Due Diligence Εξαγοράς: Τι Ελέγχει Αγοραστής και Πωλητής
Εν συντομία:
- Η επιλογή μεταξύ εξαγοράς μετοχών (share deal) και εξαγοράς περιουσιακών στοιχείων (asset deal) καθορίζει όλο το εύρος της ευθύνης, αφού στο share deal ο αγοραστής αποκτά την εταιρεία με το σύνολο του παθητικού της, ενώ στο asset deal επιλεγμένα στοιχεία αλλά με ευθύνη για χρέη κατά το άρθρο 479 ΑΚ.
- Ο αποκτών επιχείρηση ευθύνεται εις ολόκληρον για τα χρέη μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων μόνο όταν μεταβιβάζεται ο πυρήνας της (ΑΠ 1530/2022) και όχι όταν μεταβιβάζεται επουσιώδες τμήμα (ΑΠ 55/2026).
- Η νομική δέουσα επιμέλεια ελέγχει εταιρική νομιμότητα, ρήτρες αλλαγής ελέγχου, εκκρεμείς διαφορές, φορολογικούς κινδύνους (παραγραφή κατά το άρθρο 37 ν. 5104/2024) και καλυμμένες εργασιακές σχέσεις.
- Η προστασία του αγοραστή κρίνεται στις δηλώσεις και εγγυήσεις και στο αν η γνώση του από τον έλεγχο περιορίζει την ευθύνη του πωλητή.
Share deal ή asset deal: ποια δομή εξαγοράς επιλέγεται;
Στην εξαγορά μετοχών ή μεριδίων (share deal) ο αγοραστής αποκτά συμμετοχή στο κεφάλαιο και μαζί ολόκληρο το παθητικό της εταιρείας. Στην εξαγορά περιουσιακών στοιχείων (asset deal) αποκτά επιλεγμένα στοιχεία της επιχείρησης, ενεργοποιεί όμως ευθύνη για τα χρέη κατά το άρθρο 479 ΑΚ.
Η επιλογή κρίνεται από το ύψος των κρυφών υποχρεώσεων, τη φορολογική μεταχείριση της υπεραξίας και τη συνέχεια συμβάσεων, αδειών και εργασιακών σχέσεων.
| Κριτήριο | Share deal (μετοχές ή μερίδια) | Asset deal (περιουσιακά στοιχεία) |
|---|---|---|
| Αντικείμενο | Συμμετοχή στο κεφάλαιο, η εταιρική οντότητα παραμένει η ίδια | Επιλεγμένα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης |
| Ευθύνη για χρέη | Παραμένουν στην εταιρεία, βαρύνουν έμμεσα τον αγοραστή των μετοχών | Εις ολόκληρον κατά το άρθρο 479 ΑΚ, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων |
| Φορολογία | Φόρος υπεραξίας επί της μεταβίβασης μετοχών | Φορολόγηση της μεταβίβασης ανά περιουσιακό στοιχείο |
| Συμβάσεις και άδειες | Διατηρούνται, πλην ρητρών αλλαγής ελέγχου | Απαιτείται διακριτή μεταβίβαση ανά σύμβαση και άδεια |
| Τύπος | Μεταβίβαση τίτλων ή εταιρικών μεριδίων | Άτυπη παράδοση, συμβολαιογραφικός τύπος για ακίνητα |
| Εργαζόμενοι | Παραμένουν στην εταιρεία χωρίς μεταβολή εργοδότη | Μεταφορά κατά τις διατάξεις προστασίας εργαζομένων |
Το share deal προτιμάται όταν η συνέχεια συμβάσεων, αδειών και πελατολογίου είναι κρίσιμη και το ιστορικό της εταιρείας είναι καθαρό, αφού ο αγοραστής υπεισέρχεται αυτοδικαίως στο σύνολο των σχέσεων.
Το asset deal προτιμάται όταν ο αγοραστής θέλει να αποφύγει κρυφές υποχρεώσεις και να αποκτήσει μόνο συγκεκριμένα στοιχεία.
Η σωστή δομή προκύπτει από τα ευρήματα της νομικής δέουσας επιμέλειας, που αποτυπώνουν αν ο κίνδυνος συγκεντρώνεται στο παθητικό ή στα ίδια τα στοιχεία.
Ειδικά στο share deal, ο τρόπος μεταβίβασης μετοχών και η εγγραφή στο βιβλίο μετόχων αποτελούν προϋπόθεση νομιμοποίησης του αγοραστή έναντι της εταιρείας (άρθρο 41 παρ. 6 ν. 4548/2018).
Στο asset deal, αντίθετα, η μεταβίβαση της επιχείρησης ως οικονομικής ενότητας είναι άτυπη και συντελείται με την παράδοσή της, ενώ συμβολαιογραφικός τύπος και μεταγραφή απαιτούνται μόνο για τυχόν ακίνητα (ΑΠ 393/2025).
Πότε ευθύνεται ο αγοραστής για τα χρέη της εξαγοραζόμενης εταιρείας;
Στο asset deal ο αποκτών την επιχείρηση ευθύνεται εις ολόκληρον με τον μεταβιβάζοντα, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων, για τα χρέη που υπήρχαν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (άρθρο 479 ΑΚ). Η ευθύνη αυτή προϋποθέτει ότι μεταβιβάστηκε ο πυρήνας της επιχείρησης.
Στο share deal οι υποχρεώσεις παραμένουν στην εταιρεία, την οποία αποκτά ο αγοραστής μέσω των μετοχών.
Η διάταξη καθιερώνει αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών κατά την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ, με τον μεταβιβάζοντα να ευθύνεται απεριόριστα και τον αποκτώντα περιορισμένα, μέχρι την αξία όσων απέκτησε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 1530/2022).
Αρκεί να μεταβιβάζεται το σύνολο ή το σημαντικότερο τμήμα της επιχείρησης, ακόμη και με περισσότερες πράξεις που βρίσκονται σε στενή οικονομική και χρονική σχέση.
Το όριο της ευθύνης είναι εξίσου κρίσιμο με τη θεμελίωσή της. Όταν δεν μεταβιβάζεται το σύνολο ή σημαντικό μέρος της επιχείρησης, αλλά επιμέρους μόνο στοιχεία ή απλώς εκμισθώνονται εγκαταστάσεις, δεν γεννάται ευθύνη του αποκτώντος κατά το άρθρο 479 ΑΚ (ΑΠ 55/2026).
Η γραμμή ανάμεσα στη μεταβίβαση του πυρήνα και στην απόκτηση παρεπόμενων στοιχείων κρίνεται κατά τα πραγματικά περιστατικά της κάθε συναλλαγής. Εκεί ακριβώς καθορίζεται αν ο αγοραστής αναλαμβάνει ή όχι την ευθύνη.
Η εμπειρία από υποθέσεις εξαγορών δείχνει ότι η εσφαλμένη εκτίμηση αυτού του ορίου είναι από τις συχνότερες πηγές μεταγενέστερων αξιώσεων.
Τι ελέγχει η νομική και φορολογική δέουσα επιμέλεια;
Ο έλεγχος καλύπτει την εταιρική νομιμότητα, τις υφιστάμενες συμβάσεις με ρήτρες αλλαγής ελέγχου, τις εκκρεμείς διαφορές, τα εμπράγματα βάρη, τις εργασιακές σχέσεις και τις φορολογικές υποχρεώσεις.
Το βάθος διαφέρει ανά δομή: στο asset deal εστιάζει στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία, στο share deal σε ολόκληρο το ιστορικό της εταιρείας, αφού ο αγοραστής αναλαμβάνει κάθε εκκρεμότητα.
Εταιρικός και συμβατικός έλεγχος
Ο έλεγχος ξεκινά από τον φάκελο σύστασης και το ιστορικό στο Γ.Ε.ΜΗ.: καταστατικό, τροποποιήσεις, πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων και Διοικητικού Συμβουλίου, εκπροσώπηση. Σε εξαγορά μετοχών εξετάζεται αν ορισμένες κατηγορίες μετοχών είναι δεσμευμένες ή φέρουν δικαιώματα προτίμησης (άρθρο 41 ν. 4548/2018).
Στις υφιστάμενες συμβάσεις, κρίσιμος είναι ο εντοπισμός ρητρών αλλαγής ελέγχου (change of control), που μπορούν να λύσουν ή να τροποποιήσουν μια σύμβαση μόλις ολοκληρωθεί η εξαγορά.
Ελέγχονται, τέλος, εκκρεμείς αγωγές και διαιτησίες ως ενδεχόμενες υποχρεώσεις (contingent liabilities) που δεν εμφανίζονται στους ισολογισμούς, καθώς και κατασχέσεις, υποθήκες και βάρη σε Κτηματολόγιο και Υποθηκοφυλακείο.
Φορολογικοί κίνδυνοι
Ελέγχεται η ύπαρξη εκκρεμών φορολογικών ελέγχων, δικαστικών διαφορών και βεβαιωμένων οφειλών. Η παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου είναι κατ’ αρχήν πενταετής, παρατεινόμενη σε δεκαετή υπό προϋποθέσεις, ιδίως επί μη υποβολής δήλωσης ή νέων στοιχείων που αποκαλύπτουν απόκρυψη φορολογητέας ύλης (άρθρο 37 ν. 5104/2024).
Σε πολλές περιπτώσεις, οι μεταφερόμενες ζημίες αποτελούν κρυφή αξία για τον αγοραστή, αφού συμψηφίζονται με μελλοντικά κέρδη της αποκτηθείσας εταιρείας στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη (άρθρο 27 ν. 4172/2013), εφόσον επαληθευτεί η νομιμότητα της μεταφοράς τους.
Επαληθεύεται, επίσης, η κατάσταση ΦΠΑ και ο χειρισμός των ενδοομιλικών συναλλαγών (transfer pricing). Η εμπειρία από υποθέσεις εξαγορών δείχνει ότι οι ασφαλιστικές οφειλές προς τον e-ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ συχνά εντοπίζονται μόνο μετά την ολοκλήρωση, γι’ αυτό ζητείται χωριστή επαλήθευση και όχι μόνο πρόσφατο αποδεικτικό ενημερότητας.
Εργασιακές σχέσεις και διανοητική ιδιοκτησία
Στις εργασιακές σχέσεις, ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο εντοπισμός σχέσεων που εμφανίζονται ως ανεξάρτητη συνεργασία ή σύμβαση έργου αλλά υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία, καθώς η δικαστική αναγνώρισή τους μετά την εξαγορά δημιουργεί σημαντικές υποχρεώσεις.
Εξετάζονται εκκρεμείς αξιώσεις πρώην εργαζομένων, η ορθότητα υπολογισμού αποζημιώσεων και τυχόν δεσμεύσεις από κλαδικές ή επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις. Σε asset deal, οι εργασιακές σχέσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων μεταφέρονται κατά τις σχετικές προστατευτικές διατάξεις.
Στη διανοητική ιδιοκτησία ελέγχεται η κατοχύρωση σημάτων σε ΟΒΙ ή EUIPO, η κυριότητα του πηγαίου κώδικα και η ύπαρξη εμπορικού απορρήτου κατά τον ν. 4679/2020.
Πώς προστατεύεται ο αγοραστής με δηλώσεις και εγγυήσεις;
Οι δηλώσεις και εγγυήσεις (representations & warranties) μεταφέρουν στον πωλητή τον κίνδυνο για ό,τι δηλώνει ανακριβώς ή αποκρύπτει. Καθοριστικό σημείο διαπραγμάτευσης είναι αν η γνώση που απέκτησε ο αγοραστής μέσω της δέουσας επιμέλειας περιορίζει την ευθύνη του πωλητή, καθώς και ο χρονικός περιορισμός της ευθύνης αυτής.
Κάθε εγγύηση κατανέμει έναν συγκεκριμένο κίνδυνο και απαιτεί ad hoc διατύπωση, ώστε να καλύπτει το αντικείμενο, τα χρονικά όρια και τις συνέπειες της παράβασης. Δύο αντίθετες ρυθμίσεις, γνωστές ως ρήτρες sandbagging, διαμορφώνουν τη θέση των μερών.
Με την πρώτη, ο πωλητής ευθύνεται ακόμη και αν ο αγοραστής γνώριζε το ελάττωμα από τον έλεγχο. Με τη δεύτερη, η προηγούμενη γνώση του αγοραστή αποκλείει την αξίωση. Η επιλογή της μίας ή της άλλης μετατοπίζει ουσιωδώς τον κίνδυνο και αποτελεί από τα πιο κρίσιμα σημεία της σύμβασης εξαγοράς.
Η προστασία δεν αρχίζει με την υπογραφή. Ήδη στο στάδιο των διαπραγματεύσεων τα μέρη υπέχουν προσυμβατική ευθύνη, καθώς όποιος υπαίτια ματαιώσει τη συναλλαγή, αφού έχει δημιουργήσει στον αντισυμβαλλόμενο εύλογη πεποίθηση για τη βέβαιη σύναψή της, οφείλει να αποκαταστήσει το διαφέρον εμπιστοσύνης (άρθρα 197 και 198 ΑΚ, ΑΠ 2049/2022 επί ματαιωθείσας μεταβίβασης μετοχών).
Η εσκεμμένη απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας μπορεί, περαιτέρω, να στηρίξει ακύρωση της σύμβασης λόγω πλάνης ή απάτης (άρθρα 140 επ. και 147 ΑΚ).
Τι κερδίζει ο πωλητής από vendor due diligence;
Ο πωλητής που οργανώνει ψηφιακό χώρο δεδομένων (data room) και διορθώνει ζητήματα πριν τον έλεγχο του αγοραστή ενισχύει τη διαπραγματευτική του θέση και επιταχύνει τη συναλλαγή. Η πλήρης γνωστοποίηση κάθε ουσιώδους γεγονότος αποτρέπει μεταγενέστερη ευθύνη από απόκρυψη.
Η προετοιμασία αυτή, γνωστή ως vendor due diligence, επιτρέπει στον πωλητή να διαμορφώσει ρεαλιστικές δηλώσεις και εγγυήσεις που αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση της εταιρείας, αντί να τις δεχθεί υπό πίεση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η επένδυση σε τέτοιον προληπτικό έλεγχο αποδίδει ιδίως όταν η πώληση γίνεται με ανταγωνιστική διαδικασία ή περισσότερους υποψήφιους αγοραστές, όπου ο εντοπισμός και η διευθέτηση προβλημάτων πριν αυτά αναδειχθούν από τρίτον μεταφράζεται σε καλύτερο τίμημα και ταχύτερο κλείσιμο.
Συχνές Ερωτήσεις
Share deal ή asset deal: ποιο επιλέγει ο αγοραστής;
Εξαρτάται από το πού συγκεντρώνεται ο κίνδυνος. Το share deal ταιριάζει όταν η συνέχεια συμβάσεων, αδειών και πελατολογίου είναι κρίσιμη και το ιστορικό της εταιρείας είναι καθαρό. Το asset deal προτιμάται όταν ο αγοραστής θέλει να αποφύγει κρυφές υποχρεώσεις και να αποκτήσει μόνο επιλεγμένα στοιχεία. Η απόφαση προκύπτει από τα ευρήματα της δέουσας επιμέλειας, όχι από γενικό κανόνα.
Ευθύνεται ο αγοραστής για τα χρέη της εταιρείας μετά την εξαγορά;
Στο asset deal ο αποκτών ευθύνεται εις ολόκληρον με τον μεταβιβάζοντα, μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων, όταν μεταβιβάζεται ο πυρήνας της επιχείρησης (άρθρο 479 ΑΚ). Δεν ευθύνεται όταν αποκτά επουσιώδη μόνο στοιχεία. Στο share deal οι υποχρεώσεις παραμένουν στην εταιρεία, οπότε βαρύνουν έμμεσα τον αγοραστή των μετοχών, γι’ αυτό και κρίνεται από τις εγγυήσεις του πωλητή.
Τι είναι οι δηλώσεις και εγγυήσεις σε σύμβαση εξαγοράς;
Είναι συμβατικές διαβεβαιώσεις του πωλητή για την κατάσταση της εταιρείας (οικονομικά, φορολογικά, εργασιακά, νομικά κλπ). Η ανακρίβειά τους θεμελιώνει ευθύνη και αξίωση αποζημίωσης ή μείωσης τιμήματος. Κάθε εγγύηση κατανέμει έναν συγκεκριμένο κίνδυνο, ενώ ο χρονικός περιορισμός της ευθύνης ορίζει για πόσο διάστημα μετά το κλείσιμο μπορεί ο αγοραστής να την επικαλεστεί.
Η γνώση του αγοραστή από το due diligence, περιορίζει την ευθύνη του πωλητή;
Εξαρτάται από τη διατύπωση της σύμβασης. Με τη μία ρύθμιση ο πωλητής ευθύνεται ακόμη και αν ο αγοραστής γνώριζε το ελάττωμα από τον έλεγχο. Με την αντίθετη ρύθμιση, η προηγούμενη γνώση του αγοραστή αποκλείει την αξίωση. Το ζήτημα ρυθμίζεται ρητά στη σύμβαση εξαγοράς και αποτελεί καθοριστικό σημείο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στα μέρη.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Η δομή της εξαγοράς πριν τον έλεγχο: η επιλογή share deal ή asset deal καθορίζει το αντικείμενο, το βάθος και τα ερωτήματα της δέουσας επιμέλειας. Η εκκίνηση ελέγχου χωρίς προηγούμενη απόφαση δομής οδηγεί σε άσκοπο κόστος και σε κενά σε κρίσιμα σημεία.
Το άρθρο 479 ΑΚ δεν εφαρμόζεται πάντα: η ευθύνη του αγοραστή για χρέη γεννάται μόνο όταν μεταβιβάζεται ο πυρήνας της επιχείρησης. Ο ακριβής χαρακτηρισμός των μεταβιβαζόμενων ως συνόλου ή ως επιμέρους στοιχείων κρίνεται κατά περίπτωση και μεταβάλλει ριζικά την ευθύνη.
Οι ρήτρες αλλαγής ελέγχου ανατρέπουν την αξία: μια σύμβαση που λύεται αυτοδικαίως με την εξαγορά μπορεί να αφαιρέσει από την επιχείρηση ακριβώς το στοιχείο που την έκανε ελκυστική. Ο εντοπισμός τους είναι από τα πρώτα σημεία του ελέγχου, όχι λεπτομέρεια.
Η σιωπή του πωλητή δεν είναι ουδέτερη: η απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας μπορεί να στηρίξει ακύρωση της σύμβασης ή αξίωση αποζημίωσης. Η οργανωμένη γνωστοποίηση μέσω vendor due diligence προστατεύει και τον πωλητή, όχι μόνο τον αγοραστή.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το Due Diligence σε Share Deal και Asset Deal.