Η Αναβίωση Εταιρείας Μετά Τη Λύση & Τη Διαγραφή Από Το ΓΕΜΗ

Η αναβίωση μιας εταιρείας, μετά τη λύση και τη διαγραφή της από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), έρχεται ως εξαίρεση στον τυπικό κανόνα όπου η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και η διαγραφή της εταιρείας από το ΓΕΜΗ, σηματοδοτούν τυπικά την παύση της νομικής προσωπικότητας του νομικού προσώπου.

Η Νομική Φύση Της Εκκαθάρισης Και Η Συνέχιση Της Νομικής Προσωπικότητας

Σύμφωνα με το άρθρο 72 ΑΚ, μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, τελεί αυτοδικαίως σε εκκαθάριση και «ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει». Η διάταξη αυτή καθιερώνει τη συνέχιση της νομικής προσωπικότητας για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, ανεξαρτήτως της τυπικής λύσης της εταιρείας.

Η εκκαθάριση αποσκοπεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας, την εξόφληση των υποχρεώσεων και τη διανομή του υπολοίπου στους εταίρους ή μετόχους. Κατά το στάδιο αυτό, η εταιρεία διατηρεί την επωνυμία της, στην οποία προστίθενται οι λέξεις «υπό εκκαθάριση», και εκπροσωπείται αποκλειστικά από τους εκκαθαριστές.

Η περάτωση της εκκαθάρισης επέρχεται με τη σύνταξη του τελικού ισολογισμού, τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και την καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. Η καταχώριση αυτή έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν δεν επέρχεται πραγματική περάτωση της εταιρείας. Ωστόσο, ακόμη και μετά τη διαγραφή, η νομολογία έχει δεχθεί ότι η νομική προσωπικότητα δεν παύει οριστικά εάν διαπιστωθούν εκκρεμότητες.

Η Δυνατότητα Αναβίωσης Μετά Τη Διαγραφή & Η Θέση Της Νομολογίας

Η αναβίωση της εταιρείας αποτελεί θεσμό που αναγνωρίζεται τόσο από τη νομολογία όσο και από τη διοικητική πρακτική.

Ο Άρειος Πάγος έχει διαμορφώσει πάγια νομολογία στο ζήτημα αυτό, η οποία επιβεβαιώνει ότι η διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ. δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια την παύση της νομικής προσωπικότητας, εφόσον υφίστανται “εκκρεμότητες“.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΑΠ (ενδεικτικά: 1123/2025, 682/2023, 866/2021, 748/2017, 224/2016 κλπ) ισχύουν τα εξής:

«Η λύση του νομικού προσώπου της εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, διότι και μετά τη λύση της, η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το Δικαστήριο.

Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρίας από τους εκκαθαριστές.
Το στάδιο της εκκαθάρισης της εταιρίας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν, μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή (ΑΠ 748/2017, 224/2016).

Κατά το στάδιο δε αυτό φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί της σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή».

Η παραπάνω νομολογία εφαρμόζεται σταθερά και από κατώτερα δικαστήρια (ΜονΕφΠειρ 24/2024, ΠΠρΓιαννιτσών 7/2025, ΜΠρΗλείας 347/2023 κλπ).

Επιμέρους Ζητήματα

Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και όταν επήλθε ήδη τυπική λήξη της εκκαθάρισης της εταιρείας, που επέρχεται με τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και τη δημοσίευση του ισολογισμού της εκκαθάρισης Η ατελής δε δημοσιότητα, που ισχύει αναφορικά με την εκκαθάριση, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα, καθώς η προστασία των συναλλασσομένων και η ολοκλήρωση των εκκρεμών υποθέσεων υπερτερούν των τυπικών διατυπώσεων.

Ειδικότερα, κατά την έναρξη και την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές συντάσσουν ισολογισμό. Μετά την περάτωση της εκκαθάρισης η εταιρεία διαγράφεται από το Γ.Ε.Μ.Η. Η καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.Μ.Η. έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ομόρρυθμης εταιρείας.

Αν, όμως, διαπιστωθεί, ότι η εταιρεία είχε και άλλες εκκρεμότητες, όπως απαίτηση ή χρέος, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί στο Γ.Ε.Μ.Η. Λόγω δε του σχετικά συστατικού χαρακτήρα της διαγραφής, δεν θίγεται η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, εάν η εκκαθάριση δεν έχει πράγματι περατωθεί. Αντίθετα, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές.

Έχει επίσης κριθεί ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 216/2012, ΑΠ 693/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη πάγια νομολογία του ΣτΕ, η δίκη που άρχισε από την αιτούσα κατά τον χρόνο που τελούσε υπό εκκαθάριση, νομίμως συνεχίζεται από την ίδια μετά την αναβίωσή της (πρβλ. ΣτΕ 2927/2016 και 121/2013).

Τέλος, η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους από κοινού ή τον εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων και σε περίπτωση διαφωνίας από το δικαστήριο (ΑΠ 1417/2012, 206/2010).

Η Θέση Της Διοίκησης

Παράλληλα με τη νομολογία, η Φορολογική Διοίκηση έχει ρυθμίσει τη διαδικασία αναβίωσης μέσω της Εγκυκλίου Α.1157/2024 της ΑΑΔΕ.

Ειδικότερα, το άρθρο 5 της παραπάνω Εγκυκλίου προβλέπει ότι:

«Στην περίπτωση νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων που έχουν υποχρέωση εγγραφής στο ΓΕΜΗ, εφόσον από τους συστημικούς ελέγχους επαληθεύεται η ύπαρξη φορολογικών υποχρεώσεων ή ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων ή άλλων ενδείξεων επιχειρηματικής δραστηριότητας σε χρόνο μεταγενέστερο της διαγραφής τους από το Γ.Ε.ΜΗ. και αναγόμενος από την 23/11/2016 και μετά, η διαδικασία διακοπής δεν ολοκληρώνεται, η εταιρεία τίθεται σε ειδική κατάσταση επιχείρησης στο Φορολογικό Μητρώο και ο φορολογούμενος ενημερώνεται με μήνυμα να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση του σταδίου της εκκαθάρισης.»

Επομένως, με την ως άνω αναγνωρίζεται ρητά η δυνατότητα αναβίωσης της εταιρείας, ακόμη και μετά τη διαγραφή της από το Γ.Ε.ΜΗ., εφόσον διαπιστωθούν εκκρεμότητες.

Εξάλλου, η φορολογική διοίκηση, μέσω συστημικών ελέγχων, δύναται να εντοπίζει τέτοιες περιπτώσεις και να θέτει την εταιρεία σε «ειδική κατάσταση επιχείρησης», εξαναγκάζοντας, εν τοις πράγμασι, την επανέναρξη των εργασιών εκκαθάρισης.

Τέλος, η ως άνω Εγκύκλιος προβλέπει επίσης ότι μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών εκκαθάρισης και την εκ νέου διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ., η διαδικασία της διακοπής ολοκληρώνεται με την υποβολή νέου αιτήματος προς τη Φορολογική Διοίκηση, οπότε προσδιορίζεται και ο τελικός χρόνος διακοπής των εργασιών.

Προϋποθέσεις Αναβίωσης Και Πεδίο Εφαρμογής

Η αναβίωση της εταιρείας δεν αποτελεί αυτοδίκαιη συνέπεια της διαπίστωσης εκκρεμοτήτων, αλλά απαιτεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

Εκκρεμότητες

Οποιαδήποτε εκκρεμής δίκη, απαίτηση ή χρέος απαιτεί την επανέναρξη της εκκαθάρισης, ακόμη και αν η εταιρεία έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. Η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης αποτελεί τον πλέον συνηθισμένο λόγο αναβίωσης, καθώς η έκδοση οριστικής απόφασης απαιτεί ενεργή νομική προσωπικότητα του διαδίκου. Η νομολογία έχει κρίνει ότι το στάδιο της εκκαθάρισης δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρείας.

Εκπροσώπηση

Οι εκκαθαριστές εξακολουθούν να είναι οι μόνοι αρμόδιοι για την εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας, τη διενέργεια πράξεων και την παραλαβή κοινοποιήσεων. Ακόμη και μετά τη διαγραφή, οι εκκαθαριστές διατηρούν την ιδιότητά τους και την εξουσία να ενεργούν για λογαριασμό της εταιρείας, εφόσον αυτή αναβιώσει. Κατά το στάδιο της αναβίωσης, ο φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή.

Σκοπός

Η διαδικασία αναβίωσης έχει περιορισμένο σκοπό, ήτοι τη συνέχιση εκκρεμών υποθέσεων ή την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης. Δεν νοείται πραγματική περάτωση της εκκαθάρισης αν υφίστανται εκκρεμότητες, ανεξαρτήτως της τυπικής διαγραφής από το Γ.Ε.ΜΗ. Η αναβίωση δεν συνεπάγεται επαναλειτουργία της εταιρείας ως ενεργού εμπορικής επιχείρησης, αλλά αποκλειστικά την ολοκλήρωση των εκκρεμών εργασιών εκκαθάρισης.

Φορολογικές υποχρεώσεις

Σε περίπτωση φορολογικών ελέγχων μετά τη διαγραφή, οι εκκαθαριστές είναι αρμόδιοι να χειριστούν τις σχετικές διαδικασίες, ακόμα και μετά το τυπικό πέρας της εκκαθάρισης.

Επίδραση Στις Εκκρεμείς Δίκες

Για τη σχέση μεταξύ διαγραφής της εταιρείας και εκκρεμών δικών, ισχύουν τα εξής:

Διακοπή της δίκης

Σύμφωνα με το άρθρο 286 ΚΠολΔ, η δίκη διακόπτεται όταν, πριν από την οριστική συζήτηση, επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο του διαδίκου που επηρεάζει την ικανότητά του για δικαστική παράσταση. Η λύση μιας εταιρείας αποτελεί τέτοια μεταβολή, καθώς επηρεάζει την ικανότητά της να παρίσταται στο δικαστήριο. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, οπότε η δίκη δεν διακόπτεται αυτοδικαίως όσο αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη.

Μη οριστικές αποφάσεις

Αν εκδοθεί μη οριστική απόφαση (π.χ. για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή συμπλήρωση αποδείξεων), η υπόθεση παραμένει εκκρεμής. Σε περίπτωση που η εταιρεία έχει ήδη λυθεί και διαγραφεί, δεν μπορεί να επανέλθει η υπόθεση χωρίς να υπάρχει νομικό πρόσωπο. Η αναβίωση της εταιρείας καθίσταται εν προκειμένω αναγκαία για τη συνέχιση της δίκης.

Συνέχιση από τον εκκαθαριστή

Ο εκκαθαριστής μπορεί να συνεχίσει εκκρεμή δίκη στο όνομα της εταιρείας. Αν η δίκη έχει διακοπεί λόγω λύσης, μπορεί να προβεί σε δήλωση επανάληψης (290 ΚΠολΔ) ή να αποδεχθεί την πρόσκληση του αντιδίκου για αναγκαστική επανάληψη (291 ΚΠολΔ). Οι πράξεις που έγιναν πριν τη διακοπή παραμένουν έγκυρες, ενώ οι πράξεις μετά τη διακοπή είναι άκυρες, εκτός αν έγιναν από τον εκκαθαριστή υπέρ της εταιρείας (289 ΚΠολΔ).

Κατάθεση Προτάσεων πριν τη διαγραφή

Εάν η εταιρεία έχει καταθέσει Προτάσεις σε εκκρεμή δίκη πριν την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, η διαδικασία που προηγήθηκε είναι απολύτως νόμιμη, καθώς κατά τον χρόνο των δικονομικών πράξεων η εταιρεία είχε ακόμη νομική προσωπικότητα.

Η λύση και η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης μετά την κατάθεση Προτάσεων, αλλά πριν την έκδοση οριστικής απόφασης, δεν καθιστά τη διαδικασία της δίκης άκυρη, ούτε επιφέρει αυτοδικαίως ανυπαρξία της εκκρεμούς αγωγής.

Η Διαδικασία Αναβίωσης

Η αναβίωση της εταιρείας που έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. ακολουθεί συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία πλέον ρυθμίζεται και από τη φορολογική νομοθεσία:

  1. Αίτηση επανεγγραφής – Υποβάλλεται αίτηση στο Γ.Ε.ΜΗ. για επανεγγραφή της επιχείρησης με σκοπό την αναβίωση και τη θέση της σε εκκαθάριση.
  2. Θέση σε εκκαθάριση – Η εταιρεία επαναφέρεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, με τους ίδιους ή νέους εκκαθαριστές, ενώ η εκπροσώπηση αναλαμβάνεται εκ νέου από αυτούς.
  3. Συνέχιση δικών – Μετά την αναβίωση, ο εκκαθαριστής επαναλαμβάνει τη δίκη στο όνομα της εταιρείας, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης.
  4. Ισολογισμός – Συντάσσεται ισολογισμός λήξης εκκαθάρισης, ο οποίος αποτελεί ισολογισμό έναρξης του αναβιώσαντος νομικού προσώπου. Μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών εκκαθάρισης και την εκ νέου διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ., ολοκληρώνεται και η φορολογική διαδικασία διακοπής εργασιών.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αναβίωση εταιρείας μετά την λύση και εκκαθάριση.

Άκυρες και Ακυρώσιμες Δικαιοπραξίες (Συμβάσεις)

Δικαιοπραξίες

Από τη νομική θεωρία των δικαιοπραξιών, γνωστά είδη ελαττωματικότητας και παθογένειας μιας σύμβασης είναι, με τη διαβάθμιση σοβαρότητας του ελαττώματος:

  • η ανυποστασία, δηλ. η μη ύπαρξη στο νομικό κόσμο,
  • η ακυρότητα, δηλ. η κατάρτιση της σύμβασης, πλην όμως με ελάττωμα του κύρους της, συνήθως στο περιεχόμενό της (άρθρ. 174 , 178 ΑΚ), το οποίο ελάττωμα την καθιστά κατά πλάσμα δικαίου ανύπαρκτη (άρθρ. 180 ΑΚ),
  • η ακυρωσία, δηλ. η σύμβαση που ενέχει κάποιο ελάττωμα, παράγει όμως τα αποτελέσματά της μέχρι την ακύρωσή της από το δικαστήριο, οπότε και εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη (άρθρ. 184 ΑΚ).

Τέλος, υφίσταται και η ανενέργεια της σύμβασης: πρόκειται για μια υποστατή και έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία όμως δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της για ορισμένο λόγο (π.χ. δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλίο ή ηλεκτρονικό μέσο δημόσιας πίστης).

Η Άκυρη Δικαιοπραξία
Έννοια και Χαρακτηριστικά

Σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ, «η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε». Η διάταξη αυτή αποτελεί την κορωνίδα της ρύθμισης της ακυρότητας και εκφράζει την ουσία της: η άκυρη δικαιοπραξία είναι ανύπαρκτη στο νομικό κόσμο, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Εξάλλου, η ακυρότητα αποτελεί ελάττωμα του κύρους της δικαιοπραξίας, συνήθως στο περιεχόμενό της, το οποίο την καθιστά κατά πλάσμα δικαίου ανύπαρκτη. Το ελάττωμα αυτό είναι τόσο σοβαρό που το δίκαιο δεν αναγνωρίζει καμία νομική υπόσταση στη δικαιοπραξία.

Αιτίες Ακυρότητας

Ο Αστικός Κώδικας προβλέπει δύο κύριες περιπτώσεις ακυρότητας: την αντίθεση προς απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) και την αντίθεση προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ).

Αντίθεση προς Απαγορευτική Διάταξη Νόμου (Άρθρο 174 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, «δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη». Η διάταξη αυτή αποτελεί περιορισμό στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ).

Η εφαρμογή του άρθρου 174 ΑΚ προϋποθέτει: α) δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, και β) μη αποκλεισμό της ακυρότητας ως συνέπειας της απαγόρευσης. Εάν από το σκοπό της απαγορευτικής διάταξης προκύπτει άλλη συνέπεια (π.χ. ποινή, αποζημίωση), το άρθρο 174 δεν εφαρμόζεται.

Επίσης, ο παραβιαζόμενος κανόνας πρέπει να είναι δημοσίας τάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 ΑΚ, ήτοι να μην μπορεί να αποκλεισθεί η εφαρμογή του από την ιδιωτική βούληση. Εάν η εφαρμογή του κανόνα δύναται να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών, δεν προκαλείται ακυρότητα.

Τέλος, η ακυρότητα κατά το άρθρο 174 ΑΚ είναι απόλυτη, δηλαδή δεν προϋποθέτει τη γνώση ή την πρόθεση παραβίασής της και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον προτείνονται και αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν.

Αντίθεση προς τα Χρηστά Ήθη (Άρθρο 178 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, «δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα.

Η αντίθεση στα χρηστά ήθη κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενόψει του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν, και όχι μεμονωμένα με τη λήψη υπόψη του αιτίου που την προκάλεσε ή του σκοπού που επιδιώκεται μ’ αυτήν (ΑΠ 1522/2000).

Τέλος σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ έχει εφαρμογή και στη διάταξη τελευταίας βούλησης, η οποία, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι άκυρη αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη .

Η Αισχροκερδής Δικαιοπραξία

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 179 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και κατά συνέπεια ως άκυρης, λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, απαιτείται η συνδρομή δύο προϋποθέσεων: αφενός η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που κατά το χρόνο συνομολογήσεώς τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, και αφετέρου η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου (ΑΠ 538/2021).

Στην έννοια της εκμεταλλεύσεως περιέχεται αναγκαίως και το στοιχείο της γνώσεως των ανωτέρω καταστάσεων. Θεωρούνται ως απειρία η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα, ως κουφότητα η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ως ανάγκη νοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική.

Η Ακυρώσιμη Δικαιοπραξία
Έννοια και Χαρακτηριστικά

Σύμφωνα με το άρθρο 184 ΑΚ, «η ακυρώσιμη δικαιοπραξία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα που τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε».

Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία ενέχει κάποιο ελάττωμα, παράγει όμως τα αποτελέσματά της μέχρι την ακύρωσή της από το δικαστήριο, οπότε και εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη. Η θεραπεία του ελαττώματος είναι δυνατή και η δικαιοπραξία μπορεί να επικυρωθεί.

Αιτίες Ακυρωσίας

Οι κύριες περιπτώσεις ακυρωσίας προβλέπονται στα άρθρα 140-155 ΑΚ και αφορούν ελαττώματα της δικαιοπρακτικής βούλησης: την πλάνη, την απάτη και την απειλή.

Πλάνη (Άρθρα 140-143 ΑΚ)

Η πλάνη αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών περιστατικών. Σύμφωνα με το άρθρο 140 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση πλάνης ως προς τα στοιχεία της είναι ακυρώσιμη». Η πλάνη πρέπει να αφορά τα στοιχεία της σύμβασης και όχι απλώς τα κίνητρα ή τους λόγους που οδήγησαν στη σύναψή της.

Το άρθρο 141 ΑΚ ορίζει ότι «δεν είναι ακυρώσιμη η δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση πλάνης ως προς το νομικό χαρακτήρα της περιουσιακής παροχής». Η διάταξη αυτή αποτελεί εξαίρεση από την αρχή του άρθρου 140, καθώς η άγνοια του νόμου δεν συγχωρείται.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΑΚ, «η πλάνη ως προς το πρόσωπο με το οποίο έγινε η δικαιοπραξία δεν είναι λόγος ακυρότητας, εκτός αν η προσωπική σχέση θεωρήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ως ουσιώδης».

Απάτη (Άρθρα 147-149 ΑΚ)

Η απάτη αποτελεί σκόπιμη παραπλάνηση του ενός συμβαλλομένου από τον άλλο. Σύμφωνα με το άρθρο 147 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση απάτης είναι ακυρώσιμη». Η απάτη απαιτεί: α) σκόπιμη παραπλάνηση, β) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ παραπλάνησης και δήλωσης βούλησης, και γ) ζημία του απατηθέντος.

Το άρθρο 148 ΑΚ ορίζει ότι «απάτη συνιστά και η σιωπή, όταν παραλείπεται η γνωστοποίηση περιστατικών που κατά το νόμο ή τη συναλλακτική ηθική όφειλε να γνωστοποιήσει το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη». Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει την απάτη δια παραλείψεως.

Απειλή (Άρθρα 150-153 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 150 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση απειλής είναι ακυρώσιμη». Η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, να αφορά επικείμενο και σοβαρό κίνδυνο, και να ασκείται με σκοπό να εκφοβισθεί ο απειλούμενος και να τον υποχρεώσει να συνάψει τη δικαιοπραξία.

Το άρθρο 151 ΑΚ ορίζει ότι «δεν είναι παράνομη η απειλή που ασκείται για την επιδίωξη δικαιώματος με δικαστικά μέσα». Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να απειλήσει με δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων του.

Διακρίσεις και Συγκριτική Ανάλυση
Διαφορές Άκυρης και Ακυρώσιμης Δικαιοπραξίας

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ άκυρης και ακυρώσιμης δικαιοπραξίας έγκειται στη φύση του ελαττώματος και στις έννομες συνέπειες:

ΧαρακτηριστικόΆκυρη ΔικαιοπραξίαΑκυρώσιμη Δικαιοπραξία
Νομική υπόστασηΑνύπαρκτη (σαν να μην έγινε)Υπαρκτή μέχρι την ακύρωση
Έννομα αποτελέσματαΚανέναΠαράγονται μέχρι την ακύρωση
ΠροσβολήΑπό οποιονδήποτε με έννομο συμφέρονΑπό συγκεκριμένα πρόσωπα
ΠροθεσμίαΑπρόθεσμαΥπόκειται σε προθεσμία
Λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτωςΝαιΌχι
ΘεραπείαΑδύνατηΔυνατή (επικύρωση)
Διαφορές Απόλυτης και Σχετικής Ακυρότητας

Η ακυρότητα μπορεί να είναι απόλυτη ή σχετική. Η απόλυτη ακυρότητα μπορεί να προβληθεί οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε προβάλλει ότι έχει έννομο συμφέρον, δεν υπόκειται σε προθεσμία και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αντίθετα, η σχετική ακυρότητα μπορεί να προβληθεί μόνο από συγκεκριμένα πρόσωπα (π.χ. το θιγόμενο μέρος) και υπόκειται συνήθως σε προθεσμία. Η ακυρωσία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση σχετικής ακυρότητας.

Διαφορές Άκυρης και Ανυπόστατης Δικαιοπραξίας

Η ανυποστασία αφορά την πλήρη απουσία στοιχείων που συγκροτούν τη δικαιοπραξία (π.χ. απουσία βούλησης, απουσία περιεχομένου). Η ανυπόστατη δικαιοπραξία δεν υφίσταται καν στο νομικό κόσμο, ενώ η άκυρη δικαιοπραξία έχει καταρτισθεί αλλά δεν παράγει έννομα αποτελέσματα λόγω του ελαττώματός της.

Η Ανενέργεια της Δικαιοπραξίας

Όπως προαναφέρθηκε, υφίσταται και η ανενέργεια της δικαιοπραξίας. Πρόκειται για μια υποστατή και έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία όμως δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της για ορισμένο λόγο (π.χ. δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλίο ή ηλεκτρονικό μέσο δημόσιας πίστης).

Η ανενέργεια διαφέρει από την ακυρότητα και την ακυρωσία καθώς η δικαιοπραξία είναι έγκυρη και υποστατή, απλώς δεν παράγει ακόμη τα έννομα αποτελέσματά της. Με την άρση του λόγου ανενέργειας (π.χ. με την καταχώρηση), η δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρως τα αποτελέσματά της.

Έννομες Συνέπειες
Συνέπειες της Ακυρότητας

Η άκυρη δικαιοπραξία δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Τα μέρη μπορούν να αξιώσουν την επιστροφή των παροχών βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904-913 ΑΚ). Η αναζήτηση είναι δυνατή με την αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την αγωγή βάσει του άρθρου 181 ΑΚ.

Περαιτέρω, η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί με οποιονδήποτε τρόπο (αγωγή, ένσταση κ.λπ.) και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον υποβληθούν σ’ αυτό όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν.

Συνέπειες της Ακυρωσίας

Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωσή της. Μετά την ακύρωση, εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη. Η ακύρωση γίνεται με αγωγή ή άλλη δικαστική διαδικασία και υπόκειται σε προθεσμία.

Τέλος, η δικαιοπραξία μπορεί να επικυρωθεί από το θιγόμενο μέρος, οπότε θεραπεύεται το ελάττωμα. Η επικύρωση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή (π.χ. με την εκπλήρωση της δικαιοπραξίας).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα άκυρων ή ακυρώσιμων συμβάσεων.

Μεταφορά Έδρας Εταιρείας στην ΕΕ: Πότε και Με Ποια Μορφή

Διασυνοριακός Μετασχηματισμός: Ποια Μορφή Επιλέγεται και Τι Φόρο Εξόδου Ενεργοποιεί

Εν συντομία:

  • Ο διασυνοριακός μετασχηματισμός μετακινεί ή ενοποιεί την ίδια υφιστάμενη εταιρεία εντός της ΕΕ, με διατήρηση της νομικής της προσωπικότητας. Η ίδρυση θυγατρικής δημιουργεί νέα, παράλληλη οντότητα.
  • Υπάρχουν τρεις μορφές: μετατροπή (μεταφορά έδρας), συγχώνευση (ένωση με αλλοδαπή) και διάσπαση (διαχωρισμός). Η επιλογή ακολουθεί τον στόχο.
  • Το πλαίσιο δίνεται από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2121 και τον Ν. 5055/2023, που συμπλήρωσε τον Ν. 4601/2019.
  • Η μεταφορά έδρας εκτός Ελλάδας ενεργοποιεί φόρο εξόδου (άρθρο 66Α ΚΦΕ), διακριτό από τη φορολογική ουδετερότητα της ίδιας της πράξης.
  • Κάθε μορφή υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας και πιστοποιητικό πριν από την καταχώριση στο ΓΕΜΗ.

Πότε επιλέγεται διασυνοριακός μετασχηματισμός αντί για ίδρυση θυγατρικής στο εξωτερικό;

Ο διασυνοριακός μετασχηματισμός επιλέγεται όταν η επιχείρηση θέλει να μεταφέρει ή να ενοποιήσει την ίδια την υφιστάμενη οντότητα σε άλλο κράτος μέλος, διατηρώντας τη νομική προσωπικότητα, το ιστορικό, τις άδειες και τις συμβάσεις της. Η ίδρυση θυγατρικής ακολουθεί αντίθετη λογική, δηλαδή δημιουργεί νέα εταιρεία, ενώ η ελληνική παραμένει ως μητρική.

Η επιλογή του κατάλληλου τρόπου γίνεται ανά περίπτωση. Όταν η δραστηριότητα στηρίζεται σε άδειες, μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας ή δικαστικές εκκρεμότητες, η μεταφορά της ίδιας οντότητας διασώζει αυτή τη συνέχεια, ενώ η νέα θυγατρική θα έπρεπε να τα αναδημιουργήσει από την αρχή. Αντίστροφα, όταν ο στόχος είναι απλώς τοπική παρουσία σε μια αγορά με διατήρηση της ελληνικής βάσης, η θυγατρική είναι το ελαφρύτερο όχημα.

ΚριτήριοΔιασυνοριακός μετασχηματισμόςΊδρυση θυγατρικής
Νομική οντότηταΗ ίδια, μετακινείται ή ενοποιείταιΝέα, παράλληλη
Νομική προσωπικότηταΔιατηρείταιΝέα
Συμβάσεις και άδειεςΜεταφέρονται με τη μορφή του μετασχηματισμούΔεν μεταφέρονται αυτόματα
Ελληνική οντότητα μετάΑλλάζει εθνικότητα ή παύειΠαραμένει ως μητρική
Τυπικός σκοπόςΠλήρης μετεγκατάσταση ή ενοποίησηΕπέκταση με ελληνική βάση

Από τον χειρισμό υποθέσεων μεταφοράς έδρας (μετεγκατάσταση, «re-domiciliation»), η εμπειρία δείχνει ότι η απόφαση σπάνια κρίνεται από το κόστος της διαδικασίας και συχνότερα από το αν ένας ξένος επενδυτής ή χρηματοδότης απαιτεί τη διατήρηση της ίδιας νομικής οντότητας ως προϋπόθεση της συναλλαγής, απαίτηση που πολλές εταιρείες εντοπίζουν αργά, αφού έχουν ήδη δρομολογήσει τη σύσταση θυγατρικής.

Ποια μορφή διασυνοριακού μετασχηματισμού ταιριάζει σε κάθε επιχειρηματικό στόχο;

Οι μορφές είναι τρεις και η επιλογή γίνεται ανάλογα με τον στόχο. Η διασυνοριακή μετατροπή μεταφέρει την καταστατική έδρα και μεταβάλλει τη νομική μορφή σε μόρφωμα του κράτους προορισμού, διατηρώντας μία οντότητα. Η διασυνοριακή συγχώνευση ενώνει ημεδαπή με αλλοδαπή εταιρεία. Η διασυνοριακή διάσπαση διαχωρίζει την περιουσία σε εταιρείες άλλων κρατών μελών.

Το ενωσιακό πλαίσιο των τριών μορφών δίνεται από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2121, η οποία τροποποίησε την Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132. Η ενσωμάτωσή της έγινε με τον Ν. 5055/2023, ο οποίος πρόσθεσε νέα κεφάλαια στον Ν. 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς.

Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η μεταφορά έδρας εμπίπτει στην ελευθερία εγκατάστασης, στις υποθέσεις Cartesio (C-210/06) και VALE (C-378/10), ενώ στην Polbud (C-106/16) κρίθηκε ότι ακόμη και η μεταφορά μόνο της καταστατικής έδρας, χωρίς μεταφορά της πραγματικής δραστηριότητας, προστατεύεται.

ΜορφήΤι μεταβάλλειΝομικό αποτέλεσμαΤυπικός στόχος
Διασυνοριακή μετατροπήΚαταστατική έδρα και νομική μορφήΜία οντότητα, διατήρηση προσωπικότηταςΜετεγκατάσταση
Διασυνοριακή συγχώνευσηΈνωση ημεδαπής με αλλοδαπήΚαθολική διαδοχή, η μία παύειΕνοποίηση ομίλου ή εξαγορά
Διασυνοριακή διάσπασηΚατανομή περιουσίας σε εταιρείες άλλων κρατώνΜεταβίβαση στοιχείων και υποχρεώσεωνΑναδιάρθρωση ή απόσχιση κλάδου

Οι τρεις διασυνοριακές μορφές αντιστοιχούν στις εγχώριες εκδοχές τους, δηλαδή τη μετατροπή, τη συγχώνευση και τη διάσπαση εταιρειών. Η διαφορά είναι ότι στη διασυνοριακή εκδοχή προστίθεται το στοιχείο της αλλοδαπής εμπλεκόμενης εταιρείας και η ανάγκη συντονισμού δύο εθνικών δικαίων.

Πώς προστατεύονται μέτοχοι, πιστωτές και εργαζόμενοι κατά τον διασυνοριακό μετασχηματισμό;

Και στις τρεις μορφές ισχύει κοινό προστατευτικό πλέγμα. Ο μέτοχος που διαφωνεί έχει δικαίωμα εξόδου, δηλαδή να διαθέσει τις συμμετοχές του έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Οι πιστωτές μπορούν να ζητήσουν εγγυήσεις εντός προθεσμίας, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίησή τους. Οι εργαζόμενοι προστατεύονται μέσω ενημέρωσης, διαβούλευσης και κανόνων συμμετοχής στη διοίκηση της νέας εταιρείας.

Η διαδικασία ξεκινά με κοινό σχέδιο μετασχηματισμού, που καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ τουλάχιστον έναν μήνα πριν από τη γενική συνέλευση. Συντάσσονται έκθεση του διοικητικού οργάνου προς μετόχους και εργαζόμενους και έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα που αξιολογεί τη σχέση ανταλλαγής και το χρηματικό αντάλλαγμα. Η απόφαση της συνέλευσης λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία.

Δύο σημεία απαιτούν νομική κρίση κατά περίπτωση:

  • Πρώτον, οι κανόνες συμμετοχής των εργαζομένων ενεργοποιούνται με βάση όρια προσωπικού και μπορούν να επιβάλουν διατήρηση δικαιωμάτων του κράτους προέλευσης, με αποτέλεσμα η διατύπωση του σχεδίου να μεταβάλλεται ουσιωδώς.
  • Δεύτερον, η απάντηση σε αίτημα πιστωτή για εγγυήσεις διαφοροποιείται ανάλογα με το αν η απαίτηση είναι ληξιπρόθεσμη, εξασφαλισμένη ή αμφισβητούμενη.

Τι φόρο εξόδου ενεργοποιεί η μεταφορά έδρας εταιρείας εκτός Ελλάδας;

Η μεταφορά της φορολογικής κατοικίας ή περιουσιακών στοιχείων εκτός της ελληνικής φορολογικής δικαιοδοσίας ενεργοποιεί φόρο εξόδου («exit tax»), κατά το άρθρο 66Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ).

Φορολογείται η μη πραγματοποιηθείσα υπεραξία, δηλαδή η αγοραία αξία των στοιχείων κατά τον χρόνο εξόδου μείον τη φορολογική τους αξία, ώστε η Ελλάδα να φορολογήσει το κέρδος που δημιουργήθηκε στο έδαφός της προτού χάσει το δικαίωμα φορολόγησης.

Ο φόρος εξόδου εισήχθη με το άρθρο 58 του Ν. 4714/2020, σε ενσωμάτωση του άρθρου 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1164 κατά των πρακτικών φοροαποφυγής.

Στην υπόθεση National Grid Indus (C-371/10) το ΔΕΕ έκρινε ότι ο φόρος εξόδου είναι μεν περιορισμός της ελευθερίας εγκατάστασης, δικαιολογείται όμως από την ισόρροπη κατανομή των φορολογικών εξουσιών μεταξύ των κρατών μελών. Έκρινε ωστόσο ότι η άμεση είσπραξη του φόρου κατά τον χρόνο εξόδου είναι δυσανάλογη, αναγνωρίζοντας δικαίωμα αναβολής ή τμηματικής καταβολής.

Ο φόρος εξόδου είναι διαφορετικός από τη φορολογική ουδετερότητα της ίδιας της πράξης. Η φορολογική ουδετερότητα των μετασχηματισμών, που με τον Ν. 5162/2024 καλύπτει και τους διασυνοριακούς, αναβάλλει τη φορολόγηση της υπεραξίας μέσα στο πλαίσιο του μετασχηματισμού.

Ο φόρος εξόδου, αντίθετα, ενεργοποιείται όταν τα στοιχεία εξέρχονται από την ελληνική φορολογική δικαιοδοσία. Από τον χειρισμό σχετικών υποθέσεων, η εμπειρία δείχνει ότι το πραγματικό πεδίο τριβής είναι η αποτίμηση της «αγοραίας αξίας» των στοιχείων, την οποία η φορολογική διοίκηση τείνει να προσδιορίζει υψηλότερα από τη λογιστική τους αξία.

Πώς ολοκληρώνεται η διαδικασία και τι ελέγχει το πιστοποιητικό νομιμότητας;

Πριν από την ολοκλήρωση, κάθε διασυνοριακός μετασχηματισμός υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από την αρμόδια αρχή, η οποία χορηγεί στην ημεδαπή εταιρεία πιστοποιητικό που βεβαιώνει την τήρηση των όρων και των διατυπώσεων.

Ο έλεγχος περιλαμβάνει και αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών. Η πράξη ολοκληρώνεται με την καταχώριση στο ΓΕΜΗ και δεν μπορεί πλέον να κηρυχθεί άκυρη.

Το όριο μεταξύ νόμιμης άσκησης της ελευθερίας εγκατάστασης και κατάχρησης είναι το κρίσιμο σημείο του ελέγχου. Κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, η μεταφορά έδρας σε κράτος με ευνοϊκότερο πλαίσιο δεν συνιστά, από μόνη της, κατάχρηση.

Η αρχή μπορεί όμως να αρνηθεί το πιστοποιητικό όταν προκύπτει τεχνητή κατασκευή χωρίς ουσιαστική οικονομική υπόσταση. Η τεκμηρίωση του οικονομικού σκοπού της μετεγκατάστασης είναι, επομένως, καθοριστικός παράγοντας για την έκβαση του ελέγχου.

Με την καταχώριση, οι συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στη νέα ή προκύπτουσα εταιρεία και η οντότητα συνεχίζει με τη νέα μορφή ή έδρα της, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα στην περίπτωση της μετατροπής.

Συχνές Ερωτήσεις

Μπορεί ελληνική ΑΕ να μεταφέρει την καταστατική της έδρα σε άλλο κράτος μέλος;

Ναι. Μετά τον Ν. 5055/2023, η μεταφορά της καταστατικής έδρας κεφαλαιουχικής εταιρείας σε άλλο κράτος μέλος είναι δυνατή μέσω διασυνοριακής μετατροπής, με διατήρηση της νομικής προσωπικότητας. Η εταιρεία μετατρέπεται σε μόρφωμα του δικαίου του κράτους προορισμού, ακολουθώντας τη διαδικασία του σχεδίου, της έγκρισης και του προληπτικού ελέγχου νομιμότητας.

Ισχύει φορολογική ουδετερότητα στους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς;

Ναι, υπό προϋποθέσεις. Ο Ν. 5162/2024 επεκτείνει το καθεστώς φορολογικής ουδετερότητας και στους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εντός της ΕΕ. Η ουδετερότητα αφορά τη μη φορολόγηση της υπεραξίας στο πλαίσιο της πράξης και είναι διαφορετική από τον φόρο εξόδου, που ενεργοποιείται όταν στοιχεία εξέρχονται από την ελληνική φορολογική δικαιοδοσία.

Πόσο διαρκεί ένας διασυνοριακός μετασχηματισμός;

Η διαδικασία διαρκεί περισσότερο από τον αντίστοιχο εσωτερικό μετασχηματισμό, καθώς προϋποθέτει υποχρεωτική δημοσιότητα τουλάχιστον έναν μήνα πριν από τη γενική συνέλευση, εκθέσεις εμπειρογνωμόνων, προθεσμίες για πιστωτές και προληπτικό έλεγχο νομιμότητας σε δύο κράτη. Το χρονοδιάγραμμα εξαρτάται από τη μορφή, τον αριθμό των εμπλεκόμενων δικαιοδοσιών και την ταχύτητα των αρμόδιων αρχών.

Τι γίνεται με τις συμβάσεις εργασίας μετά τη μεταφορά έδρας;

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στη νέα ή προκύπτουσα εταιρεία. Παράλληλα εφαρμόζονται οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων, ενώ ειδικοί κανόνες ρυθμίζουν τη συμμετοχή τους στη διοίκηση, ιδίως όταν το πλαίσιο του κράτους προέλευσης προέβλεπε τέτοια δικαιώματα.

Χρειάζεται έγκριση των μετόχων;

Ναι. Η απόφαση λαμβάνεται από τη γενική συνέλευση με αυξημένη πλειοψηφία. Ο μέτοχος που διαφωνεί διατηρεί δικαίωμα εξόδου έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, καθώς και δυνατότητα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους όσοι άσκησαν το δικαίωμα.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Επιλογή οχήματος: Η απόφαση μεταξύ διασυνοριακού μετασχηματισμού και ίδρυσης θυγατρικής προηγείται κάθε άλλης ενέργειας, γιατί καθορίζει τη συνέχεια συμβάσεων, αδειών και φορολογικού ιστορικού.

Αντιστοίχιση μορφής και στόχου: Μετατροπή για μετεγκατάσταση, συγχώνευση για ενοποίηση ή εξαγορά, διάσπαση για αναδιάρθρωση. Η λάθος μορφή παράγει περιττό κόστος και καθυστέρηση.

Πρόβλεψη φόρου εξόδου: Ο φόρος εξόδου του άρθρου 66Α ΚΦΕ ενσωματώνεται στο χρηματοοικονομικό μοντέλο από την αρχή, μαζί με την αξιολόγηση δικαιώματος αναβολής ή τμηματικής καταβολής.

Τεκμηρίωση οικονομικού σκοπού: Η μετεγκατάσταση χρειάζεται ουσιαστική οικονομική υπόσταση, ώστε να μην προσκρούσει στον anti-abuse έλεγχο κατά τη χορήγηση του πιστοποιητικού νομιμότητας.

Έγκαιρη διαχείριση εργαζομένων και πιστωτών: Τα όρια συμμετοχής εργαζομένων και οι προθεσμίες πιστωτών διαμορφώνουν το σχέδιο και το χρονοδιάγραμμα και αντιμετωπίζονται πριν από τη γενική συνέλευση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εταιρειών.

Παραγραφή Δημοτικών Τελών & Βεβαιωμένων Οφειλών Προς ΟΤΑ

Η παραγραφή δημοτικών τελών και βεβαιωμένων οφειλών προς ΟΤΑ ρυθμίζεται από τον Α.Ν. 344/1968 και τον Ν. 4304/2014. Αναλυτικά:

Α.Ν. 344/1968

Σύμφωνα με στην παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 «Είσπραξις εσόδων ΟΤΑ», όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 61 του ν. 1416/1984, ορίζεται ότι:

«Η βεβαίωσις των φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και αντιτίμου προσωπικής εργασίας ενεργείται υπό των δήμων και κοινοτήτων εντός αποσβεστικής προθεσμίας πέντε ετών από της λήξεως του οικονομικού έτους, εις ο ανάγονται. Κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η βεβαίωση μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας αν: α) είναι άγνωστος ο υπόχρεος, β) έχει ακυρωθεί μετά την πάροδο της πενταετίας η φορολογική εγγραφή για το λόγο ότι ο υπόχρεος δεν έλαβε γνώση της εγγραφής, γ) η βεβαίωση έγινε σε πρόσωπο που δεν είχε μερική ή ολική φορολογική υποχρέωση και δ) η βεβαίωση έγινε για οικονομικό έτος διάφορο από αυτό που αφορά η φορολογική υποχρέωση».

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, το δικαίωμα του οικείου δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών που προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, αποσβέννυται, καταρχήν, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης στις ως άνω διατάξεις πενταετίας, εκτός εάν η δημοτική αρχή επικαλεσθεί και αποδείξει ότι συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο δεύτερο εδάφιο του ανωτέρω άρθρου εξαιρετικές περιπτώσεις, ώστε να επιτρέπεται η βεβαίωση των σχετικών εσόδων μετά την παρέλευση πενταετίας (ΣτΕ 1612 – 1613/2020).

Ν. 4304/2014

Εξάλλου, στο άρθρο 32 του ν. 4304/2014, προβλέπεται ότι:

«Χρηματικές αξιώσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που αφορούν σε απόδοση φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών και προκύπτουν εξαιτίας μη υποβολής από τους υπόχρεους των αναγκαίων στοιχείων για τη βεβαίωση τους ή υποβολής ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων ή λανθασμένα βεβαιωμένων οφειλών, βεβαιώνονται σε βάρος των υπόχρεων εντός εικοσαετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους που δημιουργήθηκε η σχετική υποχρέωση προς καταβολή τους (…)».

Ερμηνεία – Νομολογία

Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2540/2021), η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος (ΑΕΔ 14/2013, Ολομ ΣτΕ 2034/2011 κ.α.) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (ΑΕΔ 11/2003, Ολομ. ΣτΕ 2034/2011 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (Ολομ ΣτΕ 1833/2021) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων (ΣτΕ 1623/2016, επίσης ΔΕΕ C-81/15).

Συνακόλουθα, για την επιβολή επιβαρύνσεων, υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων, απαιτείται να προβλέπεται προθεσμία, μετά την πάροδο της οποίας να μην είναι πλέον δυνατή η επιβολή σε βάρος του διοικούμενου της σχετικής οικονομικής επιβάρυνσης.

Η προθεσμία δε αυτή, η οποία, προκειμένου να εκπληρώνει τη συνιστάμενη στη διασφάλιση της αρχής ασφάλειας δικαίου που εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, λειτουργία της, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και να μην εξαρτάται από ενέργειες δημοσίας αρχής, να έχει δε εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας (ΔΕΕ C-341/13), και η διάρκεια αυτή να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον διοικούμενο.

Αιτιολογική Βάση

Τα παραπάνω ισχύουν δε προς τον σκοπό να μην αφήνονται οι διοικούμενοι έκθετοι :

  • Αφενός μεν σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου -που αποτελεί παράγοντα αποτρεπτικό για τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, με ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις για την ανάπτυξη και, γενικότερα, την εθνική οικονομία, ιδιαιτέρως μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, σε βλάβη του δημοσίου συμφέροντος- και
  • Αφετέρου στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από το γεγονός που γεννά τη σχετική οικονομική υποχρέωση, να αντιμετωπίσουν τις προκύπτουσες οικονομικές υποχρεώσεις, είτε οι ίδιοι είτε, πολύ περισσότερο, οι αναλαβόντες, κατά νόμο, συνεπεία κληρονομικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής (πιθανής σε περίπτωση που ο χρόνος για την απόσβεση της υποχρέωσης είναι μεγάλος ή αβέβαιος), τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη και εισφορές και

Επιπλέον, να μην αφήνεται το Δημόσιο, ο Ο.Τ.Α. ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έκθετο στον κίνδυνο αδυναμίας είσπραξης τυχόν βεβαιουμένων, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την γένεση των σχετικών υποχρεώσεων, ποσών φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων, λόγω της ενδεχομένως εντωμεταξύ επελθούσας επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης των διοικουμένων (ΣτΕ 1623/2016), δεδομένου, άλλωστε, ότι μόνο με την είσπραξη των φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος με την πρόβλεψή τους σκοπός, δηλαδή η κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για την επίτευξη των επιδιωκομένων δημοσίων σκοπών (Ολομ ΣτΕ 1738/2017).

Συμπέρασμα

Επομένως, το δικαίωμα ενός Δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) φόρων και τελών αποσβέννυται (παραγράφεται), κατ’ αρχήν, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, στο οποίο ανάγονται τα οικεία ποσά τέλους ή φόρου.

Ειδικά Για Τέλη Που Βεβαιώθηκαν Με Λογαριασμούς Ρεύματος

Τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού βαρύνουν τον υπόχρεο για την πληρωμή του λογαριασμού ρεύματος (πχ Δ.Ε.Η.), ο οποίος είναι αυτός που έχει συνάψει σχετική σύμβαση με τον πάροχο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ο λογαριασμός καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος,

Περαιτέρω, μπορεί ο υπόχρεος για την πληρωμή του λογαριασμού ρεύματος να είναι και πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιεί το ακίνητο (λ.χ του μισθωτή σε περίπτωση ακινήτου υπό μίσθωση), το οποίο εξυπηρετείται από τον οικείο μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος, εφόσον δεν έχει γνωστοποιηθεί στον πάροχο η μεταβολή του προσώπου που χρησιμοποιεί το ακίνητο (ΜονΔΠρΑθ 12464/2025).

Συνεπώς, όσο το πρόσωπο που έχει υποβάλει την αρχική δήλωση δεν προβαίνει στην ενέργεια γνωστοποίησης περί χρησιμοποίησης του ακινήτου από άλλο πρόσωπο, νομίμως εκδίδεται στο όνομα του αρχικώς δηλούντος ο λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος και επιβάλλονται τα ένδικα δημοτικά τέλη (ΣτΕ 1323/2013).

Τέλος, τυχόν ισχυρισμός ότι κάποιος δεν χρησιμοποίησε στην πράξη το ακίνητο απορρίπτεται από τα δικαστήρια ως αβάσιμος, καθώς τόσο τα τέλη καθαριότητας όσο και τα τέλη φωτισμού, έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα, λόγω της κατ’ άρθρο 102 παρ. 5 του Συντάγματος δημόσιου χαρακτήρα της υπηρεσίας καθαριότητας και φωτισμού, η υποχρέωση δε καταβολής αυτών δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την πραγματική χρησιμοποίηση της υπηρεσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά αρκεί η δυνατότητα (ετοιμότητα) παροχής της υπηρεσίας αυτής (Ολομ. ΣτΕ 1620/2012).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό ΔίκαιοΕπικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την παραγραφή δημοτικών τελών και φόρων προς ΟΤΑ.

Υπομίσθωση & Υπεκμίσθωση Επαγγελματικής Στέγης

Υπομίσθωση είναι η σύμβαση με την οποία ο μισθωτής, ενεργώντας ως εκμισθωτής, παραχωρεί τη χρήση του μισθίου, την οποία απέκτησε με την κύρια μίσθωση, σε τρίτον (υπομισθωτή) με ορισμένο αντάλλαγμα – μίσθωμα και για ορισμένο χρόνο.

Στο πλαίσιο της, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, το μίσθωμα και ο χρόνος μπορεί να είναι αυτά που συμφωνήθηκαν με την κύρια μίσθωση.

Πρόκειται, επομένως, περί συμβάσεως με όλα τα χαρακτηριστικά της μισθώσεως, η οποία, όμως, είναι νέα μεταξύ του μισθωτή και του τρίτου και άσχετη τελείως με την κύρια μίσθωση (ΑΠ 1153/2022).

Η τελευταία δεν αλλοιώνεται υποκειμενικώς, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, εκμισθωτή και μισθωτή, και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή και ο δεύτερος την ιδιότητα του μισθωτή (ΑΠ 1957/2006).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 593 και 599 §2 του ΑΚ συνάγεται, ότι η υπομίσθωση είναι σύμβαση ξένη (“res inter alios acta“) έναντι του εκμισθωτή (ΑΠ 612/2006).

Ερμηνεία
Μεταβίβαση Μισθωτικής Σχέσης

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του ΑΚ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995, εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, προκύπτει, ότι επιτρέπεται η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσεως από τον μισθωτή προς τρίτο, εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 12 του ίδιου ως άνω διατάγματος, η οποία γίνεται μόνο με το συνδυασμό εκχωρήσεως και αναδοχής χρέους, κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή.

Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή, ήτοι ως προς τα δικαιώματα, και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή, δηλαδή ως προς τις υποχρεώσεις.

Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς τον δεύτερο της μισθωτικής σχέσεως, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο μισθωτή στη σχέση αυτή και, ως εκ τούτου, ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από τη μίσθωση έναντι του εκμισθωτή.

Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι βασικό αποτέλεσμα της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως, είναι ότι επέρχεται ειδική διαδοχή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής.

Ο μισθωτής αποξενώνεται από τη μίσθωση και στη θέση του υπεισέρχεται ο τρίτος.

Επομένως, κύριο χαρακτηριστικό της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως είναι η αλλοίωση υποκειμενικώς αυτής, η οποία συνεχίζει πλέον να λειτουργεί με μισθωτή τον τρίτο, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε η σχέση.

Σύμβαση Υπεκμίσθωσης

Διάφορη της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως είναι η σύμβαση της υπεκμισθώσεως, η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 593 του ΑΚ και 11 του Π.Δ. 34/1995, επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και στην εμπορική μίσθωση.

Όπως προαναφέρθηκε Υπομίσθωση είναι η σύμβαση με όλα τα χαρακτηριστικά της μισθώσεως, άσχετη τελείως με την κύρια μίσθωση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων.

Τούτο δεν αλλάζει, αν κατά την παρεχόμενη, από την ως άνω αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, στα συμβαλλόμενα μέρη δυνατότητα του καθορισμού ελευθέρως του περιεχομένου της συμβάσεως, συμφωνηθεί, ότι ο υπομισθωτής, θα ευθύνεται εις ολόκληρον με το μισθωτή απέναντι στον εκμισθωτή για όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από την (αρχική) μισθωτή.

Έτσι, από το γεγονός, ότι ο εκμισθωτής έχει συμφωνήσει στην υπεκμίσθωση με το ως άνω περιεχόμενο, δεν παύει αυτή να είναι σχέση παρεπόμενη απέναντι σ ‘αυτόν κι επομένως ο υπομισθωτής δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση.

Από τα παραπάνω προκύπτει η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως και της υπομισθώσεως, που είναι ότι στη μεν πρώτη επέρχεται αλλαγή του φορέα της μισθωτικής σχέσεως και ο μισθωτής υποκαθίσταται από τον τρίτο, προς τον οποίο η μεταβίβαση, ενώ στη δεύτερη παραμένει μισθωτής ο υπεκμισθωτής, ο οποίος απλώς στερείται της εξουσίας χρήσεως του μισθίου, την οποία αποκτά ο υπομισθωτής (ΑΠ 1957/2006).

Υπομίσθωση Χωρίς Τη Συναίνεση Του Εκμισθωτή

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η εμπορική μίσθωση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση προς την κύρια μίσθωση, με την έννοια ότι δεν μπορεί να συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της κύριας μίσθωσης (Ολ.Α.Π. 14/1992, Α.Π. 554/2001), και για το κύρος της είναι αναγκαία η συναίνεση του εκμισθωτή (αρθρ. 11 § 1 του Π.Δ. 34/1995).

Η υπομίσθωση από μη δικαιούμενο σε υπεκμίσθωση, ή που είναι άσχετη με προϋπάρχουσα κύρια μίσθωση, διέπεται από τις διατάξεις της μίσθωσης από μη δικαιούμενο σε εκμίσθωση (ΑΠ 1052/2011).

Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ ορίζει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Από τα παραπάνω, σαφώς προκύπτει ότι η εκμίσθωση αλλότριου πράγματος, κινητού ή ακινήτου είναι καθ’ όλα έγκυρη, διότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της σύμβασης αυτής η κυριότητα, ή οποιοδήποτε άλλου εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου, ανεξαρτήτως αν αυτό είναι κινητό ή ακίνητο.

Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσης έχει ως αποτέλεσμα να ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις απ’ αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και στο μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται αντιστοίχως στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες.

Απ’ αυτά έπεται ότι ο εκμισθωτής, καίτοι δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα (μόνο αυτός) να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές απόδοσης του μισθίου και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούνται (αν δεν είναι και εκμισθωτές) να ασκήσουν οιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, ακόμη κι αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή νομή.

Τα παραπάνω ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση με μόνες τις αναφερόμενες στο άρθρο 14 του Π.Δ. 34/95 (αρθ. 7 § 2 ν. 813/78) παρεκκλίσεις, κατά τις οποίες, επί εκμίσθωσης αλλότριου ακινήτου η μίσθωση δεσμεύει τον κύριο ή νομέα του μισθίου, εφ’ όσον ο μεν μισθωτής είναι καλής πίστης (δηλαδή αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο), ο δε κύριος δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στο μισθωτή μέσα σε τρεις μήνες αφότου έλαβε γνώση της εκμίσθωσης.

Η κατά τη διάταξη αυτή “δέσμευση” του κυρίου δεν σημαίνει την υπεισέλευσή του στη μίσθωση, αλλά ότι δεν μπορεί αυτός να λάβει κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μέτρα που εμποδίζουν τη χρήση του μισθίου από το μισθωτή.

Υπομίσθωση Σε Εταιρεία Του Μισθωτή

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 του ΑΚ και του 11 Π.Δ. του 34/1995, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτο ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή.

Η παραχώρηση, όμως, αυτή της χρήσης του μισθίου σε τρίτο είτε με υπεκμίσθωση είτε με σύσταση εταιρείας είναι σχέση παρεπόμενη, αναφορικά με την κύρια μίσθωση.

Επομένως, δεν αλλοιώνει υποκειμενικά την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτή και, σε περίπτωση θανάτου αυτών, των κληρονόμων τους, που υπεισέρχονται στην μισθωτική σχέση).

Έτσι η κυρία μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε, ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσης του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση είτε με τη σύσταση εταιρείας (ΜονΕφΠειρ 582/2022).

Έναντι, ωστόσο, του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρο (ΑΚ 481) και ο μισθωτής και η εταιρεία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (ΑΠ 1175/2019).

Διαφρετική, ωστόσο, είναι η περίπτωση του εκμισθωτή – εταίρου.

Φορολογικές Διατάξεις
Φορολογική Μεταχείριση Εισοδήματος Από Υπομίσθωση

Σύμφωνα με το άρθρο 39 του N. 4172/2013, το εισόδημα από ακίνητη περιουσία περιλαμβάνει και το εισόδημα που αποκτά ο υπεκμισθωτής από την υπομίσθωση ακινήτου. Ισχύουν, δε, τα εξής:

  • Ο υπεκμισθωτής φορολογείται για τη διαφορά μεταξύ του εισπραττόμενου υπομισθώματος και του καταβαλλόμενου μισθώματος προς τον εκμισθωτή.
  • Αν το υπομίσθωμα είναι ίσο ή μικρότερο από το αρχικό μίσθωμα, δεν προκύπτει φορολογητέο εισόδημα.

Η παραπάνω ρύθμιση έχει ερμηνευθεί και με την ΠΟΛ 1042/1993, η οποία διευκρινίζει ότι η διαφορά αυτή αποτελεί εισόδημα από ακίνητα ανεξάρτητα από τη χρήση του ακινήτου (κατοικία, γραφείο, κατάστημα κλπ).

Για τη φορολογία ανείσπρακτων μισθωμάτων, περισσότερα εδώ.

Έκπτωση Δαπανών & Δικαίωμα Έκπτωσης Μισθώματος

Η ΠΟΛ 1096/2012 προβλέπει ότι:

  • Σε περίπτωση υπεκμίσθωσης ολόκληρου του ακινήτου, δικαίωμα έκπτωσης του μισθώματος έχει μόνο ο υπομισθωτής (τελικός μισθωτής).
  • Σε περίπτωση μερικής υπεκμίσθωσης, δικαίωμα έκπτωσης έχουν τόσο ο υπεκμισθωτής (για το τμήμα που χρησιμοποιεί ο ίδιος) όσο και ο υπομισθωτής (για το τμήμα που υπομισθώνει).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη λήξη την υπομίσθωση εμπορικού ακινήτου.

Λήξη Της Ιδιότητας Διαχειριστή ΟΕ & Η Περίπτωση Της Ανάκλησης

Από τους λόγους που επιφέρουν λήξη της ιδιότητας του διαχειριστή μιας ομόρρυθμης εταιρείας (ΟΕ) άλλοι είναι κοινοί για όλα τα είδη της διαχείρισης και άλλοι διαφέρουν ανάλογα με το αν πρόκειται για διαχειριστές από το νόμο ή το καταστατικό.

Ειδικότερα, τη λήξη της διαχειριστικής ιδιότητας επιφέρει σε κάθε περίπτωση:

  • η λύση της εταιρείας, αφού τότε λήγει η διαχειριστική εξουσία και αρχίζει η εξουσία των εκκαθαριστών (άρθρο 777 εδ. 2 ΑΚ, που εφαρμόζεται διασταλτικά και αναλογικά),
  • ο θάνατος, η δικαστική συμπαράσταση και η πτώχευση του διαχειριστή,
  • η αποβολή για οποιονδήποτε λόγο. πέρα της λύσης της εταιρείας, της εταιρικής ιδιότητας του εταίρου – διαχειριστή και συγκεκριμένα με την έξοδο και τον αποκλεισμό του από την εταιρεία,
  • η παραίτηση του διαχειριστή (η οποία μπορεί να συνοδεύεται και από αποχώρηση από την εταιρεία) και τέλος
  • η ανάκληση του διαχειριστή για την περίπτωση της καταστατικής διαχείρισης.
Συνέπειες Ανάκλησης

Οι συνέπειες της ανάκλησης επέρχονται με την κοινοποίηση της απόφασης στον ανακαλούμενο διαχειριστή (απευθυντέα δήλωση βούλησης).

Περαιτέρω, διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις:

  • Αν ο ανακληθείς είναι σύμφωνα με το καταστατικό ο μόνος διαχειριστής της εταιρείας, πρέπει να ισχύσει στο εξής η νόμιμη, δηλαδή η ατομική διαχείριση.
  • Αν η διαχείριση έχει ανατεθεί από το καταστατικό σε περισσότερους εταίρους, με την έννοια ότι πρέπει να ενεργούν μόνον από κοινού, και ανακληθεί κάποιος από αυτούς, τότε η διαχείριση πρέπει να συνεχιστεί από κοινού από τους υπόλοιπους διαχειριστές.
  • Αν η διαχείριση έχει ανατεθεί από το καταστατικό σε περισσότερους εταίρους, με την έννοια ότι κάθε διαχειριστής μπορεί να ενεργεί και μόνος, η ανάκληση ενός από αυτούς δεν επηρεάζει την εξουσία των υπολοίπων, οι οποίοι πρέπει να συνεχίσουν κανονικά την άσκηση της διαχειριστικής τους εξουσίας, συνεχίζει δηλαδή να ισχύει η (καταστατική) ατομική διαχείριση, χωρίς τη συμμετοχή του ανακληθέντος διαχειριστή.

Σε περίπτωση μη ύπαρξης διαχειριστών, διότι ανακλήθηκαν ή παραιτήθηκαν όλοι, αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση.

Καταστατική Διαχείριση

Περαιτέρω, όταν πρόκειται για καταστατική διαχείριση, δηλαδή όταν η εξουσία για τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ανατέθηκε στον διαχειριστή με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων και αντίστοιχη τροποποίηση του καταστατικού και δημοσίευσή του στο ΓΕΜΗ, η εξουσία του μπορεί να παύσει και με την ανάκλησή του.

Ανάκληση διαχειριστή δεν είναι δυνατόν να υπάρξει πάντως, όταν ισχύει διαχείριση της εταιρείας εκ του νόμου.

Η απόφαση για την ανάκληση του διαχειριστή πρέπει να ληφθεί από όλους τους άλλους εταίρους, ομόφωνα, εκτός αν έχει προβλεφθεί στο καταστατικό ότι μπορεί αυτή να ληφθεί και με πλειοψηφία.

Για να ισχύσει η ανάκληση του διαχειριστή έναντι των τρίτων, πρέπει να τύχει της δέουσας δημοσίευσης, δηλαδή να καταχωρισθεί αυτή στο ΓΕΜΗ και να δημοσιευθεί στο διαδικτυακό τόπο του ΓΕΜΗ (άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 3419/2005).

Ουσιαστική προϋπόθεση για την ανάκληση διαχειριστή ομόρρυθμης εταιρείας είναι, κατά την κρατούσα γνώμη, να υπάρχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος να τη δικαιολογεί (άρθρο 752 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 757 ΑΚ).

Ως σπουδαίος λόγος μπορεί να θεωρηθεί η σοβαρή παράβαση των καθηκόντων του διαχειριστή, η ανικανότητά του για τακτική διαχείριση κλπ. Κατά συνέπεια, αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, η προηγηθείσα ανάκληση είναι άκυρη.

Ορισμός Νέου Διαχειριστή

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ “Αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου, ή, αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, ο πρόεδρος των πρωτοδικών διορίζει προσωρινή διοίκηση ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον“.

Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από τη γενικότητα της διατυπώσεώς της, εφαρμόζεται σε κάθε είδους νομικό πρόσωπο, και συνεπώς και στις εμπορικές εταιρίες κάθε μορφής, μεταξύ των οποίων και οι ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες.

Περαιτέρω, οι διατάξεις του ν. 4072/2012 δεν προβλέπουν κάποια ειδικότερη ρύθμιση για την ανάκληση του ορισθέντος στην εταιρική σύμβαση διαχειριστή και τις συνέπειες αυτής.

Το κενό θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπληρώνεται με την αναλογική εφαρμογή του άρθρ. 752 ΑΚ, το οποίο, μαζί με τις λοιπές διατάξεις των άρθρ. 741-784 του ΑΚ για την αστική εταιρία, πλην εκείνων των άρθρ. 758 και 761, εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην ομόρρυθμη εταιρεία, συμπληρωματικά και εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του ν. 4072/2012, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρ. 249 παρ. 2 του ίδιου νόμου.

Επομένως, η ανάκληση του ορισθέντος στην εταιρική σύμβαση διαχειριστή θα μπορεί να γίνει δυνάμει του άρθρ. 752 ΑΚ, ήτοι με την λήψη ομόφωνης απόφασης από τους λοιπούς εταίρους, ένεκα σπουδαίου λόγου, η οποία απευθύνεται στον διαχειριστή και επιφέρει τα αποτελέσματά της αμέσως μετά την λήψη της από αυτόν.

Σε αυτή την περίπτωση, κι εφόσον δεν προβλέπεται κάτι διαφορετικό στην εταιρική σύμβαση, θα αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση, η οποία ταυτίζεται με την ατομική διαχείριση όλων των εταίρων.

Ελλείψει, δηλαδή, ειδικότερης ή άλλης ρύθμισης για την ανάκληση του καταστατικού διαχειριστή και τις συνέπειές της, η άποψη που είχε επικρατήσει υπό την ισχύ του καταργηθέντος προηγούμενου Εμπορικού Νόμου περί αναβίωσης της νόμιμης, ήτοι ατομικής διαχείρισης όλων των εταίρων σε περίπτωση ανάκλησης του ορισθέντος διά του καταστατικού διαχειριστή, εξακολουθεί να βρίσκει νόμιμο έρεισμα εφαρμογής και υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων του ν. 4072/2012.

Στην περίπτωση αυτή, ο κάθε εταίρος, συμπεριλαμβανομένου του ανακληθέντος, θα μπορεί πλέον, αμέσως μετά την επίδοση της ανάκλησης, να προβαίνει μόνος του (και όχι μόνον σε σύμπραξη με τους υπόλοιπους) σε πράξεις εσωτερικής διαχείρισης ή εκπροσώπησης της εταιρίας, αλλά το δικαίωμά του αυτό εξισορροπείται από το δικαίωμα εναντίωσης των άλλων συνεταίρων του.

Ερμηνεία

Σύμφωνα με την ΑΠ 1333/2017, στις περιπτώσεις της ομόρρυθμης και ετερόρρυθμης εταιρείας πρόκειται για ενώσεις προσώπων κατ’ εξοχήν προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα.

Επομένως, μεταξύ άλλων, ισχύει η βασική αρχή της αυτοδιαχείρισης και η έξωθεν επιβολή μιας δοτής διοίκησης εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για τους ομόρρυθμους εταίρους (λόγω της απεριόριστης ευθύνης τους για τα εταιρικά χρέη) και δεν συμβιβάζεται με το έντονα προσωπικό και εμπιστευτικό στοιχείο που πρέπει να επικρατεί στις εσωτερικές σχέσεις μιας προσωπικής εταιρίας.

Τούτο διότι προκειμένου η ύπαρξη και λειτουργία της να μη στερείται νοήματος, για να έχουμε έλλειψη διοίκησης, όπως την εννοεί το άρθρο 69 του ΑΚ, πρέπει να κωλύονται όλοι οι ομόρρυθμοι εταίροι και το καταστατικό να μην προβλέπει αναπλήρωσή τους ή, αν πρόκειται για σύγκρουση συμφερόντων, πρέπει να συγκρούονται τα συμφέροντα όλων των ομορρύθμων εταίρων με τα συμφέροντα της εταιρίας.

Εξάλλου, η διαχείριση στην ομόρρυθμη εταιρία ρυθμίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 254 του ν. 4072/2012. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δικαίωμα και υποχρέωση διαχείρισης έχουν όλοι οι εταίροι.

Σε αντίθεση με την αστική εταιρία όπου ισχύει η αρχή της συλλογικής διαχείρισης, στην ομόρρυθμη εταιρία ισχύει η αρχή της ατομικής διαχείρισης, δηλαδή κάθε εταίρος διαχειριστής μπορεί για λόγους ταχείας λήψης αποφάσεων, να ενεργεί μόνος διαχειριστικές πράξεις, χωρίς τη συγκατάθεση άλλων (νόμιμη διαχείριση (άρθρο 254 παρ. 2).

Η εταιρική σύμβαση μπορεί να θέσει άλλους τρόπους διαχείρισης και λήψης των αποφάσεων (ολικός ή μερικός αποκλεισμός ορισμένων εταίρων, συλλογική διαχείριση).

Όμως, σε περίπτωση επείγοντος, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 751 ΑΚ, κάθε εταίρος διαχειριστής ή μη διαχειριστής μπορεί να λάβει μόνος του τα δέοντα μέτρα.

Ταυτόχρονα, προβλέπεται δικαίωμα εναντίωσης σε κάθε εταίρο διαχειριστή στην ενέργεια μιας πράξης πριν την εκτέλεσή της, ως αντίβαρο στην ευρεία εξουσία του διαχειριστή στα πλαίσια της ατομικής διαχείρισης (άρθρο 254 παρ. 2 εδ. 2).

Η τέλεση όμως της πράξης παρά την εναντίωση δεν επιδρά στο κύρος της (αναλογική εφαρμογή παρ. 3 εδ. 3 του άρθρου 257). Γεννάται μόνο υποχρέωση αποζημίωσης, ενδεχομένως, αν η τέλεση της πράξης αποτελεί παράβαση της προς τα έσω διαχειριστικής εξουσίας του εταίρου.

Περαιτέρω, κατ’ αναλογία της ατομικής διαχείρισης, για λόγους ταχείας σύναψης συναλλαγών ισχύει ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, κατά τον οποίο κάθε εταίρος έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας (§1 άρθρο 257).

Η εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπει άλλο τρόπο εκπροσώπησης από τον οριζόμενο στο νόμο (καταστατική εκπροσώπηση).

Έτσι μπορεί να προβλέπεται συλλογική εκπροσώπηση όλων ή ορισμένων εταίρων, ή αποκλεισμός όλων πλην ενός.

Στην περίπτωση κατά την οποία με το καταστατικό της εταιρείας η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης ανατέθηκε σε ένα ή περισσότερους εταίρους ή και σε όλους τους εταίρους από κοινού (καταστατική διαχείριση), αν ο διαχειριστής βρίσκεται σε πραγματική ή νομική αδυναμία να διαχειρίζεται τις εταιρικές υποθέσεις (π.χ. μακρά απουσία ή, εξομοιούμενη με αυτήν, αδιαφορία και αμέλεια περί την εκπλήρωση των καθηκόντων του ή προστριβές και αγεφύρωτες διχογνωμίες ανάμεσα στα μέλη της διοίκησης), γίνεται δεκτό ότι υφίσταται, μεν, έλλειψη καταστατικής διαχείρισης, πλην όμως η εταιρεία δεν βρίσκεται, χωρίς άλλο, σε κατάσταση παντελούς έλλειψης διαχείρισης, διότι αν το καταστατικό δεν προβλέπει αναπλήρωση της διαχείρισης που λείπει και οι εταίροι δεν συμφωνήσουν στην αντικατάσταση της “ελλείπουσας” διοίκησης, αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση, δηλαδή η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας από τον κάθε ομόρρυθμο εταίρο.

Η έλλειψη της καταστατικής διαχείρισης κατά την προεκτεθείσα έννοια, που συνεπάγεται την αναβίωση της νόμιμης διαχείρισης, αποτελεί ζήτημα πραγματικό που πρέπει να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο κατά τρόπο άμεσο και απόλυτα πειστικό, με την προσκομιδή πρόσφορων στοιχείων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη λήξη της ιδιότητας του διαχειριστή Ο.Ε. και την περίπτωση της ανάκλησής του.

Ο Πλειστηριασμός Μισθωμένου Ακινήτου & Η Τύχη Της Μίσθωσης

Η τύχη της εμπορικής μίσθωσης σε περίπτωση πλειστηριασμού καθορίζεται από το άρθρο 1009 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 81 του Ν. 4842/2021 και, σύμφωνα με το άρθρο 120 εδ. β΄ ιδίου νόμου, ισχύει από 1-1-2022.

Συγκεκριμένα ορίζεται ότι:

«Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο ως κατοικία, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση οπότε η μίσθωση λύεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την καταγγελία. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η καταγγελία δεν είναι δυνατή πριν τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 του ν. 1703/1987 (Α’ 78) χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση αυτή η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι’ αυτούς».

Εξάλλου, πρώτη παράγραφος του άρθρου 2 του ν. 1703/1987, όπως ισχύει σήμερα, ορίζει ότι:

«Η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για τρία (3) έτη, κι αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1009 Κ.Πολ.Δ ο υπερθεματιστής ως νέος κτήτορας, αποκτά ex lege διαπλαστικό δικαίωμα να καταγγείλει την έννομη σχέση της μίσθωσης χωρίς να εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 614 επ. του ΑΚ.

Ακολούθως, έχει δυνατότητα άμεσης εκτέλεσης, αφού η μίσθωση λυθεί, εντός έξι μηνών από την καταγγελία εναντίον του μισθωτή, του υπομισθωτή καθώς και οποιουδήποτε νέμεται ή κατέχει το ακίνητο δυνάμει κάποιας άλλης έννομης σχέσης ή δέσμευσης από αυτή. Μόνη προϋπόθεση αποτελεί το ακίνητο που εκπλειστηριάστηκε να ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης.

Για την ενεργητική νομιμοποίηση άσκησης των παραπάνω δικαιωμάτων κρίσιμος είναι ο χρόνος ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού και περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης όποτε και ο υπερθεματιστής αποκτά κατά τρόπο παράγωγο την κυριότητα του ακινήτου.

Από την γραμματική διατύπωση του άρθρου συνάγεται πως δεν εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρ. 614 επ. ΑΚ.

Νομική Φύση Δικαιώματος

Προκύπτει, εν προκειμένω, το ερώτημα σε σχέση με το εάν ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται στην έννομη σχέση της μίσθωσης ex lege δια της κατακυρωτικής, συνέπεια της μη εφαρμογής των άρθρων 614 επ.ΑΚ και έχει δικαίωμα καταγγελίας κατά το άρθρο 1009 ή εάν δεν υπεισέρχεται σε αυτή και έχει απλώς ευχέρεια να μην αναγνωρίσει τη μίσθωση (αφού μόνο με το άρθρ. 614 ΑΚ υπήρχε η δυνατότητα να υπεισέλθει στην μισθωτική σχέση).

Λειτουργικότερο εμφαίνεται ο υπερθεματιστής να υπεισέρχεται ex lage στη μίσθωση με την προϋπόθεση να είναι έγκυρη και να έχει συναφθεί από τον πρώην κύριο/οφειλέτη.

Διαφορετικά, το διάστημα ανάμεσα στην καταγγελία και την λύση της σύμβασης θα παραμείνει αρρύθμιστο (Μον.Εφ.Πειρ. 625/2023).

Συνέπειες

Η πρακτική σημασία της υιοθέτησης της μίας ή της άλλης άποψης, αίρεται από τη δυνατότητα άμεσης εκτέλεσης που παρέχεται, αφού σε κάθε περίπτωση η δυνατότητα άσκησης διεκδικητικής αγωγής κρίνεται ως χρονικά απρόσφορη.

Εφόσον ο πρώην-κύριος οφειλέτης με την καταβολή του πλειστηριάσματος έχει αποξενωθεί από το ακίνητο, η καταγγελία ως μονομερής και αιτιώδης δήλωση βούλησης, απευθύνεται στον μισθωτή, όπως τούτος προσδιορίζεται από το μισθωτήριο καθώς είναι ο μόνος πλέον συνδεόμενος με το μίσθιο.

Μέσω αυτής εκδηλώνεται ρητώς το διαπλαστικό δικαίωμα του υπερθεματιστή να διακόψει απρόθεσμα τη μίσθωση, η οποία πρέπει να έχει συναφθεί πριν την κατάσχεση, διότι σε αντίθετη περίπτωση το δικαίωμα καταγγελίας θα ασκηθεί δυνάμει του άρθρ. 997 Ι  Κ.Πολ.Δ.

Αντίστοιχα με ότι προβλέπεται για τις εμπορικές μισθώσεις τα αποτελέσματα της, επέρχονται όχι με την άσκηση της καταγγελίας αλλά με την παρέλευση του τασσόμενου χρονικού διαστήματος των έξι μηνών.

Πρόκειται δηλαδή, για μια εκ του νόμου καταγγελία με προθεσμία που τίθεται χάριν προστασίας του μισθωτή για την προετοιμασία απεγκατάστασης του από το επιχειρηματικό ακίνητο.

Στο διάστημα αυτό, η μίσθωση διατηρείται και τα μέρη της συνεχίζουν να δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις τους, δηλαδή από την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων και την υποχρέωση παράδοσης του μισθίου.

Εάν ο μισθωτής, αφού παρέλθει το τασσόμενο μετά την καταγγελία διάστημα, παρακρατεί το μίσθιο, οφείλει αποζημίωση χρήσης.

Αναγκαστική Εκτέλεση

Για κάθε αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να προηγηθεί επίδοση προς τον οφειλέτη του εκτελεστού τίτλου (αντίγραφο του απογράφου) με επιταγή προς εκτέλεση.

Επιταγή είναι η πρόσκληση του δανειστή προς τον οφειλέτη για εκούσια εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου. Η επιταγή είναι πράξη εκτέλεσης και μάλιστα η πρώτη πράξη της διαδικασίας της. Συγχρόνως αποτελεί και την προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Η επίδοση της επιταγής είναι όρος απαραίτητος για την έναρξη τόσο της άμεσης όσο και της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης ανεξάρτητα από το είδος της εκτέλεσης ή το μέσο που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί.

Προπαρασκευαστικές εργασίες της εκτέλεσης είναι όσες προηγούνται της επιταγής, δηλαδή η περιγραφή του εκτελεστήριου τύπου και η λήψη απογράφου.

Περαιτέρω, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα άμεσης εκτέλεσης, με εκτελεστό τίτλο την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης (κοινοποιώντας αντίγραφο με το οποίο θα δηλώνει την καταγγελία της μίσθωσης) κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή καθώς και κατά οποιουδήποτε έλκει τα δικαιώματα του από αυτούς η κατέχει το μίσθιο για αυτούς.

Η εκτέλεση αυτή, ως αυτοτελής, ακολουθώντας τους κανόνες της άμεσης εκτέλεσης 943 επ. Κ.Πολ.Δ, αρχίζει με την επίδοση της επιταγής κατά το άρθρο 924 επ.Κ.Πολ.Δ και ολοκληρώνεται με την σύνταξη έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης. Στρέφεται, δε, κατά των προσώπων που προσδιορίζει το άρθρο 1009 Κ.Πολ.Δ.

Τα πρόσωπα αυτά μπορούν να προσβάλλουν με ανακοπή είτε την επιταγή προς εκτέλεση είτε την πράξη αποβολής από το ακίνητο επικαλούμενα λόγους ακυρότητας της εκτελεστικής διαδικασίας.

Επιχειρηματικά Ακίνητα

Ως δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρ. 1009 Κ.Πολ.Δ πρέπει να διακρίνουμε την μίσθωση του ακινήτου προς άσκηση σε αυτό επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η έννοια των επιχειρηματικών ακινήτων, προσδιορίζοντας στο άρθρ. 1001Α Κ.Πολ.Δ, ως τα ακίνητα «…στα οποία έχουν εγκατασταθεί βιομηχανικές, βιοτεχνικές, ξενοδοχειακές ή τουριστικές επιχειρήσεις ή άλλες παραγωγικές μονάδες που διαθέτουν εξοπλισμό και αποτελούν οικονομικό σύνολο…»

Στο άρθρο 1 του π.δ 34/1995 ορίζεται ότι υπάγονται στις προστατευτικές για τις εμπορικές μισθώσεις διατάξεις, μισθώσεις ακινήτων οι οποίες συνάπτονται γενικότερα για την επιχείρηση σε αυτά εμπορικών πράξεων ενώ στις περιπτώσεις άλλων σύγχρονων μορφών μισθώσεων η έννοια του επιχειρηματικού ακινήτου προσδιορίζεται πιο άμεσα από την εξειδίκευση του υλικού πεδίου εφαρμογής τους.

Για παράδειγμα, ως ratione materiae στις περιπτώσεις χρονομεριστικής μίσθωσης, ορίζονται από το άρθρ. 1 παρ. 1Α΄ του Ν. 1652/1986, τα ακίνητα – καταλύματα προς διανυκτέρευση.

Αντίστοιχα, το άρ. 1 παρ. 3 του Ν. 1665/1986 ορίζει ως ακίνητο, εντασσόμενο στο υλικό πεδίο εφαρμογής του leasing ακινήτων, εκείνο που προορίζεται αποκλειστικά για την επαγγελματική χρήση, τις ασκεπείς αγροτικές εκτάσεις, ενώ με το αρ. 27 Ν. 2682/1999 περιλήφθησαν και τα οικόπεδα στα οποία μπορούν να ανεγερθούν εγκαταστάσεις.

Τέλος, ο ν. 4112/1929, βρίσκει έδαφος εφαρμογής, όχι μόνο στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, αλλά και σε όλες γενικώς τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μόνιμες εγκαταστάσεις.

Παρά ταύτα, η έννοια του επιχειρηματικού ακινήτου φυσικά δεν πρέπει να απασχολήσει αυτοτελώς την ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρ. 1009, παρά μόνο σε συνάρτηση με την νομική φύση των ειδικότερων μισθώσεων που συνάπτονται προς άσκηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Τελολογική Προσέγγιση

Τα αίτια της ριζικής τροποποίησης του άρθρ. 1009 μπορούν να συνδεθούν γενικά με τον σκοπό των αλλαγών που επέφερε ο Ν. 4335/2015 στο όγδοο βιβλίο του Κ.Πολ.Δ, αναφορικά με το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης όσο και με τα πρακτικά ζητήματα που προέκυψαν από την εφαρμογή του άρθρου ειδικότερα.

Ως κύρια αιτιολογική σκέψη των τροποποιήσεων εμφανίζεται η ανάγκη ταχύτερης απονομής της δικαιοσύνης μέσω της εκτελεστικής διαδικασίας, με σκοπό την πραγμάτωση και την προστασία των ουσιαστικών δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων μερών.

Η άμεση επέμβαση στην ιδιοκτησία του οφειλέτη, παρότι ο δανειστής διαθέτει εκτελεστό τίτλο κατά τα άρθρ. 904 επ.Κ.Πολ.Δ, καθιστά εμφανή την ανάγκη αποφυγής παροχής δικαιωμάτων που ενδεχομένως να ανοίγουν τον δρόμο σε καταχρήσεις ή σε αποσταθεροποίηση του εξισορροποιητικού ρόλου που επιτελεί το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Στην περίπτωση του άρθρ. 1009 Κ.Πολ.Δ ο περιορισμός της εφαρμογής της διάταξης στα επιχειρηματικά ακίνητα εκπορεύεται από το χαρακτήρα και την οικονομική λειτουργία της μίσθωσης στις περιπτώσεις αυτές.

Η ριζική μεταβολή που υπήρξε αποτέλεσμα τόσο της συχνής καταστρατήγησης του στην πράξη όσο και της κριτικής που άσκησε ένα μεγάλο μέρος της θεωρίας στη μη εφαρμογή των άρθρων 1009 και 997 Κ.Πολ.Δ επί εμπορικών μισθώσεων.

Στις συναλλαγές παρουσιάστηκε άμεσα το πρόβλημα σύναψης πολύχρονων εικονικών εμπορικών μισθώσεων με παρένθετα πρόσωπα, πριν τον πλειστηριασμό τους.

Οι μισθώσεις αυτές ως εμπορικές προστατεύονταν τόσο από την ελάχιστη δυνατή διάρκεια της μίσθωσης αλλά και εξαιτίας του θεσμοθετημένου μακροχρόνιου χαρακτήρα τους, ενώ οι όροι της σύμβασης όπως π.χ το μίσθωμα, δεν συμφωνούνταν ως ευνοϊκοί για τον εκμισθωτή/υπερθεματιστή.

Τούτο είχε δυσμενές αντίκρισμα στις συναλλαγές. Καταρχήν, υποσκάπτονταν η επενδυτική λειτουργία του πλειστηριασμού ακινήτων, αφού οδηγούσε σε ματαίωση του λόγω της μη εμφάνισης πλειοδοτών ή όταν τελικά αυτός διενεργούνταν, το πλειστηρίασμα δεν ήταν ικανοποιητικό.

Επιπλέον, στερούνταν από τον υπερθεματιστή η δυνατότητα εγκατάστασης και εκμετάλλευσης του ακινήτου καθώς ο επισπεύδων δανειστής, παρά την υποχρέωση ενημέρωσης των ενδιαφερομένων προς πλειοδοσία, γνώριζε την ύπαρξη της μίσθωσης και δεν μετέφερε ως όφειλε την ανακοίνωση στον συμβολαιογράφο, αιφνιδιάζοντας των νέο κτήτορα και προκαλώντας του σημαντική οικονομική ζημία.

Συμπερασματικά, τα εμπίπτοντα στα υποκειμενικά όρια προστασίας του άρθρ. 1009 πρόσωπα, αξιοποιούσαν το δικονομικό δικαίωμα προστασίας καταχρηστικά και παρέμεναν στο μίσθιο δυνάμει της εγκυρότητας της μίσθωσης, εμποδίζοντας την ικανοποίηση του ουσιαστικού δικαιώματος των δανειστών και του υπερθεματιστή.

Η επιμονή όμως του νομοθέτη στις παραπάνω δραστικές συνέπειες, παρά τον διαρκή χαρακτήρα της έννομης σχέσης της μίσθωσης και την ανάγκη διατήρησης ασφάλειας των συναλλαγών καθώς και την πρόταση πιο ήπιων αλλά εξίσου αποδοτικών τρόπων επίλυσης των κακόπιστων πρακτικών, δημιουργεί πληθώρα ζητημάτων προς διερεύνηση.

Εμπορικές Μισθώσεις

Το άρθρ. 1009, όπως αναλύσαμε, εφαρμόζεται και επί εμπορικών μισθώσεων.

Στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου οι εμπορικές μισθώσεις ρυθμίζονται από ειδικότερες νομοθετικές διατάξεις, που διασφαλίζουν ευχερέστερα από τις ενδοτικού δικαίου προβλέψεις του ΑΚ, τον διαρκή χαρακτήρα τους και την προστασία του μισθωτή. Η διακριτή ρύθμιση τους επιβλήθηκε αιτιακά από κοινωνιοικονομικούς λόγους.

Συγκεκριμένα, προέκυψε, ελλείψει νομοθετικής ρύθμισης, εξαιτίας της ανυπαρξίας κατάλληλων χώρων προς επιχειρηματική εκμετάλλευση, η οποία οδηγούσε στην άρνηση σύναψης εk μέρους των εκμισθωτών διαρκέστερων μισθώσεων και σε κακόπιστες πρακτικές.

Η νομοθετική εξασφάλιση της επιχειρηματικής στέγης για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, αποτρέπει της άσκοπες μετεγκαταστάσεις, παρέχει στον μισθωτή την δυνατότητα να επενδύσει στο μίσθιο ενώ αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την απόσβεση πιθανών δαπανών εκ μέρους του.

Οι κανόνες προστασίας που θεσπίζουν τα άρθρα του π.δ 34/1995, ενσωματώνουν νομοθετικά στις περιπτώσεις εμπορικών μισθώσεων, την πάγια άποψη ότι το συνταγματικό δικαίωμα ιδιοκτησίας δύναται να περιοριστεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Οι διατάξεις αυτές ως κανόνες δημοσίας τάξεως εξασφαλίζουν την ελάχιστη νομική διάρκεια της εμπορικής μίσθωσης, ορίζουν περιοριστικά συγκεκριμένους λόγους έκτακτης καταγγελίας της (numerus clausus), προβλέποντας δικαίωμα αποζημίωσης.

Η παράλληλη πρόβλεψη ελαστικών διατάξεων για τον εκμισθωτή με στόχο την μη υπέρμετρη δέσμευση του εξυπηρετεί αιτιωδώς την εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων με απώτερο στόχο την προαγωγή της εθνικής οικονομίας.

Το παρεχόμενο από το άρθρ.1009 δικαίωμα καταγγελίας όμως, εισάγει έναν μη προβλεπόμενο στις διατάξεις του π.δ 34/1995 δικονομικό λόγο έκτακτης καταγγελίας, χωρίς την πρόβλεψη αντίστοιχης αποζημίωσης, προκρίνοντας την ικανοποίηση του υπερθεματιστή έναντι του μισθωτή.

Επιπλέον, με τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν.4242/2014, η αυξημένη προστασία του π.δ 34/1995 που κατέτεινε στην σταθερότητα και στη διασφάλιση του ενοχικού δεσμού αποδυναμώθηκε σημαντικά.

Παράλληλα, οι διατάξεις περί ειδικής εκκαθαρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων, οι οποίες εφαρμόζονται ως ειδικότερη ρύθμιση και επί της ενοχικής υποσχετικής σχέσεως της χρονομετρικής μίσθωσης, προβλέπουν δυνάμει του άρθρ.άρθρ. 31 παρ. 3 ν.2538/1997, τον αποκλεισμό της εφαρμογής των προστατευτικών διατάξεων των άρθρ. 1009 Κ.Πολ.Δ και 614 επ.ΑΚ, αντιμετωπίζοντας νομοθετικά τις μισθώσεις ως στοιχεία του παθητικού της επιχείρησης.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Σύμφωνα με την Μον.Εφ.Πειρ. 704/2022 κρίθηκε η συνταγματικότητα της νέας ρύθμισης.

Συγκεκριμένα, εφεσιβάλλων ισχυρίστηκε ότι πρέπει να κριθεί η ρύθμιση του νέου άρθρου 1009 Κ.Πολ.Δ. ως αντισυνταγματική, διότι προσκρούει στις διατάξεις περί παροχής ουσιαστικής και πραγματικής έννομης προστασίας των ιδιωτικών δικαιωμάτων κατά τα άρθρα 4 παρ.1, 20 παρ.1, 25 παρ.3 και 26 του Συντάγματος και στις διατάξεις της ΕΣΔΑ και μάλιστα του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου για την προστασία της περιουσίας.

Τούτο διότι, όταν ο νομοθέτης επεμβαίνει σε περιουσιακής φύσεως δικαιώματα όπως στο ενοχικό δικαίωμα του επιχειρηματία μισθωτή να κάνει χρήση του μισθίου κι αφού το μίσθιο έχει εκπλειστηριασθεί και το έχει αποκτήσει κατά κυριότητα τρίτο πρόσωπο, ο υπερθεματιστής, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της απαιτήσεως σεβασμού της περιουσίας των προσώπων, ενώ πρέπει να τηρούνται και οι όροι της αναλογικότητας.

Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι με την άμεση καταγγελία της εμπορικής μίσθωσης από τον υπερθεματιστή  και τη λύση της σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο μισθωτής στερείται της δυνατότητας να προσφύγει στα δικαστήρια για να κριθεί η ισχύς της μισθώσεώς του και το εάν αυτή είναι εικονική ή μη, χάνει τις επενδύσεις που έχει πραγματοποιήσει στο μίσθιο και «τινάζεται στον αέρα» η επιχείρησή του, προς όφελος του ισχυρότερου μέρους που είναι ο υπερθεματιστής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι τα παραπάνω τυγχάνουν μη νόμιμα και κατά τούτο απορριπτέα, διότι ο περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας εκ του άρθρου 1009 ΚΠολΔ καθίσταται δικαιολογημένος και εύλογος, καθώς δεν εξασφαλίζει μόνο το προσωπικό όφελος του υπερθεματιστή και των δανειστών, αλλά εξυπηρετεί το συγκερασμό και την εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων τους με απώτερο σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης και την προαγωγή της εθνικής οικονομίας.

Ερμηνεία

Το Εφετείο, περαιτέρω, νομολόγησε πως με τη διάταξη του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4335/2015, ο νομοθέτης προκρίνει ως ισχυρότερο το συμφέρον του υπερθεματιστή νέου κυρίου του ακινήτου να μπορεί να λάβει στην κατοχή του το ακίνητο που απέκτησε μέσω του πλειστηριασμού έναντι του συμφέροντος του μισθωτή ο οποίος επιθυμεί να συνεχίσει να κατέχει το ίδιο ακίνητο στο οποίο ασκεί επιχείρηση, στηρίζοντας το δικαίωμά του να χρησιμοποιεί το μίσθιο σε μισθωτική σύμβαση που είχε καταρτίσει με τον προηγούμενο κύριο του ακινήτου, πριν την κατάσχεση του ακινήτου.

Σκοπός της παραπάνω νομοθετικής ρύθμισης ήταν να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο εμφανίσεως τρίτων παρένθετων προσώπων ως μισθωτών, με εικονικές συμβάσεις πολυετούς διάρκειας, με σκοπό να αποτρέψουν τον πλειστηριασμό.

Τρόπος Κτήσης Κυριότητας

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1005 ΚΠολΔ με την κατακύρωση, και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ρητά η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας και συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ` ου η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα, αποκτώντας το, δυνάμει συμβάσεως, όπως είναι η εκποίηση με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό (ΑΠ 306/2014).

Ο υπερθεματιστής από της αποκτήσεως της κυριότητος του μισθίου (αρθ. 1005 ΚΠολΔ) υπεισέρχεται στη μίσθωση αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του εκμισθωτή κυρίου του μισθίου.

Ειδικότερα για να χωρήσει υπεισέλευση του νέου κτήτορα στη μισθωτική σχέση, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, η εκποίηση να γίνει από τον κύριο του μισθίου που ήταν συγχρόνως και εκμισθωτής. Αντιθέτως, ο υπερθεματιστής δεν υπεισέρχεται στη μίσθωση, αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του μη εκμισθωτή κυρίου του μισθίου.

Συνεπώς, μέσω της κατακύρωσης με την καταβολή και την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αποκτά το δικαίωμα που είχε ο οφειλέτης κατά ίδιο περιεχόμενο και έκταση αυτοδικαίως (ex lege).

Κατά το ίδιο άρθρο, η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός και έναντι αυτών που κατέχουν το ακίνητο στο όνομα του καθ` ου η εκτέλεση, ανεξάρτητα από το αν η κατοχή στηρίζεται σε εμπράγματη ή ενοχική σχέση.

Αιτιολογική Βάση Τροποποίησης

Όμως, ειδικά για τα ακίνητα, το άρθρο 1009 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με τον ν. 4335/2015, έθετε μια σημαντική εξαίρεση καθώς παρέπεμπε στη ρύθμιση του ουσιαστικού δικαίου (614 Α.Κ.) που προστατεύει το ενοχικό δικαίωμα του τρίτου μισθωτή, αν η μίσθωση αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης (προφανώς έναντι των τρίτων) χρονολογίας.

Ο υπερθεματιστής στην περίπτωση αυτή απαγορευόταν να εκτελέσει την κατακυρωτική έκθεση σε βάρος του μισθωτή εκτός εάν υπήρχε όρος στο μισθωτήριο ότι η μίσθωση δεν βαρύνει το νέο κτήτορα, σύμφωνα με το άρθρο 614 ΑΚ αναλόγως εφαρμοζόμενο οπότε απαλλασσόταν από την υποχρέωση να ανεχθεί τη μίσθωση.

Η ριζική αναδιατύπωση του άρθρου 1009 ΚΠολΔ, υπήρξε αποτέλεσμα της συχνής καταστρατήγησης του στην πράξη.

Επί Του Ζητήματος Συνταγματικότητας

Η επιλογή του νομοθέτη να προτάξει το οικονομικό συμφέρον του υπερθεματιστή, έναντι του συμφέροντος του μισθωτή ο οποίος λειτουργεί στο μίσθιο επιχείρηση κατόπιν συμφωνίας με τον προηγούμενο κύριο του ακινήτου δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, ούτε παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ισότητας.

Τούτο διότι πρόκειται για διαφορετικής βαρύτητας οικονομικά συμφέροντα αυτό του υπερθεματιστή και αυτό του μισθωτή, ανταποκρίνεται δε και στον γενικό κανόνα της σχετικότητας των ενοχών ότι οι ενοχικές υποχρεώσεις βαρύνουν αυτούς που τις αναλαμβάνουν με σύμβαση και όχι τρίτους όπως είναι ο αναδειχθείς στον πλειστηριασμό υπερθεματιστής.

Ο τελευταίος, δε, με την καταβολή του πλειστηριάσματος έχει επενδύσει σημαντικό κεφάλαιο στο εκπλειστηριασθέν και κατακυρωθέν σε αυτόν ακίνητο και ευλόγως αναμένει ότι θα έχει τη δυνατότητα να το αξιοποιήσει οικονομικά κατά τον τρόπο που ο ίδιος κρίνει πρόσφορο.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον οι όροι της σύμβασης μίσθωσης του ακινήτου που είναι μισθωμένο για την άσκηση επιχείρησης από τον προηγούμενο κύριο του ακινήτου κριθούν ευνοϊκοί από τον υπερθεματιστή, δεν εμποδίζεται αυτός να μην καταγγείλει τη σύμβαση και να τη συνεχίσει ως εκμισθωτής στη θέση του καθ’ου η εκτέλεση οφειλέτη.

Επιπλέον, σε περίπτωση που η άσκηση του δικαιώματός του να καταγγείλει τη σύμβαση γίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος μπορεί ο μισθωτής να αμυνθεί κατά της σε βάρος του άμεσης εκτέλεσης της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης προβάλλοντας την ακυρότητα της καταγγελίας κατ’ άρθρο 281 ΑΚ με λόγο ανακοπής κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ,

Με τον τρόπο αυτό δεν στερείται της δυνατότητας να προσφύγει και για το ζήτημα της καταγγελίας της μισθωτικής σύμβασης ενώπιον των δικαστηρίων κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την τύχη της εμπορικής μίσθωσης σε περίπτωση πλειστηριασμού.

Συμπληρωματικά Στοιχεία Στον ΚΦΔ & Παραδείγματα Νομολογίας

Συμπληρωματικά Στοιχεία είναι τα δεδομένα ή αποδεικτικά μέσα εκείνα, που δεν ήταν γνωστά, ούτε μπορούσαν να είναι γνωστά, στη Φορολογική Διοίκηση, κατά την προβλεπόμενη στον ΚΦΔ πενταετία και τα οποία αποκαλύπτουν μη δηλωθέντα εισοδήματα, ανακρίβειες ή απόκρυψη φορολογητέας ύλης.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ & ΟΡΙΣΜΟΙ

Σύμφωνα με το άρθρο 37 του Ν. 5104/2024 (“Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας” – ΚΦΔ)

1. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. (…)

3. α) Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ή της δήλωσης της τελευταίας περιόδου, σε περίπτωση που προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων: (…)
αβ) Αν μετά την πενταετία περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση αυτής εντός της πενταετίας και προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί βάσει προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορούν.
β) … Εφόσον περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία κατά το τελευταίο έτος της αρχικής (πενταετούς) παραγραφής, το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου παρατείνεται κατά ένα (1) έτος
”.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 Ν. 2238/1994 (“Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος”)

Φύλλο ελέγχου και αν ακόμη έγινε οριστικό δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, αν:

α) από συμπληρωματικά στοιχεία, που περιήλθαν σε γνώση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, εξακριβώνεται ότι το εισόδημα του φορολογουμένου υπερβαίνει αυτό που έχει περιληφθεί στο προηγούμενο φύλλο ελέγχου”.

Η Θέση της Διοίκησης

Σύμφωνα με την Γνωμοδότηση 102/2001 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους :

Συμπληρωματικά στοιχεία επί τη βάσει των οποίον μπορεί να εκδοθεί συμπληρωματικό φύλλο ελέγχου, θεωρούνται εκείνα τα οποία και αποδεδειγμένα δεν είχε, ούτε ηδύνατο δικαιολογημένα να έχει υπόψη του ο έφορος κατά την αρχική φορολογική εγγραφή ή τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και να αποκαλύπτουν πηγή εσόδων που δεν εκτιμήθηκε κατ’ αυτή…

Επίσης, σύμφωνα με την ΠΟΛ. 1194/2017:

Συμπληρωματικά Στοιχεία θεωρούνται όσα στοιχεία είναι αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την προβλεπόμενη πενταετία.

Συνεπώς, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα τα οποία:

  • είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της ανωτέρω πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν, 
  • είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο (ΠΟΛ. 1194/2017).
Η Θέση της Νομολογίας

Δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα, τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της 5ετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπ’ όψη από αυτήν, είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους εντός της ίδιας 5ετίας (ΣτΕ 1681/2024)

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ
Ποια Θεωρούνται Συμπληρωματικά Στοιχεία  
Λογαριασμοί Στην Αλλοδαπή

Αποτελούν, κατ’ αρχήν, συμπληρωματικά στοιχεία δυνάμενα να οδηγήσουν σε επιμήκυνση της συνήθους πενταετούς προθεσμίας παραγραφής κατ’ άρθρο 84 παρ. 4 περ β΄ ΚΦΕ στοιχεία για την ύπαρξη, το υπόλοιπο ή τις κινήσεις λογαριασμών των φορολογουμένων σε τραπεζικά ιδρύματα της αλλοδαπής, για τα οποία η αρχή δεν μπορούσε, ούτε είχε, κατά νόμον, την υποχρέωση να λάβει γνώση των κινήσεων και των υπολοίπων των τραπεζικών αυτών λογαριασμών (ΣτΕ 1062/2023).

Και τούτο διότι, η εξέταση της ακρίβειας των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος με βάση το υπόλοιπο και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογουμένου στην ημεδαπή, αποτελεί βασικό εργαλείο και τακτικό μέσο που έχει στο οπλοστάσιό του ο φορολογικός έλεγχος ήδη από το έτος 1994 βάσει των νόμων 2214 και 2238/1994, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για το υπόλοιπο και τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών στην αλλοδαπή.

Ειδικότερα ναι μεν από το ενωσιακό δίκαιο έχει θεσπιστεί καθεστώς αυτόματης ανταλλαγής μεταξύ των κρατών-μελών πληροφοριών, σχετικά με το υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογούμενων στο τέλος εκάστου έτους, πλην όμως η φορολογική αρχή δεν έχει άμεση πρόσβαση στους εν λόγω λογαριασμούς, όπως συμβαίνει με τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, με αποτέλεσμα να απαιτείται ικανό χρονικό διάστημα για την ανεύρεση των τραπεζικών αυτών λογαριασμών και την περαιτέρω επεξεργασία τους, την εκτίμηση των κινήσεων αυτών και την ολοκλήρωση του ελέγχου (ΣτΕ 1245/2020)

Κατασχεθέντα Βιβλία

Ανεπίσημα στοιχεία τα οποία κατασχέθηκαν μετά την υποβολή των σχετικών δηλώσεων συνιστούν συμπληρωματικό στοιχείο που επιτρέπει (ακόμα και μετά την οριστική περαίωση της υπόθεσης) την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου του Κ.Β.Σ. (ΤρΔιοικΠρ Πειραιά 522/2013)

Δανειακές Συμβάσεις

Δανειακή σύμβαση που προσκόμισε ο ίδιος ο φορολογούμενος και δεν ήταν σε γνώση της Διοίκησης, αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο (ΜονΔιοικΠρ Λαρίσης 135/2017)

Βιβλία Τρίτων Επιχειρήσεων

Συμπληρωματικά στοιχεία δεν αποκλείεται να είναι επίσημα ή ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία που τηρούν τρίτες επιχειρήσεις ή και άλλα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται, κατά την κρίση της φορολογικής αρχής ή των διοικητικών δικαστηρίων, τόσο η ανακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων που τηρούσε ο φορολογούμενος όσο και η απόκρυψη από αυτόν εισοδημάτων (ΣτΕ 496, 2122/2012). 

Έκθεση Ελέγχου Τρίτης ΔΟΥ – Πλαστά & Εικονικά Στοιχεία

Συμπληρωματικό στοιχείο αποτελεί η έκθεση ελέγχου άλλης Δ.Ο.Υ. εκτός αν αυτή έχει εκδοθεί κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας για την έκδοση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου φορολογικής Αρχής, οπότε θα αποτελούσε μη επιτρεπόμενη έκθεση επανελέγχου οριστικοποιηθείσας φορολογικής υπόθεσης (ΤριμΔιοικΕφ Πατρών 921/2013, ΣτΕ 2397/1990).

Εξάλλου, η εκ των υστέρων απόδειξη συναλλαγών ως εικονικών – το πληροφοριακό δελτίο των ελεγκτικών οργάνων της φορολογικής αρχής και η έκθεση ελέγχου άλλης φορολογικής αρχής, που περιέρχονται σε γνώση της αρμόδιας φορολογικής αρχής μετά την πενταετία – μπορεί να αποτελέσουν συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία οδηγούν κατ’ εξαίρεση σε παράταση της πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του καθ’ ου προς επιβολή φόρου (ΤρΔιοικΠρωτ Αθηνών 610/2021).

Αντιθέτως, εαν οι εκθέσεις ελέγχου και το δελτίο πληροφοριών, στα οποία στηρίχθηκε η προσδιορισθείσα φορολογητέα ύλη, περιήλθαν σε γνώση του αρμόδιου Προϊσταμένου ΔΟΥ εντός του χρόνου της πενταετούς παραγραφής και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν αυτά να χαρακτηρισθούν, ως συμπληρωματικά στοιχεία, που περιήλθαν σε γνώση της Αρχής εκ των υστέρων, ώστε να παραταθεί η πενταετής παραγραφή σε δεκαετή  (ΤρΔιοικΠρωτ Αθηνών 13337/2021).

Ειδικά ως προς τα πλαστά και εικονικά τιμολόγια στην ΣτΕ 1681/2024 νομολογήθηκε ότι:

Δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο έγγραφο άλλης δημόσιας υπηρεσίας, ακόμη και αν από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται η εικονικότητα φορολογικού στοιχείου, όταν η αρμόδια φορολογική αρχή μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει την εικονικότητα του επίμαχου φορολογικού στοιχείου σε προγενέστερο χρόνο, εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας που προβλέπονται στον νόμο, ιδίως εν όψει επαρκών ενδείξεων ως προς την ύπαρξη της φορολογικής παράβασης, οι οποίες οδηγούν σε εντοπισμένο έλεγχο.

Σε περίπτωση που, εντός της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής, περιέρχονται στη φορολογική αρχή, από άλλη φορολογική αρχή, πληροφορίες περί της πιθανότητας συναλλαγές αφορώσες φορολογούμενο, υπαγόμενο στην αρμοδιότητά της, να είναι εικονικές, η πρώτη είναι υποχρεωμένη, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, να προβεί σε σχετικό έλεγχο και έκδοση και κοινοποίηση των οικείων καταλογιστικών πράξεων εντός της ως άνω προθεσμίας και δεν μπορεί να αναμείνει, για την έναρξη του ελέγχου και την έκδοση και κοινοποίηση των σχετικών πράξεων, την ολοκλήρωση του ελέγχου από την άλλη φορολογική αρχή.

Σε περίπτωση που η αρμόδια για τον λήπτη φορολογικών στοιχείων φορολογική αρχή, παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση για την πιθανότητα της εικονικότητας των στοιχείων αυτών, δεν προχωρήσει, παραλλήλως και συγχρόνως με την αρμόδια για τον εκδότη των στοιχείων αρχή, στον απαιτούμενο έλεγχο σε συνεργασία και με την άλλη αυτή αρχή, αν τούτο είναι αναγκαίο (π.χ. ανταλλάσσοντας εγκαίρως πληροφορίες, πραγματοποιώντας εγκαίρως διασταυρωτικούς ελέγχους) και δεν εκδώσει και κοινοποιήσει καταλογιστικές πράξεις εντός της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής, η έκθεση ελέγχου ή άλλο πληροφοριακό έγγραφο της φορολογικής αρχής, που είναι αρμόδια για τον εκδότη των εικονικών στοιχείων, δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιμήκυνση της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής σε 10ετή και την έκδοση και κοινοποίηση καταλογιστικών πράξεων σε βάρος του λήπτη των στοιχείων μετά την πάροδο της 5ετίας”.

Επίσης, στην ΔιοικΕφ Αθηνών 1703/2020, δίνεται πιο ελαστική ερμηνεία στην έννοια του συμπληρωματικού στοιχείου και στην ευθύνη της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο καθώς:

…λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η εμφάνιση εκ μέρους των φορολογουμένων εικονικών συναλλαγών αποτελεί παραβατική συμπεριφορά, την οποία τα εμπλεκόμενα μέρη προσπαθούν με κάθε τρόπο να μην αποκαλύψουν καθώς και ότι η απόδειξη της εικονικότητας εκ μέρους της Φορολογικής Αρχής απαιτεί πολλές φορές επισταμένους διασταυρωτικούς και χρονοβόρους ελέγχους, με εμπλοκή περισσοτέρων υπηρεσιών (βλ. ΣτΕ 1628/2019 σκ. 9) και ειδικότερα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι, εν προκειμένω, η έρευνα, συλλογή και αξιολόγηση των στοιχείων της υποθέσεως, δεν οφείλεται στο ότι οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια κατά την άσκηση του έργου τους αλλ’ αντιθέτως, δικαιολογημένα η αρμόδια Δ.Ο.Υ. δεν είχε διαπιστώσει την εικονικότητα των ενδίκων τιμολογίων σε προγενέστερο χρόνο και δη, εντός του χρόνου της αρχικής πενταετούς παραγραφής, δεδομένου ότι λίγο πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής η Επιτροπή του άρθρου 30 παρ. 5 Κ.Β.Σ., με την από 3.7.2012 απόφασή της, ζήτησε

(i) αφ’ ενός από τα ελεγκτικά όργανα τη διενέργεια συμπληρωματικού ελέγχου και δη, με τη συνδρομή των οικείων φορολογικών αρχών άλλου κράτους – μέλους,

(ii) αφ’ ετέρου την προσκόμιση από την ελεγχόμενη συμπληρωματικών στοιχείων και ότι, λόγω της παρεμβολής της Επιτροπής, την οποία προκάλεσε η προσφεύγουσα, κ ρ ί ν ε ι ότι η διαπίστωση της εικονικότητας των ενδίκων στοιχείων, από τη Φορολογική Αρχή ερείδεται σε στοιχεία, τα οποία αποτελούν “συμπληρωματικά στοιχεία”,  και συνεπώς, παρεκτείνουν, νομίμως, την προθεσμία παραγραφής της εξουσίας του Δημοσίου προς επιβολή του ενδίκου προστίμου σε δεκαετή”.

Εξάλλου και η ΔΕΔ στις περιπτώσεις φοροδιαφυγής για πλαστά και εικονικά τιμολόγια, παγίως θεωρεί πως η παραγραφή εκτείνεται στη δεκαετία.

Ποια ΔΕΝ Θεωρούνται Συμπληρωματικά Στοιχεία  
Λογαριασμοί Στην Ημεδαπή

Μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της ακρίβειας των δηλώσεων εισοδήματος, είναι και η εξέταση του υπόλοιπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή.

Τούτων έπεται ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν (ενόψει και των επιταγών της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας) την επιμήκυνση της (κατ’ αρχήν οριζόμενης, πενταετούς) προθεσμίας παραγραφής.

Ο φορολογικός έλεγχος μπορούσε να ζητήσει, εντός της πενταετίας μη παραγραφής του σχετικού δικαιώματος της αρχής να επιβάλει φόρο εισοδήματος, από κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα (μετ’ άρση του σχετικού απορρήτου) πληροφορίες για την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών των [αναιρεσιβλήτων], που εν προκειμένω αποτέλεσαν και την αποδεικτική βάση των πορισμάτων του ελέγχου, οπότε και δεν τίθεται θέμα χαρακτηρισμού αυτών ως συμπληρωματικών στοιχείων, ώστε να επιμηκυνθεί η πενταετής σε δεκαετή παραγραφή.

Πράγματι, αν θεωρηθεί ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή μπορούν να αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ο κανόνας της πενταετούς παραγραφής δεν θα είχε κατ’ ουσίαν πεδίο εφαρμογής και η εμφανιζόμενη ως παρέκκλιση δεκαετής παραγραφή θα καθίστατο ο κανόνας, δεδομένου ότι, αν όχι το σύνολο των φορολογουμένων, εν πάση περιπτώσει, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών τηρούσε ήδη από πολλών ετών και εξακολουθεί να τηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς, χωρίς τους οποίους, άλλωστε, δεν είναι πλέον δυνατή η πραγματοποίηση μεγάλου πλήθους συναλλαγών (ΣτΕ 1105/2021, 713/2021).

Διαπιστώσεις και Συμπεράσματα Φορολογικού Ελέγχου

Οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα του φορολογικού ελέγχου δεν συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 4 περιπτ. β, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περιπτ. α του Κ.Φ.Ε. (ΣτΕ 658/2020, 1348/2020).

Επανέλεγχος Στοιχείων

Τυχόν πλημμέλειες των βιβλίων και στοιχείων φορολογούμενου, οι οποίες προέκυψαν κατά τον επανέλεγχο από επανεκτίμηση στοιχείων που είχαν τεθεί υπ’ όψιν του αρχικού ελέγχου, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, και επομένως δεν μπορούν να στηρίξουν το επίδικο συμπληρωματικό φύλλο ελέγχου (ΣτΕ 1303/1999).

Έγγραφο ΣΔΟΕ

Το εμπιστευτικό έγγραφο του Σ.Δ.Ο.Ε. δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο, ώστε να δικαιολογείται η παρέκταση της παραγραφής από πενταετία σε δεκαετία (ΔιοικΕφ Πειραιά 2600/2019).

Τιμήματα Μεταβιβάσεων

Τα τιμήματα από τις μεταβιβάσεις των ακινήτων, που θεωρήθηκαν από τη φορολογική αρχή ως άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, δεν αποτελούν συμπληρωματικά ικανά να δικαιολογήσουν την επιμήκυνση της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, εφόσον οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, στις οποίες, ανεξάρτητα από τον κωδικό στον οποίο δηλώθηκαν, συμπεριελήφθησαν, πάντως, είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής, εντός της ως άνω πενταετούς προθεσμίας  (ΤρΔιοικΠρωτ Αθηνών 15755/2019).

Αντιθέτως, εφόσον δεν είχε δηλωθεί το ποσό που καταβλήθηκε για την αγορά ακινήτου σε πλειστηριασμό, ούτε είχε προσκομίσει στη φορολογική αρχή τη σχετική περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ενώ εξάλλου, δεν είχε υποβληθεί εντός του ίδιου έτους δήλωση φόρου μεταβίβασης για το εν λόγω ακίνητο και, επομένως, τα στοιχεία (αντίγραφα συμβολαίου, διπλότυπα είσπραξης ΦΜΑ, κ.λπ.), στα οποία στηρίχθηκε ο έλεγχος για την έκδοση του ενδίκου φύλλου δεν βρίσκονταν στη διάθεσή του ούτε μπορούσε να έχει λάβει γνώση αυτών ανά πάση στιγμή, αυτά αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία (ΤρΔιοικΠρωτ Αθηνών 7548/2019).

Συγκεντρωτικές Πελατών-Προμηθευτών

Συγκεντρωτικές καταστάσεις Πελατών-Προμηθευτών τρίτων που υπήρχαν στη διάθεση των ελεγκτικών οργάνων, είχε στη διάθεσή της η φορολογική Διοίκηση και όφειλε να είχε αξιοποιήσει ορθολογικά και επίκαιρα, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια του νόμου, εφόσον δεν περιήλθαν σε γνώση της μετά την πάροδο της προβλεπόμενης πενταετίας (ΔιοικΕφ Πειραιά 37/2019).

Ειδικά Συνεργείο Ελέγχου

Συμπληρωματικό στοιχείο δεν συνιστά απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία ανατέθηκε σε Ειδικό Συνεργείο Ελέγχου, η διενέργεια ελέγχου των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, ο οποίος, όμως, (έλεγχος) μπορούσε να διενεργηθεί επικαίρως από την αρμόδια φορολογική αρχή εντός της πενταετούς βασικής παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου.

Τούτο διότι όλα τα στοιχεία βρίσκονταν στη διάθεσή του και μπορούσε να έχει λάβει γνώση αυτών ανά πάση στιγμή και, επομένως, αυτά (δηλώσεις Ε1, Ε9, ΦΜΑ, αντίγραφα συμβολαίων, διπλότυπα είσπραξης ΦΜΑ) δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως στοιχειά τα οποία δεν είχε ούτε μπορούσε να έχει δικαιολογημένα υπόψη του ο έλεγχος εντός της πενταετίας  (ΤρΔιοικΠρωτ Αθηνών 2736/2019).

Κεφαλαιακές Εισφορές

Δεν συνιστά συμπληρωματικό στοιχείο η εισφορά μετρητών στο κεφάλαιο εταιρείας, εφόσον το σχετικό καταστατικό ήταν δημοσιευμένο και, επομένως, βρισκόταν ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του ελέγχου(ΣτΕ 713/2021).

Καταγγελίες

Σύμφωνα με την ΔΕΔ Α 2965/2022, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία η έκθεση οικονομικής αστυνομίας και η ανώνυμη καταγγελία. Ομοίως η ΔΕΔ 3802/2021 η οποία έκρινε πως ούτε η πληροφοριακή έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Σ.Δ.Ο.Ε., ούτε η ανώνυμη καταγγελία, αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια της παρ.2 του άρθρου 68 του ν.2238/1994 (Κ.Φ.Ε.), ικανά να δικαιολογήσουν την έκδοση συμπληρωματικής πράξης.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι και η ΔΕΔ με την με αρ. 2353/2022 Αποφασή της, σχετικά με την ως προς την έκταση εφαρμογής της νομολογίας του ΣτΕ, υιοθέτησε το με το με αριθ. 2642/2017 πρακτικό ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. το οποίο γνωμοδότησε ότι:

Από της άλλης όμως πλευράς, η εκ μέρους των φορολογικών αρχών και, πολύ περισσότερο εκ μέρους της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), αντιμετώπιση υποθέσεων με ακριβώς όμοια προς τα επιλυθέντα με τις αποφάσεις του ΣτΕ (και μάλιστα της Ολομελείας αυτού) νομικά ζητήματα, κατά τρόπο αντίθετο προς τις αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, δε συνάδει με το κράτος δικαίου και πάντως συνεπάγεται άσκοπη απασχόληση των υπηρεσιακών οργάνων και των δικαστηρίων, τα οποία, έτσι, στερούνται και χρόνου για την ενασχόληση τους με άλλες σοβαρές υποθέσεις, αφού είναι προφανές ότι, αν οι υποθέσεις αυτές οδηγηθούν ενώπιον των δικαστηρίων, αυτά θα ακολουθήσουν τη νομολογία του ΣτΕ, οπότε η έκβαση των υποθέσεων δεν θα είναι ευνοϊκή για το Δημόσιο και το τελευταίο θα επιβαρυνθεί και με δικαστικά έξοδα“.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με με τους φορολογικούς ελέγχους και την έννοια των συμπληρωματικών στοιχείων.

Μεταβίβαση Επιχείρησης με Φορολογικά Χρέη: Πότε Προσβάλλεται

Πότε Ανατρέπεται η Μεταβίβαση Μεριδίων ή Επιχείρησης Οφειλέτη του Δημοσίου

Εν συντομία:

  • Το Δημόσιο μπορεί να ζητήσει τη διάρρηξη μιας μεταβίβασης (αγωγή διάρρηξης – άρθρα 939 επ. ΑΚ) όταν η φορολογική απαίτηση είχε ήδη γεννηθεί ή επέκειτο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ακόμη και χωρίς τυπικά βεβαιωμένη οφειλή.
  • Η φορολογική απαίτηση γεννιέται με το φορολογητέο γεγονός, όχι με τη βεβαίωση. Μεταβίβαση μετά την εντολή ελέγχου ή το σημείωμα διαπιστώσεων μπορεί να διαρρηχθεί.
  • Μετοχές, εταιρικά μερίδια και η ίδια η επιχείρηση αποτελούν περιουσιακά στοιχεία, οπότε η μεταβίβασή τους υπόκειται σε διάρρηξη όπως κάθε απαλλοτρίωση.
  • Σε μεταβίβαση προς συγγενή ή συγγενή – εταίρο λειτουργεί υπέρ του Δημοσίου μαχητό τεκμήριο γνώσης για ένα έτος.
  • Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται σε πέντε έτη από την κατάρτιση της πράξης, ανεξάρτητα από την παραγραφή του φορολογικού δικαιώματος.

Πότε αποκτά το Δημόσιο την ιδιότητα του δανειστή για να προσβάλει μια μεταβίβαση;

Το Δημόσιο αποκτά την ιδιότητα του δανειστή από τη στιγμή που γεννιέται η φορολογική απαίτηση, δηλαδή με την επέλευση του φορολογητέου γεγονότος και όχι με τη βεβαίωση ή τον εκτελεστό τίτλο. Αρκεί η απαίτηση να είναι γεγενημένη κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, έστω και αν τελεί υπό προθεσμία ή δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, αρκεί να γίνει ληξιπρόθεσμη μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 2038/2022).

Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική. Οι σωρευτικές προϋποθέσεις της αγωγής διάρρηξης απαιτούν, μεταξύ άλλων, γεγενημένη απαίτηση του δανειστή κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης.

Στο φορολογικό πεδίο, τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησης ταυτίζονται με τα ίδια τα φορολογητέα γεγονότα, όπως το εισόδημα που αποκτήθηκε, οι συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν, ο φόρος που έπρεπε να αποδοθεί.

Η μεταγενέστερη βεβαίωση απλώς εκκαθαρίζει και καθιστά απαιτητή μια απαίτηση που υφίσταται ήδη. Πρακτικά, ακόμη και μια μεταβίβαση που προηγείται κατά μήνες της βεβαίωσης δεν είναι ασφαλής, εφόσον τα φορολογητέα γεγονότα είχαν ήδη επέλθει κατά τον χρόνο της.

Το δικαίωμα διάρρηξης γεννιέται μάλιστα και όταν η απαίτηση του Δημοσίου προέκυψε μετά τη μεταβίβαση, εφόσον επέκειτο η γέννησή της κατά τον χρόνο εκείνο και ο οφειλέτης την γνώριζε.

Για τον επιχειρηματία που σχεδιάζει μια μεταβίβαση, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει βεβαιωμένο χρέος, αλλά αν έχουν ήδη συντελεστεί τα γεγονότα που γεννούν τη φορολογική υποχρέωση.

Προσβάλλεται μια μεταβίβαση που έγινε πριν τη βεβαίωση της οφειλής;

Ναι. Μια μεταβίβαση που τελέστηκε πριν την τυπική βεβαίωση της οφειλής μπορεί να διαρρηχθεί, εφόσον κατά τον χρόνο της είχε ήδη γεννηθεί ή επέκειτο η φορολογική απαίτηση. Ο χρόνος της μεταβίβασης σε σχέση με το στάδιο του φορολογικού ελέγχου είναι το στοιχείο που θεμελιώνει και τον δόλο του οφειλέτη, αφού αποδεικνύει τη γνώση της επερχόμενης οφειλής.

Ο φορολογικός έλεγχος εξελίσσεται σε διακριτά στάδια. Με το σημείωμα διαπιστώσεων και τον προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου (άρθρο 33 ΚΦΔ – ν. 5104/2024) ο φορολογούμενος λαμβάνει γνώση της επερχόμενης οφειλής πολύ πριν την έκδοση της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού.

Μεταβίβαση που ακολουθεί την κοινοποίηση εντολής ελέγχου, την πρόσκληση για προσκόμιση βιβλίων ή το σημείωμα διαπιστώσεων τοποθετείται χρονικά μετά τη γνώση της οφειλής.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση επιχειρηματία στον οποίο κοινοποιήθηκε σημείωμα διαπιστώσεων και ο οποίος μεταβίβασε στη συνέχεια ακίνητο ή εταιρικά μερίδια πριν η αρμόδια υπηρεσία βεβαιώσει την οφειλή, η μεταβίβαση αυτή υπόκειται σε διάρρηξη, διότι η απαίτηση είχε ήδη γεννηθεί με τα φορολογητέα γεγονότα και ο οφειλέτης γνώριζε την επικείμενη βεβαίωσή της.

Η ίδια λογική εφαρμόζεται και στον οφειλέτη για τον οποίο δεν έχει ακόμη συνταχθεί έκθεση ελέγχου που να καταλογίζει φόρους, αλλά είχε ήδη ξεκινήσει έλεγχος της επιχείρησής του ή είχαν εντοπιστεί κατά τον έλεγχο πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία. Η μεταβίβαση τοποθετείται τότε χρονικά μετά τη γνώση του ελέγχου, γεγονός που θεμελιώνει την πρόθεση αποφυγής της οφειλής.

Τα διασφαλιστικά μέτρα που λαμβάνει το Δημόσιο σε αυτές τις περιπτώσεις, καθώς και η διαδικασία σχηματισμού του φακέλου και διαβίβασής του στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, αφορούν την ιδιαίτερη διαδικασία των μέτρων διασφάλισης του Δημοσίου.

Πότε προσβάλλεται η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ή μετοχών ως καταδολιευτική;

Οι μετοχές ανώνυμης εταιρείας και τα εταιρικά μερίδια ΙΚΕ, ΕΠΕ ή προσωπικής εταιρείας αποτελούν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Η μεταβίβασή τους συνιστά απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και υπόκειται σε διάρρηξη, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις και ιδίως η γνώση του τρίτου αποκτώντος ότι η μεταβίβαση γίνεται προς βλάβη των δανειστών.

Η αποξένωση συμμετοχών εμφανίζεται με ποικίλες μορφές, όπως πώληση μεριδίων σε τρίτο, χαριστική παραχώρηση σε συγγενικό πρόσωπο, εισφορά σε νέα εταιρεία ή εικονική μεταβίβαση επιχείρησης που αποτελεί το βασικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη. Σε απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία δεν απαιτείται καν γνώση του τρίτου, ενώ σε επαχθή μεταβίβαση η γνώση πρέπει να αποδειχθεί.

Όταν η μεταβίβαση γίνεται προς σύζυγο ή συγγενή του οφειλέτη εντός των βαθμών που ορίζει ο νόμος, λειτουργεί υπέρ του Δημοσίου μαχητό τεκμήριο γνώσης του τρίτου για διάστημα ενός έτους από τη μεταβίβαση. Σε εταιρικό περιβάλλον, η μεταβίβαση μεριδίων προς συγγενή που είναι ήδη συνέταιρος, ή προς εταιρεία ελεγχόμενη από συγγενικά πρόσωπα, ενεργοποιεί την ίδια τεκμαρτή γνώση.

Η εμπειρία από υποθέσεις μεταβίβασης μεριδίων σε συγγενικό και εταιρικό περιβάλλον δείχνει ότι η οριακή διαφορά ανάμεσα σε μια έγκυρη αναδιάρθρωση και σε μια καταδολιευτική κίνηση κρίνεται από τον χρόνο, την αιτία της μεταβίβασης και την τεκμηρίωση της πραγματικής οικονομικής της λειτουργίας.

Η απόδειξη πραγματικού τιμήματος, η καταβολή του μέσω τραπεζικού συστήματος και η εμπορική λογική της μεταβίβασης είναι τα στοιχεία που αποδυναμώνουν τον ισχυρισμό περί καταδολίευσης σε μια επαχθή μεταβίβαση μεριδίων. Η αξιολόγηση γίνεται κατά περίπτωση και διαφοροποιείται ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.

Κινδυνεύει μια μεταβίβαση επιχείρησης όταν εκκρεμεί φορολογικός έλεγχος;

Η επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο αποτελεί ιδιαίτερο περιουσιακό στοιχείο και η μεταβίβασή της υπόκειται σε διάρρηξη όπως κάθε απαλλοτρίωση, όταν στερεί από το Δημόσιο τη δυνατότητα ικανοποίησης. Όταν οφειλέτης είναι η εταιρεία, ενεργοποιείται παράλληλα η προσωπική ευθύνη των διοικούντων για τα εταιρικά φορολογικά χρέη.

Η μεταβίβαση επιχείρησης μπορεί να προσβληθεί τόσο ως προς τα επιμέρους περιουσιακά στοιχεία όσο και ως προς το σύνολο, ιδίως όταν η επιχείρηση αποτελεί το βασικό ενεργητικό του οφειλέτη.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένη είναι η άτυπη ή εικονική μεταβίβαση επιχείρησης που συγκεντρώνει σχεδόν το σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη, όταν κατευθύνεται προς συγγενικό πρόσωπο και ο μεταβιβάζων εξακολουθεί στην πράξη να ελέγχει τη δραστηριότητα. Κατά τη ρευστοποίηση, η επιχείρηση αντιμετωπίζεται ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Όταν χρωστά νομικό πρόσωπο, η αποξένωση της εταιρικής περιουσίας συνδέεται με την αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων, καθώς ο διαχειριστής ή ο νόμιμος εκπρόσωπος που ευθύνεται προσωπικά για τα εταιρικά χρέη εκτίθεται σε διάρρηξη και ως προς τις δικές του μεταβιβάσεις.

Στις ομόρρυθμες εταιρείες, όπου οι εταίροι ευθύνονται εις ολόκληρον, ο καταδολιευτικός χαρακτήρας κρίνεται αυτοτελώς και αρκεί ο δόλος ενός μόνο συνοφειλέτη, χωρίς να εξετάζεται η περιουσία των υπολοίπων. Από τον χειρισμό υποθέσεων όπου η μεταβίβαση συνέπεσε με εκκρεμή έλεγχο προκύπτει ότι η ορθή στιγμή και η αιτία της κίνησης είναι καθοριστικές για το αποτέλεσμα.

Πέρα από τη διάρρηξη, ο πιστωτής μιας επιχείρησης που μεταβιβάστηκε, διαθέτει και δεύτερη οδό, τη σωρευτική αναδοχή χρέους του άρθρου 479 ΑΚ. Οι δύο επιλογές διαφέρουν ουσιωδώς ως προς τις προϋποθέσεις και το αποτέλεσμά τους.

Αγωγή διάρρηξης (άρθρα 939 επ. ΑΚ)Σωρευτική αναδοχή (άρθρο 479 ΑΚ)
ΑντικείμενοΑνατροπή της συγκεκριμένης μεταβίβασηςΕυθύνη του αποκτώντος για τα χρέη της επιχείρησης
Δόλος και γνώσηΑπαιτείται δόλος οφειλέτη και γνώση του τρίτουΔεν απαιτείται δόλος ούτε γνώση
ΑποτέλεσμαΚατάσχεση στο μεταβιβασθέν σαν να ανήκει στον οφειλέτηΕυθύνη του αποκτώντος έως την αξία των μεταβιβασθέντων

Σε πόσο χρόνο και από πότε μπορεί το Δημόσιο να ασκήσει την αγωγή διάρρηξης;

Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται με την πάροδο πέντε ετών από την απαλλοτρίωση. Η πενταετία αρχίζει από τον χρόνο κατάρτισης της καταδολιευτικής πράξης και όχι από τη μεταγραφή του συμβολαίου στην περίπτωση ακινήτου (ΑΠ 19/2024). Η προθεσμία αυτή είναι αυτοτελής και τρέχει ανεξάρτητα από τις φορολογικές παραγραφές. Για τον οφειλέτη αυτό σημαίνει ότι η πενταετία μπορεί να έχει ήδη ξεκινήσει από την υπογραφή του συμβολαίου, πριν ολοκληρωθεί η μεταγραφή του.

Ο γενικός κανόνας του άρθρου 946 ΑΚ αναλύεται στο πλαίσιο της παυλιανής αγωγής. Για τον επιχειρηματία, η σημασία του έγκειται στη συνύπαρξη δύο διαφορετικών προθεσμιών. Η πενταετία της διάρρηξης μετρά από την ημερομηνία της μεταβίβασης. Αντίθετα, το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου παραγράφεται κατά κανόνα σε πέντε έτη από τη λήξη του έτους υποβολής της δήλωσης (άρθρο 37 ΚΦΔ), ενώ η παραγραφή της είσπραξης βεβαιωμένων οφειλών ακολουθεί δικούς της κανόνες (άρθρο 50 ΚΦΔ).

Η συνύπαρξη αυτή παράγει μη προφανή αποτελέσματα. Μια μεταβίβαση που τελέστηκε πριν έξι έτη δεν μπορεί να διαρρηχθεί, ακόμη και αν η φορολογική απαίτηση παραμένει ενεργή και εισπρακτέα. Αντίστροφα, η διάρρηξη μπορεί να ασκηθεί εντός της πενταετίας ακόμη και αν η οφειλή βεβαιώθηκε πολύ αργότερα από τη μεταβίβαση. Ο ακριβής υπολογισμός κάθε προθεσμίας και η αλληλεπίδρασή τους κρίνονται κατά περίπτωση.

Συχνές Ερωτήσεις

Μπορεί το Δημόσιο να προσβάλει μεταβίβαση μεριδίων προς συγγενή ενώ εκκρεμεί έλεγχος;

Ναι. Τα μερίδια αποτελούν περιουσιακό στοιχείο και η μεταβίβασή τους συνιστά απαλλοτρίωση. Όταν ο αποκτών είναι σύζυγος ή συγγενής εντός των βαθμών του νόμου, λειτουργεί μαχητό τεκμήριο γνώσης για ένα έτος από τη μεταβίβαση. Αν η οφειλή είχε ήδη γεννηθεί ή επέκειτο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, το Δημόσιο μπορεί να ζητήσει τη διάρρηξη, ακόμη και αν δεν είχε ακόμη βεβαιωθεί.

Είναι έγκυρη η μεταβίβαση αν η οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί ακόμη;

Η μη βεβαίωση δεν προστατεύει τη μεταβίβαση. Η φορολογική απαίτηση γεννιέται με το φορολογητέο γεγονός, όχι με τη βεβαίωση. Αν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης είχαν συντελεστεί τα φορολογητέα γεγονότα ή επέκειτο η οφειλή και ο οφειλέτης τη γνώριζε, η μεταβίβαση υπόκειται σε διάρρηξη. Η εκκρεμότητα ελέγχου, με σημείωμα διαπιστώσεων ή εντολή ελέγχου, ενισχύει τον δόλο.

Διαφέρει η αγωγή διάρρηξης από την αναδοχή χρέους του άρθρου 479 ΑΚ;

Ναι, πρόκειται για δύο διαφορετικά ένδικα μέσα. Η διάρρηξη ανατρέπει τη συγκεκριμένη μεταβίβαση και απαιτεί δόλο του οφειλέτη και γνώση του τρίτου. Η σωρευτική αναδοχή του άρθρου 479 ΑΚ δεν ανατρέπει τη μεταβίβαση, αλλά καθιστά τον αποκτώντα συνυπεύθυνο για τα χρέη της επιχείρησης έως την αξία των μεταβιβασθέντων, χωρίς να απαιτείται δόλος ή γνώση.

Πέρα από τη διάρρηξη, υπάρχει ποινική ευθύνη για την καταδολίευση εις βάρος του Δημοσίου;

Ναι. Η αστική διάρρηξη και η ποινική ευθύνη είναι αυτοτελείς. Η καταδολιευτική αποξένωση περιουσίας μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, ανεξάρτητα από την τύχη της αγωγής διάρρηξης. Η ποινική διάσταση της καταδολίευσης έναντι του Δημοσίου αναλύεται χωριστά.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χρόνος μεταβίβασης έναντι ελέγχου: Το κρίσιμο σημείο δεν είναι η βεβαίωση, αλλά αν είχαν συντελεστεί τα φορολογητέα γεγονότα ή είχε ξεκινήσει ο έλεγχος (εντολή ελέγχου, πρόσκληση βιβλίων, σημείωμα διαπιστώσεων κλπ) κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Αιτία της μεταβίβασης: Στις χαριστικές μεταβιβάσεις (δωρεά, γονική παροχή) δεν απαιτείται γνώση του τρίτου, ενώ στις επαχθείς το Δημόσιο φέρει το βάρος απόδειξης της γνώσης.

Τεκμήριο συγγενικής μεταβίβασης: Η μεταβίβαση προς σύζυγο ή συγγενή ενεργοποιεί τεκμαρτή γνώση μόνο για ένα έτος. Μετά την παρέλευσή του, η γνώση αποδεικνύεται με τα κοινά μέσα.

Παραγραφή πέντε ετών: Η αγωγή διάρρηξης πρέπει να ασκηθεί εντός πενταετίας από την κατάρτιση της πράξης, προθεσμία αυτοτελής από τις φορολογικές παραγραφές προσδιορισμού και είσπραξης.

Είσπραξη μετά τη διάρρηξη: Με την τελεσίδικη διάρρηξη το Δημόσιο επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση στο μεταβιβασθέν κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την προσβολή καταδολιευτικών μεταβιβάσεων.

Άρθρο 397 ΠΚ: Ποινική Αντιμετώπιση Καταδολίευσης Δημοσίου

Εν συντομία:

  • Η μεταβίβαση ή απόκρυψη περιουσίας από οφειλέτη που χρωστάει στο Δημόσιο επισύρει ποινική ευθύνη για καταδολίευση δανειστών κατά το άρθρο 397 του Ποινικού Κώδικα, αυτοτελώς από την αστική διάρρηξη της απαλλοτρίωσης.
  • Το αδίκημα προϋποθέτει δόλο, δηλαδή γνώση του οφειλέτη ότι με την εκποίηση ή απόκρυψη ματαιώνει την ικανοποίηση του δανειστή και πρόθεση για αυτό.
  • Ακόμη και όταν θιγόμενος δανειστής είναι το Δημόσιο, η δίωξη ασκείται κατ’ έγκληση, με προθεσμία τριών μηνών από τότε που η αρμόδια αρχή έλαβε γνώση.
  • Το αδίκημα είναι πλημμέλημα και η ποινική ευθύνη παραγράφεται σε πέντε έτη.
  • Η πλήρης ικανοποίηση της οφειλής, με κεφάλαιο και τόκους υπερημερίας, εξαλείφει το αξιόποινο κατά τις γενικές διατάξεις του άρθρου 405 ΠΚ, ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο της δίκης.

Κινδυνεύει ποινικά ο οφειλέτης που αποξενώνει περιουσία ενώ χρωστάει στο Δημόσιο;

Ναι. Η μεταβίβαση ή η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων από οφειλέτη που γνωρίζει ότι έτσι ματαιώνει την ικανοποίηση του δανειστή του στοιχειοθετεί το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών, δηλαδή της αποξένωσης περιουσίας προς βλάβη του δανειστή, κατά το άρθρο 397 του Ποινικού Κώδικα. Η ευθύνη αυτή γεννιέται ανεξάρτητα από την αστική διάρρηξη της πράξης και ισχύει εξίσου όταν ο θιγόμενος δανειστής είναι το Δημόσιο.

Το ποινικό σκέλος κινείται σε χωριστή τροχιά από το αστικό. Η αστική προστασία του δανειστή μέσω της διάρρηξης της απαλλοτρίωσης κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα αποσκοπεί στην ανατροπή της μεταβίβασης, ώστε το περιουσιακό στοιχείο να επανέλθει στη διάθεση του δανειστή. Το ποινικό σκέλος του 397 ΠΚ τιμωρεί τον ίδιο τον οφειλέτη, ανεξάρτητα από το αν τελικά η περιουσία ανακτηθεί.

Όταν δανειστής είναι το Δημόσιο, η ποινική διάσταση ενεργοποιείται αφού η Φορολογική Διοίκηση εντοπίσει την καταδολιευτική μεταβίβαση. Τα μέτρα διασφάλισης του Δημοσίου, από τον σχηματισμό του φακέλου της ΑΑΔΕ έως τη διαβίβασή του στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, προηγούνται και προετοιμάζουν την υποβολή της έγκλησης.

Η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε νόμιμη ρευστοποίηση περιουσίας και ποινικά κολάσιμη καταδολίευση δεν βρίσκεται στην ίδια την πράξη μεταβίβασης, αλλά στη γνώση και την πρόθεση του οφειλέτη κατά τον χρόνο τέλεσής της.

Η ίδια ακριβώς πώληση ακινήτου μπορεί να είναι ποινικά αδιάφορη ή να θεμελιώνει δόλο και η οριοθέτηση εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δηλαδή τον χρόνο, την αιτία και το αντάλλαγμα της μεταβίβασης σε σχέση με το ύψος της οφειλής και την υπόλοιπη υπέγγυα περιουσία.

Τι τιμωρεί το άρθρο 397 ΠΚ και ποιος δόλος απαιτείται;

Το άρθρο 397 ΠΚ, όπως ισχύει μετά τον νέο Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019), τιμωρεί τον οφειλέτη που «με πρόθεση» ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, εκποιώντας ή αποκρύπτοντας στοιχεία της περιουσίας του. Το υποκειμενικό στοιχείο είναι ο δόλος, δηλαδή η συνειδητή πρόκληση αφερεγγυότητας.

Ο δόλος δεν εξαντλείται στη βούληση μεταβίβασης. Απαιτείται γνώση του οφειλέτη ότι η εκποίηση ή η απόκρυψη οδηγεί την εναπομένουσα περιουσία του σε αφερεγγυότητα, δηλαδή σε αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή. Η αφερεγγυότητα κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά στοιχεία, κατά κύριο λόγο τα ακίνητα και όχι τα αφανή.

Οι τρεις μορφές του αδικήματος

Η ισχύουσα διάταξη διακρίνει τρεις βαθμίδες, με κλιμακούμενη απαξία και ποινή. Σε όλες, ο τρίτος που επιχειρεί τις πράξεις υπέρ του οφειλέτη τιμωρείται με τις ίδιες ποινές.

ΜορφήΠροϋποθέσειςΠοινή
Βασική (παρ. 1)Ματαίωση ικανοποίησης με εκποίηση ή απόκρυψη στοιχείων της περιουσίαςΦυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή
Διακεκριμένη (παρ. 2)Βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση και, ενόψει επικείμενης εκπλήρωσης, βλάβη ή απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο αντάλλαγμα ή κατασκευή ψεύτικων χρεώνΦυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή
Επιβαρυντική (παρ. 3)Οποιαδήποτε από τις παραπάνω πράξεις, όταν η ζημία του δανειστή είναι ιδιαίτερα μεγάληΦυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή

Η αποξένωση μπορεί να λάβει σύνθετες μορφές σε μεταβιβάσεις επιχειρηματικών στοιχείων, όπως η αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση, όπου ο οφειλέτης διατηρεί τη χρήση των αντικειμένων ενώ αποξενώνει την κυριότητά τους.

Πράξεις τελεσμένες υπό το προγενέστερο καθεστώς κρίνονται κατά τον ευμενέστερο νόμο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 ΠΚ. Η υπαγωγή μιας συγκεκριμένης πράξης στη βασική ή στη διακεκριμένη μορφή κρίνεται κατά περίπτωση, ανάλογα με τη συνδρομή των πρόσθετων στοιχείων της παρ. 2.

Διώκεται αυτεπαγγέλτως ή κατ’ έγκληση η καταδολίευση εις βάρος του Δημοσίου;

Κατ’ έγκληση. Το άρθρο 405 ΠΚ απαριθμεί ρητά την καταδολίευση δανειστών στα εγκλήματα για τα οποία απαιτείται έγκληση, δηλαδή δήλωση του παθόντος ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη. Η ιδιότητα του Δημοσίου ως δανειστή δεν διαφοροποιεί τον κανόνα αυτόν.

Η διάκριση έχει πρακτική σημασία καθώς, στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, η ποινική δίωξη κινείται μόλις οι αρχές λάβουν γνώση. Στα κατ’ έγκληση διωκόμενα, η δίωξη εξαρτάται από την υποβολή έγκλησης του θιγομένου και υπόκειται σε ασφυκτική προθεσμία.

Η αυτεπάγγελτη δίωξη επιφυλάσσεται για τις κακουργηματικές μορφές ορισμένων περιουσιακών εγκλημάτων. Η καταδολίευση δανειστών δεν διαθέτει κακουργηματική μορφή και παραμένει πλημμέλημα σε όλες της τις βαθμίδες. Επομένως, ακόμη και όταν θιγόμενος είναι το Δημόσιο, εφαρμόζεται ο κοινός κανόνας της κατ’ έγκληση δίωξης.

Η προθεσμία υποβολής της έγκλησης είναι τρεις μήνες από την ημέρα που ο δικαιούμενος έλαβε γνώση της πράξης και του προσώπου που την τέλεσε (άρθρο 114 ΠΚ). Η παρέλευση της τρίμηνης αυτής προθεσμίας εξαλείφει το δικαίωμα δίωξης, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της κατηγορίας.

Η εμπειρία από υποθέσεις καταδολίευσης δείχνει ότι η άμυνα κρίνεται πρώτα σε δικονομικό και όχι σε ουσιαστικό επίπεδο, καθώς ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίο η αρμόδια υπηρεσία έλαβε πλήρη γνώση μπορεί να κρίνει το παραδεκτό ολόκληρης της δίωξης. Για το Δημόσιο, ο χρόνος αυτός συνδέεται με τη ροή του φακέλου από την ΑΑΔΕ προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Πότε τελείται το αδίκημα και σε πόσο χρόνο παραγράφεται;

Όταν η καταδολίευση γίνεται με μεταβίβαση ακινήτου, το αδίκημα θεωρείται τελεσμένο κατά τον χρόνο μεταγραφής της μεταβιβαστικής σύμβασης και όχι κατά την κατάρτιση του συμβολαίου, καθώς μόνο με τη μεταγραφή το ακίνητο καθίσταται νομικώς απρόσιτο στην αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 1096/2016). Ως πλημμέλημα, η ποινική ευθύνη παραγράφεται σε πέντε έτη.

Επομένως, ο προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης καθορίζει:

  • την αφετηρία της πενταετούς παραγραφής κατά το άρθρο 111 ΠΚ,
  • ποιο νομοθετικό καθεστώς, παλαιό ή νέο, εφαρμόζεται ως ευμενέστερο και
  • την αφετηρία υπολογισμού των τόκων υπερημερίας που κρίνουν τη δυνατότητα απαλλαγής.

Σε μεταβιβάσεις κινητών ή σε αποκρύψεις, ο χρόνος τέλεσης μετατίθεται στην αντίστοιχη πράξη διάθεσης ή απόκρυψης.

Η παραγραφή του πλημμελήματος λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Δεν προϋποθέτει δηλαδή σχετική προβολή από τον κατηγορούμενο, αν και η ορθή τεκμηρίωση του χρόνου τέλεσης παραμένει κρίσιμη για την επίκλησή της.

Μπορεί ο οφειλέτης να αποφύγει την ποινή ικανοποιώντας το Δημόσιο;

Ναι. Η πλήρης ικανοποίηση του δανειστή λειτουργεί ως λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής από την ποινή, κατά τις γενικές διατάξεις του άρθρου 405 ΠΚ. Η δυνατότητα αυτή, γνωστή ως έμπρακτη μετάνοια, διατηρείται ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

Ο νόμος προβλέπει δύο διαβαθμίσεις. Αν ο οφειλέτης ικανοποιήσει εντελώς τον δανειστή με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου, το αξιόποινο εξαλείφεται. Η μερική μόνο ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος.

Αν η ικανοποίηση γίνει αργότερα, ο νόμος έχει επίσης πρόβλεψη. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν καταβάλει το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, υπολογισμένους από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος. Επειδή η καταδολίευση είναι πλημμέλημα, η απαλλαγή αυτή χωρεί μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Για τον οφειλέτη του Δημοσίου, αυτό μεταφράζεται σε ένα συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο, καθώς η τακτοποίηση της φορολογικής οφειλής, ακόμη και μετά την άσκηση της δίωξης, μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη απαλλαγή, εφόσον προηγείται της ολοκλήρωσης της απόδειξης στον πρώτο βαθμό.

Η εμπειρία από υποθέσεις οφειλετών του Δημοσίου δείχνει ότι ο ακριβής υπολογισμός των τόκων υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης και όχι από κάποιο μεταγενέστερο σημείο, κρίνει αν η καταβολή θεωρείται «πλήρης» ικανοποίηση κατά την έννοια του νόμου.

Είναι αυτοτελής η ποινική ευθύνη από την αστική διάρρηξη;

Ναι. Η καταδολιευτική απαλλοτρίωση είναι παράνομη πράξη που στοιχειοθετεί το έγκλημα του 397 ΠΚ, χωρίς όμως να συνιστά αυτομάτως αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Συνέπειά της δεν είναι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 1531/2013).

Η αυτοτέλεια αυτή έχει δύο όψεις. Αφενός, ο οφειλέτης μπορεί να καταδικαστεί ποινικά για καταδολίευση ακόμη και αν η αστική αγωγή διάρρηξης απορριφθεί για δικονομικούς λόγους και αντιστρόφως. Αφετέρου, η ποινική καταδίκη δεν θεμελιώνει από μόνη της αξίωση αποζημίωσης του Δημοσίου, εκτός αν συντρέχουν τα ιδιαίτερα στοιχεία της αδικοπραξίας, όπως η συμπαιγνία οφειλέτη και τρίτου.

Η διάκριση καθορίζει και τη δικονομική στρατηγική. Το Δημόσιο ασκεί παράλληλα την αστική αγωγή διάρρηξης για την ανατροπή της μεταβίβασης και την ποινική έγκληση για την τιμώρηση του οφειλέτη. Οι δύο διαδικασίες δεν προδικάζουν η μία την άλλη.

Συχνές Ερωτήσεις

Χρειάζεται να έχει προηγηθεί κατάσχεση για να ασκηθεί η έγκληση καταδολίευσης;

Όχι. Το αδίκημα του 397 ΠΚ ολοκληρώνεται με την καταδολιευτική μεταβίβαση ή απόκρυψη και τον δόλο ματαίωσης της ικανοποίησης, ανεξάρτητα από το αν έχει ξεκινήσει αναγκαστική εκτέλεση. Η ύπαρξη βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαίτησης απαιτείται ειδικά για τη διακεκριμένη μορφή της παρ. 2 και όχι για τη βασική μορφή.

Ευθύνεται ποινικά ο αποκτών το ακίνητο από τον οφειλέτη;

Το άρθρο 397 ΠΚ τιμωρεί και τον τρίτο που επιχειρεί τις πράξεις υπέρ του οφειλέτη. Ο αποκτών που γνωρίζει τον καταδολιευτικό σκοπό μπορεί να εμπλακεί στην ποινική διαδικασία. Η ευθύνη προϋποθέτει θετική γνώση του σκοπού ματαίωσης και όχι απλή αμέλεια.

Σταματά η ποινική δίωξη αν ρυθμιστεί η οφειλή σε δόσεις;

Η ένταξη σε ρύθμιση δόσεων δεν ισοδυναμεί με πλήρη ικανοποίηση του δανειστή. Η εξάλειψη του αξιοποίνου ή η απαλλαγή κατά το άρθρο 405 ΠΚ προϋποθέτει καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας. Η σταδιακή αποπληρωμή μέσω ρύθμισης παράγει αποτέλεσμα μόνο όταν ολοκληρωθεί εντός των χρονικών ορίων που θέτει ο νόμος.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χρόνος τέλεσης σε ακίνητα: Το αδίκημα τελείται κατά τη μεταγραφή της μεταβιβαστικής σύμβασης, σημείο που καθορίζει τόσο την αφετηρία της πενταετούς παραγραφής όσο και το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς.

Τρίμηνη προθεσμία έγκλησης: Για το Δημόσιο, η προθεσμία των τριών μηνών τρέχει από τη γνώση της αρμόδιας υπηρεσίας. Η εκπρόθεσμη υποβολή της έγκλησης εξαλείφει το δικαίωμα δίωξης, ανεξάρτητα από την ουσία της υπόθεσης.

Παράθυρο απαλλαγής: Η πλήρης καταβολή κεφαλαίου και τόκων υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης οδηγεί σε απαλλαγή ακόμη και μετά την έναρξη της δίκης, εφόσον προηγείται του τέλους της απόδειξης στον πρώτο βαθμό.

Διπλή τροχιά: Η ποινική ευθύνη του 397 ΠΚ και η αστική διάρρηξη των άρθρων 939 επ. ΑΚ κινούνται αυτοτελώς. Η έκβαση της μίας δεν προδικάζει την άλλη.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ποινική αντιμετώπιση της καταδολίευσης κατά του Δημοσίου.