AΕπιθετική, απαιτεί αντιστάθμισμα

    Στο ελληνικό δίκαιο η ρήτρα υλοποιείται μέσω προνομιούχων μετοχών (άρθρο 38 Ν. 4548/2018), που επιτρέπει ρητά τον ορισμό προνομίου προνομιακής απόδοσης της εισφοράς κατά τη λύση.

    Πριν την αποδοχή ρήτρας participating preferred, ο ιδρυτής πρέπει να εκπονήσει ανάλυση κατανομής τιμήματος (waterfall analysis) σε πολλαπλά σενάρια εξόδου. Χωρίς αυτήν, η πραγματική οικονομική επίπτωση της ρήτρας παραμένει αόρατη μέχρι τη στιγμή της πώλησης.

    Ρήτρα κατά της απομείωσης: full ratchet ή σταθμισμένος μέσος όρος;

    Η ρήτρα κατά της απομείωσης προστατεύει τον πρώιμο επενδυτή σε περίπτωση μεταγενέστερου γύρου σε χαμηλότερη αποτίμηση (down round). Η μέθοδος πλήρους αναστροφής (full ratchet) μειώνει την τιμή μετατροπής του επενδυτή στη νέα χαμηλότερη τιμή, ενώ η μέθοδος σταθμισμένου μέσου όρου (weighted average) λαμβάνει υπόψη τόσο τον αριθμό όσο και την τιμή των νέων μετοχών.

    ΜέθοδοςΛειτουργίαΘέση ιδρυτή
    Full ratchetΗ τιμή μετατροπής πέφτει στη νέα χαμηλότερη τιμήΔυσμενέστερη
    Weighted average (ευρείας βάσης)Συνυπολογίζει και δικαιώματα προαίρεσης και μετατρέψιμαΕυνοϊκότερη
    Weighted average (στενής βάσης)Λαμβάνει υπόψη μόνο τις εκδοθείσες μετοχέςΕνδιάμεση

    Η μέθοδος σταθμισμένου μέσου όρου ευρείας βάσης (broad-based weighted average) αποτελεί τη διεθνή πρακτική και είναι ευνοϊκότερη για τους ιδρυτές, καθώς συνυπολογίζει δικαιώματα προαίρεσης και λοιπά μετατρέψιμα δικαιώματα. Στο ελληνικό δίκαιο η ρήτρα ενσωματώνεται είτε στο καταστατικό ως ειδικό δικαίωμα προνομιούχων μετοχών είτε σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων.

    Ρήτρες μεταβίβασης και αρνησικυρίας

    Οι ρήτρες drag-along και tag-along ρυθμίζουν τις μεταβιβάσεις μετοχών. Η πρώτη επιτρέπει στην πλειοψηφία να υποχρεώσει τη μειοψηφία να πωλήσει σε τρίτο, ενώ η δεύτερη παρέχει στη μειοψηφία δικαίωμα συμμετοχής στην πώληση υπό τους ίδιους όρους.

    Το δικαίωμα πρώτης προσφοράς (right of first refusal – ROFR) επιτρέπει στους υφιστάμενους μετόχους να αποκτήσουν κατά προτεραιότητα τις μεταβιβαζόμενες μετοχές πριν προσφερθούν σε τρίτους.

    Τα δικαιώματα αρνησικυρίας σε αποφάσεις όπως η έκδοση νέων μετοχών ή η ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων άνω ορισμένου ποσού είναι θεμιτά, αλλά οριοθετούνται από το άρθρο 117 Ν. 4548/2018. Η διαπραγμάτευση κάθε επιμέρους όρου, από το εύρος των αποφάσεων που υπάγονται σε veto έως τον τρόπο υπολογισμού της προνομιακής ρευστοποίησης, έχει συγκεκριμένες και διαφορετικές νομικές συνέπειες ανά περίπτωση.

    Η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων δεσμεύει μόνο τα μέρη της και δεν είναι αντιτάξιμη σε τρίτους, οπότε ορισμένοι κρίσιμοι όροι, ιδίως τα δικαιώματα προνομιούχων μετοχών και οι ρήτρες κατά της απομείωσης, πρέπει να ενσωματώνονται στο καταστατικό για να αποκτήσουν ισχύ έναντι πάντων.

    Πότε μετατρέπεται η ΙΚΕ σε ΑΕ για τον γύρο;

    Η Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ, Ν. 4072/2012) είναι το συνηθέστερο σχήμα για startups λόγω ευελιξίας και χαμηλού κόστους σύστασης. Όταν όμως η εταιρεία φτάσει σε γύρους Series A και πέρα, οι θεσμικοί επενδυτές απαιτούν κατά κανόνα μετατροπή σε ανώνυμη εταιρεία, καθώς μόνο η ΑΕ προσφέρει κατηγορίες μετοχών, μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια και δομημένο δικαίωμα προτίμησης.

    ΧαρακτηριστικόΙΚΕ (Ν. 4072/2012)ΑΕ (Ν. 4548/2018)
    Κόστος σύστασηςΧαμηλόΥψηλότερο
    Κατηγορίες μετοχών (κοινές, προνομιούχες, εξαγοράσιμες)Περιορισμένη ευελιξίαΠλήρης δυνατότητα
    Μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειοΌχιΝαι (άρθρο 71)
    Προγράμματα δικαιωμάτων προαίρεσηςΠεριορισμέναΝαι (άρθρα 109 έως 114)
    ΚαταλληλότηταPre-seed, seedSeries A και πέρα

    Η επιλογή εταιρικής μορφής είναι στρατηγική απόφαση που εξαρτάται από τη στρατηγική εξόδου. Αν αυτή περιλαμβάνει θεσμικό επενδυτή, η μετατροπή από ΙΚΕ σε ΑΕ πρέπει να προγραμματίζεται εγκαίρως, καθώς το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο, οι προνομιούχες μετοχές και τα προγράμματα δικαιωμάτων προαίρεσης είναι διαθέσιμα αποκλειστικά στη μορφή της ΑΕ. Η καθυστερημένη μετατροπή υπό την πίεση ενός επικείμενου γύρου περιορίζει τη διαπραγματευτική θέση του ιδρυτή.

    Vesting ιδρυτών και good ή bad leaver: τι σημαίνει για τον founder;

    Οι ρήτρες σταδιακής κατοχύρωσης (vesting) ορίζουν ότι οι μετοχές των ιδρυτών κατοχυρώνονται σταδιακά, συνήθως σε τέσσερα έτη με αρχική περίοδο αναμονής (cliff) ενός έτους. Αν ο ιδρυτής αποχωρήσει πρόωρα, οι μη κατοχυρωμένες μετοχές εξαγοράζονται. Η διάκριση καλόπιστης (good leaver) και κακόπιστης αποχώρησης (bad leaver) καθορίζει αν η εξαγορά γίνεται σε εύλογη αγοραία ή σε ονομαστική αξία.

    Σκοπός της ρήτρας είναι η ευθυγράμμιση κινήτρων, ώστε ο ιδρυτής να παραμείνει αφοσιωμένος στην εταιρεία. Ο καλόπιστα αποχωρών, για παράδειγμα λόγω θανάτου, ασθένειας ή καταγγελίας με σπουδαίο λόγο, εξαγοράζεται κατά κανόνα σε εύλογη αγοραία αξία. Ο κακόπιστα αποχωρών, για παράδειγμα λόγω ανταγωνιστικής δραστηριότητας ή σοβαρής παράβασης, εξαγοράζεται σε ονομαστική αξία.

    Νομικά, η ρύθμιση υλοποιείται μέσω εξαγοράσιμων μετοχών (άρθρο 39 Ν. 4548/2018) ή μέσω εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων. Ο ακριβής ορισμός των περιπτώσεων good leaver και bad leaver απαιτεί ad hoc διατύπωση, διότι η υπαγωγή μιας αποχώρησης στη μία ή την άλλη κατηγορία μεταβάλλει ριζικά την τιμή εξαγοράς και, κατά συνέπεια, την οικονομική θέση του απερχόμενου ιδρυτή.

    Πώς προετοιμάζεται η startup για το due diligence;

    Η δέουσα επιμέλεια (due diligence) είναι ο συστηματικός νομικός, οικονομικός και φορολογικός έλεγχος που διενεργεί ο επενδυτής μετά το term sheet. Η προετοιμασία πριν τον γύρο επιταχύνει τη διαδικασία και ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση του ιδρυτή. Κρισιμότερο σημείο είναι η νόμιμη μεταβίβαση της πνευματικής ιδιοκτησίας του λογισμικού στην εταιρεία.

    Στο πλαίσιο του ελέγχου εξετάζονται η εταιρική δομή και τα καταστατικά έγγραφα, οι συμβάσεις εργασίας και συνεργασίας, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, οι φορολογικές υποχρεώσεις και τυχόν εκκρεμείς δικαστικές διαφορές. Η δέουσα επιμέλεια αποτελεί το στάδιο όπου αναδεικνύονται κρυμμένα νομικά ελαττώματα της εταιρείας.

    Η εμπειρία από υποθέσεις ελέγχου startups δείχνει ότι το συχνότερο εύρημα που θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη τη χρηματοδότηση είναι η ανυπαρξία σύμβασης εκχώρησης της πνευματικής ιδιοκτησίας. Όταν οι ιδρυτές ανέπτυξαν τον πηγαίο κώδικα πριν τη σύσταση ή μέσω εξωτερικών συνεργατών χωρίς έγγραφη εκχώρηση, η τεχνολογία ενδέχεται να ανήκει νομικά στα φυσικά πρόσωπα και όχι στην εταιρεία.

    Η τακτοποίηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, η ύπαρξη ενημερωμένων οικονομικών καταστάσεων και η καθαρότητα του μετοχολογίου πρέπει να εξασφαλίζονται πριν από τον γύρο και όχι κατά τη διάρκειά του. Πέρα από τις παραδοσιακές μορφές, εναλλακτική πρώιμη χρηματοδότηση μπορεί να αντληθεί και μέσω συμμετοχικής χρηματοδότησης (equity crowdfunding) κατά τον Ν. 4920/2022.

    Συχνές ερωτήσεις

    Δεσμεύει νομικά το term sheet;

    Κατά κανόνα δεν δεσμεύει ως προς την ολοκλήρωση της επένδυσης. Δεσμεύουν όμως οι ρήτρες που ορίζονται ρητά ως δεσμευτικές, ιδίως η αποκλειστική διαπραγμάτευση (no-shop) και η εμπιστευτικότητα. Αν το έγγραφο περιέχει αρκούντως ορισμένους ουσιώδεις όρους και βούληση δέσμευσης, αντιμετωπίζεται ως προσύμφωνο (άρθρο 166 ΑΚ) που γεννά υποχρέωση κατάρτισης οριστικής σύμβασης.

    SAFE ή μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο για ελληνική startup;

    Η SAFE είναι άτοκη, χωρίς λήξη, χωρίς υποχρέωση αποπληρωμής και χρησιμοποιείται και σε ΙΚΕ. Το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο (άρθρο 71 Ν. 4548/2018) είναι νομικά καθαρό στο ελληνικό δίκαιο αλλά αφορά αποκλειστικά ανώνυμες εταιρείες, φέρει τόκο και ημερομηνία λήξης. Η επιλογή εξαρτάται από τον εταιρικό τύπο και την ανοχή του ιδρυτή σε δανειακή σχέση.

    Χρειάζεται flip σε αλλοδαπή εταιρεία για να σηκώσει κεφάλαια μια startup;

    Κατά κανόνα όχι. Το flip δικαιολογείται μόνο όταν ο διεθνής επενδυτής το θέτει ως αδιαπραγμάτευτο όρο. Φορολογικά, η εταιρεία με τόπο πραγματικής διοίκησης στην Ελλάδα παραμένει φορολογικός κάτοικος Ελλάδας (άρθρο 4 ΚΦΕ), οπότε η αλλοδαπή δομή προσθέτει κόστος και κίνδυνο χωρίς αντίστοιχο όφελος.

    Πότε μετατρέπεται η ΙΚΕ σε ΑΕ;

    Κατά κανόνα όταν η εταιρεία φτάσει σε γύρους Series A και πέρα, όπου οι θεσμικοί επενδυτές απαιτούν κατηγορίες μετοχών, μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια και προγράμματα δικαιωμάτων προαίρεσης που είναι διαθέσιμα μόνο στη μορφή της ΑΕ. Η μετατροπή πρέπει να προγραμματίζεται εγκαίρως, όχι υπό την πίεση επικείμενου γύρου.

    Ποια η διαφορά αποτίμησης pre-money και post-money;

    Η αποτίμηση pre-money είναι η αξία της εταιρείας πριν την εισφορά κεφαλαίου. Η post-money προσθέτει το ποσό της επένδυσης. Με pre-money 2 εκατ. ευρώ και επένδυση 500.000 ευρώ, η post-money είναι 2,5 εκατ. ευρώ και ο επενδυτής αποκτά 20%. Η σύγχυση των δύο μετατοπίζει το ποσοστό του ιδρυτή κατά αρκετές μονάδες.

    Πρακτικές επισημάνσεις

    Δεσμευτικότητα ρήτρας no-shop: η ρήτρα αποκλειστικής διαπραγμάτευσης δεσμεύει ακόμη και αν το υπόλοιπο term sheet δεν δεσμεύει. Εύλογη διάρκεια θεωρείται το διάστημα 30 έως 90 ημερών, πάντα με ρήτρα αυτόματης λήξης.

    Επιλογή SAFE ή ομολογιακού: για ΙΚΕ που δεν προτίθεται άμεσα να μετατραπεί σε ΑΕ, η SAFE υπό ελληνικό δίκαιο απαιτεί ρητή πρόβλεψη όλων των γεγονότων ενεργοποίησης, καθώς το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο δεν είναι διαθέσιμο.

    Flip μόνο όταν επιβάλλεται: η μεταφορά σε αλλοδαπή μητρική σπάνια αποδίδει φορολογικά όταν η διοίκηση παραμένει στην Ελλάδα. Πριν από οποιαδήποτε δομή flip προηγείται στάθμιση του φόρου υπεραξίας στη μεταβίβαση μετοχών και των διατάξεων περί ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών.

    Θέση του option pool: το αν το αποθεματικό δικαιωμάτων προαίρεσης υπολογίζεται εντός ή εκτός της αποτίμησης pre-money καθορίζει ποιος επωμίζεται την απομείωση. Η ρύθμιση αυτή διαπραγματεύεται με την ίδια προσοχή που δίνεται στην αποτίμηση.

    Waterfall analysis πριν από participating preferred: πριν την αποδοχή ρήτρας participating preferred ή full ratchet, η ανάλυση κατανομής τιμήματος σε πολλαπλά σενάρια εξόδου αναδεικνύει την πραγματική οικονομική επίπτωση που διαφορετικά παραμένει αόρατη.

    IP assignment πριν τον γύρο: η τεκμηρίωση ότι η πνευματική ιδιοκτησία επί του λογισμικού έχει νομίμως μεταβιβαστεί στην εταιρεία πρέπει να ολοκληρώνεται πριν την έναρξη της δέουσας επιμέλειας. Η εκ των υστέρων τακτοποίηση καθυστερεί ή ματαιώνει τη χρηματοδότηση.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για κάθε θέμα σχετικά με την χρηματοδότηση startup μέσω venture capital.

    Εξαγορά Εταιρείας: Share Deal ή Asset Deal; Τι Προτιμάται & Πότε

    Νομική υποστήριξη σε Εξαγορά Εταιρείας & Due Diligence Για Αγοραστή Και Πωλητή- KSTLAW

    Due Diligence Εξαγοράς: Τι Ελέγχει Αγοραστής και Πωλητής

    Εν συντομία:

    • Η επιλογή μεταξύ εξαγοράς μετοχών (share deal) και εξαγοράς περιουσιακών στοιχείων (asset deal) καθορίζει όλο το εύρος της ευθύνης, αφού στο share deal ο αγοραστής αποκτά την εταιρεία με το σύνολο του παθητικού της, ενώ στο asset deal επιλεγμένα στοιχεία αλλά με ευθύνη για χρέη κατά το άρθρο 479 ΑΚ.
    • Ο αποκτών επιχείρηση ευθύνεται εις ολόκληρον για τα χρέη μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων μόνο όταν μεταβιβάζεται ο πυρήνας της (ΑΠ 1530/2022) και όχι όταν μεταβιβάζεται επουσιώδες τμήμα (ΑΠ 55/2026).
    • Η νομική δέουσα επιμέλεια ελέγχει εταιρική νομιμότητα, ρήτρες αλλαγής ελέγχου, εκκρεμείς διαφορές, φορολογικούς κινδύνους (παραγραφή κατά το άρθρο 37 ν. 5104/2024) και καλυμμένες εργασιακές σχέσεις.
    • Η προστασία του αγοραστή κρίνεται στις δηλώσεις και εγγυήσεις και στο αν η γνώση του από τον έλεγχο περιορίζει την ευθύνη του πωλητή.

    Share deal ή asset deal: ποια δομή εξαγοράς επιλέγεται;

    Στην εξαγορά μετοχών ή μεριδίων (share deal) ο αγοραστής αποκτά συμμετοχή στο κεφάλαιο και μαζί ολόκληρο το παθητικό της εταιρείας. Στην εξαγορά περιουσιακών στοιχείων (asset deal) αποκτά επιλεγμένα στοιχεία της επιχείρησης, ενεργοποιεί όμως ευθύνη για τα χρέη κατά το άρθρο 479 ΑΚ.

    Η επιλογή κρίνεται από το ύψος των κρυφών υποχρεώσεων, τη φορολογική μεταχείριση της υπεραξίας και τη συνέχεια συμβάσεων, αδειών και εργασιακών σχέσεων.

    ΚριτήριοShare deal (μετοχές ή μερίδια)Asset deal (περιουσιακά στοιχεία)
    ΑντικείμενοΣυμμετοχή στο κεφάλαιο, η εταιρική οντότητα παραμένει η ίδιαΕπιλεγμένα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης
    Ευθύνη για χρέηΠαραμένουν στην εταιρεία, βαρύνουν έμμεσα τον αγοραστή των μετοχώνΕις ολόκληρον κατά το άρθρο 479 ΑΚ, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων
    ΦορολογίαΦόρος υπεραξίας επί της μεταβίβασης μετοχώνΦορολόγηση της μεταβίβασης ανά περιουσιακό στοιχείο
    Συμβάσεις και άδειεςΔιατηρούνται, πλην ρητρών αλλαγής ελέγχουΑπαιτείται διακριτή μεταβίβαση ανά σύμβαση και άδεια
    ΤύποςΜεταβίβαση τίτλων ή εταιρικών μεριδίωνΆτυπη παράδοση, συμβολαιογραφικός τύπος για ακίνητα
    ΕργαζόμενοιΠαραμένουν στην εταιρεία χωρίς μεταβολή εργοδότηΜεταφορά κατά τις διατάξεις προστασίας εργαζομένων

    Το share deal προτιμάται όταν η συνέχεια συμβάσεων, αδειών και πελατολογίου είναι κρίσιμη και το ιστορικό της εταιρείας είναι καθαρό, αφού ο αγοραστής υπεισέρχεται αυτοδικαίως στο σύνολο των σχέσεων.

    Το asset deal προτιμάται όταν ο αγοραστής θέλει να αποφύγει κρυφές υποχρεώσεις και να αποκτήσει μόνο συγκεκριμένα στοιχεία.

    Η σωστή δομή προκύπτει από τα ευρήματα της νομικής δέουσας επιμέλειας, που αποτυπώνουν αν ο κίνδυνος συγκεντρώνεται στο παθητικό ή στα ίδια τα στοιχεία.

    Ειδικά στο share deal, ο τρόπος μεταβίβασης μετοχών και η εγγραφή στο βιβλίο μετόχων αποτελούν προϋπόθεση νομιμοποίησης του αγοραστή έναντι της εταιρείας (άρθρο 41 παρ. 6 ν. 4548/2018).

    Στο asset deal, αντίθετα, η μεταβίβαση της επιχείρησης ως οικονομικής ενότητας είναι άτυπη και συντελείται με την παράδοσή της, ενώ συμβολαιογραφικός τύπος και μεταγραφή απαιτούνται μόνο για τυχόν ακίνητα (ΑΠ 393/2025).

    Πότε ευθύνεται ο αγοραστής για τα χρέη της εξαγοραζόμενης εταιρείας;

    Στο asset deal ο αποκτών την επιχείρηση ευθύνεται εις ολόκληρον με τον μεταβιβάζοντα, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων, για τα χρέη που υπήρχαν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (άρθρο 479 ΑΚ). Η ευθύνη αυτή προϋποθέτει ότι μεταβιβάστηκε ο πυρήνας της επιχείρησης.

    Στο share deal οι υποχρεώσεις παραμένουν στην εταιρεία, την οποία αποκτά ο αγοραστής μέσω των μετοχών.

    Η διάταξη καθιερώνει αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών κατά την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ, με τον μεταβιβάζοντα να ευθύνεται απεριόριστα και τον αποκτώντα περιορισμένα, μέχρι την αξία όσων απέκτησε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 1530/2022).

    Αρκεί να μεταβιβάζεται το σύνολο ή το σημαντικότερο τμήμα της επιχείρησης, ακόμη και με περισσότερες πράξεις που βρίσκονται σε στενή οικονομική και χρονική σχέση.

    Το όριο της ευθύνης είναι εξίσου κρίσιμο με τη θεμελίωσή της. Όταν δεν μεταβιβάζεται το σύνολο ή σημαντικό μέρος της επιχείρησης, αλλά επιμέρους μόνο στοιχεία ή απλώς εκμισθώνονται εγκαταστάσεις, δεν γεννάται ευθύνη του αποκτώντος κατά το άρθρο 479 ΑΚ (ΑΠ 55/2026).

    Η γραμμή ανάμεσα στη μεταβίβαση του πυρήνα και στην απόκτηση παρεπόμενων στοιχείων κρίνεται κατά τα πραγματικά περιστατικά της κάθε συναλλαγής. Εκεί ακριβώς καθορίζεται αν ο αγοραστής αναλαμβάνει ή όχι την ευθύνη.

    Η εμπειρία από υποθέσεις εξαγορών δείχνει ότι η εσφαλμένη εκτίμηση αυτού του ορίου είναι από τις συχνότερες πηγές μεταγενέστερων αξιώσεων.

    Τι ελέγχει η νομική και φορολογική δέουσα επιμέλεια;

    Ο έλεγχος καλύπτει την εταιρική νομιμότητα, τις υφιστάμενες συμβάσεις με ρήτρες αλλαγής ελέγχου, τις εκκρεμείς διαφορές, τα εμπράγματα βάρη, τις εργασιακές σχέσεις και τις φορολογικές υποχρεώσεις.

    Το βάθος διαφέρει ανά δομή: στο asset deal εστιάζει στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία, στο share deal σε ολόκληρο το ιστορικό της εταιρείας, αφού ο αγοραστής αναλαμβάνει κάθε εκκρεμότητα.

    Εταιρικός και συμβατικός έλεγχος

    Ο έλεγχος ξεκινά από τον φάκελο σύστασης και το ιστορικό στο Γ.Ε.ΜΗ.: καταστατικό, τροποποιήσεις, πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων και Διοικητικού Συμβουλίου, εκπροσώπηση. Σε εξαγορά μετοχών εξετάζεται αν ορισμένες κατηγορίες μετοχών είναι δεσμευμένες ή φέρουν δικαιώματα προτίμησης (άρθρο 41 ν. 4548/2018).

    Στις υφιστάμενες συμβάσεις, κρίσιμος είναι ο εντοπισμός ρητρών αλλαγής ελέγχου (change of control), που μπορούν να λύσουν ή να τροποποιήσουν μια σύμβαση μόλις ολοκληρωθεί η εξαγορά.

    Ελέγχονται, τέλος, εκκρεμείς αγωγές και διαιτησίες ως ενδεχόμενες υποχρεώσεις (contingent liabilities) που δεν εμφανίζονται στους ισολογισμούς, καθώς και κατασχέσεις, υποθήκες και βάρη σε Κτηματολόγιο και Υποθηκοφυλακείο.

    Φορολογικοί κίνδυνοι

    Ελέγχεται η ύπαρξη εκκρεμών φορολογικών ελέγχων, δικαστικών διαφορών και βεβαιωμένων οφειλών. Η παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου είναι κατ’ αρχήν πενταετής, παρατεινόμενη σε δεκαετή υπό προϋποθέσεις, ιδίως επί μη υποβολής δήλωσης ή νέων στοιχείων που αποκαλύπτουν απόκρυψη φορολογητέας ύλης (άρθρο 37 ν. 5104/2024).

    Σε πολλές περιπτώσεις, οι μεταφερόμενες ζημίες αποτελούν κρυφή αξία για τον αγοραστή, αφού συμψηφίζονται με μελλοντικά κέρδη της αποκτηθείσας εταιρείας στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη (άρθρο 27 ν. 4172/2013), εφόσον επαληθευτεί η νομιμότητα της μεταφοράς τους.

    Επαληθεύεται, επίσης, η κατάσταση ΦΠΑ και ο χειρισμός των ενδοομιλικών συναλλαγών (transfer pricing). Η εμπειρία από υποθέσεις εξαγορών δείχνει ότι οι ασφαλιστικές οφειλές προς τον e-ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ συχνά εντοπίζονται μόνο μετά την ολοκλήρωση, γι’ αυτό ζητείται χωριστή επαλήθευση και όχι μόνο πρόσφατο αποδεικτικό ενημερότητας.

    Εργασιακές σχέσεις και διανοητική ιδιοκτησία

    Στις εργασιακές σχέσεις, ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο εντοπισμός σχέσεων που εμφανίζονται ως ανεξάρτητη συνεργασία ή σύμβαση έργου αλλά υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία, καθώς η δικαστική αναγνώρισή τους μετά την εξαγορά δημιουργεί σημαντικές υποχρεώσεις.

    Εξετάζονται εκκρεμείς αξιώσεις πρώην εργαζομένων, η ορθότητα υπολογισμού αποζημιώσεων και τυχόν δεσμεύσεις από κλαδικές ή επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις. Σε asset deal, οι εργασιακές σχέσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων μεταφέρονται κατά τις σχετικές προστατευτικές διατάξεις.

    Στη διανοητική ιδιοκτησία ελέγχεται η κατοχύρωση σημάτων σε ΟΒΙ ή EUIPO, η κυριότητα του πηγαίου κώδικα και η ύπαρξη εμπορικού απορρήτου κατά τον ν. 4679/2020.

    Πώς προστατεύεται ο αγοραστής με δηλώσεις και εγγυήσεις;

    Οι δηλώσεις και εγγυήσεις (representations & warranties) μεταφέρουν στον πωλητή τον κίνδυνο για ό,τι δηλώνει ανακριβώς ή αποκρύπτει. Καθοριστικό σημείο διαπραγμάτευσης είναι αν η γνώση που απέκτησε ο αγοραστής μέσω της δέουσας επιμέλειας περιορίζει την ευθύνη του πωλητή, καθώς και ο χρονικός περιορισμός της ευθύνης αυτής.

    Κάθε εγγύηση κατανέμει έναν συγκεκριμένο κίνδυνο και απαιτεί ad hoc διατύπωση, ώστε να καλύπτει το αντικείμενο, τα χρονικά όρια και τις συνέπειες της παράβασης. Δύο αντίθετες ρυθμίσεις, γνωστές ως ρήτρες sandbagging, διαμορφώνουν τη θέση των μερών.

    Με την πρώτη, ο πωλητής ευθύνεται ακόμη και αν ο αγοραστής γνώριζε το ελάττωμα από τον έλεγχο. Με τη δεύτερη, η προηγούμενη γνώση του αγοραστή αποκλείει την αξίωση. Η επιλογή της μίας ή της άλλης μετατοπίζει ουσιωδώς τον κίνδυνο και αποτελεί από τα πιο κρίσιμα σημεία της σύμβασης εξαγοράς.

    Η προστασία δεν αρχίζει με την υπογραφή. Ήδη στο στάδιο των διαπραγματεύσεων τα μέρη υπέχουν προσυμβατική ευθύνη, καθώς όποιος υπαίτια ματαιώσει τη συναλλαγή, αφού έχει δημιουργήσει στον αντισυμβαλλόμενο εύλογη πεποίθηση για τη βέβαιη σύναψή της, οφείλει να αποκαταστήσει το διαφέρον εμπιστοσύνης (άρθρα 197 και 198 ΑΚ, ΑΠ 2049/2022 επί ματαιωθείσας μεταβίβασης μετοχών).

    Η εσκεμμένη απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας μπορεί, περαιτέρω, να στηρίξει ακύρωση της σύμβασης λόγω πλάνης ή απάτης (άρθρα 140 επ. και 147 ΑΚ).

    Τι κερδίζει ο πωλητής από vendor due diligence;

    Ο πωλητής που οργανώνει ψηφιακό χώρο δεδομένων (data room) και διορθώνει ζητήματα πριν τον έλεγχο του αγοραστή ενισχύει τη διαπραγματευτική του θέση και επιταχύνει τη συναλλαγή. Η πλήρης γνωστοποίηση κάθε ουσιώδους γεγονότος αποτρέπει μεταγενέστερη ευθύνη από απόκρυψη.

    Η προετοιμασία αυτή, γνωστή ως vendor due diligence, επιτρέπει στον πωλητή να διαμορφώσει ρεαλιστικές δηλώσεις και εγγυήσεις που αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση της εταιρείας, αντί να τις δεχθεί υπό πίεση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

    Η επένδυση σε τέτοιον προληπτικό έλεγχο αποδίδει ιδίως όταν η πώληση γίνεται με ανταγωνιστική διαδικασία ή περισσότερους υποψήφιους αγοραστές, όπου ο εντοπισμός και η διευθέτηση προβλημάτων πριν αυτά αναδειχθούν από τρίτον μεταφράζεται σε καλύτερο τίμημα και ταχύτερο κλείσιμο.

    Συχνές Ερωτήσεις

    Share deal ή asset deal: ποιο επιλέγει ο αγοραστής;

    Εξαρτάται από το πού συγκεντρώνεται ο κίνδυνος. Το share deal ταιριάζει όταν η συνέχεια συμβάσεων, αδειών και πελατολογίου είναι κρίσιμη και το ιστορικό της εταιρείας είναι καθαρό. Το asset deal προτιμάται όταν ο αγοραστής θέλει να αποφύγει κρυφές υποχρεώσεις και να αποκτήσει μόνο επιλεγμένα στοιχεία. Η απόφαση προκύπτει από τα ευρήματα της δέουσας επιμέλειας, όχι από γενικό κανόνα.

    Ευθύνεται ο αγοραστής για τα χρέη της εταιρείας μετά την εξαγορά;

    Στο asset deal ο αποκτών ευθύνεται εις ολόκληρον με τον μεταβιβάζοντα, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων, όταν μεταβιβάζεται ο πυρήνας της επιχείρησης (άρθρο 479 ΑΚ). Δεν ευθύνεται όταν αποκτά επουσιώδη μόνο στοιχεία. Στο share deal οι υποχρεώσεις παραμένουν στην εταιρεία, οπότε βαρύνουν έμμεσα τον αγοραστή των μετοχών, γι’ αυτό και κρίνεται από τις εγγυήσεις του πωλητή.

    Τι είναι οι δηλώσεις και εγγυήσεις σε σύμβαση εξαγοράς;

    Είναι συμβατικές διαβεβαιώσεις του πωλητή για την κατάσταση της εταιρείας (οικονομικά, φορολογικά, εργασιακά, νομικά κλπ). Η ανακρίβειά τους θεμελιώνει ευθύνη και αξίωση αποζημίωσης ή μείωσης τιμήματος. Κάθε εγγύηση κατανέμει έναν συγκεκριμένο κίνδυνο, ενώ ο χρονικός περιορισμός της ευθύνης ορίζει για πόσο διάστημα μετά το κλείσιμο μπορεί ο αγοραστής να την επικαλεστεί.

    Η γνώση του αγοραστή από το due diligence, περιορίζει την ευθύνη του πωλητή;

    Εξαρτάται από τη διατύπωση της σύμβασης. Με τη μία ρύθμιση ο πωλητής ευθύνεται ακόμη και αν ο αγοραστής γνώριζε το ελάττωμα από τον έλεγχο. Με την αντίθετη ρύθμιση, η προηγούμενη γνώση του αγοραστή αποκλείει την αξίωση. Το ζήτημα ρυθμίζεται ρητά στη σύμβαση εξαγοράς και αποτελεί καθοριστικό σημείο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στα μέρη.

    Πρακτικές Επισημάνσεις

    Η δομή της εξαγοράς πριν τον έλεγχο: η επιλογή share deal ή asset deal καθορίζει το αντικείμενο, το βάθος και τα ερωτήματα της δέουσας επιμέλειας. Η εκκίνηση ελέγχου χωρίς προηγούμενη απόφαση δομής οδηγεί σε άσκοπο κόστος και σε κενά σε κρίσιμα σημεία.

    Το άρθρο 479 ΑΚ δεν εφαρμόζεται πάντα: η ευθύνη του αγοραστή για χρέη γεννάται μόνο όταν μεταβιβάζεται ο πυρήνας της επιχείρησης. Ο ακριβής χαρακτηρισμός των μεταβιβαζόμενων ως συνόλου ή ως επιμέρους στοιχείων κρίνεται κατά περίπτωση και μεταβάλλει ριζικά την ευθύνη.

    Οι ρήτρες αλλαγής ελέγχου ανατρέπουν την αξία: μια σύμβαση που λύεται αυτοδικαίως με την εξαγορά μπορεί να αφαιρέσει από την επιχείρηση ακριβώς το στοιχείο που την έκανε ελκυστική. Ο εντοπισμός τους είναι από τα πρώτα σημεία του ελέγχου, όχι λεπτομέρεια.

    Η σιωπή του πωλητή δεν είναι ουδέτερη: η απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας μπορεί να στηρίξει ακύρωση της σύμβασης ή αξίωση αποζημίωσης. Η οργανωμένη γνωστοποίηση μέσω vendor due diligence προστατεύει και τον πωλητή, όχι μόνο τον αγοραστή.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το Due Diligence σε Share Deal και Asset Deal.

    Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού: Πότε Είναι Έγκυρη & Πότε Άκυρη

    Νομική υποστήριξη σε Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού Στις Εργασιακές & Εταιρικές Σχέσεις - KSTLAW

    Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού: Πότε Δεσμεύει Εργαζόμενο & Εταίρο

    Εν συντομία:

    • Κατά τη διάρκεια της εργασιακής ή εταιρικής σχέσης η υποχρέωση μη ανταγωνισμού ισχύει αυτοδίκαια. Μετά τη λύση δεσμεύει μόνο εφόσον έχει συμφωνηθεί ρητός μετασυμβατικός όρος.
    • Η εγκυρότητα της μετασυμβατικής ρήτρας στην εργασία κρίνεται από τέσσερα κριτήρια: χρονική διάρκεια (έως δύο έτη κατά τη νομολογία), γεωγραφική έκταση, αντικείμενο της απαγόρευσης και οικονομικό αντάλλαγμα.
    • Η νομολογία μετά το 2024 αυστηροποιεί τον έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας και λαβάνει υπόψη της την απουσία ανταλλάγματος (ΑΠ 830/2024, ΑΠ 1080/2025).
    • Στις εταιρικές σχέσεις και στις μεταβιβάσεις μεριδίων ή μετοχών ο δικαστικός έλεγχος είναι λιγότερο αυστηρός, καθώς ο εταίρος δεν θεωρείται ασθενέστερο μέρος.
    • Η παραβίαση ενεργοποιεί την ποινική ρήτρα που τη συνοδεύει, η οποία μπορεί να μειωθεί δικαστικά κατ’ άρθρο 409 ΑΚ όταν είναι δυσανάλογη.

    Πότε δεσμεύει εργαζόμενο ή εταίρο η ρήτρα μη ανταγωνισμού;

    Η ρήτρα μη ανταγωνισμού (non-compete agreement) δεσμεύει σε δύο διαφορετικά χρονικά στάδια. Κατά τη διάρκεια της σχέσης η υποχρέωση ισχύει αυτοδίκαια, χωρίς ανάγκη ρητής συμφωνίας. Μετά τη λύση, όμως, δεσμεύει μόνο όταν έχει προβλεφθεί ρητός μετασυμβατικός όρος. Χωρίς αυτόν, ο εργαζόμενος ή ο εταίρος ανακτά πλήρως την επαγγελματική του ελευθερία.

    Στην εργασιακή σχέση, ο εργαζόμενος οφείλει κατά τη διάρκεια της σύμβασης να απέχει από ανταγωνιστικές πράξεις εις βάρος του εργοδότη. Η υποχρέωση δεν χρειάζεται ρητή συμφωνία, αλλά απορρέει από την αρχή της επιμέλειας και της καλής πίστης (άρθρα 652 και 288 ΑΚ) σε συνδυασμό με τον Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού.

    Στην εταιρική σχέση η απαγόρευση προβλέπεται ρητά. Για τις προσωπικές εταιρείες ισχύουν το άρθρο 748 ΑΚ και τα άρθρα 254 και 255 του Ν. 4072/2012. Αντίστοιχη απαγόρευση ισχύει για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ΑΕ κατ’ άρθρο 98 του Ν. 4548/2018 και για τους διευθύνοντες υπαλλήλους που συνδυάζουν εργασιακή και εταιρική ιδιότητα. Παραβίαση θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και αποκλεισμό του εταίρου.

    Το πρόβλημα εμφανίζεται στη μετασυμβατική περίοδο. Επειδή η ελευθερία επανέρχεται με τη λύση, η επέκταση της απαγόρευσης μετά το πέρας της σχέσης απαιτεί ρητό όρο με βάση τη συμβατική ελευθερία του άρθρου 361 ΑΚ (ΑΠ 1598/2022). Η ίδια όμως πρόβλεψη περιορίζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα εργασίας (άρθρα 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), για τον λόγο αυτό υποβάλλεται σε αυστηρό δικαστικό έλεγχο.

    Ποια κριτήρια κρίνουν αν θα ισχύει η μετασυμβατική ρήτρα στην εργασία;

    Ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, η νομολογία ελέγχει την εγκυρότητα της μετασυμβατικής ρήτρας με βάση τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ και έχει αναπτύξει τέσσερα κριτήρια: τη χρονική διάρκεια, τη γεωγραφική έκταση, το αντικείμενο της απαγόρευσης και το οικονομικό αντάλλαγμα. Η ρήτρα κρίνεται άκυρη ως καταχρηστική όταν αποτυγχάνει σε ένα ή περισσότερα από αυτά.

    • Χρονική διάρκεια: η δέσμευση πρέπει να περιορίζεται σε εύλογο χρόνο. Η νομολογία δέχεται ως ανώτατο εύλογο όριο τα δύο έτη μετά τη λύση. Ισόβια ή αόριστη απαγόρευση είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη και άκυρη κατ’ άρθρο 179 ΑΚ.
    • Γεωγραφική έκταση: ο περιορισμός πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική εμβέλεια της δραστηριότητας του εργοδότη. Απαγόρευση σε ολόκληρη την επικράτεια, όταν ο εργοδότης δεν δραστηριοποιείται πανελλαδικά, κρίνεται υπέρμετρη.
    • Αντικείμενο: η ρήτρα πρέπει να οριοθετεί με σαφήνεια το είδος της απαγορευμένης δραστηριότητας. Γενική απαγόρευση «κάθε εργασίας στον κλάδο» χωρίς εξειδίκευση κινδυνεύει να κριθεί άκυρη.
    • Οικονομικό αντάλλαγμα: το πλέον εξελισσόμενο κριτήριο, του οποίου η βαρύτητα μεταβάλλεται από την πρόσφατη νομολογία.

    Το περιεχόμενο της μετασυμβατικής υποχρέωσης αποτυπώνεται στην ΑΠ 1782/2023. Ο Άρειος Πάγος νομολόγησε ότι ο δεσμευόμενος υποχρεούται να μην αξιοποιήσει τις γνώσεις του υπέρ ανταγωνιστή, να μην αποσπάσει εργαζομένους ή πελάτες και να μην αποκαλύψει τα επιχειρηματικά μυστικά που απέκτησε.

    Στην ΑΠ 1598/2022 ο Άρειος Πάγος έκρινε άκυρη ρήτρα δύο ετών σε σύμφωνο συνεργασίας που απαγόρευε στον αντισυμβαλλόμενο κάθε συνεργασία με τις σημαντικότερες εταιρείες πληροφορικής της χώρας, χωρίς αντάλλαγμα. Η ρήτρα τον εκτόπιζε ουσιαστικά από ολόκληρο τον κλάδο σε εθνικό επίπεδο, παραβιάζοντας τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ.

    Η σύνταξη ρήτρας που αντέχει στον έλεγχο απαιτεί ad hoc διατύπωση η οποία προβλέπει ταυτόχρονα χρόνο, τόπο, αντικείμενο και αντάλλαγμα. Αστοχία σε ένα μόνο από τα τέσσερα αρκεί για να κριθεί το σύνολο της ρήτρας άκυρο στο δικαστήριο.

    Πώς αλλάζει η νέα νομολογία τον ρόλο του οικονομικού ανταλλάγματος;

    Η παλαιότερη νομολογία δεχόταν ότι το οικονομικό αντάλλαγμα δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση εγκυρότητας, αλλά συνεκτιμάται μόνο όταν οι λοιποί όροι υπερβαίνουν τα όρια των χρηστών ηθών. Η νομολογία της περιόδου 2024 και εντεύθεν, μετατοπίζεται προς αυστηρότερη κατεύθυνση και αντιμετωπίζει την απουσία ανταλλάγματος ως ουσιώδες αρνητικό στοιχείο.

    Η ΑΠ 830/2024 εισήγαγε ένα γενικότερο πλαίσιο ελέγχου δεσμευτικών ρητρών στις συμβάσεις εργασίας, εφαρμόσιμο και στις ρήτρες μη ανταγωνισμού. Ακόμη και αν μια ρήτρα δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, ο δικαστής οφείλει να εξετάσει αν συνεπάγεται δυσανάλογη κατανομή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος) και της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Η μετατόπιση στηρίζεται στην αναγνώριση ότι ο εργαζόμενος, ως ασθενέστερο μέρος, δεν διαθέτει πραγματική διαπραγματευτική ισχύ κατά την υπογραφή.

    Στο ίδιο πνεύμα, η ΑΠ 1080/2025 εξέτασε εξάμηνη μετασυμβατική απαγόρευση χωρίς πρόβλεψη ανταλλάγματος. Το δικαστήριο ανέπτυξε τα κριτήρια δυσαναλογίας της ποινικής ρήτρας, λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη διαπραγματευτικής ισχύος του εργαζομένου, την απουσία ειδικού ανταλλάγματος και τη σχέση της ποινής με το πραγματικό όφελος και τη ζημία. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ΜΕφΑθ 597/2025, η οποία εντάσσει ρητά την πρόβλεψη αποζημίωσης στα κριτήρια εγκυρότητας.

    Η εμπειρία από υποθέσεις σύνταξης ρητρών μη ανταγωνισμού δείχνει ότι η πρόβλεψη εύλογου ανταλλάγματος, για παράδειγμα ποσοστού επί του τελευταίου μισθού καταβαλλόμενου κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης, ενισχύει σημαντικά τη βιωσιμότητα της ρήτρας σε δικαστικό έλεγχο. Η απόφαση για το αν θα προβλεφθεί αντάλλαγμα, για το ύψος του και για τον χρόνο καταβολής αποτελεί σοβαρό κριτήριο που καθορίζει την τύχη ολόκληρου του όρου.

    Ισχύει διαφορετικά η ρήτρα στις εταιρικές σχέσεις και τις μεταβιβάσεις;

    Στις εταιρικές σχέσεις ο δικαστικός έλεγχος είναι λιγότερο αυστηρός σε σχέση με τις εργασιακές. Ο εταίρος, σε αντίθεση με τον εργαζόμενο, δεν θεωρείται κατ’ ανάγκη ασθενέστερο μέρος, καθώς η διαπραγματευτική ισχύς στις εταιρικές συμβάσεις είναι συνήθως πιο ισορροπημένη. Η υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού παύει με τη λύση της εταιρικής σχέσης, εκτός αν έχει συμφωνηθεί καταστατική ρήτρα μετασυμβατικής απαγόρευσης.

    Εργασιακή σχέσηΕταιρική σχέση / μεταβίβαση
    Ασθενέστερο μέροςΝαι, ο εργαζόμενοςΌχι, ισορροπημένη διαπραγμάτευση
    Αυστηρότητα ελέγχουΥψηλήΧαμηλότερη
    Ρόλος ανταλλάγματοςΚρίσιμος μετά τη νομολογία 2024-2025Συχνά καλύπτεται από το τίμημα μεταβίβασης
    Τυπικό όχημαΌρος σύμβασης εργασίαςΚαταστατικό, SHA, SPA

    Αντίστοιχες ρήτρες περιλαμβάνονται συχνά σε συμβάσεις μεταβίβασης μετοχών και σε εξωεταιρικές συμφωνίες μετόχων. Εκεί η ρήτρα εξυπηρετεί τον εύλογο σκοπό να αξιοποιήσει απρόσκοπτα ο αγοραστής την πελατεία, την τεχνογνωσία και το επιχειρηματικό απόρρητο που μεταβιβάστηκαν.

    Η εμπειρία από υποθέσεις μεταβίβασης μετοχών και μεριδίων δείχνει ότι η ρήτρα πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με τη μεταβιβαζόμενη φήμη, να αφορά συγκεκριμένα τη δραστηριότητα της εταιρείας και να μην υπερβαίνει τα δύο έως τρία έτη.

    Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η υπόθεση Remia κατά Επιτροπής (42/84) του ΔΕΕ αποτελεί σημείο αναφοράς. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ρήτρα μη ανταγωνισμού στο πλαίσιο μεταβίβασης επιχείρησης δεν εμπίπτει κατ’ αρχήν στην απαγόρευση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, εφόσον είναι αναγκαία για τη μεταβίβαση και δεν υπερβαίνει σε διάρκεια και έκταση το αναγκαίο για τη διασφάλιση της μεταβιβαζόμενης αξίας.

    Ρήτρα μη ανταγωνισμού ή NDA: πότε επιλέγεται το καθένα;

    Η ρήτρα μη ανταγωνισμού και η σύμβαση εμπιστευτικότητας (NDA) είναι διακριτά εργαλεία με διαφορετικό σκοπό. Το NDA προστατεύει πληροφορίες και απαγορεύει την αποκάλυψη εμπιστευτικών δεδομένων, χωρίς να περιορίζει την επαγγελματική δραστηριότητα. Η ρήτρα μη ανταγωνισμού περιορίζει αυτή καθαυτή τη δυνατότητα άσκησης συγκεκριμένης δραστηριότητας. Για τον λόγο αυτό υποβάλλεται σε αυστηρότερο δικαστικό έλεγχο.

    ΚριτήριοNDA (εμπιστευτικότητα)Ρήτρα μη ανταγωνισμού
    Τι προστατεύειΠληροφορίες και απόρρητοΕπαγγελματική δραστηριότητα
    ΔιάρκειαΌσο η πληροφορία παραμένει εμπιστευτικήΑυστηρά οριοθετημένη, έως δύο έτη
    Δικαστικός έλεγχοςΗπιότεροςΑυστηρός
    Αν κριθεί άκυρη η ρήτραΕξακολουθεί να δεσμεύει ως προς τις πληροφορίεςΠαύει κάθε δέσμευση δραστηριότητας

    Στην πράξη τα δύο εργαλεία συνδυάζονται. Ένα NDA σε συνδυασμό με όρο μη ανταγωνισμού αποτελεί πλέγμα προστασίας. Αν η ρήτρα μη ανταγωνισμού κριθεί άκυρη, το NDA εξακολουθεί να δεσμεύει ως προς τις εμπιστευτικές πληροφορίες, κάτι που περιορίζει εμμέσως τη δυνατότητα αποτελεσματικής ανταγωνιστικής δράσης.

    Τι συνέπειες έχει η παραβίαση και πότε μειώνεται η ποινική ρήτρα;

    Η ρήτρα μη ανταγωνισμού εμπεριέχει κατά κανόνα ποινική ρήτρα (άρθρα 404 επ. ΑΚ), η οποία καταπίπτει υπέρ του εργοδότη σε περίπτωση παραβίασης, χωρίς να απαιτείται κατ’ αρχήν επίκληση και απόδειξη ζημίας. Η ποινή αυτή μπορεί όμως να μειωθεί δικαστικά κατ’ άρθρο 409 ΑΚ όταν είναι δυσανάλογα υψηλή.

    Η μείωση της ποινικής ρήτρας κρίνεται με βάση κριτήρια όπως η σύγκριση της ποινής με το όφελος του εργαζομένου και τη ζημία του εργοδότη, ο βαθμός πταίσματος και η διαπραγματευτική θέση των μερών (ΑΠ 1080/2025).

    Πέραν της ποινικής ρήτρας, ο εργοδότης ή η εταιρεία δικαιούνται να αξιώσουν αποζημίωση κατά τις γενικές διατάξεις (άρθρα 914 και 281 ΑΚ) και, ανάλογα με την περίπτωση, να ζητήσουν ασφαλιστικά μέτρα για παύση της δραστηριότητας. Η παραβίαση μπορεί παράλληλα να στοιχειοθετεί αθέμιτο ανταγωνισμό με απόσπαση πελατείας όταν συνοδεύεται από αντίστοιχες πράξεις.

    Συχνές Ερωτήσεις

    Ισχύει η ρήτρα μη ανταγωνισμού μετά τη λύση χωρίς ρητό συμβατικό όρο;

    Όχι. Μετά τη λύση της σχέσης ο εργαζόμενος ή ο εταίρος ανακτά την επαγγελματική του ελευθερία. Η μετασυμβατική απαγόρευση δεν απορρέει αυτοδικαίως, αλλά απαιτεί ρητό συμβατικό όρο βάσει του άρθρου 361 ΑΚ. Αν δεν έχει συμφωνηθεί τέτοιος όρος, δεν υπάρχει δέσμευση μετά το πέρας της σχέσης.

    Πόσο διάστημα μπορεί να διαρκεί έγκυρα η μετασυμβατική απαγόρευση;

    Η νομολογία δέχεται ως ανώτατο εύλογο όριο τα δύο έτη μετά τη λύση στις εργασιακές σχέσεις. Στις εταιρικές σχέσεις και τις μεταβιβάσεις γίνονται δεκτά και τα δύο έως τρία έτη, εφόσον συνδέονται με τη μεταβιβαζόμενη αξία. Ισόβια ή αόριστη απαγόρευση είναι άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη κατ’ άρθρο 179 ΑΚ.

    Είναι υποχρεωτικό το οικονομικό αντάλλαγμα για να ισχύει η ρήτρα;

    Το αντάλλαγμα δεν αποτελεί τυπικά αυτοτελή προϋπόθεση. Η νομολογία μετά το 2024, όμως, μέσω της αρχής της αναλογικότητας, αντιμετωπίζει την απουσία του ως ουσιώδες αρνητικό στοιχείο, ιδίως σε συνδυασμό με ευρεία χρονική ή γεωγραφική έκταση (ΑΠ 1080/2025). Η πρόβλεψη ανταλλάγματος ενισχύει σημαντικά τη βιωσιμότητα της ρήτρας.

    Διαφέρει η ρήτρα αποχώρησης εργαζομένου από τη ρήτρα εξερχόμενου εταίρου;

    Ναι. Η ρήτρα στον εργαζόμενο ελέγχεται αυστηρά, διότι ο εργαζόμενος θεωρείται ασθενέστερο μέρος. Η ρήτρα στον εξερχόμενο εταίρο ή στον πωλητή μεριδίων ελέγχεται ηπιότερα, καθώς η διαπραγμάτευση θεωρείται ισορροπημένη και το αντάλλαγμα συχνά καλύπτεται από το τίμημα μεταβίβασης.

    Μπορεί να μειωθεί η ποινική ρήτρα αν παραβιαστεί ο όρος μη ανταγωνισμού;

    Ναι. Ακόμη και αν η ρήτρα μη ανταγωνισμού είναι έγκυρη, η συνοδευτική ποινική ρήτρα μειώνεται δικαστικά κατ’ άρθρο 409 ΑΚ όταν είναι δυσανάλογα υψηλή σε σχέση με τη ζημία. Το δικαστήριο σταθμίζει το όφελος του οφειλέτη, τη ζημία του δικαιούχου, τον βαθμό πταίσματος και τη διαπραγματευτική θέση των μερών.

    Πρακτικές Επισημάνσεις

    Έγγραφος τύπος: η μετασυμβατική απαγόρευση χρειάζεται ρητό συμβατικό όρο. Χωρίς αυτόν, ο εργαζόμενος ή ο εταίρος δεν δεσμεύεται μετά τη λύση.

    Σαφής οριοθέτηση: ρήτρα που απαγορεύει κάθε ανταγωνιστική δραστηριότητα χωρίς χρονικό, γεωγραφικό ή αντικειμενικό περιορισμό κινδυνεύει να κριθεί άκυρη ή καταχρηστική (ΑΠ 830/2024, ΑΠ 1080/2025).

    Πρόβλεψη ανταλλάγματος: στις εργασιακές σχέσεις ένα αντάλλαγμα, για παράδειγμα ποσοστό του τελευταίου μισθού, ενισχύει τη βιωσιμότητα. Στις εταιρικές σχέσεις αντάλλαγμα μπορεί να θεωρηθεί το τίμημα μεταβίβασης.

    Συνδυασμός με NDA: η ρήτρα μη ανταγωνισμού συνοδεύεται κατά κανόνα από σύμβαση εμπιστευτικότητας. Ακόμη και αν η πρώτη κριθεί άκυρη, το NDA διατηρεί προστασία ως προς τις εμπιστευτικές πληροφορίες.

    Εταιρικές μεταβιβάσεις: σε συμβάσεις πώλησης μεριδίων ή μετοχών η ρήτρα πρέπει να αφορά συγκεκριμένα τη δραστηριότητα της εταιρείας, να μην υπερβαίνει τα δύο έως τρία έτη και να συνδέεται αιτιωδώς με τη μεταβιβαζόμενη φήμη και τεχνογνωσία.

    Δικαστική μείωση ποινής: εργαζόμενοι και εταίροι που αντιμετωπίζουν δυσανάλογα υψηλή ποινική ρήτρα μπορούν να ζητήσουν τη μείωσή της δικαστικά κατ’ άρθρο 409 ΑΚ.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού στις εργασιακές και εταιρικές σχέσεις.

    Ευθύνη Επιχείρησης από Τεχνητή Νοημοσύνη: Πότε Προκύπτει

    Νομική υποστήριξη σε Τεχνητή Νοημοσύνη & Επιχείρηση - KSTLAW

    Ποιος Ευθύνεται Όταν Το Σύστημα ΤΝ Προκαλεί Ζημία σε Τρίτο;

    Εν συντομία:

    • Η ευθύνη της επιχείρησης από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) κρίνεται σε τρία επίπεδα: συμβατική (άρθρο 330 ΑΚ) έναντι αντισυμβαλλομένων, αδικοπρακτική (άρθρο 914 ΑΚ) έναντι τρίτων και αντικειμενική κατά τη νέα Οδηγία για τα ελαττωματικά προϊόντα (Οδηγία 2024/2853).
    • Ο κανόνας είναι ότι ευθύνεται η επιχείρηση που χρησιμοποιεί το σύστημα, όχι ο πάροχος. Η αστοχία του AI θεωρείται αστοχία της δικής της παροχής, όχι γεγονός τρίτου ή ανωτέρα βία.
    • Μετά την απόσυρση της Οδηγίας για την ευθύνη της ΤΝ το 2025, δεν υπάρχει ενιαίο ενωσιακό καθεστώς και η εξωσυμβατική ευθύνη κρίνεται κατά το εθνικό δίκαιο περί αδικοπραξίας.
    • Η νέα Οδηγία για τα προϊόντα, με ενσωμάτωση έως τις 9 Δεκεμβρίου 2026, εντάσσει το λογισμικό και τα AI στα προϊόντα και αντιστρέφει το βάρος απόδειξης για τα τεχνικά τους στοιχεία.
    • Η ουσιαστική προστασία είναι προληπτική: συμβατική κατανομή ευθύνης με τον πάροχο και εσωτερική πολιτική AI που τεκμηριώνει την ανθρώπινη εποπτεία.

    Πότε ενεργοποιείται νομική ευθύνη της επιχείρησης από τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης;

    Η ευθύνη ενεργοποιείται ανάλογα με το ποιος ζημιώνεται και από ποια σχέση. Έναντι αντισυμβαλλομένου που δέχεται υπηρεσία με ενσωματωμένη ΤΝ, η επιχείρηση ευθύνεται συμβατικά κατά το άρθρο 330 ΑΚ. Έναντι τρίτου που υφίσταται ζημία, ευθύνεται αδικοπρακτικά κατά το άρθρο 914 ΑΚ.

    Παράλληλα, η νέα Οδηγία για τα ελαττωματικά προϊόντα προσθέτει καθεστώς αντικειμενικής ευθύνης. Υπόχρεη είναι κατά κανόνα η επιχείρηση που χρησιμοποιεί το σύστημα, όχι ο πάροχός του.

    Η διάκριση αυτή έχει πρακτική σημασία, εφόσον κάθε καθεστώς ευθύνης μεταβάλλει το πρόσωπο του υπόχρεου, το βάρος απόδειξης και τη χρονική παραγραφή της αξίωσης. Η επιχείρηση θεωρείται φορέας εφαρμογής (deployer) κατά τον Κανονισμό για την τεχνητή νοημοσύνη (AI Act), καθώς χρησιμοποιεί ένα σύστημα ΤΝ υπό την εποπτεία του, σε αντιδιαστολή με τον πάροχο (provider) που το αναπτύσσει ή το διαθέτει.

    Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τα τέσσερα πλαίσια ευθύνης που μπορεί να ενεργοποιηθούν ταυτόχρονα από το ίδιο περιστατικό:

    Πλαίσιο ευθύνηςΈναντι ποιουΤι αποδεικνύει ο ζημιωθείςΝομική βάση
    ΣυμβατικήΑντισυμβαλλόμενος (πελάτης)Αθέτηση παροχής και ζημίαάρθρο 330 ΑΚ
    ΑδικοπρακτικήΤρίτος εκτός σύμβασηςΠαρανομία, υπαιτιότητα, ζημία, αιτιώδης σύνδεσμοςάρθρο 914 ΑΚ
    Αντικειμενική (προϊόντος)Ζημιωθείς από ελάττωμαΕλάττωμα, ζημία, αιτιώδης σύνδεσμος (όχι υπαιτιότητα)Οδηγία 2024/2853
    Προστασία δεδομένωνΥποκείμενο δεδομένωνΠαράνομη αυτοματοποιημένη επεξεργασίαάρθρα 22 και 82 GDPR

    Συμβατική ή αδικοπρακτική ευθύνη: ποιο νομικό πλαίσιο εφαρμόζεται όταν σφάλλει το σύστημα;

    Η διάκριση εξαρτάται από τη σχέση με τον ζημιωθέντα. Όταν η επιχείρηση παρέχει υπηρεσία με ενσωματωμένη ΤΝ και το σύστημα αστοχεί, πρόκειται για αθέτηση της δικής της παροχής κατά το άρθρο 330 ΑΚ, όχι για γεγονός τρίτου. Όταν η ζημία πλήττει πρόσωπο εκτός σύμβασης, εφαρμόζεται η αδικοπρακτική ευθύνη του άρθρου 914 ΑΚ, με τις τέσσερις γνωστές προϋποθέσεις της.

    Στη συμβατική ευθύνη, ο οφειλέτης ενέχεται κατά το άρθρο 330 ΑΚ για κάθε αθέτηση από δόλο ή αμέλεια. Ο φορέας εφαρμογής επιλέγει, ενσωματώνει και ελέγχει το σύστημα ΤΝ, ασκώντας έλεγχο επί της σφαίρας εκτέλεσης της παροχής. Για τον λόγο αυτό, η επίκληση της αστοχίας του AI ως λόγου ανωτέρας βίας είναι ερμηνευτικά απαράδεκτη, καθώς ανωτέρα βία νοείται το αντικειμενικά απρόβλεπτο και αναπότρεπτο γεγονός, ενώ η αστοχία ενός εργαλείου που η ίδια η επιχείρηση επέλεξε εντάσσεται στον δικό της κίνδυνο.

    Στην αδικοπρακτική ευθύνη, το άρθρο 914 ΑΚ απαιτεί παράνομη συμπεριφορά, υπαιτιότητα, ζημία και αιτιώδη σύνδεσμο. Η αθέτηση σύμβασης δεν συνιστά αυτομάτως αδικοπραξία, μπορεί όμως η ίδια ζημιογόνος πράξη να θεμελιώσει και τα δύο, όταν θα ήταν παράνομη ακόμη και χωρίς τη συμβατική σχέση, κατά το γενικό καθήκον πρόνοιας που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ (ΑΠ 1261/2025).

    Η εμπειρία δείχνει ότι το πιο κρίσιμο, πρακτικό, ζήτημα είναι η απόδειξη. Τα μοντέλα βαθιάς μάθησης λειτουργούν ως «μαύρα κουτιά» (black-box), δηλαδή η εσωτερική τους λειτουργία δεν είναι προσβάσιμη ούτε εξηγήσιμη. Έτσι, η απόδειξη του αιτιώδους συνδέσμου και της υπαιτιότητας γίνεται δυσχερής.

    Κατά τη νομολογία, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αντικειμενικά ικανή να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 1609/2025). Στην πράξη, η αδυναμία τεχνικής εξήγησης του αποτελέσματος είναι το βασικό εμπόδιο που αντιμετωπίζει ο ζημιωθείς όταν επιχειρεί να συνδέσει τη ζημία με συγκεκριμένη πλημμέλεια του συστήματος.

    Πώς αλλάζει η κατανομή ευθύνης μετά την απόσυρση της Οδηγίας για την ευθύνη της ΤΝ;

    Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέσυρε το 2025 την πρόταση Οδηγίας για την ευθύνη από την τεχνητή νοημοσύνη (AI Liability Directive), η οποία θα εναρμόνιζε την εξωσυμβατική ευθύνη σε ενωσιακό επίπεδο. Η απόσυρση σημαίνει ότι δεν υπάρχει ενιαίο ευρωπαϊκό καθεστώς για τη ζημία τρίτου από AI. Η ευθύνη αυτή κρίνεται πλέον κατά το εθνικό δίκαιο, δηλαδή στην Ελλάδα κατά το άρθρο 914 ΑΚ.

    Η πρόταση είχε κατατεθεί το 2022 ως συμπλήρωμα της αναθεώρησης της ευθύνης προϊόντων. Αποσύρθηκε επίσημα το 2025, λόγω έλλειψης συναίνεσης μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Το αποτέλεσμα είναι ο ενωσιακός νομικός κατακερματισμός, καθώς κάθε κράτος-μέλος εφαρμόζει τους δικούς του κανόνες περί αδικοπραξίας, με διαφορετικές προϋποθέσεις και διαφορετικό βάρος απόδειξης.

    Για την ελληνική επιχείρηση, αυτό σημαίνει ότι ο ζημιωθείς τρίτος δεν διαθέτει τα αποδεικτικά εργαλεία που θα του παρείχε η αποσυρθείσα Οδηγία, όπως η υποχρεωτική αποκάλυψη τεχνικών στοιχείων ή τα μαχητά τεκμήρια αιτιώδους συνδέσμου. Παραμένει με το γενικό βάρος απόδειξης του άρθρου 914 ΑΚ, το οποίο είναι ιδιαίτερα δυσχερές λόγω του φαινομένου του μαύρου κουτιού. Το κενό αυτό καλύπτεται μερικώς, για ορισμένες κατηγορίες ζημίας, από τη νέα ρύθμιση για την ευθύνη προϊόντων.

    Πότε ευθύνεται ο πάροχος και πότε η επιχείρηση κατά τη νέα Οδηγία για την ευθύνη προϊόντων;

    Η Οδηγία 2024/2853 για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων, με προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο έως τις 9 Δεκεμβρίου 2026, εντάσσει ρητά το λογισμικό και τα συστήματα ΤΝ στην έννοια του «προϊόντος». Καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη δηλαδή, ο ζημιωθείς αποδεικνύει ελάττωμα, ζημία και αιτιώδη σύνδεσμο, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει υπαιτιότητα του υπευθύνου.

    Η νέα Οδηγία αντικαθιστά την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ. Έως την ενσωματωσή της στο εθνικό δίκαιο εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο καθεστώς ευθύνης παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος του Ν. 2251/1994.

    Μετά την ενσωμάτωση, τρεις νέοι κανόνες αφορούν ειδικά τα συστήματα ΤΝ:

    • Πρώτον, αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης. Όταν ο ζημιωθείς αποδείξει ότι η πρόσβαση στα τεχνικά στοιχεία λειτουργίας είναι αδύνατη ή δυσανάλογα δυσχερής, τεκμαίρεται η ύπαρξη ελαττώματος. Η ρύθμιση αντιμετωπίζει ευθέως το πρόβλημα του μαύρου κουτιού που καθιστά δυσχερή την αδικοπρακτική αξίωση.
    • Δεύτερον, θεμελιώνεται ευθύνη για ενημερώσεις και αναβαθμίσεις. Όταν λογισμικό ή μοντέλο τροποποιείται μετά τη διάθεσή του, το ελάττωμα που προκύπτει από την τροποποίηση αποδίδεται σε όποιον ασκεί τον έλεγχο του συστήματος.
    • Τρίτον, διευρύνεται ο κύκλος των υποχρέων. Ευθύνεται ο πάροχος ως κατασκευαστής, αλλά και η ίδια η επιχείρηση όταν τροποποιεί ουσιωδώς το σύστημα ή το θέτει σε κυκλοφορία με τη δική της επωνυμία. Σημαντικός είναι ο περιορισμός που εισάγεται, καθώς η ευθύνη προϊόντος καλύπτει σωματική βλάβη, υλική ζημία και απώλεια δεδομένων, όχι όμως την καθαρά οικονομική ζημία ούτε την προσβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Για τις τελευταίες, η αξίωση θεμελιώνεται στα άρθρα 330 και 914 ΑΚ.

    Ποιες συμβατικές αποφάσεις κατανέμουν την ευθύνη πριν την ενσωμάτωση συστήματος ΤΝ;

    Η ουσιαστική κατανομή ευθύνης γίνεται συμβατικά, πριν την ενσωμάτωση. Η σύμβαση με τον πάροχο AI καθορίζει ποιος φέρει το κόστος αξιώσεων τρίτων, σε ποιον βαθμό περιορίζεται η ευθύνη του παρόχου και πώς προστατεύονται τα δεδομένα εισόδου. Οι τυποποιημένοι όροι των παρόχων, διαμορφωμένοι κατά κανόνα στο αμερικανικό δίκαιο, δεν ισχύουν πάντοτε αυτούσιοι στο ελληνικό.

    Η σύμβαση παροχής AI, είτε μέσω διεπαφής προγραμματισμού (API – Application Programming Interface), είτε ως λογισμικό ως υπηρεσία (SaaS – Software as a Service), είτε ως custom ανάπτυξη, αποτελεί μικτή σύμβαση, καθώς ενσωματώνει στοιχεία σύμβασης έργου, υπηρεσιών και άδειας χρήσης λογισμικού. Η υπαγωγή σε συγκεκριμένο τύπο καθορίζει το εφαρμοστέο καθεστώς ευθύνης και απαιτεί ad hoc εκτίμηση των επιμέρους όρων της κάθε σύμβασης.

    Η ρήτρα αποζημίωσης για ζητήματα διανοητικής ιδιοκτησίας (IP indemnification) μεταθέτει στον πάροχο τις αξιώσεις τρίτων για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων από τα αποτελέσματα του μοντέλου. Ορισμένοι πάροχοι την έχουν υιοθετήσει, αλλά με συμβατικές προϋποθέσεις που χρειάζονται έλεγχο.

    Στην πράξη, παρατηρείται ότι οι προϋποθέσεις της ρήτρας, όπως η υποχρεωτική ενεργοποίηση φίλτρων ή η συμμόρφωση προς τους όρους χρήσης, συχνά περιορίζουν ή αποκλείουν την κάλυψη. Το ζήτημα συνδέεται με την ευρύτερη προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς αμιγώς AI-generated αποτέλεσμα χωρίς πρωτότυπη ανθρώπινη συνεισφορά δεν προστατεύεται.

    Η ρήτρα περιορισμού ευθύνης και η αποποίηση εγγυήσεων (no warranty) ελέγχονται ως προς την καταχρηστικότητά τους. Το άρθρο 332 ΑΚ απαγορεύει τον εκ των προτέρων αποκλεισμό της ευθύνης για δόλο ή βαριά αμέλεια, ενώ καταχρηστικοί όροι κρίνονται και κατά την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ. Ο πλήρης αποκλεισμός ευθύνης σε σύμβαση μεταξύ επιχειρήσεων δεν ισχύει αυτούσιος, ο δε έλεγχος της καταχρηστικότητας γίνεται ανά περίπτωση.

    Τέλος, κάθε εντολή (prompt) που εισάγεται στο σύστημα, όπως στρατηγικά ή οικονομικά δεδομένα, αποτελεί δυνητικά εμπορικό απόρρητο κατά την Οδηγία 2016/943/ΕΕ. Η αδιάκριτη χρήση δημόσιων εργαλείων χωρίς εταιρική συμφωνία δημιουργεί κίνδυνο.

    Όταν τα δεδομένα εισόδου περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα τρίτων, απαιτείται σύμβαση επεξεργασίας δεδομένων (Data Processing Agreement – DPA) κατά το άρθρο 28 GDPR, στο πλαίσιο της ευρύτερης συμμόρφωσης με τον GDPR.

    Ποια εσωτερική πολιτική AI περιορίζει την ευθύνη της επιχείρησης;

    Η εσωτερική πολιτική χρήσης AI δεν είναι τυπικότητα συμμόρφωσης αλλά μέσο περιορισμού ευθύνης. Τεκμηριώνει την ανθρώπινη εποπτεία που αποτρέπει τον χαρακτηρισμό αμέλειας κατά το άρθρο 914 ΑΚ, οριοθετεί την αποδεκτή χρήση ώστε να μη μετατίθεται η ευθύνη στην επιχείρηση και ικανοποιεί την υποχρέωση εκπαίδευσης του προσωπικού που επιβάλλει ο Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη.

    Ο πυρήνας της πολιτικής είναι η ανθρώπινη εποπτεία. Ο Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη υποχρεώνει τους φορείς εφαρμογής να εξασφαλίζουν επαρκή ανθρώπινη εποπτεία των συστημάτων, η δε μη εφαρμογή της μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια κατά το άρθρο 914 ΑΚ.

    Η πολιτική προβλέπει υποχρεωτική επανεξέταση των αποτελεσμάτων πριν από κρίσιμες αποφάσεις, κυρίως σε πρόσληψη, πιστοδότηση και νομική ή φορολογική ανάλυση. Η διατύπωση ως προς το ποιες ακριβώς αποφάσεις απαιτούν παρέμβαση ανθρώπου (human-in-the-loop) είναι στρατηγική επιλογή που μεταβάλλει την έκταση της έκθεσης.

    Η πολιτική καλύπτει επίσης την υποχρέωση επαρκούς γνώσης AI στο προσωπικό, που προβλέπεται στο άρθρο 4 του Κανονισμού, καθώς και τον ρητό ορισμό του επιτρεπόμενου σκοπού χρήσης. Η χρήση εκτός του οριζόμενου σκοπού μπορεί να μεταθέσει την ευθύνη στον φορέα εφαρμογής κατά το άρθρο 25 του Κανονισμού.

    Συμπληρωματικά, η επιχείρηση τηρεί πλήρη καταγραφή των συστημάτων ΤΝ που χρησιμοποιεί, κατηγοριοποιημένα βάσει κινδύνου, καθώς και αρχείο των αποτελεσμάτων που αξιοποιήθηκαν για επιχειρηματικές αποφάσεις. Η τεκμηρίωση αυτή λειτουργεί ως αποδεικτικό μέσο σε περίπτωση μεταγενέστερης αξίωσης, αποδεικνύοντας ότι τηρήθηκε η οφειλόμενη επιμέλεια.

    Πότε η αυτοματοποιημένη απόφαση γεννά ευθύνη κατά τον GDPR;

    Το άρθρο 22 GDPR παρέχει στο φυσικό πρόσωπο το δικαίωμα να μην υπόκειται σε απόφαση που βασίζεται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία και παράγει έννομα αποτελέσματα ή το θίγει σημαντικά. Η διάταξη δεσμεύει κάθε επιχείρηση που χρησιμοποιεί AI για αξιολόγηση αιτήσεων εργαζομένων, αυτοματοποιημένη τιμολόγηση ή πιστοληπτική αξιολόγηση, ανεξαρτήτως μεγέθους.

    Εξαιρέσεις επιτρέπονται, σύμφωνα και με τις Κατευθυντήριες Γραμμές του ΕΣΠΔ για την αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων, όταν η απόφαση είναι αναγκαία για σύμβαση, βασίζεται σε ρητή συγκατάθεση ή επιτρέπεται από ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο. Ακόμη και τότε, όμως, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να εξασφαλίζει ανθρώπινη επανεξέταση, να παρέχει στο υποκείμενο τη δυνατότητα αντίρρησης και να τηρεί τις υποχρεώσεις ενημέρωσης των άρθρων 13 και 14 GDPR.

    Ο Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει τις απαιτήσεις διαφάνειας, υποχρεώνοντας τους φορείς εφαρμογής να ενημερώνουν τα φυσικά πρόσωπα για τη χρήση αυτοματοποιημένου συστήματος. Η παράβαση των ανωτέρω θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 82 GDPR, πέραν των διοικητικών προστίμων.

    Η εμπειρία δείχνει ότι η εκτίμηση του αν μια απόφαση είναι όντως «αποκλειστικά» αυτοματοποιημένη και ποια εξαίρεση τυχόν εφαρμόζεται, πρέπει κρίνεται σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά και να προηγείται της αξιοποίησης AI, ειδικά σε αποφάσεις που αφορούν φυσικά πρόσωπα.

    Συχνές Ερωτήσεις

    Ευθύνεται η επιχείρηση για λάθος της τεχνητής νοημοσύνης;

    Κατά κανόνα ναι. Η επιχείρηση που χρησιμοποιεί το σύστημα ευθύνεται για τη ζημία, επειδή το επιλέγει, το ενσωματώνει και το ελέγχει. Η επίκληση της αστοχίας του AI ως γεγονότος τρίτου ή ανωτέρας βίας απορρίπτεται, καθώς το σύστημα εντάσσεται στη δική της σφαίρα εκτέλεσης. Έναντι πελάτη ευθύνεται συμβατικά κατά το άρθρο 330 ΑΚ, έναντι τρίτου αδικοπρακτικά κατά το άρθρο 914 ΑΚ.

    Μπορεί ο πάροχος AI να αποκλείσει τη συμβατική του ευθύνη;

    Όχι απεριόριστα. Οι τυποποιημένες ρήτρες no warranty και απαλλαγής, διαμορφωμένες στο αμερικανικό δίκαιο, ελέγχονται ως προς την καταχρηστικότητά τους. Το άρθρο 332 ΑΚ απαγορεύει τον εκ των προτέρων αποκλεισμό της ευθύνης για δόλο ή βαριά αμέλεια, ενώ καταχρηστικοί όροι κρίνονται και κατά την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ. Ο πλήρης αποκλεισμός ευθύνης δεν ισχύει.

    Από πότε ισχύει η νέα ευθύνη προϊόντος για το λογισμικό;

    Η Οδηγία 2024/2853 πρέπει να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο έως τις 9 Δεκεμβρίου 2026. Έως τότε εφαρμόζεται το προηγούμενο καθεστώς ευθύνης παραγωγού του Ν. 2251/1994. Μετά τη μεταφορά, το λογισμικό και τα συστήματα ΤΝ αντιμετωπίζονται ως προϊόντα με αντικειμενική ευθύνη και αντιστροφή του βάρους απόδειξης για τα τεχνικά τους στοιχεία.

    Χρειάζεται η επιχείρηση DPA για να χρησιμοποιήσει εργαλείο AI;

    Όταν τα δεδομένα εισόδου περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα τρίτων, ναι. Η διαβίβασή τους στον πάροχο προϋποθέτει νόμιμη βάση επεξεργασίας κατά το άρθρο 6 GDPR, σύμβαση επεξεργασίας δεδομένων κατά το άρθρο 28 GDPR και έλεγχο του τόπου επεξεργασίας όταν ο διακομιστής βρίσκεται εκτός ΕΟΧ, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 44 επ. GDPR.

    Πρακτικές Επισημάνσεις

    Υπεύθυνη η επιχείρηση, όχι το εργαλείο: η αστοχία του AI θεωρείται αστοχία της δικής της παροχής. Η επίκληση ανωτέρας βίας ή γεγονότος τρίτου για το σύστημα που η ίδια επέλεξε απορρίπτεται ερμηνευτικά, οπότε η πολιτική οικοδομείται στην τεκμηρίωση της επιμέλειας, όχι στη μετάθεση της ευθύνης.

    Συμβατική κατανομή πριν τη χρήση: οι ουσιαστικές αποφάσεις λαμβάνονται στη σύμβαση με τον πάροχο, μέσω ρητρών αποζημίωσης διανοητικής ιδιοκτησίας, περιορισμού ευθύνης και προστασίας δεδομένων. Η υπαγωγή της σύμβασης σε τύπο και ο έλεγχος των επιμέρους όρων είναι ad hoc εργασία.

    Έλεγχος ρητρών απαλλαγής: οι ρήτρες no warranty των διεθνών παρόχων δεν ισχύουν αυτούσιες. Το άρθρο 332 ΑΚ και η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ θέτουν όρια, με τον έλεγχο της καταχρηστικότητας να γίνεται κατά περίπτωση.

    Τεκμηρίωση εποπτείας: εσωτερική πολιτική AI με υποχρεωτική ανθρώπινη επανεξέταση πριν κρίσιμες αποφάσεις, καταγραφή συστημάτων και αρχείο των αποτελεσμάτων που αξιοποιήθηκαν, λειτουργεί ως αποδεικτικό μέσο επιμέλειας.

    Χρονικός ορίζοντας ευθύνης προϊόντος: το καθεστώς αλλάζει στις 9 Δεκεμβρίου 2026, οπότε λήγει η προθεσμία μεταφοράς της Οδηγίας 2024/2853. Έως τότε ισχύει ο Ν. 2251/1994, ενώ μετά εισάγεται αντικειμενική ευθύνη και αντιστροφή βάρους απόδειξης για τα συστήματα ΤΝ.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ευθύνη της επιχείρησης από Τεχνητή Νοημοσύνη.